VETABET HOLDINGS LTD ν. PAUL KYTHREOTIS κ.α., Πρωτογενής Αίτηση: 9/10, 14.3.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Πρωτογενής Αίτηση: 9/10 Μεταξύ: VETABET HOLDINGS LTD Αιτητών -και-
- PAUL KYTHREOTIS, εκ Λεμεσού
- STARPORT NOMINEES LTD, εκ Λεμεσού
- USAREL INVESTMENTS LTD, εκ Λεμεσού
- LUX INVESTING LTD, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων
- TEDCOM FINANCE LTD, εκ Σεϋχελλών
- MUKHTAR ABLYAZOV, εκ Καζακστάν και τώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 19.11.2010 14.3.2011 Για Αιτητές: κ. Τ. Παντελή Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 - 4: κ. Ε. Κονναρή Για την Καθ' ης η Αίτηση 5: κ. Π. Κούρτελλος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο πρωτογενής αίτηση καταχωρίστηκε την 9.7.2010 και αυθημερόν δευτερογενής άνευ κλήσεως αίτηση στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν συντηρητικά διατάγματα. Την 15.7.2010 καταχωρίστηκε και δεύτερη άνευ κλήσεως αίτηση, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν περαιτέρω συντηρητικά διατάγματα. Η διαδικασία προωθήθηκε δυνάμει του Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Αρ. 101/1987), άρθρο 9 και του Κανονισμού (Ε.Κ.) 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22.12.2000 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, άρθρο
- Η ουσιαστική διαφορά των διαδίκων θα εκδικαζόταν ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου, όπου οι αιτητές θα παρέπεμπαν τη διαφορά και η διαδικασία στην Κύπρο καταχωρίστηκε με σκοπό την εξασφάλιση συντηρητικών μέτρων προς υποβοήθηση της διαιτητικής διαδικασίας. Τα εκδοθέντα την 9.7.2010 και 15.7.2010 συντηρητικά διατάγματα ακυρώθηκαν με αποφάσεις του δικαστηρίου ημερομηνίας 8.9.
- Στο μεταξύ η διαφορά των μερών παραπέμφθηκε στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου μέχρι σήμερα εκκρεμεί. Κατά την έκδοση των συντηρητικών διαταγμάτων διατάχθηκε την 9.7.2010 η καταχώριση τραπεζικής εγγύησης €300.000 και την 15.7.2010 η καταχώριση περαιτέρω τραπεζικής εγγύησης €700.000 για τυχόν ζημιές που θα ήθελαν προκληθεί από την έκδοση των διαταγμάτων άνευ ευλόγου αιτίας. Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές εξαιτούνται διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάσσει τον Πρωτοκολλητή να παραδώσει στους δικηγόρους τους τις τραπεζικές εγγυήσεις και να κοινοποιήσει στην εκδότρια τράπεζα πως πρέπει να ακυρωθούν. Κατά την 15.7.2010 διατάχθηκε και η καταχώριση τραπεζικής εγγύησης €50.000 για την κάλυψη των εξόδων του ενδιάμεσου παραλήπτη που είχε με το εκδοθέν διάταγμα διοριστεί. Η υπό κρίση αίτηση αφορούσε και αυτή την τραπεζική εγγύηση, υπήρξε όμως σε αυτή την έκταση συναίνεση των καθ' ων η αίτηση στην ακύρωση της. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Μαρίας Βιολάρη, ημερομηνίας 19.11.2010 που εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων των αιτητών. Η κα Μ. Βιολάρη αναφέρεται στα πιο πάνω διαδικαστικά γεγονότα και εισηγείται ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αφού δεν υπάρχει κανένας λόγος να παραμένουν σε ισχύ οι τραπεζικές εγγυήσεις. Ότι νέο αναφέρει στην αίτηση της είναι πως στις 19.9.2010 το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου εξέδωσε διατάγματα παρόμοια με αυτά που είχαν εκδοθεί στην παρούσα διαδικασία στις 9.7.2010 και πως οι αιτητές διατάχθηκαν και καταχώρισαν τραπεζική εγγύηση $1 εκατ. Οι καθ' ων η αίτηση 1 - 4 κατεχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στις 27.1.2011 εγείροντας τέσσερις λόγους ένστασης και που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ιδίας ημερομηνίας της δικηγόρου κας Μύριας Χριστοφόρου, συνεργάτιδας της καθ' ης αίτηση 2 εταιρείας. Οι καθ' ων η αίτηση 5 κατεχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στις 27.1.2011 εγείροντας δεκατέσσερις λόγους ένστασης και που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ιδίας ημερομηνίας της δικηγόρου κας Γιάννας Δημητρίου, συνεργάτιδας στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων τους. Ότι από πλευράς γεγονότων αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κας Μ. Χριστοφόρου είναι πως οι καθ' ων η αίτηση 1 - 4 έχουν υποστεί και εξακολουθούν να υφίστανται ζημιές δαπάνες και ταλαιπωρίες ως αποτέλεσμα των εκδοθέντων διαταγμάτων που δεν έχουν ακόμα κρυσταλλοποιηθεί. Προς αυτή την κατεύθυνση συνέτεινε το γεγονός πως ο ενδιάμεσος παραλήπτης προέβηκε σε σειρά ενεργειών εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση 3 χωρίς να την ενημερώνει και που δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί. Η κα Γ. Δημητρίου σημειώνει πως οι ζημιές των καθ' ων η αίτηση 5 δεν είναι δυνατό να υπολογιστούν, ούτε αναμένεται να αποτιμηθούν άμεσα. Θα πρέπει να εκτιμηθούν τυχόν απώλειες εξαιτίας του διορισμού και των ενεργειών του ενδιάμεσου παραλήπτη. Τα συναφή προς τη ζημιά τους μαρτυρικό υλικό και στοιχεία δεν είναι άμεσα διαθέσιμα. Προβάλλεται σε αμφότερες τις ένορκες δηλώσεις και στους λόγους ένστασης στις Ειδοποιήσεις Πρόθεσης Ένστασης ως ουσιαστικό το γεγονός πως η διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου εκκρεμεί και ως εκ τούτου η αίτηση είναι πρόωρη. Εξουσία για ακύρωση εγγύησης δεν προνοείται ρητά. Αναμφίβολα όμως το δικαστήριο διατηρεί εγγενή δυνατότητα να την ακυρώσει ή μεταβάλει, ενδεχομένως καθ' οιονδήποτε στάδιο κρίνει σκόπιμο, όπως αναγνωρισμένα (βλ. Επί τοις αφορώσι τους Sayakhat Air Company Αρ. Αιτ. 78/98, ημερ. 17.8.1998) έχει τη δυνατότητα να πράξει τούτο καθ' ον χρόνο το διάταγμα, σε σχέση με το οποίο εδόθηκε, παραμένει σε ισχύ. Το άρθρο 9
(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 προνοεί ότι: «Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα.» Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 προνοεί ότι: «
(1).........................
(2)Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω
(1), δύναται να εκδοθή υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να αυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα.
(3)Εάν ήθελε φανή εις το δικαστήριον ότι οιονδήποτε εκδοθέν απαγορευτικόν διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτόν διά της εκτελέσεως του διατάγματος. .............................» Σύμφωνα με το εδάφιο
(3)το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, να διατάξει την πληρωμή στο διάδικο εναντίον του οποίου είχε εκδοθεί το διάταγμα, αποζημίωση σε τρεις περιπτώσεις, όταν: - Το εκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα εβασίστη επί ανεπαρκών λόγων. - Η απαίτηση του αιτητή, με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα, απέτυχε. - Εκδόθηκε απόφαση εναντίον του αιτητή, με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα, συνεπεία παραλείψεως ή άλλως. Καταγράφεται ακόμα ως προϋπόθεση να φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησης του και συζητήθηκε, κατά την ακρόαση της αίτησης, κατά πόσο η προϋπόθεση αυτή αφορά και τις τρεις πιο πάνω περιπτώσεις ή μόνο την τελευταία. Η φράση «απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα» εισήχθηκε το 2004 (άρθρο 2(β) του Ν.17
(1)/2004) σε αντικατάσταση της φράσης «αγωγή του ενάγοντος» για να καλύψει την περίπτωση όπου ενδιάμεσο διάταγμα είχε εκδοθεί υπέρ του εναγομένου στη βάση της ανταπαίτησης του. Έτσι είναι σωστό πως η αναφορά σε «απαίτηση του αιτητή, με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα», παραπέμπει συνήθως (γιατί μπορεί να αφορά άλλη πολιτική διαδικασία που δεν αρχίζει με Κλητήριο Ένταλμα) είτε στην αγωγή του ενάγοντα είτε στην ανταπαίτηση του εναγομένου, ανάλογα με την περίπτωση. Εκείνο που προκύπτει αβίαστα είναι πως οι δύο τελευταίες περιπτώσεις, στη βάση των οποίων μπορεί το δικαστήριο να διατάξει αποζημίωση, προϋποθέτουν την αποπεράτωση του εναρκτήριου διαβήματος ή της ανταξίωσης σε αυτό, στις πλείστες περιπτώσεις της αγωγής του ενάγοντα. Εάν η υπό εξέταση περίπτωση αφορούσε τη συνήθη περίπτωση όπου ενδιάμεσο διάταγμα εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής που είχε καταχωριστεί στο δικαστήριο αυτό, οι δύο τελευταίες πιο πάνω περιπτώσεις θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν μόνο με την αποπεράτωση της αγωγής. Η ιδιαιτερότητα της υπό εξέταση περίπτωσης έγκειται στο ότι το εναρκτήριο διάβημα στο δικαστήριο τούτο δεν αφορούσε διαδικασία προς επίλυση της διαφοράς των διαδίκων, αλλά δικονομικό υπόβαθρο ώστε να καταστεί δυνατή η καταχώριση της άνευ κλήσεως αίτησης στη βάση της οποίας εκδόθηκαν τα ενδιάμεσα διατάγματα, ημερομηνίας 9.7.2010 και στη συνέχεια αυτά της 15.7.2010. Είχα σημειώσει στην απόφαση μου της 8.9.2010 (στην αίτηση ημερομηνίας 9.7.2010), σελ. 20, ότι: «Η γενική αίτηση είναι, στην απουσία ειδικών κανονισμών, το αναγκαίο δικονομικό υπόβαθρο ώστε να καταχωριστεί δευτερογενής αίτηση δια κλήσεως ή άνευ κλήσεως όπως η υπό κρίση. Η ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων ή η οριστικοποίηση τους μέχρι έκδοσης απόφασης στην διαιτησία θα σηματοδοτήσει το ουσιαστικό τέλος της ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασίας. Η γενική αίτηση δεν αναμένεται να εκδικαστεί. Εξειδικευμένοι επί του ζητήματος κανονισμοί θα μπορούσαν να προνοούν για διαδικασία δυνάμει του άρθρου 9 που να άρχεται με αίτηση προσομοιάζουσα σε μορφή και χαρακτηριστικά με τη γνωστή δευτερογενή, δια κλήσεως ή άνευ κλήσεως, αίτηση σε αγωγή, η εκδίκαση της οποίας θα σηματοδοτεί το τέλος της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας όπως αυτή οριοθετείται από το άρθρο 9 [του Ν.101/1987].» Όταν ενδιάμεσο διάταγμα εκδίδεται, δυνάμει της εξουσίας που παρέχεται από τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Αρ. 101/1987), άρθρο 9 ή και τον Κανονισμό (Ε.Κ.) 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22.12.2000 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, άρθρο 31, οι προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 εξετάζονται με αναφορά στην διαδικασία προς υποστήριξη της οποίας η διαδικασία στην Κύπρο προωθήθηκε. Στην υπό εξέταση περίπτωση με αναφορά στη διαιτητική διαδικασία στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου. Είχα στην απόφαση μου της 8.9.2010 (πιο πάνω) αναφέρει (σελ.20): «Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit Und Wirtschaft AG
(1999)1 (A) A.A.Δ. 585, 590 αναφέρεται πως η όλη δομή του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 και η φιλοσοφία που τον καλύπτει καταδεικνύουν ότι το Δικαστήριο παρεμβαίνει μόνο όπως ο Νόμος ορίζει και κυρίως προς υποστήριξη της διαιτητικής διαδικασίας με σκοπό πάντοτε να προχωρεί η διαιτησία το ταχύτερο δυνατό, ώστε να διασφαλίζεται η γρήγορη επίλυση της διεθνούς διαφοράς. Είναι ξεκάθαρο πως η όλη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου γίνεται προς υποβοήθηση της διαιτησίας, επομένως κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης, η διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων, γίνεται με αναφορά στο επίδικο θέμα της διαιτησίας και όχι στο επίδικο θέμα στην γενική αίτηση.» Επομένως, και κατά λογική συνέπεια, κατά την εξέταση ζητήματος στα πλαίσια του εδαφίου
(3)του άρθρου 32, πρέπει να θεωρείται ότι η αναφορά σε απαίτηση του αιτητή παραπέμπει στη διεθνή διαιτησία και το αποτέλεσμα αυτής. Οιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα ήταν ενάντια σε κάθε λογική. Ως εκ τούτου η δήλωση του δικηγόρου των αιτητών στην αρχή της αγόρευσης του ότι οι αιτητές δεν θα προωθήσουν την πρωτογενή αίτηση και ότι ο λόγος που δεν την έχουν μέχρι σήμερα αποσύρει, ήταν για να μπορούσε να καταχωριστεί η υπό κρίση αίτηση, δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα, αντίθετα επιβεβαιώνεται πως ήταν κοινή αντίληψη ότι η πρωτογενής αίτηση δεν αφορούσε σε τίποτα το ουσιαστικό. Παρέπεμψε ο δικηγόρος των αιτητών σε αποσπάσματα από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 1, ημερομηνίας 28.7.2010, που βρίσκεται στο δικογραφικό φάκελο, εισηγούμενος πως καταδεικνύεται ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τα ενδιάμεσα διατάγματα ημερομηνίας 9.7.2010 και επομένως δεν μπορούν οι καθ' ων η αίτηση να επικαλούνται ότι υπέστηκαν βλάβη από την έκδοση τους για την οποία ενδεχομένως να δικαιούνται σε αποζημίωση. Κατά πόσο οι καθ' ων η αίτηση ή οποιοσδήποτε από αυτούς υπέστηκε ζημιά από την έκδοση των ενδιαμέσων διαταγμάτων ημερομηνίας 9.7.2010 θα κριθεί σε διαδικασία που αυτοί ενδεχομένως να προωθήσουν, όπως το εδάφιο
(3)τους επιτρέπει. Το κατά πόσο υπήρξε ζημιά μπορεί να είναι παράμετρος σε αίτηση όπως η υπό κρίση. Σε απλές υποθέσεις όπου το ενδιάμεσο διάταγμα αφορά περιορισμένο ζήτημα και όπου η μη πρόκληση ζημιάς είναι πρόδηλη (π.χ. ενδιάμεσο διάταγμα για την κατεδάφιση μέρους ενός περιτοιχίσματος αυλής που δεν κατεδαφίστηκε ποτέ) θα μπορούσε να κριθεί πως δεν υπάρχει ενδεχόμενο να υπήρξε βλάβη και συνεπώς ο επιδικασμός αποζημιώσεων στο μέλλον δεν είναι υπαρκτή προοπτική. Όχι όμως σε υποθέσεις εμβέλειας και πολυπλοκότητας όπως η διαφορά των διαδίκων. Εισηγήθηκε, ακόμα, ο δικηγόρος των αιτητών πως εάν οι καθ' ων η αίτηση είχαν οιαδήποτε απαίτηση για αποζημίωση, θα έπρεπε να είχαν ήδη προωθήσει την αξίωση τους. Η εισήγηση του εδράζεται στην προσέγγιση του πως η «απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα» παραπέμπει στην εναρκτήρια διαδικασία στο Κυπριακό Δικαστήριο και είναι επομένως άσχετο ότι εκκρεμεί η διαιτητική διαδικασία. Ακόμα και αν τούτο ήταν ορθό, θα σημείωνα πως η πρωτογενής αίτηση ακόμα εκκρεμεί και πως συνεπώς εάν επιθυμία των καθ' ων η αίτηση είναι να βασίσουν την απαίτηση τους για αποζημίωση σε μια από τις δύο τελευταίες περιπτώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(3), ο χρόνος για την καταχώριση σχετικής αίτησης δεν έχει ακόμα φτάσει. Επικαλέστηκε ο δικηγόρος των αιτητών την υπόθεση Smith v. Day
(1879)25 Ch.D. 421, όπου αναφέρεται (σελ. 427): «As regards the time when the application ought to be made, I do not think that we ought to lay down that it must be made at the time when the injunction is dissolved. I do not think that the applicant necessarily is to be allowed to postpone it till the trial, nor do I say that he never can successfully make the application after the trial. I think that he ought to make it within a reasonable time after the dissolution of the injunction, and that what is a reasonable time depends on the circumstances of the case.» Είμαι της άποψης πως τα αναφερόμενα περί υποχρεώσεως καταχώρισης της αίτησης για αποζημιώσεις εντός ευλόγου χρόνου μετά την ακύρωση του διατάγματος, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή στην Κύπρο όπου οι ρητές πρόνοιες του εδαφίου
(3)κατοχυρώνουν όχι μία αλλά δύο περιπτώσεις κάτω από τις οποίες η αποπεράτωση της αγωγής παρέχει το υπόβαθρο για επιδικασμό αποζημίωσης. Εισηγήθηκε ο δικηγόρος των αιτητών πως μπορεί να επιβάλλεται η καταχώριση της αίτησης σε εύλογο χρόνο μετά την ακύρωση του διατάγματος και να εναπόκειται στο δικαστήριο να αναβάλει την εκδίκαση της αίτησης έτσι που στο μεταξύ να αποπερατωθεί η αγωγή. Φαίνεται πως το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αναβάλει την εκδίκαση αίτησης για αποζημίωση, έτσι που στο μεταξύ να αποπερατωθεί η αγωγή. Εάν ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε το ενδιάμεσο διάταγμα καταχωρίσει μετά την ακύρωση του και πριν την ολοκλήρωση της αγωγής αίτηση για αποζημίωση στη βάση του ότι το διάταγμα βασίστηκε σε ανεπαρκείς λόγους, το δικαστήριο έχει διάφορες επιλογές, οι περισσότερες από τις οποίες οδηγούν σε κρίση της αίτησης μετά την ολοκλήρωση της αγωγής. Μπορεί το δικαστήριο να αναβάλει την αίτηση μέχρι να αποπερατωθεί η αγωγή, ενδεχομένως για να κρίνει καλύτερα στο στάδιο εκείνο εάν νομίζει πρέπον να επιδικάσει αποζημίωση. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις το ζήτημα θα αποφασιστεί πριν την ολοκλήρωση της αγωγής. (βλ. Cheltenham & Gloucester Building Soc. v. Rickets
(1993)1 W.L.R.1545, 1551). Σε άλλο σημείο της απόφασης Smith αναφέρεται από άλλο δικαστή (σελ. 430) ότι: «It is certainly desirable that the application should be made either at the time when the injunction is dissolved or at the hearing of the cause. No rule, however, has been laid down that it must be made at one or other of those times, and I do not say that the Court ought to lay down any express limit as to time, still I think that a long delay might of itself be fatal to the application.» Στην υπόθεση Smith το διάταγμα ακυρώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο τον Φεβρουάριο του 1880, η αγωγή απορρίφθηκε από το ίδιο δικαστήριο τον Ιούνιο του 1881 και η αίτηση για αποζημίωση καταχωρίστηκε τον Φεβρουάριο του 1882, δηλαδή κάποιους μήνες μετά την απόρριψη της αγωγής. Η παραπομπή στην Ushers Brewery v. King & Co
(1972)1 Ch.148, όπου ειπώθηκε πως όταν το ενδιάμεσο διάταγμα ακυρώνεται για λόγους άλλους παρά ουσίας και δεν υπάρχει εύρημα πως αυτό κακώς εξεδόθηκε, τότε δεν πρέπει να εξετάζεται ζήτημα αποζημίωσης πριν την εκδίκαση της αγωγής, δεν εξυπακούει το αντίθετο, δηλαδή πως όταν το διάταγμα ακυρώνεται για λόγους ουσίας θα πρέπει το ζήτημα των αποζημιώσεων να εκδικάζεται μέσα σε εύλογο χρόνο από την ακύρωση του και μάλιστα πριν την αποπεράτωση της αγωγής. Η ορθή διάσταση του ζητήματος είναι πως εάν δεν υπάρχει απόφαση ακύρωσης του διατάγματος επί της ουσίας του, τότε αναγκαστικά θα πρέπει να αναμένεται το τέλος της δίκης για να εξεταστεί ζήτημα αποζημίωσης. Όμως απόφαση ακύρωσης του διατάγματος επί της ουσίας του δεν επιβάλλει την προώθηση του ζητήματος της αποζημίωσης πριν την αποπεράτωση της δίκης. Αναφέρεται στη σελ. 154 ότι: «It is in my judgment established by the authorities that an inquiry as to damages will not be ordered in these cases until either the plaintiff has failed on the merits at the trial or it is established before trial that the injunction ought not to have been granted in the first instance.» Δικαστική ετυμηγορία, πριν την απόφαση στην αγωγή, δηλαδή ενδιάμεση απόφαση ακύρωσης του ενδιάμεσου διατάγματος στη βάση του ότι η έκδοση του βασίστηκε επί ανεπαρκών λόγων, δεν εξασφαλίζει στον επηρεαζόμενο διάδικο δικαίωμα αποζημίωσης. Επαφίεται στο δικαστήριο να αποφασίσει εάν νομίζει πρέπον να διατάξει την καταβολή σε αυτόν αποζημίωσης. Στην Smith (σελ. 425) αναφέρεται πως το δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική του ευχέρεια να διατάξει αποζημίωση ακόμα και εάν το ενδιάμεσο διάταγμα ακυρώθηκε λόγω καθυστέρησης ενώ στη συνέχεια κατά τη δίκη εκδόθηκε ανάλογο διηνεκές διάταγμα. Η υπόδειξη της ευρείας εξουσίας του δικαστηρίου δεν μπορεί με κανένα τρόπο να ερμηνευτεί ως ένδειξη ότι το αποτέλεσμα της δίκης είναι αδιάφορο ή έστω περιορισμένης σπουδαιότητας. Το αποτέλεσμα της δίκης, ιδιαίτερα όταν επιλύει τη διαφορά των διαδίκων επί της ουσίας και καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μεταξύ τους, συνιστά σημαντικό οδηγό στο κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να διαταχθεί αποζημίωση στα πλαίσια του άρθρου 32
(3). Θα δώσω μια άλλη διάσταση στο απλό παράδειγμα που επικαλέστηκα προηγουμένως του ενδιαμέσου διατάγματος για την κατεδάφιση μέρους του περιτοιχίσματος μιας αυλής. Ας υποθέσουμε ότι υπήρξε συμμόρφωση με το ενδιάμεσο διάταγμα και το περιτοίχισμα κατεδαφίστηκε, αλλά το ενδιάμεσο διάταγμα ακυρώθηκε με ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου επειδή η έκδοση του βασίστηκε σε ανεπαρκείς λόγους. Τα γεγονότα μέχρις εδώ τεκμηριώνουν εκ πρώτης όψεως απαίτηση του καθ' ου η αίτηση για αποζημίωση. Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίζει πως το κατά πόσο θα διαταχθεί αποζημίωση και το ύψος της δεν θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα στην αγωγή, εάν δηλαδή αποφασιστεί ότι υπήρχε παράνομη επέμβαση και το περιτοίχισμα έπρεπε να κατεδαφιστεί ή ότι δεν υπήρχε τέτοια επέμβαση και ο καθ' ου η αίτηση δικαιούτο να έχει το περιτοίχισμα της αυλής του εκεί. Όταν το ενδιάμεσο διάταγμα εμπλέκεται στα ουσιαστικά δικαιώματα των μερών που αποτελούν επίδικο ζήτημα στην αγωγή, θεωρώ πως θα ήταν παρακινδυνευμένο αν όχι αδύνατο να υπάρξει κατάληξη επί του ζητήματος της αποζημίωσης που προνοεί το άρθρο 32
(3)πριν την αποπεράτωση της αγωγής. Ίσως να είναι ευχερές για το δικαστήριο να αποφασίσει το ζήτημα της αποζημίωσης πριν την ολοκλήρωση της αγωγής, όταν το ενδιάμεσο διάταγμα ήταν, για παράδειγμα τύπου Αnton Piller (βλ. Columbia Pictures Inc. ν. Robinson
(1987)Ch.38, όπου όμως η διαπίστωση ότι το διάταγμα δεν έπρεπε να είχε εκδοθεί έγινε κατά την ακρόαση της αγωγής.) Δεν μπορεί να καταλογιστεί πταίσμα στους καθ' ων η αίτηση εάν κρίνουν πως οι αποφάσεις της 8.9.2010 αφ' εαυτών δεν τους εξασφαλίζουν δικαίωμα αποζημίωσης ή αισθάνονται πως η αίτηση τους για αποζημίωση μπορεί καλύτερα να τεκμηριωθεί μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, που προφανώς ελπίζουν ότι θα δικαιώσει την πλευρά τους. Ως εκ των ανωτέρω, και αναφορικά με το μέρος που παρέμεινε προς εκδίκαση, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι καθ' ων η αίτηση 1-4 και 5 δικαιούνται σε ξεχωριστό σετ εξόδων εφόσον κατεχώρισαν ξεχωριστή Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης και είχαν διαφορετική εκπροσώπηση. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο