← Κύπρος

Κυριάκου Χριστοφόρου Λοϊζίδη ν. Κυριάκου Καπνίση, Αρ. Αγωγής: 90/2006, 4 Μαρτίου, 2011

Κυριάκου Χριστοφόρου Λοϊζίδη ν. Κυριάκου Καπνίση, Αρ. Αγωγής: 90/2006, 4 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 90/2006 Μεταξύ: Κυριάκου Χριστοφόρου Λοϊζίδη Ενάγοντα και Κυριάκου Καπνίση Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 16.2.2011 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 4 Μαρτίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Σ. Τόκα Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κ. Χ. Χριστοφόρου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 9.1.2006, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγομένου, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και διάταγμα του Δικαστηρίου για άρση της επέμβασης επί του κτήματός του με αριθμό εγγραφής 9682, Φ/Σχ. 48/1, τεμάχιο 2061, στο χωριό Άγιος Ιωάννης Αγρού της Επαρχίας Λεμεσού. Συγκεκριμένα, στην Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 19.11.2005 ο Εναγόμενος ο οποίος είναι ιδιοκτήτης και κάτοχος του συνορεύοντος κτήματος με αριθμό τεμαχίου 2408 και/ή οι αντιπρόσωποι αυτού, παράνομα και αυθαίρετα και/ή χωρίς την άδεια και/ή τη συγκατάθεση του Ενάγοντα, επενέβηκε στο πιο πάνω περιγραφόμενο κτήμα του Ενάγοντα και δι' εκσκαφής και/ή δι' άλλων μηχανικών μέσων προέβηκε σε ισοπέδωση και/ή μετακίνησε όγκους χωμάτων δημιουργώντας υψομετρική διαφορά μέχρι και 4 μέτρα εξ ολοκλήρου εντός του κτήματος του Ενάγοντα, καταλαμβάνοντας έτσι λωρίδα γης εκτάσεως 50 τετραγωνικών μέτρων περίπου. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι η εν λόγω λωρίδα γης έκτασης 50 τετραγωνικών μέτρων περίπου του κτήματος του Ενάγοντα, την οποία κατέλαβε παράνομα και/ή αυθαίρετα ο Εναγόμενος, αποτελούσε μέρος ιδιωτικού δρόμου που χρησιμοποιείτο από τον ίδιο εντός του κτήματός του και ο οποίος συνεπεία της επέμβασης κατέστη απροσπέλαστος. Οι ίδιοι ισχυρισμοί προβάλλονται από τον Ενάγοντα και στις λεπτομέρειες επέμβασης που καταγράφονται στις Παραγράφους 6(α) και (β) της Έκθεσης Απαίτησης. Με την Έκθεση Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος αρνείται τόσο την ισχυριζόμενη επέμβαση στο κτήμα του Ενάγοντα όσο και τη δημιουργία υψομετρικής διαφοράς. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού περατώθηκε η μαρτυρία των δύο πρώτων μαρτύρων για τον Ενάγοντα και ενώ ήταν σε εξέλιξη η μαρτυρία του Ενάγοντα (ΜΕ3), στις 16.2.2011 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία ο Ενάγοντας επιδιώκει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του. Πιο συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας ζητά όπως προστεθούν οι ακόλουθοι ισχυρισμοί ως παραγράφοι 10 και 11: «

  1. Ο Εναγόμενος, συνεχίζοντας την ως άνω στην παράγραφο 6 περιγραφόμενη παράνομη επέμβαση και/ή επεκτείνοντας αυτήν και/ή άλλως πώς εντός του ακινήτου του Ενάγοντα, προχώρησε στην κατασκευή και/ή ανέγερση τοίχου κατά μήκος του κοινού συνόρου των επίδικων κτημάτων κατά τρόπο ώστε ο εν λόγω τοίχος και/ή μέρος αυτού και/ή μέρος σκυροδέματος του τοίχου και/ή άλλως πώς να επεμβαίνει παράνομα εντός του ακινήτου του Ενάγοντα.
  2. Ο Εναγόμενος και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή υπαλλήλοι αυτού και/ή άλλως πως, στα πλαίσια της συνεχιζόμενης και/ή επεκτεινόμενης και/ή άλλως πως παράνομης επέμβασης τους εντός του ακινήτου του Ενάγοντα, κατά ή περί την 08.12.2009 επενέβησαν παράνομα και αυθαίρετα εντός του ακινήτου του Ενάγοντα και με τη χρήση τρακτέρ επιχείρησαν να αλλοιώσουν την επιτόπου κατάσταση ξηλώνοντας και/ή χαλώντας και/ή μετακινώντας και/ή άλλως πως μέρος του πιο πάνω περιγραφόμενου στην παράγραφο 10 τοίχου στο μέρος που επεκτείνετο και/ή επενέβαινε παράνομα εντός του κτήματος του Ενάγοντα. Το εν λόγω συμβάν ο Ενάγων κατήγγειλε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγρού. Περαιτέρω ο Ενάγων έλαβε φωτογραφίες του εν λόγω τρακτέρ και των χαλασμάτων επί τω έργω, ως είχε πράξει και μετά την εκσκαφή εντός του ακινήτου του κατά ή περί την 19.11.2005.» Στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα ημερομηνίας 16.2.2011 που συνοδεύει την αίτηση αναφέρονται τα ακόλουθα: - Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής εκδόθηκε στις 16.11.2006 διάταγμα για διεξαγωγή επιτόπιας εξέτασης των επίδικων ακινήτων από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. - Η επιτόπια εξέταση διεξήχθηκε με επιτόπιες επισκέψεις κατά το έτος 2009, οπότε και διαπιστώθηκε ότι στο μέρος της ισχυριζόμενης επέμβασης δι' εκσκαφής είχε πλέον ανεγερθεί τοίχος από τον Εναγόμενο. - Κατά την ακροαματική διαδικασία οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ανέφεραν στα πλαίσια της προφορικής τους μαρτυρίας τα πιο πάνω και ενόψει του ότι τα γεγονότα αυτά έχουν λάβει χώρα μετά την καταχώρηση της αγωγής, η Έκθεση Απαίτησης θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να συνάδει με τη δοθείσα μαρτυρία. Ο Εναγόμενος αντιτίθεται στο αίτημα του Ενάγοντα για τροποποίηση και προς τούτο καταχώρησε ένσταση με την οποία προβάλλει συνοπτικά τους πιο κάτω λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση δεν πρέπει να επιτύχει:
  3. Τα γεγονότα στα οποία κάνει αναφορά ο Ενάγοντας στην αίτηση του ήταν σε γνώση του πριν από δύο χρόνια περίπου και καμιά δικαιολογία δόθηκε για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
  4. Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση ο Ενάγοντας προσπαθεί να εισάξει νέους ισχυρισμούς και νέα βάση αγωγής που δεν υπήρχε κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής.
  5. Η αίτηση καταχωρείται 5 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και ενώ έχει ήδη ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης, με αποτέλεσμα τυχόν αποδοχή του αιτήματος του Ενάγοντα να προκαλέσει μεγάλη αδικία στον Εναγόμενο λόγω ανάγκης προσαρμογής της υπόθεσης του.
  6. Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει στον Εναγόμενο ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα.
  7. Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης καταγράφονται στη συνοδεύουσα την ένσταση Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου ημερομηνίας 18.2.
  8. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους και καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων είναι καταγεγραμμένη γι' αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω, ωστόσο αναφορά θα γίνεται εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Οι νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων με βάση τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από τη θεώρηση της νομολογίας προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών (βλ. The Annual Practice 1958, στη σελίδα 622). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα ή εκεί όπου κρίνεται ότι ο αιτητής έχει ενεργήσει κακόπιστα (βλ. Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά

(1992)1 ΑΑΔ 704 και σύγγραμμα Bullen & Leake, 12η έκδοση, Sweet & Maxwell, σελίδα 128). Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934). Στις περιπτώσεις όπου παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ο αιτητής οφείλει να δίδει εξηγήσεις για τους λόγους της καθυστέρησης. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, μεγαλύτερη είναι και η ανάγκη για παροχή επαρκών εξηγήσεων, τόσο για την καθυστέρηση όσο και για την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Όπως εξηγήθηκε στην Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης συναρτάται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ. (Βλ. επίσης Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 33, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (πιο πάνω), Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 223). Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι από την μέχρι τώρα προσαχθείσα μαρτυρία, και χωρίς αυτή να αξιολογείται, όπως επίσης από το περιεχόμενο του δικαστηριακού φακέλου, προκύπτουν τα ακόλουθα: - Στις 16.11.2006 εκδόθηκε από το Δικαστήριο, μετά από αίτηση του Ενάγοντα ημερομηνίας 7.7.2006, διάταγμα επιτόπιας εξέτασης των επίδικων κτημάτων. - Στις 9.12.2008 κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου η έκθεση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού σε σχέση με την επιτόπια εξέταση που έγινε στις 12.11.2008 στα πλαίσια του πιο πάνω διατάγματος (η έκθεση κατατέθηκε κατά την ακρόαση ως Τεκμήριο 5) και στο επισυνημμένο σχεδιάγραμμα απεικονίζονται τα κτήματα των διαδίκων και το κοινό εγγεγραμμένο σύνορο και υποδεικνύεται ότι η θέση στην οποία έγινε η εκσκαφή με μηχανικά μέσα ύψους 0-0,35 μέτρα βρίσκεται εξ' ολοκλήρου στο κτήμα του Εναγόμενου. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση του, καμιά αναφορά δεν γίνεται στην εν λόγω έκθεση. - Της πιο πάνω έκθεσης ακολούθησε αλλολογραφία του συνηγόρου του Ενάγοντα και του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού (Τεκμήρια 1, 2 και 3) προς το σκοπό επανεξέτασης και διενέργειας νέας επιτόπιας έρευνας. Αποτέλεσμα αυτής της αλληλογραφίας ήταν να γίνει νέα επιτόπια έρευνα στις 2.4.2009 (βλέπε Τεκμήριο 6), κατά την οποία το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού υπέδειξε ότι υπήρχε πλέον επέμβαση που συνίστατο στο ότι στο μεταξύ στο ακίνητο του Εναγόμενου είχε ανεγερθεί τοίχος αντιστήριξης και κάποια υπολείμματα σκυροδέματος από τον εν λόγω τοίχο εκτείνονταν στο τεμάχιο του Ενάγοντα. - Τα πιο πάνω επαληθεύθηκαν και στην τελευταία επιτόπια επίσκεψη των λειτουργών του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού στις 15.7.2009 και αποτυπώθηκαν στην έκθεση ημερομηνίας 13.10.2009 η οποία καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου και κατά την ακρόαση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Έχω εξετάσει με προσοχή την αίτηση υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που αναφέρονται πιο πάνω και παρατηρώ τα εξής: Είναι φανερό ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση ο Ενάγοντας επιχειρεί να εισάξει στην Έκθεση Απαίτησης νέα βάση αγωγής, ήτοι την νέα επέμβαση που, σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της αγωγής, και συνίσταται στην ανέγερση τοίχου από μπετόν, ο οποίος ανεγέρθηκε μεν εντός του κτήματος του Εναγόμενου, κάποια υπολείμματα σκυροδέματος από αυτόν, όμως, επεμβαίνουν στο κτήμα του Ενάγοντα. Αυτή η επέμβαση ενδεχομένως να απορρέει από την εκσκαφή η οποία είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, πλην όμως συνιστά μια νέα επέμβαση για την οποία θα πρέπει να καταχωρηθεί νέα αγωγή. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Clerk & Linsell on Torts (16η έκδοση) στη σελίδα 1305 (παράγραφος 2302) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Every continuance of a trespass is a fresh trespass, in respect of which new cause of action arises from day to day as long as the trespass continues. One who built on the plaintiff's land some buttresses to support a road and paid damages in an action for trespass was held liable in damages in a second action for not removing the buttresses after notice. Again, a builder who in demolishing a building left rubbish on the roof of an adjoining building, as a result of which a gully became choked and the adjoining building was flooded, was held liable to the tenant of that building, although the tenancy had only commenced after the building operations had finished.» Παραπομπή γίνεται επίσης και στο σύγγραμμα Bullen & Leake (πιο πάνω) στη σελίδα
  2. Επομένως, με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται να εισαχθεί μια νέα βάση αγωγής η οποία προέκυψε μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, κάτι το οποίο δεν είναι επιτρεπτό. Παραπέμπω σχετικά στη σελίδα 627 του The Annual Practice 1958 , όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «New Case.- The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch, 1 Ch. D. 42; Hubbuck v. Helms, 56 L.J. Ch. P. 539) But it will do so where amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Goschen, [1898] 1 Ch. p. 81; cf. Edevain v. Cohen, 41 Ch. D. p. 567, and Behn v. Bloom
(1911), 132 L.T.J. 87), or where the amendment will still leave the plaintiff with any title to sue at date of writ (Greed v. Greed, [1913] 1 Ir. R. 48); or where the cause of action sought to be introduced by the amendment did not exist at the date of the writ (Eshelby v. Federated European Bank, [1932] 1 K.B. 254; on appeal, ib. 429, C.A.); or where defendant's position would be prejudiced by allowance of the amendment (Hilton v. Sutton Steam Laundry, [1946] 1 K.B. 65, C.A.); or where a claim had been abandoned (Harries v. Ashford, [1950] 1 All E.R. 427).» Επίσης, στο σύγγραμμα Bullen & Leake (πιο πάνω) στις σελίδες 130-133, κάτω από την επικεφαλίδα «Amendments not allowed» αναφέρονται τα ακόλουθα: «Although the court will not refuse to allow an amendment simply because it will introduce a new case or a new ground of defence, yet leave will be refused where the amendment would change the action into one of a substantially different character which could more conveniently be made the subject of a fresh action. Leave to amend will also be refused where the cause of action sought to be introduced by the amendment arose after the date of the writ, or where the amendment would still leave the plaintiff without any title to sue at the date of the writ, or where the amendment would re-introduce a claim that had been abandoned.» (Βλ. επίσης Atkin's Court Forms, 2η έκδοση, Τόμος 32 στη σελίδα 45, Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση στη σελίδα 155). Τελειώνοντας με το θέμα αυτό και με βάση όλα τα πιο πάνω δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω με την κα Τόκα ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε τα δικόγραφα να συνάδουν με τη δοθείσα μαρτυρία. Είναι, συνεπώς, βάσιμη η εισήγηση του κ. Χριστοφόρου ότι θα επηρεαστεί δυσμενώς η θέση του Εναγόμενου εάν επιτραπεί η τροποποίηση, αφού θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια νέα βάση αγωγής. Συναφώς σημειώνεται ότι οι ΜΕ1 και ΜΕ2, οι οποίοι έδωσαν μαρτυρία σε σχέση με τον τοίχο αντιστήριξης και τα υπολείμματα σκυροδέματος στα πλαίσια επεξήγησης των Εκθέσεων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού (Τεκμήρια 4 και 5) και της σημερινής επί τόπου κατάστασης, αντεξετάστηκαν μεν από τον συνήγορο του Εναγόμενου για τα θέματα αυτά, όχι όμως στο βαθμό που ενδεχομένως να αντεξετάζονταν εάν αυτή η μορφή επέμβασης ήταν δικογραφημένη. Υπάρχει, όμως, και ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο να εγκρίνει την παρούσα αίτηση και αφορά το προχωρημένο στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση χωρίς, μάλιστα, να δίδονται επαρκείς εξηγήσεις γιατί δεν μπορούσε να καταχωρηθεί ενωρίτερα η αίτηση. Συναφώς σημειώνεται ότι στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση δεν προσδιορίζονται οι λόγοι της καθυστέρησης, ενώ η θέση του Ενάγοντα στην παράγραφο 7 της Ένορκης Δήλωσης του ότι η αιτούμενη τροποποίηση κατέστη αναγκαία μετά από ένσταση του συνηγόρου του Εναγόμενου ώστε να γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα ουδόλως δικαιολογεί την καταχώρηση της αίτησης στο στάδιο αυτό. Σε σχέση με το θέμα αυτό υποδεικνύεται ότι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία ο Ενάγοντας ήταν παρών κατά τις επιτόπιες έρευνες που διεξήχθηκαν στις 2.4.2009 και 15.7.2009, ενώ ο δικηγόρος του ήταν παρόν στην επίσκεψη της 15.7.2009. Ταυτόχρονα, επισημαίνεται ότι η σχετική έκθεση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 13.10.2009 και ήταν εις γνώση των διαδίκων και των συνηγόρων τους έκτοτε. Επί του θέματος παραπέμπω σχετικά στη σελίδα 624 του The Annual Practice 1958, όπου αναφέρεται ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι διατεθειμένο να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφων μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν προφανής για μήνες και δεν είχε ζητηθεί ενωρίτερα[1]. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι τέτοια ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα-Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία ωστόσο θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Ενδιάμεση / Πολιτική Δικονομία / Ενδιάμεση / αίτηση τροποποίησης μετά την έναρξη της δίκης [1] Hipgrave v. Case, 28 Ch. D στη σελίδα 361. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.