← Κύπρος

ZANKULIYEVA AIGUL AMANZHOLOVNA κ.α. ν. TEDCOM FINANCE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2068/2010, 10 Μαρτίου, 2011

ZANKULIYEVA AIGUL AMANZHOLOVNA κ.α. ν. TEDCOM FINANCE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2068/2010, 10 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Τ. Ψαρά - Mιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2068/2010 Μεταξύ:

  1. ZANKULIYEVA AIGUL AMANZHOLOVNA, εκ Καζακστάν
  2. MED CONSULTING LIMITED, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων, Φ/δι ICAZA CONZALEZ, RUIZ 7 ALEMAN (BVI) TRUST LIMITED, Vanterpool Plaza, 2nd floor, Wickhams CAY 1, Road Town, Tortola, η οποία ενάγει προσωπικά και/ή εκ μέρους των άλλων μετόχων των εναγομένων Αρ. 1 και/ή Αρ. 2 και/ή των εναγομένων Αρ. 3, εκτός αυτών που είναι εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή. Εναγόντων και
  3. TEDCOM FINANCE LIMITED, εκ Σεϋχελλών
  4. LUX INVESTING LIMITED, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων μέσω του Διευθυντή αυτής STARPORT TRUSTEES LTD
  5. USAREL INVESTMENTS LIMITED, εκ Λεμεσού
  6. WHITE SEA COMPLEX BV, εξ Ολλανδίας, φ/δι Dr. Hub Van Doorneveg
  7. NORTHERN OPERATIONS NV, από Ολλανδικές Αντίλλες
  8. DIRECT LOGISTIC SOLUTIONS LIMITED, εκ Σεϋχελλών, φ/δι INTERSHORE CONSULT (PTY) LTD
  9. MUKHTAR ABLYZOV, εκ Καζακστάν και τώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο
  10. VETABET HOLDINGS LIMITED, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων
  11. MAXIM POUCHLIKOV, Ρωσίας
  12. ΠΑΥΛΟΣ ΚΥΘΡΕΩΤΗΣ, εκ Λεμεσού
  13. JASON CHRISTIAN, εκ Λεμεσού
  14. STARPORT NOMINEES LTD, εκ Λεμεσού Εναγομένων Αίτηση ημερ. 16.4.2010 Ημερομηνία: 10 Μαρτίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές- Ενάγοντες: κ. Πίττας Για Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση 2, 3, 10 και 12: κ. Βελάρης μετά της κας Κονναρή Για συγκατιθέμενους - καθ'ων η αίτηση - εναγόμενους 8 και 9: κος Παντελή Για καθ' ου η αίτηση - εναγόμενον 11: κα Μ. Καννάβα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα υπό εκδίκαση αίτηση στηρίζεται κυρίως στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου καθώς και στις αρχές που σχετίζονται με διατάγματα τύπο Norwich Pharmacal. Οι αιτούμενες θεραπείες ανάλογα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αίτημα διορισμού «ενδιάμεσου παραλήπτη και/ή διευθυντή (interim receiver σε manager)» της περιουσίας της Εναγομένης 1 ως περιγράφεται σε συγκεκριμένο πίνακα και αφορά το 100% μετοχικού κεφαλαίου δύο εναγομένων εταιρειών, της Εναγόμενης 4 και της Εναγόμενης 5 όπως επίσης και τεσσάρων άλλων ρωσικών εταιρειών. Στη συνέχεια του παρακλητικού της Αίτησης, προσδιορίζονται συγκεκριμένες εξουσίες του Παραλήπτη (βλ. Α(i)-(v)), και ειδικά εναντίον των εναγομένων 10, 11 και
  15. Συνεπακόλουθα, ζητείται διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 3, όπως επιτρέψει πλήρη πρόσβαση του Παραλήπτη στα βιβλία της ιδίας και των θυγατρικών της εταιρειών (βλ. Β). Η δεύτερη κατηγορία επιδιώκει θεραπείες για αποκαλύψεις στα βιβλία και έγγραφα της ίδιας της Εναγομένης 3 και θυγατρικών της εταιρειών, αιτούμενες διαταγές ένορκης αποκάλυψης και επιθεώρησης εναντίον των Εναγομένων 10, 11 και 12 ώστε να αναφερθούν τραπεζικοί λογαριασμοί, στοιχεία και συμφωνίες που αφορούν τους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5 ως εξειδικεύονται στο Παρακλητικό Γ (I, II και III). Ομοίως επιζητούνται στοιχεία, ονόματα εταιρειών (Κυπριακών και/ή αλλοδαπών) που ήταν και συνεχίζουν να είναι υπό τον έλεγχο του Εναγόμενου 7 για τη διαχείριση των εταιρικών τους θεμάτων (Παρακλητικό Γ IV). Παρεπόμενες θεραπείες ζητούνται με το λοιπό μέρος του Παρακλητικού Γ και διατάγματα επιθεώρησης των πιο πάνω με το Παρακλητικό Δ. Η Αίτηση στρέφεται και έχει επιδοθεί εναντίον των Εναγομένων 2, 3, 10, 11 και 12 οι οποίοι και καταχώρησαν ένσταση. Η παρούσα Αίτηση στηρίζεται κυρίως στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 με εξουσιοδότηση και από την Ενάγουσα
  16. Το πολυπρόσωπο της αγωγής αυτής και εν μέρει της Αίτησης, οδηγεί στην αναγκαιότητα, πρώτα απ' όλα, να τεθεί η θέση των αιτητών για το status των διαδίκων πρώτα σε σχέση με την όλη αγωγή και σε δεύτερο επίπεδο με την Αίτηση. Κατά παράλληλο τρόπο θα δίνεται και το υπόβαθρο του αγωγίμου δικαιώματος των Εναγόντων ως παρατίθεται στην ενώπιον μου γραπτή μαρτυρία. Α. Θέση των Αιτητών-Εναγουσών Διάδικοι Η Ενάγουσα 1 είναι πολίτης του Καζακστάν και η Ενάγουσα 2 είναι εταιρεία συσταθείσα στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους και το 100% μετοχικό της κεφάλαιο ανήκει στην Ενάγουσα
  17. Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως συσταθείσα στις Σεϋχέλλες, η Εναγόμενη 2 συσταθείσα παρομοίως στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους, η Εναγόμενη 3 είναι κυπριακή εταιρεία, η Εναγόμενη 4 ολλανδική εταιρεία. Η Εναγόμενη 5 είναι εταιρεία συσταθείσα στις Σεϋχέλλες. Το 100% μετοχικό κεφάλαιο της Εναγομένης 6 ανήκει και ελέγχεται από τον Εναγόμενο
  18. Ο Εναγόμενος 7 είναι πολίτης του Καζακστάν, ο οποίος ήταν πρόεδρος και ο κύριος μέτοχος της Τράπεζας του Καζακστάν BTA Bank. Διαμένει τώρα στην Αγγλία και αντιμετωπίζει ποινικές διαδικασίες στο Καζακστάν για ισχυριζόμενες απάτες που διαπράχθηκαν εναντίον της BTA Bank, ως επίσης και πολυάριθμες Αγγλικές διαδικασίες που καταχωρήθηκαν από την BTA Bank για την ανάκτηση των κεφαλαίων, τα οποία ως ισχυρίζεται καταχράστηκε μεταξύ άλλων ο Εναγόμενος 7, μέσω της χρήσης των ισχυριζόμενων δολίων δανείων και πολυάριθμων υπεράκτιων εταιρειών που ανήκαν και/ή ελέγχονταν από αυτόν. Υπάρχει ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 7 έχει καταχρασθεί το ποσό των USD8-10 δισεκατομμυρίων περίπου. Ο Εναγόμενος 7 απέρριψε ότι έχει ενεργήσει με οιονδήποτε τρόπο παράνομα ή δόλια και ισχυρίζεται ότι υπάρχουν πολιτικά κίνητρα πίσω από τον διωγμό του γιατί είναι πολιτικός αντίπαλος του Προέδρου του Καζακστάν. Η Εναγόμενη 8, είναι εταιρεία συσταθείσα στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους και το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της ανήκει και ελέγχεται από τον Εναγόμενο
  19. Ο Εναγόμενος 9 είναι Ρώσος πολίτης, ο οποίος, μαζί με την Ενάγουσα και τον Εναγόμενο 7, είναι οι τρεις συνέταιροι της κοινοπραξίας, η οποία ιδρύθηκε και διενεργείτο μέσω της Εναγόμενης 3 και των θυγατρικών της για την απόκτηση, διαχείριση και λειτουργία του Έργου Vitino (Vitino Project). Οι Εναγόμενοι 10 και 11 διαμένουν στην Λεμεσό και παρέχουν υπηρεσίες διαχείρισης σε, μεταξύ άλλων, τις Εναγόμενες 2 και 3 μέσω των εταιρειών υπηρεσιών και προσωπικά. Η Εναγόμενη 12 είναι κυπριακή εταιρεία και ελέγχεται από τον Εναγόμενο
  20. Ο Εναγόμενος 10 ενεργούσε ως διευθυντής της Εναγομένης
  21. Ο Εναγόμενος 11 είναι διευθυντής της Εναγόμενης
  22. Ο Εναγόμενος 10 ήταν ο μοναδικός διευθυντής της Εναγομένης 3 μέχρι τον Φεβρουάριο 2010 και αργότερα αντικαταστάθηκε από την Εναγόμενη
  23. Η Ενάγουσα 1 για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν ανώτερη αξιωματούχος της τράπεζας BTA Bank του Καζακστάν στενά συνεργαζόμενη κυρίως με τον Tatyshev, πρόεδρο της τράπεζας. Κατά τα έτη 1997-1998 η τράπεζα ιδιωτικοποιήθηκε από ομάδα επενδυτών μεταξύ των οποίων ο Εναγόμενος 7 και ο Tatyshev. Μετά το θάνατο του τελευταίου και περί το έτος 2005, ο Εναγόμενος 7 διορίστηκε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας μέχρι το Φεβρουάριο του
  24. Η Ενάγουσα 1 στη συνέχεια της ένορκης τοποθέτησης της αφήνει να φανούν ανησυχίες και υποψίες για τη διοίκηση του Εναγόμενου 7 καθώς και «τον εξαναγκασμό» της Επιτροπής Πιστώσεων στην οποία μετείχε, να αποδειχθεί επενδύσεις στις οποίες αρχικά δεν είχαν συμφωνήσει. Είναι η παραπέρα θέση της ότι στην προβαλλόμενη πρόθεση παραίτησης της, ο Εναγόμενος 7 αντέδρασε και αντιπρότεινε μέσω προσώπου της εμπιστοσύνης της τη δημιουργία επενδυτικής εταιρείας και κοινής εταιρείας με τρεις συνεταίρους, μεταξύ των οποίων των ίδια και τον Εναγόμενο
  25. Με την αποδοχή της Ενάγουσας συνέστησαν την Εταιρεία (σε αρχικά) BTAC της οποίας η Ενάγουσα 1 είναι ακόμη Πρόεδρος. Μέτοχοι της BTAC ήσαν δύο εταιρείες, η μία ελέγχεται από τον Εναγόμενο 7 (έχοντας το 51% της BTAC) και η άλλη (με 49% του κεφαλαίου της BTAC, εκ των μετόχων της οποίας κατά 1/3 είναι η Ενάγουσα. Μετά τη σύσταση της BTAC συνομολογήθηκε μία σύμβαση μεταξύ της BTAC και BTA Bank η οποία επέτρεπε στην πρώτη να εκμεταλλεύεται το εμπορικό σήμα της δεύτερης για συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Περαιτέρω, τα γραφεία της BTAC και της BTA Bank στη Μόσχα στεγάζονταν στο ίδιο κτίριο. Παρά την ανησυχία της Ενάγουσας για το δεοντολογικό της ενέργειας της, αποδέχθηκε εισήγηση του Εναγόμενου 7 να παραμείνει και στη θέση της στην BTA Bank. Στη συνέχεια (παράγρ. 33 κ.ε.) γίνεται αναφορά σε έργα που ανελάμβανε η BTAC μέσω κυρίως χρηματοδότησης της BTA Bank ή μέσω θυγατρικής της τράπεζας εταιρείας. Το 2006 στα επαγγελματικά της πλαίσια, η Ενάγουσα 1 συνάντησε τον Εναγόμενο 9 που ασχολείτο μέσω εταιρειών του με πετρελαιοκίνητη βιομηχανία και το 2007 την πληροφόρησε ότι ενδιαφερόταν για να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από την BTA Bank για το Vitino Project. Αμέσως ενημέρωσε τον Εναγόμενο 7 ο οποίος έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον το οποίο δεν περιοριζόταν σε απλή χρηματοδότηση του έργου από την BTA Bank. Σε συζήτηση που είχαν μεταξύ τους συμφώνησαν όπως αναλάβει προσωπικά την υπόθεση και ότι εάν υπήρχαν καλές προοπτικές θα μπορούσαν να εισηγηθούν στον Eναγόμενο 9 (Pukhlikov) τη δημιουργία κοινοπραξίας μεταξύ των τριών τους για εξαγορά του Vitino Project με χρηματοδότηση από την BTA Bank. Μετά από μελέτες τούτο κατέστη κατορθωτό, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια κοινοπραξία με συνέταιρους τα τρία άτομα ως εξής: - 12,75% η Ενάγουσα 1 έμμεσα ή άμεσα, - 37,25% ο Εναγόμενος 7 και - 49% ο Εναγόμενος
  26. Οι όροι των ισχυριζόμενων συμφωνιών παρατίθονται στην παράγραφο
  27. Στο πλαίσιο της ανωτέρω συμφωνίας και της συνεννόησης μεταξύ των τριών συνεταίρων της κοινοπραξίας, εξασφάλισαν την υπογραφή μεταξύ της CISC (σε αρχικά) («Η Εταιρεία του κ. Pukhlikov») και της BTAC («η Εταιρεία του Εναγόμενου 7 και της Ενάγουσας) - μιας Συμφωνίας-Πλαίσιο (Framework Agreement), προκειμένου να ρυθμίζει διάφορα θέματα αναφορικά με την απόκτηση του Έργου Vitino (Vitino Project) από την κοινοπραξία (σχετικά είναι τα Τεκμήρια 1 και 1Α, Συμφωνία -Πλαίσιο (Framework Agreement). Προς εφαρμογή των όρων της Συμφωνίας-Πλαίσιο, οι τρεις συνεταίροι της κοινοπραξίας προχώρησαν στη σύσταση των νομικών οντοτήτων στο BVI και στις Σεϋχέλλες, μέσω των οποίων συμφώνησαν να κατέχουν και ελέγχουν τις μετοχές τους στην κοινοπραξία. Η ενάγουσα 1 ίδρυσε την Ενάγουσα 2 στα BVI μέσω ενός παροχέα υπηρεσιών στην Κύπρο και η διευθύντρια της είναι η κα Michalina Ζήνωνος, η οποία διαμένει στην Κύπρο. Ο κ. Pukhlikov σύστησε την Εναγόμενη 8 στο BVI και ως εμφαίνεται από τη Συμφωνία Μετόχων διευθυντής της Εναγόμενης 8 είναι ο κ. Χρυστόστομος Σοφοκλέους. Ο Εναγόμενος 7 σύστησε την Εναγόμενη 6, η οποία είναι εταιρεία από τις Σεϋχέλλες. Επίσης προχώρησαν να συστήσουν την Εναγόμενη 3 ως την εταιρεία κοινοπραξίας, μέσω της οποίας θα ανήκαν, θα διαχειρίζονταν και θα ελέγχονταν τα περιουσιακά στοιχεία της κοινοπραξίας. Στηριζόμενοι στην προσωπική σχέση και εμπιστοσύνη που υπήρχε μεταξύ τους, η Ενάγουσα 1 και ο Εναγόμενος 9 εμπιστεύθηκαν τον Εναγόμενο 7 να διορίσει τον παροχέα υπηρεσιών που θα μπορούσε να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της Εναγόμενης 3 - (την Εταιρεία Κοινοπραξίας) - εκ μέρους των τριών συνεταίρων. Τελικά ο Εναγόμενος 7 και οι συνεργάτες του διόρισαν τους Εναγόμενους 10, 11 και 12 να παρέχουν υπηρεσίες διευθυντών στις εταιρείες που συμφωνήθηκαν να συσταθούν για το έργο της κοινοπραξίας. Ο Εναγόμενος 7 επέμεινε να έχει μερίδιο ελέγχου στο έργο της κοινοπραξίας, γιατί, ως ισχυρίζετο, ήταν εκείνος που θα διευθετούσε τη χρηματοδότηση του έργου μέσω της BTA Bank. Ούτε η Ενάγουσα ούτε ο Εναγόμενος 9 αποδέχθηκαν την απαίτηση του Εναγόμενου 7, αλλά τελικά ο Εναγόμενος 7 ζήτησε όπως το μερίδιο της ενάγουσας και το μερίδιο του ιδίου στην Κοινοπραξία εγγραφεί και ελέγχεται μέσω μιας εταιρείας στην οποία πραγματικοί ιδιοκτήτες και τελικοί δικαιούχοι θα ήταν αυτοί. Για υλοποίηση του σκοπού αυτού και λόγω της στενής σχέσης της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο 7 εκείνο το χρόνο, συμφώνησαν τελικά για τη σύσταση της Εναγόμενης 1, προκειμένου να κατέχει για τους ιδίους το κοινό τους μερίδιο το κατά το 51% στην κοινοπραξία. Η συμφωνία και συνεννόηση με τον Εναγόμενο 7, ήταν ότι το όχημα της Εναγόμενης 1 επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί ως καταπιστευματοδόχος (trustee) και ονομαστικός μέτοχος (nominee) (με την ιδιότητα τους ως τελικών δικαιούχων) - να κατέχει τις κοινές τους μετοχές (joint shares) στην κοινοπραξία. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των διαφόρων συναντήσεων που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των τριών συνεταίρων, συμφώνησαν ότι ήταν για το συμφέρον όλων, να συστήσουν μια εταιρεία BVI η οποία θα έλεγχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κοινοπραξίας, ήτοι να συστήσουν την Εναγόμενη 2, η οποία θα έλεγχε για λογαριασμό τους το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κοινοπραξίας, ήτοι την Εναγόμενη 3, πράγμα που έγινε με την γενικότερη συνεννόηση ότι τα οχήματα της Εναγομένης 1 και 2 θα χρησιμοποιούντο για τη δομή του έργου Vitino και θα ενεργούσαν μόνο ως καταπιστευματοδόχοι (trustee) και ονομαστικοί μέτοχοι (nominee) για να κατέχουν από κοινού εκ μέρους των τριών, τις μετοχές τους στην κοινοπραξία-Εναγόμενη
  28. Η δομή αυτής της Κοινοπραξίας φαίνεται σε διάγραμμα - Τεκμήριο
  29. Μετά τις πιο πάνω συμφωνίες έγιναν περαιτέρω μελέτες για το έργο Vitino και η διαδικασία ολοκληρώθηκε υπό την εποπτεία της Ενάγουσας το Μάϊο
  30. Στα πλαίσια της ίδιας συνεργασίας έγινε και η συμφωνία μετόχων - Τεκμήριο 3, ημερομηνίας 7.6.2008 για την οποία έγινε πολύς λόγος στις αγορεύσεις των μερών. Δίδονται οι κύριοι όροι της συμφωνίας από την Ενάγουσα: · Ότι η Εναγόμενη 1 θα παρείχε χρηματοδότηση για την απόκτηση του Έργου Vitino (Vitino Project) μέσω της BTA Bank στο ποσό των $120 εκατομμυρίων και η Εναγόμενη 8 θα παρείχε χρηματοδότηση για το ποσό των $21 εκατομμυρίων, ως επίσης και θα οργάνωνε και επέβλεπε την καθημερινή διαχείριση της White Sea Terminal, εφαρμόζοντας τις γνώσεις και την εμπειρία της στον κλάδο των πετρελαιοειδών. · Τα μέρη συμφώνησαν ότι η Εναγόμενη 1 (το Όχημα από κοινού με την Ενάγουσα και του Εναγομένου 7) ως κατόχου του 51% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 θα πρότεινε και θα διόριζε τρεις διευθυντές και ο Εναγόμενος 8 (η εταιρεία του Εναγόμενου 9), δύο διευθυντές. · Δίδοντο με έμμεσο τρόπο δικαίωμα βέτο στους Εναγόμενους 8 και
  31. · Υπήρξε ρητή συμφωνία μεταξύ των τριών συνεταίρων της κοινοπραξίας ότι η Ενάγουσα (ως κάτοχος του 12,75%) θα έχει το δικαίωμα να κατονομάσει ένα από τους τρεις διευθυντές της Εναγόμενης 2, οι οποίοι θα προτείνονταν για διορισμό από την Εναγόμενη 1 σύμφωνα με τη Συμφωνία Μετόχων. Παρακάτω αναφέρονται τα κύρια σημεία της πορείας γεγονότων που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αίτησης: Σε συμμόρφωση με τις δεσμεύσεις και υποχρεώσεις των Μερών που περιέχονταν στη Συμφωνία Μετόχων, ο Εναγόμενος 7 προμήθευσε τη χρηματοδότηση του Έργου Vitino (Vitino Project) με τη χορήγηση των $120 εκατομμυρίων από την BTA Bank στην CHRYSOPA HOLDING BV («CHRYSOPA»), η οποία με τη σειρά της χορήγησε το εν λόγω ποσό ως δάνειο προς την Εναγόμενη
  32. Η CHRYSOPA είναι μια εταιρεία της Ολλανδίας η οποία ανήκει πλήρως και ελέγχεται από τον Εναγόμενο 7 και τους συνεργάτες του. Η δομή χρησιμοποίησης της οικονομικής εταιρείας CHRYSOPA προτάθηκε από τους νομικούς συμβούλους του Εναγομένου 7 και δεν είχε ποτέ συζητηθεί και συμφωνηθεί μεταξύ των λοιπών συνεταίρων. Στην πραγματικότητα ο Εναγόμενος 7 χειρίστηκε το ζήτημα αυτό αποκλειστικά μόνος του χωρίς την ανάμειξη των λοιπών. Μόλις τα κεφάλαια που εκπροσωπούσαν τη χρηματοδότηση που αναφέρεται στη Συμφωνία Μετόχων έφτασαν στην Εναγόμενη 3, η τελευταία προχώρησε στην απόκτηση όλου του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 4 και των θυγατρικών (affiliates) της (συμπεριλαμβανομένης της Εναγόμενης 5) - που ήταν οι κάτοχοι των περιουσιακών στοιχείων του Έργου Vitino (Vitino Project). Σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Μετόχων η Εναγόμενη 1 έπρεπε να παρέχει χρηματοδότηση στο ποσό των $120 εκατομμυρίων. Για το λόγο αυτό ο Εναγόμενος 7 χρησιμοποίησε την CHRYSOPA η οποία συνήψε συμφωνία δανείου με την BTA Bank. Την 1.8.2008 η BTA Bank, αφού έλαβε οδηγίες από την CHRYSOPA, μετέφερε $120 εκατομμύρια στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 3, η οποία αγόρασε το Έργο Vitino (Vitino Project) από την Nitek Holding BV του Άμστερνταμ, σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Μετόχων. Τα κέρδη του Έργου Vitino (Vitino Project) είχαν συσσωρευθεί στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης 5 σε ένα κράτος της Βαλτικής. Εκείνα τα κέρδη έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή του δανείου της CHRYSOPA προς την Εναγόμενη 3 και στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν από την CHRYSOPA και BTA Bank. Κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2008 τα κεφάλαια που δόθηκαν για αποπληρωμή του δανείου προς την Εναγόμενη 3 και τα οποία είχαν συσσωρευθεί στον λογαριασμό με τη Βαλτική τράπεζα ανέρχονταν περίπου στα $8 εκατομμύρια. Ωστόσο, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και για λόγους ασφάλειας τα ποσά μεταφέρθηκαν στην BTA Bank σε υποκατάστημα στη Μόσχα σε λογαριασμό των Εναγομένων 4 για 1-2 μήνες πριν από την ημερομηνία αποπληρωμής. Περί το τέλος του Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2009 η Ενάγουσα έδωσε οδηγίες για τη μεταφορά των κεφαλαίων στο λογαριασμό της Εναγομένης 5 στο Βαλτικό Κράτος. Ωστόσο, οι οδηγίες της αγνοήθηκαν γιατί ο Εναγόμενος 7 είχε δώσει οδηγίες στην BTA Bank της Μόσχας να μη μεταφέρει τα κεφάλαια αυτά. Ο Εναγόμενος 7 αρνήθηκε οποιαδήποτε αλλαγή. Τότε διατυπώθηκαν και κατηγορίες εναντίον της Ενάγουσας. Οπότε και τα ηνία οποιωνδήποτε οδηγιών έλαβαν ουσιαστικά οι νομικοί σύμβουλοι του Εναγόμενου
  33. Ακολούθως ο Εναγόμενος 7 έδωσε οδηγίες στους συνεργάτες του, συμπεριλαμβανομένου του Εναγόμενου 10, να δώσουν οδηγίες για την έκδοση πληρεξουσίων της Εναγόμενης 4 και της Εναγόμενης 5 με τα οποία διορίστηκε ο Alexander Udovenko, ο οποίος είναι νομικός σύμβουλος του Εναγομένου 7 και ένας από τους στενότερους του συνεργάτες, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους με εξουσία να διαχειρίζεται μεταξύ άλλων τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων 4 και
  34. Έκτοτε η Ενάγουσα δεν έμαθε, και ούτε μπορούσε να μάθει, τι απέγιναν τα εν λόγω κεφάλαια, αλλά είναι απόλυτα σίγουρη ότι κατόπιν οδηγιών του Εναγόμενου 7, έχουν μεταφερθεί σε εταιρείες που ελέγχονται από τον Εναγόμενο 7 και τους συνεργάτες του. Σύμφωνα με τη Συμφωνία Δανείου που εκτελέστηκε με την BTA Bank για τη χορήγηση του δανείου των $120 εκατομμυρίων, η USAREL θα έπρεπε να έχει ενεχυριάσει περιουσιακά στοιχεία υπέρ της BTA Bank ως εγγύηση για το δάνειο. Παρά το γεγονός ότι όλα τα έγγραφα για την εκτέλεση τέτοια ενέχυρου ετοιμάστηκαν και λήφθηκαν οι αναγκαίες αποφάσεις της USAREL, το Ενέχυρο δεν υπογράφηκε ποτέ λόγω των δόλιων και παράνομων ενεργειών και/ή παραλείψεων του Εναγόμενου 7 και των συνεργατών του, δηλαδή ο Εναγόμενος 7 χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση των συνεταίρων του, αποφάσισε μόνος του να μην υπογράψει το Ενέχυρο υπέρ της BTA Bank ως εγγύηση για το δάνειο ούτως ώστε να εξαπατήσει την BTA Bank και τους συνεταίρους του. Πιο συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 7, μέσω της CHRYSOPA, διευθέτησε την ετοιμασία και εκτέλεση μιας Συμφωνίας Δανείου με την Εναγόμενη 3 επιβάλλοντας στην Εναγομένη 3 περισσότερο επαχθείς όρους και προϋποθέσεις για το δάνειο, από τους όρους και τις προϋποθέσεις που επιβλήθηκαν από την BTA Bank προς την CHRYSOPA. Τον Φεβρουάριο 2009 η BTA Bank κρατικοποιήθηκε, ο Εναγόμενος 7 απολύθηκε από τη θέση του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της BTA Bank και ποινικές διαδικασίες κινήθηκαν εναντίον του. Προκειμένου να αποφύγει τα ως άνω, ο Εναγόμενος 7 κατέφυγε στο Λονδίνο. Ως πρώην υπάλληλος της Τράπεζας, γνωστοποιήθηκε στην Ενάγουσα ότι έπρεπε να επιστρέψει από τη Μόσχα στο Καζακστάν, προκειμένου να ανακριθεί από τις αρχές όσον αφορούσε τη σχέση της με τον Εναγόμενο
  35. Ανακρίθηκε, έδωσε κατάθεση και κρατήθηκε δέκα μέρες στη φυλακή. Μετά την απελευθέρωση της από τη φυλακή περιορίστηκε στην οικία της οικογένειας της. Έπειτα, καθώς η παρουσία της στη Ρωσία ήταν αναγκαία για το συμφέρον της BTA Bank σχετικά με διάφορα έργα, της επιτράπηκε να ταξιδεύει συνοδευόμενη από ένα εκπρόσωπο των αρχών. Λόγω της συνεργασίας της για δέκα μήνες, οι αρχές αποφάσισαν να τερματίσουν τις ποινικές κατηγορίες εναντίον της. Ενημέρωσε δε σχετικά μ' όλα τα πιο πάνω τις αρχές του Καζακστάν, ειδικά για την απάτη του Εναγόμενου 7 ως προς το έργο Vitino. Επιπρόσθετα η BTA Bank προσέφυγε στο αγγλικό Δικαστήριο για την υπόθεση αυτή, εναντίον του Εναγόμενου 7, της CHRYSOPA, της Εναγόμενης 2 και Εναγόμενης 3 (μεταξύ άλλων), ισχυριζόμενη τα ακόλουθα: - Ο Εναγόμενος 7, ο πρώην πρόεδρος της BTA Bank, ήταν σε παράβαση των καθηκόντων του στην BTA Bank προκαλώντας την BTA Bank να συνέχει συμφωνία δανείου με την CHRYSOPA και να δανείσει στην CHRYSOPA $120 εκατομμύρια. - Η CHRYSOPA τότε χρησιμοποίησε τα $120 εκατομμύρια και περαιτέρω $5.998.906 τα οποία παραχωρήθηκαν από την Εναγόμενη 8 για την αγορά της Εναγόμενης 4 και των θυγατρικών της από την Εναγόμενη
  36. - Η BTA Bank αξιώνει, μεταξύ άλλων, αποζημίωση από τον Εναγόμενο 7 για την παράβαση των καθηκόντων του, παράδοση όλων των περιουσιακών στοιχείων στα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί όλα ή μέρος των χρημάτων μαζί με τα κέρδη και τις ζημιές και αποζημίωση από τις Εναγόμενες 2 και 3 για ανέντιμη βοήθεια. Να σημειωθεί ότι στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο της αγωγής που καταχωρήθηκε στην Αγγλία από την BTA Bank ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο του διατάγματος (freezing injunction) που εκδόθηκε και ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης της BTA για την έκδοση του διατάγματος (the freezing injunction). Η Ενάγουσα ανησυχεί για τις Αγγλικές διαδικασίες και τη θεραπεία που ζητείται, γιατί δεν είχε ποτέ εμπλακεί ε καμία ψευδή ή παράνομη ενέργεια κατά της BTA Bank και το μερίδιο της του 12,75% στην κοινοπραξία, που διενεργείτο από τους τρεις συνεταίρους μέσω της Εναγόμενης 3, αποκτήθηκε από την ίδια ως αποτέλεσμα και ως αντάλλαγμα της συνεισφοράς της και των υπηρεσιών της που παρείχε στους δύο συνεταίρους και στην κοινοπραξία για την επιτυχή απόκτηση του Έργου Vitino στις καλύτερες τιμές και όρους. Η ίδια δεν γνώριζε αλλά ούτε και υποπτεύθηκε ότι ο Εναγόμενος 7 δεν τήρησε τις κατάλληλες διαδικασίες για τη χορήγηση των πιο πάνω δανείων. Ούτε και γνώριζε ότι η Usarel (Εναγόμενη 3) δεν ενεχυρίασε τα περιουσιακά της στοιχεία ως εγγύηση για το δάνειο. Το έτος 2007 ο Εναγόμενος 9 αγόρασε το έργο Vitino. Η Κοινοπραξία δημιουργήθηκε από την ανάμειξη και συμβολή της Ενάγουσας, όπως ισχυρίζεται η τελευταία, γι' αυτό και της δόθηκαν 12,75% των μετοχών στην κοινοπραξία. Η ίδια δεν γνώριζε τις δόλιες ενέργειες του Εναγόμενου 7 και των συνεργατών του με αποτέλεσμα εκ της Εναγομένης 3 να απωλεσθούν $20 εκατομμύρια. Ο Εναγόμενος 7 στη συνέχεια χρησιμοποίησε ως οχήματα τις Εναγομένες 1-3, 5, 10, 11 και 12 εν αγνοία της Ενάγουσας αλλά και του Εναγομένου 9 με αποτέλεσμα πιο να μην έχουν πρόσβαση στην Κοινοπραξία και έθεσε και θέτει σε κίνδυνο την κοινοπραξία παραβιάζοντας όλες τις μεταξύ τους συμφωνίες. Είναι δε η θέση της ότι η συνεχιζόμενη διαφωνία με την BTA Bank και οι διαδικασίες που αντιμετωπίζει θα καταστρέψει την Κοινοπραξία. Στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης της η Ενάγουσα θέτει τη συνολική της προσέγγιση για το βάσιμο τόσο της παραγωγής και προσωπικής αγωγής όσο και ειδικά της αναγκαιότητας έκδοσης των δύο κατηγοριών διαταγμάτων που εξηγήθηκαν πιο πάνω (παράγρ. 67-70). Β. Η Ένορκη Δήλωση του James Calverley προς υποστήριξη της Αίτησης των Εναγόντων, ημερ. 16.4.2010 Πολύς λόγος έγινε για τη δυνατότητα του δικαιώματος των Εναγομένων 8 και 9 να προβούν στη καταχώρηση της πιο πάνω δήλωσης του κ. Calverley, ενός εκ των δικηγόρων των Εναγομένων 8 και 9 για τη διαδικασία που έχει εγερθεί στην Αγγλία, όπως πιο πάνω έχει λεχθεί. Το ερώτημα που τίθεται είναι ποια είναι η πραγματική και νομική εμβέλεια της πιο πάνω ένορκης δήλωσης. Το θέμα δεν είχε ποτέ τεθεί ευθέως για δικαστική κρίση παρά το ότι οι Εναγόμενοι 8 και 9 μέσω του δικηγόρου τους είχαν ζητήσει άδεια να καταχωρήσουν ένορκη δήλωση «προς στήριξη της Αίτησης των Εναγουσών». Το θέμα εγέρθει μόνον κατά την έναρξη της ακρόασης της αίτησης καθώς και της αίτησης και πάλι εκ μέρους του κ. Παντελή συνηγόρου των Εναγομένων 8 και 9 με την οποία ζητείτο άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (σχετική είναι η Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 20.2.2011). Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η ιδιότητα των Εναγομένων 8 και 9 ακριβώς ως εναγομένων. Η απλή ιδιότητα των Εναγομένων - χωρίς υποβολή ανταπαίτησης ή έστω άλλης συναφής διαδικασίας - δεν θα τους έδινε το δικαίωμα να καταχωρήσουν τέτοια αίτηση ως η παρούσα (βλ. το λεκτικό του άρθρου 32 όπου ομιλεί βεβαίως για διάδικους μετά την σχετική τροποποίηση αντί για «ενάγων», όπως ήταν πρώτα. Ωστόσο, κατά την κρίση μου η έγερση απαίτησης - ανταπαίτησης λειτουργεί ως προαπαιτούμενο για τον εναγόμενον να ζητά συντηρητικό διάταγμα). Η ένορκη δήλωση του James Calveley δεν έχει άλλη σημασία για το Δικαστήριο εκτός της καταγραφής - για ό,τι αξίζει - της θέσης δύο διαδίκων, ότι συμφωνούν με τα μέτρα που ο κ. Πίττας ζητεί. Εξ άλλου θα ήταν ανακόλουθο να ζητήσω στήριξη σε πραγματικό ή νόμικο επίπεδο στην ένορκη δήλωση του James Calveley η οποία έπεται της καταχώρησης της ένστασης. Όπως πολύ σωστά αναφέρει ο κ. Πίττας στην αγόρευση του οι Εναγόμενοι 8 και 9 μπορούν να θεωρηθούν ως «Συγκατεθειμένοι Καθ' ων η Αίτηση». Και ως έτσι αντιμετωπίζονται από το Δικαστήριο. Γ. Η Ένσταση των Εναγομένων 2, 3, 10, 11 και 12 Οι Εναγόμενοι αρνούνται την ύπαρξη των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές δεν αποτείνονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αποκρύβοντας απ' αυτό ουσιώδη στοιχεία αλλά και μη δίδοντας τη δέουσα προσοχή σε γεγονότα τα οποία παρουσιάζονται σωρηδόν και με πλατειασμούς στην ένορκη δήλωση τους χωρίς επεξήγηση. Η κα Χριστοφόρου η οποία είναι η ενόρκως δηλούσα επί της ένστασης δικηγόρος συνεργαζόμενη με τους Εναγόμενους 12 και αντιπροσωπεύοντας και τους λοιπούς Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση αναφέρει αρχικά την ιδιότητα και την κατάσταση των διαφόρων διαδίκων, κατάσταση η οποία, σχηματικά τουλάχιστον, δεν διαφέρει σημαντικά με την αντίστοιχη στην οποία προβαίνει η πλευρά των αιτητών. Ομοίως γίνεται αναφορά στην αγωγή ενώπιον του Ανωτέρου Δικαστηρίου του Λονδίνου εκ μέρους της εν λόγω τράπεζας και τη σχέση των παρόντων διαδίκων με την αγγλική διαδικασία. Γίνεται ιδιαίτερη μνεία στον Εναγόμενο 9 και τον τρόπο δράσης του σε σχέση με το λιμάνι στο Vitino καθώς και στην συνεργασία του με την Ενάγουσα
  37. Ιδιαίτερα γίνεται αναφορά στις βάσιμες υπερασπίσεις που οι παρόντες Εναγόμενοι έχουν και ότι οι πληροφορίες που δίδονται εκ μέρους της Ενάγουσας 1 δίδονται εντέχνως και με απώτερο σκοπό ώστε να χαλκευθεί υλικό το οποίο στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί σε διαδικασίες που εκκρεμούν εναντίον του Εναγομένου 7 σε άλλες χώρες. Ειδικά επισημαίνεται ότι η κινητήρια δύναμη πίσω από τις διαδικασίες ειδικά τις αγγλικές είναι η Κυβέρνηση του Καζακστάν. Γίνονται επιπλέον αναφορές σε κατ' ισχυρισμό αντιφατικές θέσεις της Αιτήτριας στην στηρικτική ένορκη της δήλωση όπως το δυσνόητο της συνύπαρξης καχυποψίας εκ μέρους της για τον Εναγόμενο 7 και της παράλληλης συνεργασίας με αυτόν, της διάχυτης προσπάθειας της να δημιουργηθεί κακή εικόνα για τον τελευταίο όπως και η παράθεση εν γένει άσχετων ισχυρισμών ώστε να προκληθεί η σύγχυση και εντυπωσιασμός ενώ στην πραγματικότητα δεν τίθονται τα αναγκαία στοιχεία για την ύπαρξη των προϋποθέσεων του νόμου. Στα πλαίσια δε της υποχρέωσης της Αιτήτριας για παράθεση των σχετικών γεγονότων επισημαίνεται ότι υπήρξε παράλειψη της να αναφέρει διαδικασίες που ο Εναγόμενος 9 κατεχώρησε στα Δικαστήρια με παρόμοιες με την παρούσα θεραπείες οι οποίες διαδικασίες και απέτυχαν εν τέλει (βλ. ειδικά παράγρ. 29). Η ουσιαστική θέση της πλευράς των ενιστάμενων Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι ουδέποτε υπήρξε κοινοπραξία μεταξύ των Εναγουσών ή οποιασδήποτε απ' αυτές ή η συμφωνία με τους Εναγομένους για κοινοπραξία αναφορικά με την Εναγόμενη 3 ή οποιαδήποτε θυγατρική της εταιρεία. Τίποτα από την μαρτυρία δεν τεκμηριώνει τη θέση αυτή. Η οποιαδήποτε κοινοπραξία ή συνεταιρισμός αναφορικά με την Usarel (Εναγόμενη 3) και κατ' επέκταση το λιμάνι και τις θυγατρικές της εταιρείες, έγινε μεταξύ των Εναγομένων 7 και 9 και οι συμβατικές τους σχέσεις αναφορικά με αυτήν καταγράφηκαν λεπτομερώς στο Τεκμήριο 3 στο οποίο καμία αναφορά δεν γίνεται στην Αιτήτρια ή σε δικαίωμα αυτής. Εξ άλλου κατά τη θέση της κας Χριστοφόρου το μόνο δικαίωμα της Αιτήτριας 1 περιορίζεται στο 25% των μετοχών της Tedcom (Εναγόμενη 1) που ο Εναγόμενος 7 επέτρεψε να της παραχωρηθεί χαριστικά για τις υπηρεσίες της στην όλη επιχείρηση. Ο Εναγόμενος 7 ποτέ δεν αναγνώρισε ή πληροφορήθηκε οποιαδήποτε συμφωνία που ισχυρίζεται η Αιτήτρια η οποία κανένα συμφέρον ή δικαίωμα δεν έχει στο λιμάνι, της εταιρείας λιμανιού, την Usarel ή το σχήμα συνεργασίας μεταξύ Εναγομένου 7 και 9 έχει ή είχε οποιαδήποτε νόμιμη απαίτηση σε σχέση με τα εγειρόμενα θέματα. Παράλληλα τίθεται θέμα και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αλλά μόνο περιθωριακά δίδονται θέσεις επ' αυτού ως εξηγούνται στην παράγραφο 37, 38 της ένορκης δήλωσης. Ομοίως γίνεται αναφορά στο ότι η Usarel με βάση το Τεκμήριο 3 δεν μπορεί να ενεργεί αυτόβουλα παρά μόνον με σαφείς και ρητές οδηγίες της Lux (Εναγόμενη 2) η οποία διοικείται (δηλαδή η Lux) από πέντε διευθυντές, τρεις από τους οποίους διορίζονται από την Tedcom (Εναγόμενη 1) και δύο από την Vetabet (Εναγόμενη 8). Σε σχέση με τα πιο πάνω τίθεται αυτούσιος ο λόγος της κας Χριστοφόρου ως οι παράγραφοι 41-45: «
  38. Τα θέματα ρουτίνας αποφασίζονται με απλή πλειοψηφία ενώ για σωρεία θεμάτων απαιτείται ειδική πλειοψηφία με τη συναίνεση ενός τουλάχιστον διευθυντή που διορίζεται από την άλλη πλευρά.
  39. Η Vetabet με αφορμή την έκδοση των διαταγμάτων ως το Τεκμήριο 5 ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 7 επέβαλε δικαίωμα επίσχεσης (lien) στην Usarel και ως εκ τούτου προσέφυγε σε διαιτησία για να εξαναγκάσει τους αντισυμβαλλόμενους του να του παραχωρήσουν τις μετοχές τους κάτω από την αξία τους και να τις υφαρπάσει. Η διαιτησία εκκρεμεί ενώπιον του Διεθνώς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου.
  40. Πρόσφατα η Vetabet προσέφυγε στο ίδιο Διαιτητικό Δικαστήριο για δεύτερη φορά με τον ισχυρισμό ότι αποφάσεις της Lux που λήφθηκαν κατά πλειοψηφία στις 5.7.2010 για αλλαγή Διοικητικών Συμβουλίων των εταιρειών του λιμανιού ήταν άκυρες γιατί εχρειάζοντο ειδική πλειοψηφία. Και αυτή η διαιτησία (στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού η Γεν. Αίτηση 9/10 ως ανωτέρω) επίσης εκκρεμεί.
  41. Η οποιαδήποτε διαταγή του Δικαστηρίου σύμφωνα με την αίτηση πέρα από τον επηρεασμό δικαιωμάτων τρίτων προσώπων ερήμην τους θ' αποτελέσει επέμβαση στις πιο πάνω αναφερόμενες δικαστικές διαδικασίες, κάτι που η αιτήτρια παρέλειψε να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου και να επεξηγήσει στις τυχόν επιπτώσεις από τέτοιο επηρεασμό.
  42. Επιπλέον και ανεξάρτητα απ' ότι πιο πάνω αναφέρεται οι Καθ' ων η αίτηση πιστεύουν και δεόντως της έχουν συμβουλεύσει ότι τίποτε στην αγωγή ή την ένορκη δήλωση δεν αναφέρεται οτιδήποτε το οποίο να συνιστά παράβαση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων της Tedcom ή των μετόχων της που να νομιμοποιούν την αιτήτρια στην λήψη οποιουδήποτε ένδικου μέτρου για προστασία του.» Περαιτέρω, κατά τη θέση της πλευράς των Καθ' ων η αίτηση οι Αιτητές παρέλειψαν να εξηγήσουν τη σημασία του Τεκμηρίου 5 και τις επιπτώσεις σε αυτούς και τα έννομα αποτελέσματα που δημιουργεί η οποιαδήποτε επέμβαση αν τα αιτούμενα διατάγματα ήθελαν εκδοθεί. Το Τεκμήριο 5 είναι, θυμίζω, το αγγλικό διάταγμα παγοποίησης ημερ. 27.1.10 εναντίον (μεταξύ άλλων) της εναγόμενης
  43. Εν πάση περιπτώσει με το Τεκμήριο 5 τα οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία της Usarel παραμένουν δεσμευμένα και κανένας κίνδυνος δεν υφίσταται για αποξένωσή τους. Συνακόλουθα αν η Αιτήτρια πιστεύει ότι έχει δικαιώματα σ' αυτά θα μπορούσε να προσφύγει δεόντως στο Δικαστήριο που τα έχει εκδώσει για την διεκδίκηση τους. Δ. Εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 Είναι γνωστό και νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 αφορούν των αναγκαιότητα ικανοποίησης του Δικαστηρίου ότι (α) υπάρχει ζήτημα προς εκδίκαση κατά την δικάσιμο, αυτό δεν ερμηνεύεται σαν επιβάλλον οτιδήποτε άλλο πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση την δικογραφία και (β) να καταδειχθούν πιθανότητες ότι οι ενάγοντες δικαιούνται σε θεραπεία. Επιβάλλεται δηλαδή στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Στη βάση αυτών των θεωρήσεων έχω εξετάσει με προσοχή τη δικογραφία της αίτησης και της ένστασης υπό το πρίσμα των αγορεύσεων των δύο πλευρών. Το βασικό αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων έναντι των Εναγομένων είναι, όπως έχω πει πιο πάνω, διφυές αφού δια του Παρακλητικού επιδιώκονται θεραπείες που αφορούν σε δόλιες ενέργειες και παράβαση σχέσεων εμπιστοσύνης και συμφωνιών μεταξύ της Ενάγουσας και διαφόρων εκ των Εναγομένων όπως περιγράφεται στη βάση μιας διαχρονικής εξέλιξης σχέσεων και δοσοληψιών πυρήνας των οποίων είναι η προβαλλόμενη ως κοινοπραξία η οποία ασκείται κυρίως μεταξύ της Εναγομένης 3 και των θυγατρικών της εταιρειών και η οποία κοινοπραξία αφορά, σύμφωνα με την Ενάγουσα, δικαιώματα της πλευράς της που θεμελιώθηκαν χρονικά και σταδιακά από τις επί μέρους σχέσεις όπως ξεκίνησαν ιδιαίτερα από την ίδια, τον Εναγόμενο 7 και τον Εναγόμενο
  44. Η δεύτερη φύση της παρούσας αγωγής προσδιορίζεται ως προσπάθεια αποκάλυψης ανίχνευσης ή ιχνηλάτισης μαρτυρίας και στοιχείων από πράξεις του Εναγομένου 7 και της Εναγομένης 3 αλλά και άλλων προσώπων ή εταιρειών οι οποίες είναι διάδικοι και οι οποίες χρησιμοποιήθησαν ως οχήματα για την παραβίαση δικαιωμάτων της Ενάγουσας και εκποίηση περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 3 και άλλων εταιρειών στις οποίες η Ενάγουσα έχει συμφέροντα και δικαιώματα. Ειδικά οι αιτήτριες επισημαίνουν το ρόλο των εναγομένων 10, 11 και 12 και την σημασία τους ως διάδικους ειδικά ως προς τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης καθώς και στο τρόπο δράσης τους ώστε ο εναγόμενος 7 να αναλάβει τον έλεγχο της κοινοπραξίας. Με δεδομένα κάποια από τα γεγονότα που έχουν παρατεθεί πιο πάνω ως περίληψη των θέσεων της Ενάγουσας είναι η θέση της πλευράς του κ. Πίττα ότι θεμελιώνεται σε αυτή τη φάση της διαδικασίας επαρκώς η φύση της αγωγή τόσο ως παράγωγης όσο και ως προσωπικής. Ο κ. Βελάρης από την άλλη πλευρά θεωρεί ότι εντελώς δεν μπορεί να πετύχει η θεμελίωση της θέσης για παράγωγη αγωγή αφού η Ενάγουσα 1 δεν είναι εγγεγραμμένη μέτοχος της Εναγομένης 3 ως το απαιτούμενο οποιασδήποτε τέτοιας αξίωσης. Παράθεσε δε προς επίρρωση της θέσης του τα συγγράμματα Pennington Company Law, 3η έκδοση, σελ. 564, Palmer's Company Law (έκδοση 2000), Τόμος 2ος, σελ. 8177, Halbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 7

(1), σελ. 701 και Wallersteiner v. Moir (No. 2)
(1975)1 All E.R 849. Είναι γνωστό ότι η παράγωγη αγωγή εγείρεται από μέλος μιας εταιρείας όχι για εξυπηρέτηση προσωπικού οφέλους αλλά επ'ωφελεία της τελευταίας από την οποία αντλείται το δικαίωμα αγωγής. Δέον να συνυπάρχουν δύο βασικά στοιχεία, ο δόλος αλλά και ο έλεγχος της εταιρείας από αδικοπραγήσαντες. Ο λόγος ύπαρξης της είναι να δίδει δυνατότητα με βάση το δίκαιο της επιείκειας σε ένα τέτοιο πρόσωπο να προωθεί τα συμφέροντα της εταιρείας εφόσον ακριβώς συνήθως το διοικητικό συμβούλιο που ελέγχει την εταιρεία είναι σε θέση να εμποδίσει λήψη απόφαση για έγερση αγωγής από την εταιρεία. Ο κ. Πίττας προώθησε τη θέση ότι η παράγωγη αγωγή των Εναγουσών μπορεί να θεωρηθεί παράλληλα απλή αλλά και πολλαπλή παράγωγη αγωγή (multiple derivative action). Ως απλή μπορεί να χαρακτηριστεί γιατί στην ουσία η Ενάγουσα 1 και η Ενάγουσα 2 έμμεσα εγείρουν την παρούσα αγωγή εκ μέρους όλων των συνεταίρων-μέτοχων της κοινοπραξίας της Εναγομένης 3 για να διορθώσουν και άρουν τις αδικοπραξίες που διέπραξαν μεταξύ άλλων οι Εναγόμενοι 6, 7, 10, 11 και 12 και άλλοι συνεργάτες αυτών σε βάρος της Εναγομένης 3 η οποία τώρα βρίσκεται κάτω από τον πραγματικό έλεγχο των πιο πάνω Εναγομένων. Ακόμη, ισχυρίζεται ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγουσών, ότι και ως πολλαπλή παράγωγη αγωγή μπορεί να θεωρηθεί γιατί εγείρεται από τις Ενάγουσες εκ μέρους των Εναγομένων 1, 2 και 3 για να διορθώσουν και για να άρουν τις αδικοπραξίες που έγιναν από τους πιο πάνω Εναγόμενους. Είναι θεμελιωμένο ότι στο παρόν στάδιο κατά την εξέταση της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται πλήρως και σε βάθος στην ανάλυση των επιδίκων σχέσεων και δεν δύναται να εξάξει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ' αυτών. Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και Δημοκρατία της Σοβενίας v. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». Ειδικά αυτό έχει, κριθεί σε σχέση με την φύση της αγωγής ως η παρούσα στην υπόθεση In re Polyworld κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ
  1. Δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι με βάση τις λεπτομερείς θέσεις της Ενάγουσας γίνεται ισχυρισμός ότι υπήρχαν κοινές συμφωνίες μεταξύ τριών συνεταίρων της κοινοπραξίας και ότι είχε συμφωνηθεί ότι η Εναγόμενη 1 και 2 θα κατείχαν (άμεσα ή έμμεσα) το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κοινοπραξίας των Εναγομένων 3 ως εμπιστευματοδόχοι και αντιπρόσωποι των συνεταίρων της κοινοπραξίας κατά τα ποσοστά συμμετοχής τους στην κοινοπραξία (Ενάγουσα 1 12,75%, Εναγόμενος 7 37,25% και Εναγόμενος 9 49%). Έχει διατυπωθεί περαιτέρω η θέση ότι η χρησιμοποίηση των Εναγομένων 1 και 2 δεν θα απέκλειε τους συνεταίρους της κοινοπραξίας από το να συμμετέχουν ισότιμα στη διαχείριση αυτής. Αναφορικά με τη βασιμότητα της θέσης του κ. Πίττα σε συνάρτηση με την πολλαπλή παράγωγη αγωγή μου έχει τεθεί ως βασική αυθεντία η υπόθεση του Εφετείου του Χονγκ Κονγκ Waddington Limited v. Chan Chun Hoo Thomas and Others (FACV No. 15 of 2007) στην οποία έγινε αποδεκτό πως μέτοχος ιθύνουσας εταιρείας «parent company» μπορούσε να ενάγει εκ μέρους της θυγατρικής της τελευταίας για αδικοπραξίες που διαπράχθηκαν σε βάρος της θυγατρικής. Ο κ. Πίττας επεσήμανε ότι το θέμα εκεί αντιμετωπίστηκε ουσιαστικά: «On the well established thinking as to why a single derivative action is maintainable, there is no reason why a multiple derivative action is not». Θα επαναλάβω ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε τελικά ευρήματα ή πλήρη ανάλυση των πιο πάνω θέσεων. Κρίνω έχοντας υπόψη τη συνολική θεώρηση της μαρτυρίας της πλευράς των Εναγόντων, έστω και από το πρίσμα της ένστασης των Καθ' ων η αίτηση, ότι παρέχονται επαρκή στοιχεία ώστε να καταδειχθούν εκ πρώτης όψεως δικαιώματα ή ενδείξεις δικαιωμάτων των Εναγουσών σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα της ισχυριζόμενης απάτης και παραβίασης των δικαιωμάτων της Ενάγουσας εκ μέρους των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση με συνδυασμό ενεργειών των ιδίων αλλά και εταιρειών ή προσώπων που λειτουργούν ως οχήματα αυτών ή χειραγωγούνται απ' αυτούς με τον τρόπο που η Ενάγουσα εξήγησε. Τα όσα ελέχθησαν δια μέσου της ένστασης και δια μέσου της αγόρευσης του κ. Βελάρη δεν θεωρώ ότι έχουν τέτοια δυναμική ώστε να αναιρέσουν το υπόβαθρο της πλήρωσης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου
  2. Να παρατηρήσω σ' αυτό το στάδιο ότι αναφορικά δε με τον ισχυρισμό των καθ'ων η αίτηση για μη πλήρη αποκάλυψη ότι στερείται βασιμότητας. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, οι αιτητές εξαντλητικά και με λεπτομέρεια παράθεσαν τα γεγονότα και κατάθεσαν στο Δικαστήριο παν αναγκαίο τεκμήριο το οποίο και επαρκώς εξήγησαν. Δεν πρόκειται για απόκρυψη ή μη προσέλευση τους με καθαρά χέρια. Απλώς οι οπτικές θεωρήσεις των δύο πλευρών ουσιαστικά διαφέρουν, βασιζόμενες στην δική τους πεποίθηση για την πλήρωση ή μη των προϋποθέσεων του νόμου. Πρόσθετα, πρέπει το θέμα των δύο προϋποθέςεων να κριθεί και υπό το πρίσμα των αρχών που διέπουν διατάγματα τύπου Norwich τα οποία επιδιώκονται επίσης δια της παρούσης αίτησης. Στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co. and others v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. 943 οι ενάγοντες, επικαλούμενοι παραβίαση πατέντας τους μέσω παράνομων εισαγωγών από άγνωστα σε αυτούς πρόσωπα, κινήθηκαν δικαστικά εναντίον του τελωνείου, το οποίο κατείχε έγγραφα και στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να αποκαλυφθεί η ταυτότητα των παρανομούντων. Πρόθεση των εναγόντων ήταν η λήψη πληροφοριών ως προς τα στοιχεία των προσώπων που παραβίαζαν την πατέντα τους με σκοπό να λάβουν εναντίον τους νόμιμα μέτρα. Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων κατέληξε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να ζητήσει από τρίτο πρόσωπο, το τελωνείο στην προκειμένη περίπτωση, το οποίο είχε εμπλακεί στη διαφορά, να αποκαλύψει την ταυτότητα του παραβάτη. Στην υπόθεση αυτή αναφέρθηκαν και τα εξής: «Discovery as a remedy in equity has a very long history. The chief occasion for its being ordered was to assist a party in an existing litigation. But this was extended at an early date to assist a person who contemplated litigation against the person from whom discovery was sought, if for various reasons it was just and necessary that he should have discovery at that stage. Such discovery might disclose the identity of others who might be joined as defendants with the person from whom discovery was sought. Indeed in some cases it would seem that the main object in seeking discovery was to find the identity of possible other defendants. It is not clear to me whether in all these cases the plaintiff had to undertake in some way to proceed against the person from whom he sought discovery if he found on discovery being ordered that it would suit him better to drop his complaint against that person and concentrate on his cause of action against those whose identity was disclosed by the discovery. But I would think that he was entitled to do this if he chose.» Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Bankers Trust Co v. Shapira and others
(1980)3 All ER 355 η οποία έτυχε αναφοράς και αποδοχής στην υπόθεση TBF (CYPRUS) LTD κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμος Εταιρεία κ.α.
(2001)1(Α) ΑΑΔ 153. Στην Bankers Trust Co. (ανωτέρω) επιπρόσθετα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning: «This new jurisdiction must, of course, be carefully exercised. It is a strong thing to order a bank to disclose the state of its customer's account and the documents and the correspondence relating to it. It should only be dome when there is a good ground for thinking the money in the bank is the plaintiff's money - as, for instance, when the customer has got the money by fraud - or other wrongdoing - and paid it into his account at the bank.» Στην υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc, VDC Ltd
(2003)EWHC 616 (Ch) αναφέροντα τα εξής: "So Norwich Pharmacal is not limited simply to the case of finding out of the name of a wrong-doer. It also extends to cases where there is a good indication of wrong-doing, but not every piece of what the claimant needs to plead a case is fully in position". Στην υπόθεση 1309 P - v - T - Ltd (Ch. 1996 p. No 6984, 30.4.1994,
(1997), 1 W.L.R 1309) αναφέρθηκαν ακόμη τα εξής στην περίληψη της απόφασης: "Where justice cannot otherwise be done, a plaintiff is entitled to discovery against a defendant in order to obtain information for use in bringing proceedings against a third party, even though it cannot be ascertained, without the information sought, that the third party has committed a tort against the plaintiff". Τίποτε από την ενυπάρχουσα νομολογία δεν καταδεικνύει την αποδέσμευση των πιο πάνω αρχών από τα πλαίσια εξέτασης του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και επ' αυτού του τύπου διαταγμάτων. Το Δικαστήριο λοιπόν θα εξετάσει τις κλασσικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 και κάτω από τις αρχές που θέτει το αγγλικό δίκαιο ως οι αρχές της επιείκειας για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων (βλ. άρθρο 29(γ) του Ν. 14/60 και Χριστοφίδη v. Κοτζαναστάση
(1993)1 ΑΑΔ 718). Όμως οι πιο πάνω αρχές, ενόψει ανάλογα της δραστικότητας τέτοιων διαταγμάτων, οδηγούν στο συμπέρασμα για πιο αυστηρή προσέγγιση του Δικαστηρίου ειδικά ως προς την εξέταση της προσφορότητας για την έκδοση ή μη του διατάγματος, πράγμα που θα γίνει, εάν καταλήξω στη πλήρωση των πρώτων προϋποθέσεων. Συνεπακόλουθα για την εξέταση της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 που είναι αλληλένδετες κατά κάποιο τρόπο σε αγωγές αποκάλυψης, ιχνάλητησης και παρεμφερείς αγωγές, εκείνο που έχει πρωταρχική σημασία είναι οι ενάγοντες να μπορούν να στοιχειοθετήσουν ότι μια αδικοπραξία (ή άλλο αγώγιμο δικαίωμα) συντελέσθηκε εναντίον τους, την έκταση αυτής αλλά όχι και ποιος την έκανε, έστω και αν «κομμάτια του παζλ» ελλείπουν (βλ. Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc, VDC Ltd ανωτέρω). Είναι πάντως αναγκαίο να καταδειχθεί η εμπλοκή (αθώα ή μη) του κάθε προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται διάταγμα (βλ. Ashworth Security Hospital v. MGN
(2002)WL 1310757). Το πώς συμπλέκονται οι αρχές της Norwich και της Banker Trust εξηγείται στο σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee ανωτέρω. Παρατηρώντας λοιπόν τις παραμέτρους αυτές στα πλαίσια των πιο πάνω αρχών, βρίσκω ότι οι αιτήτριες κατέδειξαν πλην των ανωτέρω λεχθέντων, ότι γνωρίζουν μέρους της ισχυριζόμενης πάντα αδικοπραξίας εναντίον τους, γνωρίζουν μέρος των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο τους δικαίωμα. Δεν γνωρίζουν πλήρως την έκταση και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις από πράξεις, παραλείψεις που έχουν μεν να κάνουν με το πρωταρχικό πυρήνα που αποκαλύπτουν στο Δικαστήριο αλλά δεν είναι σε θέση να έχουν πλήρη εικόνα για χειραγωγούμενες εταιρείες και άτομα που έδρασαν στα πιο πάνω (πάντα κατά την θεώρηση τους) πλαίσια. Μπορεί λοιπόν το Δικαστήριο να καταλήξει ότι κομμάτια του παζλ της αδικοπραξίας ή των λοιπών αγωγίμων δικαιωμάτων της ενάγουσας ελλείπουν, ενώ παράλληλα έχει καταδειχθεί η εμπλοκή των καθ'ων η αίτηση στο όλο πλέγμα γεγονότων που οδήγησε στη καταχώρηση της αγωγής, ως επιτάσσει η νομολογία (βλ. Carton Film Distributors Ltd. v. VCI Plc, VDC Ltd,
(2003)EWHC 616 (Ch.) 1309 P - v - T - Ltd (Ch. 1966 p. No. 6984, 30.4.1994,
(1997)1 W.L. 1309) ). Το θέμα θα επαναξιολογηθεί στα πλαίσια της τρίτης προϋπόθεσης, η οποία θα εξετασθεί αμέσως μετά. Ε. Η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης και η εξέταση της προσφορότητας. Με βάση την τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να αποφασισθεί ότι θα είναι δύσκολο και αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δε εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Στη σύζευξη δε κυρίως με την τρίτη προϋπόθεση πρέπει ακόμα το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Επειδή όμως ακριβώς τα αιτούμενα διατάγματα είναι διφυή, θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός της σκέψης του Δικαστηρίου ανάλογα με την φύση των αιτουμένων θεραπειών. Ξεκινώ με την θεραπεία για διορισμό παραλήπτη. Πριν να γίνει προσπάθεια υπαγωγής των πιο πάνω αρχών στην παρούσα περίπτωση, είναι περαιτέρω αναγκαίο να προσεγγίσω το θέμα της ειδικότερης αιτούμενης θεραπείας του διορισμού ενδιάμεσου παραλήπτη/διευθυντή, όπως οι αιτητές τον χαρακτηρίζουν. Είναι ορθό αυτό που γενικά η σύγχρονη νομολογία υποδεικνύει ότι η απαίτηση των συγχρόνων ρυθμών δοσοληψιών οδήγησαν τα Δικαστήρια στην σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους για να παρέχεται σ' αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι την λήξη της διαφοράς. Αυτή την αρχή ακολούθησαν τα Κυπριακά Δικαστήρια βοηθούμενα από την ευρεία διακριτική εξουσία που παρέχεται από το ίδιο το άρθρο 32 του Ν. 14/60 (βλ. Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala
(2007)1(A) A.A.Δ 162. Oμως, όπως σωστά επισημαίνει και ο κ. Πίττας στην αναλυτική του αγόρευση (σελ. 26), ο διορισμός παραλήπτη είναι μια θεραπεία που δεν συναντάται συχνά. Ο ευπαίδευτος συνήγορος με έχει παραπέμψει σε δύο επί του θέματος αυθεντίες (α) Jayce PVC Pipes PVT Ltd and others v. Intertrust Shipping Corp.
(1988)1 C.L. 783 στην οποία λέχθηκε στη σελ. 798 ότι "As it can be seen from the wording of s.32, there is no restriction as to the type of property for which a court exercising civil jurisdiction is empowered to appoint a receiver". Kαι (β) Αναφορικά με την Vetabet Holdings, Πολ. Αιτ. 85/10, ημερ. 22.7.2010, η οποία παρεμπιπτόντως αφορά ορισμένους από τους παρόντες διαδίκους και ορισμένα από τα επίδικα γεγονότα αναφορικά με το διάταγμα σ' άλλη διαδικασία που εξεδόθη αρχικά από έτερο Πρόεδρο Ε.Δ. Λεμεσού για διορισμό παραλήπτη το οποίο και τελικά ακυρώθηκε, αφού ακούσθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Στο Ανώτατο Δικαστήριο σε διαδικασία certiorari ακύρωσης του πριν να ακουσθούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο αναφέρθησαν τα εξής: «Περαιτέρω, όσον αφορά το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60, ναι μεν μπορεί να είναι ασύνηθες και σπανιότατα ή να μην έχει εκδοθεί προηγουμένως τέτοιο διάταγμα, αλλά είναι σαφές ότι το άρθρο δίνει δικαίωμα για διορισμό παραλήπτη, σε όλες εκείνες τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο το κρίνει δίκαιο και πρόσφορο, ακόμη και αν δεν αξιούται ή χορηγείται μετ' αυτού αποζημίωση ή άλλη θεραπεία. Στη δε απόφαση ΑΒΡ Ηoldings Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α..Δ 694 έγινε από τον Αρτεμίδη, Δ., όπως ήταν τότε, ανάλυση του ιστορικού των απαγορευτικών διαταγμάτων στην Αγγλία και στην Κύπρο, σημειώνοντας ότι στην Κύπρο δεν έγινε οποιαδήποτε παρέμβαση νομοθετική, αλλά αφέθηκαν τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που έλκουν από το άρθρο 32. Και ότι βάσει αυτής της ευρύτατης εξουσίας, το Δικαστήριο είναι δυνατό να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα που να περιλαμβάνει και τον διορισμό παραλήπτη, όπως εδώ, εάν αυτό κρίνεται πρόσφορο ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις». Ο κ. Βελάρης, από την άλλη πλευρά, τόνισε ακριβώς το σπάνιο αυτής της χορήγησης θεραπείας ενόψει των δυσκολιών που εμπεριέχει τονίζοντας ιδιαίτερα την διαφορά στις έννοιες παραλήπτη (receivers) και διαχειριστή (manager), με πλούσια παραπομπή στη νομολογία. Με έχει δε σχετικά παραπέμψει στο σύγγραμμα Snell's Equity 31 ed. σελ. 427 κ.επ. όπου στη σελ. 428 ειδικά αναφέρεται: "Receivers must be distinguished from managers. A receiver as such has not authority to carry on a business; if he is appointed receiver of property which includes a business, he must stop the trading, collect the debts and realize the assets. A manager, on the other hand, has power to continue a business, so that if it is desired that trading should not cease, a receiver and manager should be appointed; and usually the same person is appointed both receiver and manager. A receiver's duty is to receive, a manager's to manage.". Kαι πάρακατω κάτω από το τίτλο Status of Receiver and manager σελ. 429: "Officer of Court. A receiver and manager appointed by the court is not an agent for any of the parties, but is an officer of the court, so that the court in effect assumes the management into its own hands." Χρήσιμη αναφορά έγινε και στο βιβλίο Commercial Injunctions, Steven Gee ανωτέρω 5th ed. σελ. 457: "(i) Description of the jurisdiction. A receiver is an individual appointed by a court order, which may be made prior to commencement of proceedings, or at any time after the commencement of proceedings including after judgment, to receive, and if authorised by the court also to manage, specified assets and to deal with them as authorised under that order. The receiver is an officer of the court is not an agent of either of the parties......" (Bλ. και Ηalsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 32, σελ. 379 κ.επ.). Κατά την κρίση μου, το Δικαστήριο, είναι ορθότερο να τείνει σε έκδοση διατάγματος διορισμού τρίτου προσώπου ως παραλήπτη ή διαχειριστή όταν ο σκοπός είναι η προστασία της περιουσίας που αφορά ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος να μη μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο χρόνο ή να υπάρχει ουσιαστική αδυναμία να μην απονεμηθεί δικαιοσύνη αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Ο διορισμός αυτός δεν μπορεί να εκληφθεί επ' ωφελεία της μιας ή άλλης πλευράς στη διαδικασία. Η εμβέλεια της εξουσίας αυτού του προτεινόμενου παραλήπτη ως αναφέρεται στο παρακλητικό ορίζεται ότι θα είναι με αποκλειστικό σκοπό να προστατέψει και διατηρήσει τα μετοχικά μερίδια των εναγομένων 3 στις ανωτέρω θυγατρικές εταιρείες που κατονομάζονται στον Πίνακα και περιλαμβάνει και μη εναγόμενες εταιρείες (βλ. ειδικά Α(ii)). Η ευρύτητα των καλουμένων να παραλάβει ο παραλήπτης περιουσιών που περιλαμβάνει και μη διάδικους, ή διάδικους που δεν ακούσθηκαν στην Κύπρο και στο εξωτερικό, καθώς και η παράλληλη έκδοση παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 3 στην Αγγλία, με προβληματίζουν αφενός για την εν γένει ορθότητα τέτοιου διορισμού αλλά και αφετέρου για την ίδια δυνατότητα του παραλήπτη, αν του διδόταν τελικά η εξουσία, να πράξει αποτελεσματικά το καθήκον του λειτουργώντας σε τόσα επίπεδα και χωρίς ουσιαστικά σαφή και πλήρη αντίληψη των στοιχείων που πρέπει να λάβει. Δεν έχω πεισθεί ότι η προτεινόμενη θεραπεία είναι η κατάλληλη στο παρόν στάδιο, ειδικά πριν οποιαδήποτε αποκάλυψη στοιχείων και ενώ η προτεινόμενη θεραπεία υπάρχει και σαν έμμεσο αίτημα στο παρακλητικό της αγωγής. Το πρώϊμο του σταδίου αυτού για τέτοιο διορισμό καθώς και η μη πλήρης στοιχειοθέτηση για ανεπανόρθωτη ζημιά αν τούτο δεν γίνει, σε συνδυασμό με την έλλειψη του πλήρους υπόβαθρου των αναγκαίων στοιχείων που αφορούν μεγάλη εμβέλεια εταιρειών, έστω και αν υπάρχει ισχυρισμός για σκιώδεις εταιρείες καθώς και η μη επίδοση της αίτησης σ' ορισμένους εναγόμενους, που εμπλέκονται στα θέματα, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στην ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης για τέτοιο δραστικό διάταγμα ως το ζητούμενο που κάποιος τρίτος θα αναλάμβανε τα ηνία - έστω και για προστασία της περιουσίας. Εν αντιθέσει, προχωρώντας να εφαρμόσω τις αρχές που διέπουν την τρίτη προϋπόθεση στα διατάγματα τύπου Norwich παρατηρώ ότι κανένας ουσιαστικός αντίλογος δεν προσφέρθηκε από την πλευρά των εναγομένων ώστε να μου δημιουργεί βάσιμες ανησυχίες για δική τους βλάβη. Αντίθετα θεωρώ ότι η διαφάνεια δια της αποκάλυψης δημιουργεί συνθήκες υπέρ της τρίτης προϋπόθεσης. Είναι φανερό ότι οι αιτητές προβάλουν εμπεριστατωμένα την θέση ότι αδυνατούν να αντιμετωπίσουν πλήρως τις συνέπειες από ισχυριζόμενες πράξεις και παραλείψεις προσώπων μεταξύ των οποίων και οι καθ'ων η αίτηση και δεν μπορούν να προσδιορίσουν πλήρως την έκταση και τις συνέπειες εναντίον τους, αν δεν τους δοθούν κάποιες αναγκαίες πληροφορίες που σαφώς πηγάζουν ή σχετίζονται με τις θέσεις που συνιστούν την ισχυριζόμενη βάση αγωγής τους. (Βλ. ειδικά παρ. 69 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 1). Επαναλαμβάνω ότι δεν μου έχει τεθεί ο,τιδήποτε απτό από την άλλη πλευρά που να ανατρέπει την δυναμική των θέσεων των αιτητών (βλ. τις παρατηρήσεις στην υπόθεση British Steel Corporation Respondends v. Cranado Tev. Ltd
(1980)3 W.L.R). Στην ίδια οπτική γωνία σαφώς και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των αιτητών. Δεν μου διαφεύγει ότι ορισμένα εκ των αιτουμένων αποτελούν και μέρος του κυρίως παρακλητικού. Εχει κριθεί ότι τούτο δεν αποκλείεται. Είναι θέμα ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης (Parico Aluminium v. Muskita
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ 2015). Ακριβώς στην κρινόμενη περίπτωση οι ειδικές περιστάσεις ομιλούν σχεδόν από μόνες τους και συνυπάρχουν με το ίδιο το ratio της φύσης διαταγμάτων τέτοιου τύπου για αποκάλυψη. Οπότε δεν κρίνεται αρνητικά το θέμα κοινών ή ομοίων θεραπειών. Δεν είναι επίσης χωρίς ανησυχία που έχω εξετάσει το αιτούμενο περιεχόμενο ειδικά του παρακλητικού Γ (VI) το οποίο και ευρύ είναι και αγγίζει έμμεσα κυρίως τον εναγόμενο 7, ο οποίος και δεν ακούσθηκε. Εν προκειμένω και κάτω από το σκέπαστρο των γενικότερων αρχών της Norwich και Bankers κρίνω ότι τούτο είναι θεμιτό, αφού η εμπλοκή των εναγομένων 10, 11 και 12 (αθώα ή μη) στον ισχυριζόμενο τρόπο δράσης του εναγομένου 7 και εταιρειών - οχημάτων που κατ' ισχυρισμόν χρησιμοποιήθηκαν έχει καταδειχθεί. Στην υπόθεση Aoof Kalmneft v. Dentron Wild Sapt
(2002)1 Lloyd's Rep. 417 ετέθη ακριβώς ότι και αν ακόμη η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος είναι γνωστή στους ενάγοντες - που εδώ δεν είναι ακριβώς έτσι γιατί δεν γνωρίζουν πλήρως το εύρος των προσώπων φυσικών ή κυρίως εταιρειών που χρησιμοποιήθηκαν - η θεραπεία αποκάλυψης μπορεί να δοθεί. Φαίνεται λοιπόν ότι στην κρινόμενη περίπτωση εφαρμόζονται ομοούσια οι αρχές της Norwich και της Bankers, αφού όπως εκρίθη η αρχή της Norwich μπορεί να τύχει εφαρμογής και σε περιστάσεις που καλύπτονται από την Banker's Trust, δηλαδή αγωγές tracing, καθότι η αποκάλυψη είναι αναγκαία ώστε να μην απωλεσθεί το αντικείμενο της αγωγής. Εξ άλλου τέτοιου τύπου διατάγματα μπορούν να εκδοθούν παρόλο που η αγωγή δεν έχει ακόμη επιδοθεί στους «αδικοπραγούντες» (βλ. Banker's Trust στην οποία η αγωγή δεν είχε επιδοθεί στους εναγόμενους 1 και 2 όταν εκδόθηκε το διάταγμα) Κατάληξη Για τους λόγους που έχω εξηγήσει καταλήγω ως εξής: · Η αίτηση ως προς το παρακλητικό Α και Β απορρίπτεται. · Η αίτηση αναφορικά με το παρακλητικό Γ επιτυγχάνει και εκδίδονται διατάγματα ως Γ(I) έως (VII) του παρακλητικού της αίτησης με την διαφοροποίηση ως προς το χρόνο συμμόρφωσης εντός του οποίου δέον να συμμορφωθούν οι εναγόμενοι - καθ'ων η αίτηση. Ο χρόνος συμμόρφωσης θα είναι «45 ημέρες από την επίδοση του διατάγματος» αντί επτά όπως ζητείται. Σε σχέση δε με τα παρακλητικά Γ(IV) κ.ε. καθίσταται σαφές ότι η υποχρέωση των εναγομένων 10, 11 και 12 αφορά μόνον εταιρείες - πελάτες τους που είναι κάτω από τον έλεγχο του εναγομένου 7 με τον τρόπο που περιγράφεται στην εν λόγω παράγραφο και όχι φυσικά όλους τους πελάτες τους. · Εκδίδεται διάταγμα ως το Παρακλητικό Δ. Παράλληλα οι ενάγουσες δέον να καταχωρήσουν εντός 15 ημερών από σήμερα, τραπεζική εγγύηση 60.000 ευρώ ως ασφάλεια για τυχόν έξοδα ως προς την αποκάλυψη ή τυχόν ζημιές ή απώλειες των εναγομένων από την έκδοση των παρόντων διαταγμάτων, αν ήθελαν αποδειχθεί στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης κατά το ½ θα είναι υπέρ των αιτητών ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επίσης στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αγωγής. (Υπ)............. Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία -Interim Order - αίτηση για συντηρητικό διάταγμα Norwich - διορισμός παραλήπτη - 80) (Re: aetisi gia syntiritiko diatagma - Νorwich - diorismos paralipti - 80) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.