SERAZETDINOV ALEXANDR κ.α. ν. ANTA HERACLEOUS DEVELOPERS LTD, Αγωγή αρ. 2639/08, 9.3.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A71 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2639/08 Μεταξύ: SERAZETDINOV ALEXANDR BORODINA LYUDMILA Εναγόντων - και - ANTA HERACLEOUS DEVELOPERS LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 25/11/10 για ασφάλεια εξόδων Ημερομηνία: 9.3.11 Για τους αιτητές - εναγομένους: κ. Καραπατάκης Για τους καθ' ων η αίτηση - ενάγοντες: κα Στίγγα για κα Φ. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εναγόμενη εταιρεία - αιτήτρια επιδιώκει με την κρινόμενη αίτηση «διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Ενάγοντας όπως δώσουν εντός τριάντα ημερών
(30)από της ημερομηνίας του τοιούτου διατάγματος ασφάλεια διά τα έξοδα εις το ποσόν των €8.000= και/ή οιονδήποτε ποσόν ήθελε κρίνει το Δικαστήριο ορθό και διάταγμα όπως η περαιτέρω διαδικασία ανασταλεί μέχρις ότου δοθεί τοιαύτη ασφάλεια και εν περιπτώσει που δεν θα δοθεί τοιαύτη ασφάλεια εντός του χρόνου που θα εγκρίνει το Δικαστήριο η αγωγή να απορριφθεί με έξοδα». Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση παρέχονται μέσα από την παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως του Ανδρέα Νεοκλέους, διευθυντή των εναγομένων και είναι τα πιο κάτω (παρατίθεται το κείμενο αυτολεξεί): «Στις 17/6/2008 μου επιδόθηκε Γενικά Οπισθογραφημένο κλητήριο στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στην οποία φαίνεται ότι οι Ενάγοντες είναι αλλοδαποί πολίτες του Καζακστάν μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. Εξ όσων γνωρίζω έρχονται στην Κύπρο για διακοπές. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω οι Ενάγοντες δεν έχουν οιανδήποτε περιουσία εγγεγραμμένη επ' ονόματι των στην Κύπρο και σε περίπτωση που η αγωγή τους απορριφθεί, δεν θα μπορέσουν οι Ενάγοντες να ανακτήσουν τα έξοδα τα οποία θα υποστούν στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή». Οι ενάγοντες - καθ'ων η αίτηση δεν αποδέχονται τα όσα οι εναγόμενοι αξιώνουν και με την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης την οποία καταχώρισαν εγείρουν διάφορους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση είναι απορριπτέα. Ισχυρίζονται ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και δεν πληρείται καμιά προϋπόθεση που θέτουν οι σχετικοί κανονισμοί για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι ενάγοντες είναι αξιόχρεοι και έχουν περιουσία εντός της δικαιοδοσίας των κυπριακών Δικαστηρίων η οποία είναι δεκτική εκτέλεσης και ικανή να ικανοποιήσει οποιαδήποτε διαταγή εξόδων τυχόν εκδοθεί υπέρ των εναγομένων. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της δεύτερης ενάγουσας η οποία μεταξύ άλλων, αφού υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης υπογραμμίζει ότι: Δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 29.10.02 αγόρασαν με τον σύζυγο της, ενάγοντα 1 από τους εναγομένους μια υπό κατασκευή τότε κατοικία του κτιριακού συγκροτήματος με το όνομα «ILIOS COMPLEX» επί ακινήτου ιδιοκτησίας των εναγομένων στο χωριό Άγιος Τύχωνας. Τιμή αγοράς του εν λόγω ακινήτου ήταν το ποσό των ΛΚ220,000 (€375,892.31) το οποίο κατέβαλαν, αποπληρώνοντας πλήρως τους εναγόμενους. Το αγοραπωλητήριο έγγραφο το κατάθεσαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Με την παρούσα αγωγή ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και μεταβίβασης επ' ονόματι τους του επίδικου ακινήτου. Ισχυρίζονται ότι η σημερινή αξία του ακινήτου ξεπερνά τις €450,000 και ότι έχουν ήδη υποβληθεί σε περαιτέρω επενδύσεις και έξοδα επί της κατοικίας. Ισχυρίζεται εν τέλει ότι είναι αξιόχρεοι, είναι κάτοχοι περιουσιακών στοιχείων και ότι η επίδικη ακίνητη περιουσία στην Κύπρο αποτελεί την μόνιμη κατοικία τους στην οποία διαμένουν ως οικογένεια το μεγαλύτερο διάστημα του έτους. Την εγκαταλείπουν μόνο όταν η επαγγελματική και επιχειρηματική τους δραστηριότητα τους αναγκάζει να μεταβαίνουν στο εξωτερικό. Δηλώνουν περαιτέρω ότι έχουν δική τους εταιρεία στην Κύπρο και είναι μέτοχοι και διευθυντές σ' αυτή. Διαθέτουν λογαριασμούς καταθέσεων σε κυπριακή τράπεζα επ' ονόματι τους και επ' ονόματι της εταιρείας τους και μπορούν να αντεπεξέλθουν σε οποιοδήποτε ποσό επιδικασθεί εις βάρος τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών έχουν αναπτύξει με τις γραπτές τους αγορεύσεις, τη νομική πτυχή του θέματος και επιχειρηματολόγησαν εκτενώς για την εφαρμογή ή όχι των προϋποθέσεων του επίδικου Κανονισμού επί της συγκεκριμένης υπόθεσης, παραπέμποντας σε νομολογία. Έχω, με ιδιαίτερη προσοχή, μελετήσει και εξετάσει τις θέσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Σημειώνονται τα εξής: Η αίτηση βασίζεται στη Δ.60 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία όπως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα εξής: «A plaintiff (and, in respect of a counter-claim which is not merely in the nature of a set-off, a defendant) ordinarily resident out of Cyprus may, at any stage of action, be ordered to give security for costs, though he may be temporarily resident in Cyprus. Νοείται ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων». Οι προϋποθέσεις που τίθενται για την ορθή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου όπως έχουν διαμορφωθεί από τη Νομολογία, συνοψίζονται στα πιο κάτω: "Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, με τη διαπίστωση ότι ο ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατεξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης (που δε μετακινείται εύκολα), στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσης του." (βλ. υπόθεση Stejaru v. Ιωάννου
(2002)1 (Β) 909). Η απλή βέβαια αναφορά για υποστήριξη τέτοιας αίτησης πως ο ενάγων δεν είναι κάτοικος Κύπρου χωρίς άλλο στοιχείο που να δείχνει ότι αν αυτός αποτύχει στην αγωγή του πιθανό να μην αποζημιωθεί ο εναγόμενος για τη δικαστική δαπάνη που υπέστη δεν είναι αρκετή (Avtar Singh v. Πλοίου Αlsalam Boccacio 98
(2000)1 A.A.Δ. 1818). Όπως προκύπτει η προϋπόθεση για άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που παρέχεται από τον πιο πάνω κανονισμό είναι η διαπίστωση ότι ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Για το θέμα τούτου οι απόψεις των συνηγόρων διίστανται. Οι συνηγόροι των εναγομένων υποδεικνύουν πως όπως ξεκάθαρα προκύπτει από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι ενάγοντες κατάγονται από το Καζακστάν. Υποδεικνύει δε πως η αναφορά της ενάγουσας 2 στην ένορκη της δήλωση ότι διαμένουν στην Κύπρο δεν έχει αποδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο και αντιπαραβάλλει σ' αυτό τον ισχυρισμό έτερο ισχυρισμό της ενάγουσας 2 στην ίδια ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρει πως έχουν ειδική άδεια να εισέρχονται στη Δημοκρατία ανά πάσα στιγμή. Από την αντίπερα όχθη η συνήγορος των εναγόντων υποδεικνύει ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι διαμένουν μόνιμα στην Κύπρο στην κατοικία την οποία αγόρασαν δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους. Σε σχέση με το ανωτέρω θέμα σημειώνονται τα εξής: Mε το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αναγράφεται στην όψη του ότι οι ενάγοντες είναι από το Καζακστάν. Στην έκθεση απαιτήσεως στην παράγραφο 1 οι ενάγοντες περιγράφονται ως καταγόμενοι από το Καζακστάν αλλά ως διαμένοντες νόμιμα και μόνιμα στην Κύπρο. Οι εναγόμενοι με την έκθεση υπεράσπισης τους αγνοούν και συνεπώς αρνούνται τον ισχυρισμό αυτό. Με την ένορκο της δήλωση η ενάγουσα 2 επαναλαμβάνει ότι είναι νόμιμοι και μόνιμοι κάτοικοι Κύπρου με τον σύζυγο της και διαμένουν στην οικία την οποία αγόρασαν από τους εναγομένους. Ο ανωτέρω ισχυρισμός της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση δεν έτυχε αμφισβήτησης από τους εναγομένους - αιτητές. Μπορεί σε άλλο σημείο της ενόρκου δηλώσεως της να αναφέρει ότι ενόψει της επιχειρηματικής της δραστηριότητας έχει μόνιμη άδεια για είσοδο στην Κύπρο όμως αυτό δεν υπονοεί ότι είναι κάτοικος εξωτερικού, όπως αναφέρει ο κ. Καραπατάκης. Υποδηλώνει ότι υπάρχει αναγκαιότητα αυτής της άδειας δεδομένου ότι δεν είναι υπήκοοι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτή δε, η φράση δεν είναι ασύνδετη με προηγούμενες αναφορές της και θα πρέπει να διαβάζεται με ό,σα η ενάγουσα 2 αναφέρει για το θέμα τούτο. Ότι δηλαδή «Η ως άνω επίδικη ακίνητη περιουσία στην Κύπρο αποτελεί την μόνιμη κατοικία μας, στην οποία διαμένουμε ως οικογένεια το μεγαλύτερο διάστημα του έτους, την οποία διατηρούμε πλήρως οργανωμένη και εξοπλισμένη για το σκοπό αυτό και από την οποία λείπουμε μόνο όταν η επαγγλεματική και επιχειρηματική δραστηριότητα μας αναγκάζει να πηγαινοερχόμαστε στο εξωτερικό. Περαιτέρω είμαστε επιχειρηματίες και οι δύο και κάτω υπό αυτό το επιχειρηματικό καθεστώς έχουμε ειδική άδεια να εισερχόμαστε στη Δημοκρατία ανά πάσα στιγμή.» Σημειώνεται επίσης πως οι ενάγοντες με την έκθεση απαιτήσεως τους ισχυρίζονται ότι έχουν προβεί σε περίφραξη της οικίας τους. Οι εναγόμενοι με την έκθεση υπεράσπισης διατείνονται ότι οι ενάγοντες έχουν προβεί σε διάφορες εργασίες εκσκαφής και αλλοίωση του χώρου κατά τρόπο ώστε να επέμβουν στο χώρο πρασίνου γι' αυτό καθυστερεί η έκδοση ξεχωριστών τίτλων . Οι αναφορές αυτές για εργασίες που εκτελούνται στην οικία καταδεικνύουν χρήση της από τους ενάγοντες και ενισχύουν περαιτέρω την εκδοχή τους για διαμονή τους στην Κύπρο. Συνεπώς κρίνεται ότι οι ενάγοντες δεν διαμένουν συνήθως εκτός Κύπρου ώστε να τίθεται το θεμέλιο για άσκηση της δικαιοδοσίας δυνάμει της Δ.60, θ.1. Παρά την ανωτέρω κατάληξη και για την περίπτωση που το εύρημα αυτό είναι λανθασμένο θα πρέπει να υπομνησθεί ότι το γεγονός και μόνο ότι ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού δεν δικαιολογεί αυτόματα την έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων. Το θέμα ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όπως υποδηλώνει ο όρος «δύναται» που απαντάται στο πλαίσιο της Δ.60, θ.1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την αγγλική πρακτική όπως συνοψίζεται στους Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol. 37, pp. 384-385 (βλ. Alamari v. Alia, the Royal Jordanian Airline, Πολ. Έφεση 6766, ημερομηνίας 7.6.90, Hesham Enterprises v. The Ship "Ramil" and others
(1978)1 C.L.R. 195). Είναι παραδεκτό ότι οι ενάγοντες από τον Μάϊο του 2005 έλαβαν κατοχή της οικίας δηλαδή, ακίνητης ιδιοκτησίας. Το γεγονός τούτο όχι μόνο δεν έχει αμφισβητηθεί αλλά στην έκθεση υπεράσπισης αναφέρεται ότι έχει υπογραφεί έγγραφο παράδοσης της κατοικίας. Υποδεικνύεται βέβαια από τον συνήγορο των εναγομένων ότι η κατοχή δεν σημαίνει και ιδιοκτησία της ακίνητης περιουσίας η οποία να είναι δεκτική εκτέλεσης. Παρατηρείται σε σχέση με το θέμα τούτο ότι η περιουσία αυτή είναι αντικείμενο της αγωγής. Οι ενάγοντες επιζητούν μεταβίβαση της ιδιοκτησίας επ' ονόματι τους διεκδικούντες ειδική εκτέλεση της συμφωνίας την οποία έχουν καταθέσει στο Κτηματολόγιο. Οι εναγόμενοι δεν παρουσιάζονται να αρνούνται την υποχρέωση μεταβίβασης της οικίας επ' ονόματι των εναγόντων ή το δικαίωμα τους να εγγραφούν ιδιοκτήτες αυτής. Συνεπώς ο όρος κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας αποκτά με την ανωτέρω αναφορά περισσότερη βεβαιότητα επί ιδιοκτησίας και μόνιμης κατοχής ακίνητης περιουσίας. Τα ανωτέρω δε στοιχεία συγκλίνουν υπέρ της άποψης ότι οι ενάγοντες μπορούν να επικαλεσθούν ότι έχουν καλή υπόθεση. Πέραν τούτου αξίζει να τονισθεί πως όπως η νομολογία καθιερώνει η εξουσία που απονέμεται στο Δικαστήριο με τη Δ.60 θ.1 δεν είναι δέσμιας αλλά διακριτικής φύσεως. Η διακριτική εξουσία ασκείται από το Δικαστήριο δικαστικά ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Sally Line Ltd v. Greenman Navigation Ltd
(1993)1 A.A.D. 633, Standard Fruit Company (Bermuda) Ltd κ.ά. ν. Gold Seal Shipping Co. Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 121). Στην τελευταία απόφαση προστέθηκε επίσης η πιο κάτω αναφορά: "Είναι γεγονός ότι στο παρελθόν η συνήθης πρακτική ήταν να εκδίδεται διαταγή ασφάλειας εξόδων όταν ο ενάγων ήταν κάτοικος εξωτερικού. Η άκαμπτος αυτή πρακτική, όμως, δεν είναι σύμφωνη, ούτε με το γράμμα, ούτε με το πνεύμα του Κανονισμού.» Στην κρινόμενη περίσταση οι περιστάσεις που την διέπουν είναι τέτοιες που η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δεν πρέπει να ασκηθεί υπέρ των αιτητών. Πέραν των ανωτέρω γεγονότων και του δικαιώματος των εναγομένων να εγγραφούν ιδιοκτήτες της επίδικης κατοικίας οι τελευταίοι έχουν ήδη καταβάλει ποσό €375,892,31.- το οποίο αντιστοιχεί στο τίμημα αγοράς. Έχουν δηλαδή εξοφλήσει την αξία της επίδικης περιουσίας. Το γεγονός αυτό και πάλι είναι παραδεκτό από τους εναγόμενους. Γι' αυτό κρίνεται ότι οι εναγόμενοι δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των εναγόντων οι οποίοι θα πρέπει να υποχρεωθούν να παράσχουν ασφάλεια για τα έξοδα αφού όλες οι περιστάσεις υποδεικνύουν ότι οι εναγόμενοι είναι εξασφαλισμένοι. Η υπόδειξη της κας Στίγγα ότι ακόμη και αν αποτύχουν οι ενάγοντες στην αξίωση τους και δεν εγγραφεί επ' ονόματι τους η ακίνητη περιουσία οι εναγόμενοι έχουν στα χέρια τους όλο το τίμημα αγοράς από το οποίο μπορούν να κρατήσουν τα έξοδα τα οποία τυχόν θα τους επιδικαστούν, είναι ορθή. Συνακόλουθα, έχοντας υπόψη όλα ό,σα ανωτέρω έχουν εκτεθεί, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ'ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil/Other actions/Ιnterim) (Aναφορά: Αίτηση για ασφάλεια εξόδων) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο