← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την εταιρεία OMIROS SONS CONSTRUCTIONS LTD, Γεν.Αιτ. 832/2009, 14 Μαρτίου 2011

Επί τοις αφορώσι την εταιρεία OMIROS SONS CONSTRUCTIONS LTD, Γεν.Αιτ. 832/2009, 14 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A81 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Γεν.Αιτ. 832/2009 Ενώπιον: Τ. Νικολάου, Προσ. Ε.Δ Επί τοις αφορώσι την εταιρεία OMIROS & SONS CONSTRUCTIONS LTD, από τη Λεμεσό και Επί τοις αφορώσι τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 Ημερομηνία: 14 Μαρτίου 2011 Εμφανίσεις: Για αιτήτρια εταιρεία: κα Π. Αθηνοδώρου - Μάντη, (για να ακούσει απόφαση κα Ε. Ζήνωνος) Για καθ' ου η αίτηση - Εκκαθαριστή: κ. Σ. Α. Ναθαναήλ Για ενδιαφερόμενα μέρη -'Εφορο Φ.Π.Α. και Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εκ μέρους του οποίου εμφανίζεται ο κ. Π. Κυριακίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 5.11.2009 η εταιρεία Athinodorou & Poullas Investments & Properties Ltd, (στο εξής "η αιτήτρια"), καταχώρισε την παρούσα γενική αίτηση με την οποία ζητά: Α) Διάταγμα που να αναγνωρίζει ως καθόλα νόμιμη και έγκυρη την πράξη μεταβίβασης Π3082/05 του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/19805, Φ/Σχ. 53/64, τεμ. 319 στην τοποθεσία Τουμπιά του χωριού Ύψωνα της Επαρχίας Λεμεσού, από την εταιρεία Omiros & Sons Construction Ltd στην εταιρεία Athinodorou & Poullas Investments & Properties Ltd και/ή διάταγμα που να επικυρώνει τη ρηθείσα πράξη μεταβίβασης Π3082/05. Β) Διάταγμα που να αναγνωρίζει την αιτήτρια εταιρεία Athinodorou & Poullas Investments & Properties Ltd ως τη νόμιμη ιδιοκτήτρια του ανωτέρω ακινήτου. Γ) Διάταγμα που να διατάσσει τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λεμεσού να προβεί σε διαγραφή οποιασδήποτε σημείωσης στα βιβλία του Κτηματολογίου που εμποδίζει τη μεταβίβαση και/ή εκποίηση του πιο πάνω περιγραφόμενου κτήματος συνέπεια της καταχώρισης της αίτησης διάλυσης με αρ. 43/05 πριν τη μεταβίβαση του κτήματος. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 216 και 218

(2)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, στη Δ.48 θ.2, 3, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Είναι η θέση της αιτήτριας, όπως εκφράζεται με την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση, ότι σε σχέση με την επίδικη πράξη ενήργησε καλόπιστα χωρίς να γνωρίζει, ούτε είχε τρόπο να γνωρίζει αφού δημοσιεύσεις δεν είχαν γίνει ακόμα, για το ότι είχε καταχωρηθεί αίτηση εκκαθάρισης εναντίον της πωλήτριας εταιρείας. Παραθέτω στη συνέχεια το ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό φαίνεται μέσα από το φάκελο της υπόθεσης. Η αίτηση επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση, εκκαθαριστή της εταιρείας Οmiros & Sons Constructions Ltd, στις 9.11.2009 (στο εξής η "υπό εκκαθάριση εταιρεία") και στις 14.12.2009 το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες στην αιτήτρια να επιδόσει την αίτηση στον Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (στο εξής "Έφορο Φ.Π.Α." ), τον πιστωτή με την αίτηση του οποίου είχε εκδοθεί το διάταγμα εκκαθάρισης, και στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, (στο εξής το "Κτηματολόγιο"). Η αίτηση επιδόθηκε στον Έφορο Φ.Π.Α. στις 31.12.2009 και στο Κτηματολόγιο στις 17.12.2009. Τα προαναφερθέντα δύο μέρη εκπροσωπούνται από το Γενικό Εισαγγελέα. Στην πορεία της υπόθεσης η εταιρεία LCA Domiki Ltd, η οποία είναι εξ' αποφάσεως πιστωτής της υπό εκκαθάριση εταιρείας, ζήτησε προφορικά να παρέμβει στη διαδικασία ως ενδιαφερόμενο μέρος και να καταχωρίσει ένσταση στην αίτηση. Στις 17.5.2010, ο συνάδελφος ο οποίος χειριζόταν την υπόθεση, απέρριψε με ενδιάμεση αίτηση το εν λόγω αίτημα. Στις 17.5.2010, ο εκπρόσωπος του εκκαθαριστή, κ. Ναθαναήλ, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δε θα καταχωρούσε ένσταση. Στις 26.05.2010, ο Έφορος Φ.Π.Α. και το Κτηματολόγιο καταχώρισαν κοινή ένσταση. Η ένσταση τους βασίζεται στα άρθρα 216 και 218
(2)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 και στο άρθρο 4 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ.224 και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Μαίρης Δαμιανού, βοηθού γραμματειακού λειτουργού στο Επαρχιακό Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα στη Λεμεσό. Οι λόγοι ένστασης διατυπώνονται ως εξής: "(α) Ορθά η δήλωση μεταβίβασης με αριθμό Π3082/2005 έχει ακυρωθεί από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού καθώς αυτή έγινε κατά παράβαση του άρθρου 216 του περί Εταιρειών Νόμου. (β) Το άρθρο 216 του περί Εταιρειών Νόμου καθορίζει αυστηρά ότι οποιαδήποτε διάθεση ιδιοκτησίας εταιρείας που γίνεται μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι άκυρη, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Περαιτέρω το άρθρο 218
(2)του περί Εταιρειών Νόμου καθορίζει ότι έναρξη εκκαθάρισης εταιρείας λογίζεται ότι αρχίζει από την υποβολή της αίτησης για εκκαθάριση. (γ) Σύμφωνα με το άρθρο 4 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εφαρμόζει το κοινό δίκαιο και τους κανόνες της επιείκειας σε σχέση με ακίνητη περιουσία. (δ) Το Δικαστήριο για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια θα πρέπει να πεισθεί ότι η εν λόγω πράξη έγινε από την εταιρεία εναντίον της οποίας είχε καταχωρηθεί αίτηση διάλυσης προς όφελος των πιστωτών της". Παρατηρώ ότι η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση δεν περιέχει στην ουσία παρά μόνο επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των λόγων ένστασης. Η ενόρκως δηλούσα μετά που αναφέρεται με συντομία στο ιστορικό της αίτησης για εκκαθάριση και στο ιστορικό της μεταβίβασης της επίδικης περιουσίας στην αιτήτρια, προχωρεί στη συνέχεια σε νομική επιχειρηματολογία σε σχέση με την οποία αναφέρει ότι έλαβε νομική συμβουλή από το δικηγόρο της Δημοκρατίας ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση. Λέγει ότι σύμφωνα με Αγγλική νομολογία σχετική με την επίδικη πρόνοια, σε περιπτώσεις όπου εκκρεμεί αίτηση εκκαθάρισης, το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να εγκρίνει τη διάθεση περιουσίας η οποία έγινε προς όφελος των πιστωτών της, αλλά αυτό μπορεί να γίνει μόνο εφόσον η υπό εκκαθάριση εταιρεία υποβάλλει στο δικαστήριο αίτηση για να της επιτραπεί η διάθεση περιουσίας. Με άλλα λόγια η άσκηση της διακριτικής εξουσίας πρέπει να γίνεται εκ των προτέρων κατόπιν σχετικού αιτήματος για να μπορεί να τίθεται σε ισχύει το άρθρο
  1. Στην προκείμενη περίπτωση όπου δεν υποβλήθηκε έγκαιρα τέτοια αίτηση δε μπορεί επομένως, λέγει η ενόρκως δηλούσα, να έχει εφαρμογή το άρθρο 216 και ως αποτέλεσμα η υπό εκκαθάριση εταιρεία δε μπορεί στην παρούσα διαδικασία να ζητήσει από το δικαστήριο έγκριση της επίδικης πράξης. Όπως αναφέρει, αυτή η θέση πηγάζει από την ανάγκη για την προστασία των συμφερόντων των πιστωτών μίας εταιρείας, αφού τα συμφέροντα τους δεν είναι δυνατόν να προφυλαχθούν μετά που η περιουσία έχει αποξενωθεί. Προσθέτει σχετικά ότι με βάση το άρθρο 4 του Κεφ.224 το δίκαιο της επιείκειας δεν έχει εφαρμογή και επομένως η μόνη βάση για εξέταση του ζητήματος είναι το εν λόγω άρθρο
  2. Παρατηρώ υπό το φως των πιο πάνω ότι ούτε στους λόγους ένστασης ούτε στην ένορκη δήλωση περιέχεται οτιδήποτε με το οποίο να αμφισβητείται είτε ότι το τίμημα πώλησης αντιπροσώπευε την αξία της πωληθείσας περιουσίας είτε ότι αυτό το τίμημα καταβλήθηκε στην πωλήτρια εταιρεία. Σύμφωνα με το πρακτικό, ημερομηνίας 31.5.2010, οι συνήγοροι όλων των μερών, αφού ενημέρωσαν το Δικαστήριο ότι ετοίμασαν και θα καταχωρίσουν κατάλογο παραδεκτών γεγονότων, δήλωσαν τα ακόλουθα: "Με την παράδοση του εν λόγω καταλόγου δηλώνουμε όλοι από κοινού ότι τα μόνα ζητήματα που χρήζουν εξέτασης είναι νομικής φύσεως και ότι απλώς θα χρειαστούν οι πλευρές να αγορεύσουν και ως εκ τούτου δε θα χρειαστεί η προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας". Τα εκτεθέντα, στον κατατεθέντα χειρόγραφο κατάλογο, ως παραδεκτά γεγονότα ήταν τα ακόλουθα: "
(1)Το κτήμα που πωλήθηκε από την Omiros & Sons Constructions Ltd και αγοράστηκε από την Athinodorou & Poullas Investments & Properties Ltd είναι το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/19805 Φ./Σχ. 53/64, τεμάχιο 319, Ύψωνας, Λεμεσός.
(2)Η πωλήτρια εταιρεία ήταν η Omiros & Sons Constructions Ltd και η αγοράστρια η Athinodorou & Poullas Investments & Properties Ltd.
(3)Οι μέτοχοι και διευθυντές των δύο εταιρειών ήταν εντελώς διαφορετικά άτομα και ουδεμία συγγενική ή άλλη σχέση είχαν.
(4)Στις 7.9.2005 όταν η Athinodorou & Poullas Investments & Properties Ltd αποφάσιζε να αγοράσει και στις 7.9.2005 αποκτούσε το κτήμα με μεταβίβαση στο Κτηματολόγιο, η αίτηση διάλυσης δεν είχε δημοσιευθεί, το Κτηματολόγιο Λεμεσού δεν είχε ειδοποιηθεί και η αγοράστρια εταιρεία δεν είχε νομικά άλλο τρόπο να γνωρίζει την ύπαρξη της αίτησης.
(5)Η δημοσίευση έγινε στις 24.3.2006.
(6)Το διάταγμα εκκαθάρισης δόθηκε στις 6.4.2006.
(7)Το τίμημα του κτήματος Λ.Κ.140.000,00 (€239.204,00) έγινε αποδεκτό από το Κτηματολόγιο Λεμεσού Κλάδος Εκτιμήσεων ως ικανοποιητικό και πληρώθηκαν μεταβιβαστικά δικαιώματα βάση αυτού.
(8)Η πράξη στα βιβλία του Κτηματολογίου έγινε. Εκδόθηκε τίτλος στο όνομα της αγοράστριας εταιρείας και στις 19.10.2009 η αγοράστρια εταιρεία κλήθηκε από το Κτηματολόγιο να συγκατατεθεί για την ακύρωση της στην οποία δεν συγκατατέθηκε και προσέφυγε στο Δικαστήριο στις 26.10.2009.
(9)Όπου η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα αναφέρεται σε ακύρωση της πράξης μεταβίβασης από το Κτηματολόγιο εννοεί ότι ανοίχθηκε φάκελος για διόρθωση λάθους, ήτοι ακύρωση της δήλωσης μεταβίβασης με αριθμό Π3082/05 σύμφωνα με το άρθρο 50 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου αρ. 9 του 1965 και αναμένεται η απόφαση του Δικαστηρίου να πράξουν ανάλογα. Αυτά είναι τα παραδεκτά γεγονότα". Ο φάκελος της υπόθεσης τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά στις 23.9.2010, ημερομηνία κατά την οποία διεξήχθη η ακρόαση της υπόθεσης. Κατά την έναρξη της ακρόασης οι συνήγοροι προέβησαν σε κοινή δήλωση με την οποία επανέλαβαν τα παραδεκτά γεγονότα του καταλόγου και κατέθεσαν εκ συμφώνου επτά τεκμήρια. Τα κατατεθέντα τεκμήρια 1 μέχρι 7 ήταν τα ακόλουθα: Τεκμ.1: Πιστοποιητικό εγγραφής, ημερομηνίας 9.6.2010, σε σχέση με το διευθυντή και τον γραμματέα της υπό εκκαθάρισης εταιρείας. Τεκμ.2: Πιστοποιητικό εγγραφής, ημερομηνίας 9.6.2010, σε σχέση με τους μετόχους της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Τεκμ.3: Πιστοποιητικό εγγραφής, ημερομηνίας 27.12.2004, σε σχέση με τους μετόχους της αιτήτριας εταιρείας. Τεκμ.4: Πιστοποιητικό εγγραφής, ημερομηνίας 27.12.2004, σε σχέση με τους διευθυντές και τον γραμματέα της αιτήτριας εταιρείας. Τεκμ.5: Πιστοποιητικό σύστασης της αιτήτριας εταιρείας. Τεκμ.6: Πιστοποιητικό εγγραφής, ημερομηνίας 7.9.2009, σε σχέση με τους μετόχους της αιτήτριας εταιρείας. Τεκμ.7: Πιστοποιητικό εγγραφής, ημερομηνίας 10.7.2009, σε σχέση τους διευθυντές και τον γραμματέα της αιτήτριας εταιρείας. Προχωρώ ακολούθως να εξετάσω τις αρχές οι οποίες διέπουν το εγερθέν ζήτημα. Το άρθρο 216, του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, προνοεί τα ακόλουθα: "Kατά την εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο οποιαδήποτε διάθεση της ιδιοκτησίας της εταιρείας, περιλαμβανομένων και αγώγιμων δικαιωμάτων, και οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών ή αλλαγή της υπόστασης των μελών της εταιρείας, που γίνεται μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι άκυρη, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά". Σύμφωνα με το άρθρο 218
(2), του ίδιου Νόμου, η εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο, λογίζεται ότι αρχίζει από το χρόνο της υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση. Το άρθρο 216 αποτελεί αντιγραφή του Αγγλικού άρθρου 227 του περί Εταιρειών Νόμου του
  1. Αντίστοιχη δε πρόνοια υπάρχει και στο νέο αντίστοιχο Αγγλικό Νόμο του 1986, με το άρθρο
  2. Το άρθρο 216 του δικού μας Νόμου, παρέχει, σε κάποιες περιπτώσεις, τη δυνατότητα ανάκτησης περιουσίας εταιρείας η οποία αποξενώνεται και σε άλλες περιπτώσεις, την έγκριση ή επικύρωση τέτοιας αποξένωσης εκεί όπου κρίνεται ότι δικαιολογείται: βλ. Aναφορικά με την Helindo Shipping Company Ltd
(2003)1Α Α.Α.Δ.
  1. Βλ. επίσης τα συγγράμματα Palmer's Company Law, 24th Εκδ. 1987, Τόμος 1, παρά. 88-74, σελ.1452-1453, Pennington's Company Law, 4η Εκδ., Κεφ.25, σελ.720-723 και Buckley on the Companies Act, 13η Εκδ. Butterworth, σελ.491-
  2. Στην παλαιά Αγγλική υπόθεση In Re The Wiltshire Iron Company
(1868)L.J. 554, ο Lord Justice Cairns, εξετάζοντας το αντίστοιχο άρθρο 153 του τότε περί Εταιρειών Νόμου του 1862, ανέφερε ως προς το σκοπό της εν λόγω πρόνοιας τα εξής (στη σελ.555): "This is a wholesome and necessary provision to prevent the improper alienation and dissipation of the property of a company in extremis. But where a company actually trading, .is made the object of a winding-up petition, which may fail or may succeed, if it were to be supposed that transactions in the ordinary course of its current trade, bona fide entered into and completed would be avoided, and would not in the discretion of the Court be maintained, the result would be that the representation, however groundless, of a petition being presented would, ipso facto paralyze the trade of the company." Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, όπως εξελίχθηκε, αίτηση στη βάση των προνοιών του αγγλικού άρθρου 227, το οποίο καθώς λέχθηκε ανωτέρω αντιστοιχεί με το δικό μας άρθρο 216 του Κεφ.113, δύναται να καταχωρηθεί τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Σχετικές με το ζήτημα του χρόνου είναι οι υποθέσεις Re International Life Assurance Society, Gibbs & West´s Case
(1870)L.R.10 Eq. 312, In Re Miles Aircraft Ltd
(1948)Ch.D. 225, Re A I Levy (Holdings) Ltd
(1963)2 All E.R. 556, Re Burton & Deakin Ltd
(1977)All E.R. 631. Στις περιπτώσεις όπου το διάταγμα εκκαθάρισης έχει εκδοθεί, η διάθεση περιουσίας πριν από το διάταγμα, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 216: βλ. In Re The Wiltshire Iron Company (ανωτέρω), Re Oriental Bank Corpn., Ex-parte Guillemin
(1884)28 Ch. D. 634. Όπως επίσης αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Eκδ., Τόμος 6, (στη σελ. 628): "The transaction must, however, be completed and not still remain in contract at the date of the winding-up order". Έχει επίσης νομολογηθεί ότι η διάθεση περιουσίας από εμπορευόμενη εταιρεία μπορεί να γίνει με καλή πίστη, οπότε το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία με βάση το άρθρο 216 να περισώσει την πράξη αυτή. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο έχει εξουσία να επικυρώσει πράξεις διάθεσης περιουσίας της εταιρείας με βάση το άρθρο 216 εφόσον αυτές έγιναν καλόπιστα στα πλαίσια εμπορικών συναλλαγών και οι οποίες είναι προς το όφελος των πιστωτών. Σχετικό είναι το απόσπασμα από την υπόθεση In Re The Wiltshire Iron Company (ανωτέρω), το οποίο παρέθεσα πιο πάνω. Στην υπόθεση Re International Life Assurance Society, Gibbs & West´s Case (ανωτέρω), λέχθηκαν τα ακόλουθα (στη σελ.324): ".but when the matter is brought before the court, it must have regard to all the surrounding circumstances, and if from all the surrounding circumstances it comes to the conclusion that the transaction should not be void, it is within the power of the court, under the 153rd section, to say that the transaction is not void". Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law (ανωτέρω), αναφέρονται τα εξής (στις σελ.1452-1453): ".the practice of the court is to allow such payments of dispositions, pending the petition, if made honestly and in the ordinary course of business. The exercise of the discretion of the court under this section is controlled only by the general principles of justice and fairness.". Εξάλλου στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Eκδ., Τόμος 6, αναφέρεται ότι (στη σελ. 628): "The court, in the exercise of its discretion, will validate transactions bona fide entered into in the ordinary course of trade, and completed before the date of the winding-up order.The court will deal with each case on its own facts and particular circumstances, special regard being had to the question of the good faith and honest intention of the parties concerned". Έχει γίνει εισήγηση ότι η αγόρευση του εκκαθαριστή δε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη αφού αυτός δεν καταχώρισε ένσταση στην αίτηση. Θεωρώ ότι πρόκειται για ζήτημα χωρίς σημασία. Στην πραγματικότητα η αγόρευση του εκκαθαριστή δεν έχει προσθέσει οτιδήποτε στην υπόθεση. Εκείνο που έχει σημασία είναι η τοποθέτηση του εκκαθαριστή στην υπόθεση. Αυτή η τοποθέτηση απεικονίζεται στα παραδεκτά από όλους γεγονότα του κατατεθέντος καταλόγου. Μεταξύ αυτών ήταν και το γεγονός (σημείο αρ.7 των παραδεκτών γεγονότων) ότι το τίμημα της πώλησης θεωρήθηκε ικανοποιητικό. Εκείνο που πρωτίστως έχει σημασία στην υπόθεση είναι κατά τη γνώμη μου το τι είναι στην προκείμενη περίπτωση που τίθεται με την ένσταση. Παρατηρώ, υπό το φως των πιο πάνω, ότι ούτε στους λόγους ένστασης ούτε στην ένορκη δήλωση περιέχεται οτιδήποτε με το οποίο να αμφισβητείται είτε ότι το τίμημα πώλησης αντιπροσώπευε την αξία της πωληθείσας περιουσίας είτε ότι αυτό το τίμημα καταβλήθηκε στην πωλήτρια εταιρεία. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, έχω τη γνώμη ότι δε μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι η πράξη επηρέασε δυσμενώς τους πιστωτές της εταιρείας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να λεχθεί ότι δεν ήταν προς όφελος τους. Επομένως, δε χρειάζεται να με απασχολήσει περαιτέρω αυτό το θέμα. Επιπλέον παρατηρώ ότι, δεν υπάρχει στην ένσταση οτιδήποτε το συγκεκριμένο με το οποίο να αμφισβητείται ότι η πώληση έγινε με καλή πίστη. Αυτό το τελευταίο αποτελεί κατά τη γνώμη μου σύμφωνα με τη νομολογία το βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Έφορο Φ.Π.Α. και το Κτηματολόγιο εισηγήθηκε ότι για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου θα πρέπει όχι η αγοράστρια εταιρεία αλλά η υπό εκκαθάριση εταιρεία να είχε υποβάλει την αίτηση και ότι επιπλέον μια τέτοια αίτηση θα πρέπει να είχε γίνει πριν από την πώληση και όχι εκ των υστέρων. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει οτιδήποτε στο άρθρο 216 το οποίο να δείχνει ότι η αίτηση για την εφαρμογή του πρέπει να περιοριστεί σε μόνο την υπό εκκαθάριση εταιρεία. Αντίθετα, το ίδιο δικαίωμα θα πρέπει να έχει και ο αγοραστής ο οποίος επηρεάζεται και αυτός με παρόμοιο τρόπο σε σχέση με την πράξη. Σχετική με το ζήτημα είναι η υπόθεση Re Argentum Reductions (UK) Ltd
(1975)1 All E.R. 608. Όπως λέχθηκε στην εν λόγω υπόθεση (στη σελ.611): "The affairs of companies are almost infinitely various, and where the legislature has refrained from putting any express limit on those who may seek an order from the court, I would be slow to attempt to spell out any implied limit which reaches beyond the ordinary limits imposed by the courts on almost any application, namely, that the applicant must have some discernible interest in the matter". Επίσης στο σύγγραμμα Pennington's Company Law (ανωτέρω), αναφέρονται τα εξής (στη σελ.720): "An application for the court's approval of a disposition may be made by the company itself, by a contributory or by any other person who has a particular interest in the matter". Αναφορικά με το τελευταίο σημείο, το οποίο αφορά τον χρόνο για την υποβολή αίτησης, επισημαίνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία στην οποία ήδη αναφέρθηκα, αίτηση μπορεί να καταχωριστεί σε οποιοδήποτε στάδιο είτε πριν είτε μετά τη διάθεση της περιουσίας σε κάθε περίπτωση κατά την οποία έχει καταχωριστεί αίτηση εκκαθάρισης, και ανεξαρτήτως από το κατά πόσο σε εκείνο το συγκεκριμένο χρόνο, έχει ή δεν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης. Η απόφαση Re A I Levy και Re Burton (ανωτέρω), τις οποίες επικαλείται ο συνήγορος για τον 'Εφορο Φ.Π.Α. και το Κτηματολόγιο, αναφέρονται στην περίπτωση όπου αίτηση με βάση το άρθρο 216 καταχωρείται πριν τη διάθεση της περιουσίας, χωρίς όμως να αποφασίζει ότι η μέχρι τότε ακολουθούμενη πρακτική δεν ήταν ορθή. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με την προηγούμενη νομολογία, διάταγμα στη βάση του άρθρου 216 μπορούσε να εκδοθεί μόνο μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης: βλ. Re Miles (ανωτέρω). Κάτι που όμως ρητά δεν έγινε δεκτό στην Re A I Levy. Με άλλα λόγια, η απόφαση στην Re A I Levy διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 216, δεν το περιορίζει. Όπως λέχθηκε στη εν λόγω απόφαση με αναφορά σε απόσπασμα της απόφασης στην Re International Life Assurance Society (ανωτέρω), (στη σελ.558): "It is a statement of jurisdiction in broad and general terms, which does not suggest that it is confined to making and order after a winding-up order has been made". Και με αναφορά στην απόφαση στην Re Miles (ανωτέρω), (στη σελ.560): "It does not appear to me, with the utmost respect to Vaisey, J., that the language of s.227 of the Companies Act, 1948, necessarily requires that an order under it should be made in respect only of a company which is being wound up by the court at the date when the order under s.227 is made, that is to say that an order under s.227 should be made only after the date of the winding-up order". Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, ούτε αυτή η τελευταία εισήγηση του συνηγόρου με βρίσκει σύμφωνη. Λαμβάνοντας υπόψη μου το νομικό πλαίσιο όπως αυτό έχει εξηγηθεί από τη νομολογία πάνω στο θέμα, καταλήγω ότι δικαιολογείται σε αυτή την περίπτωση η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου προς όφελος της αιτήτριας εφόσον η πράξη φαίνεται να ήταν καλόπιστη και δεν φαίνεται να επηρέασε δυσμενώς τους πιστωτές της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Ως εκ των πιο πάνω και στη βάση του άρθρου 216, η αίτηση εγκρίνεται ως ακολούθως: Α) Eκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται ως έγκυρη η πράξη μεταβίβασης Π3082/05 του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/19805, Φ/Σχ. 53/64, τεμ. 319 στην τοποθεσία Τουμπιά του χωριού Ύψωνα της Επαρχίας Λεμεσού, από την εταιρεία Omiros & Sons Construction Ltd στην εταιρεία Athinodorou & Poullas Investments & Properties Ltd. Β) Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται η αιτήτρια εταιρεία Athinodorou & Poullas Investments & Properties Ltd ως η νόμιμη ιδιοκτήτρια του ανωτέρω ακινήτου. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνω ότι είναι δίκαιο να μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή εξόδων. (Υπ.) ............... Τ. Νικολάου, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Anafora: Telikh/Diathesh periousias etaireias cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.