← Κύπρος

ZANKULIYEVA AIGUL AMANZHOLOVNA κ.α. ν. TEDCOM FINANCE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2068/2010, 16 Μαρτίου, 2011

ZANKULIYEVA AIGUL AMANZHOLOVNA κ.α. ν. TEDCOM FINANCE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2068/2010, 16 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Τ. Ψαρά - Mιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2068/2010 Μεταξύ: 1. ZANKULIYEVA AIGUL AMANZHOLOVNA, εκ Καζακστάν 2. MED CONSULTING LIMITED, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων, Φ/δι ICAZA CONZALEZ, RUIZ 7 ALEMAN (BVI) TRUST LIMITED, Vanterpool Plaza, 2nd floor, Wickhams CAY 1, Road Town, Tortola, η οποία ενάγει προσωπικά και/ή εκ μέρους των άλλων μετόχων των εναγομένων Αρ. 1 και/ή Αρ. 2 και/ή των εναγομένων Αρ. 3, εκτός αυτών που είναι εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή. Εναγόντων και 1. TEDCOM FINANCE LIMITED, εκ Σεϋχελλών 2. LUX INVESTING LIMITED, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων μέσω του Διευθυντή αυτής STARPORT TRUSTEES LTD 3. USAREL INVESTMENTS LIMITED, εκ Λεμεσού 4. WHITE SEA COMPLEX BV, εξ Ολλανδίας, φ/δι Dr. Hub Van Doorneveg 5. NORTHERN OPERATIONS NV, από Ολλανδικές Αντίλλες 6. DIRECT LOGISTIC SOLUTIONS LIMITED, εκ Σεϋχελλών, φ/δι INTERSHORE CONSULT (PTY) LTD 7. MUKHTAR ABLYZOV, εκ Καζακστάν και τώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο 8. VETABET HOLDINGS LIMITED, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων 9. MAXIM POUCHLIKOV, Ρωσίας 10. ΠΑΥΛΟΣ ΚΥΘΡΕΩΤΗΣ, εκ Λεμεσού 11. JASON CHRISTIAN, εκ Λεμεσού 12. STARPORT NOMINEES LTD, εκ Λεμεσού Εναγομένων Εx- parte Αίτηση ημερ. 15.3.2011 για διορισμό ενδιάμεσου Παραλήπτη/Διευθυντή μέχρι ακρόασης της έφεσης (Erinford injunction pending appeal) Ημερομηνία: 16 Μαρτίου, 2011 Για Αιτητές- Ενάγοντες: κ. Πίττας μετά του κ. Φλουρέντζου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (δοθείσα αυθημερόν) Στις 10.3.2011 το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση σε σχέση με αίτηση ημερ. 16.4.2010 με την οποία απέρριψε το μέρος του Παρακλητικού της αίτησης η οποία κατεχωρήθη εκ μέρους των εναγόντων αιτητών και το οποίο Παρακλητικό αφορούσε αίτημα διορισμού ενδιάμεσου παραλήπτη/διευθυντή σε σχέση με την περιουσία κάποιων εκ των εναγομένων ως εκτίθεται στο συγκεκριμένο Παρακλητικό. Ταυτόχρονα το Δικαστήριο ενέκρινε μεγάλο μέρος της αίτησης που αφορούσε αιτήματα έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich. Οι ίδιοι αιτητές μετά την καταχώρηση έφεσης εναντίον της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου δια της παρούσης αιτήσεως ζητούν εκ νέου διάταγμα για διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη/διευθυντή «με περιορισμένες εξουσίες και καθήκοντα» μέχρι να εκδικαστεί η πιο πάνω έφεση των εναγόντων. Τονίζεται στην εν λόγω αίτηση ότι οι εξουσίες του ενδιάμεσου παραλήπτη με την υπό εξέταση αίτηση είναι πιο περιορισμένες. (Βλ. Παρακλητικό Α (
  2. i)(
  3. ii)(iii) ). Επίσης ζητείται διάταγμα που να διατάζει τους εναγόμενους 3, 10 και 12 όπως επιτρέψουν πλήρη και ελευθέρα πρόσβαση και/ή παραδώσουν στον ενδιάμεσο παραλήπτη/διευθυντή που θα διοριστεί όλα τα μητρώα και έγγραφα που σχετίζονται με τα περιουσιακά στοιχεία της εναγόμενης 3 ως και των θυγατρικών της εταιρειών που εκτίθονται στον Πίνακα Α μέχρι ακρόασης της έφεσης που καταχωρήθηκε στις 15/3/2011 εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 10/3/2011. (Βλ. Παρακλητικό Β). Ακόμα ζητείται δια του Παρακλητικού Γ ενδιάμεσο διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγομένους 3, 10 και 12 να ανεχθούν ή να προβούν άμεσα ή έμμεσα σε οποιοδήποτε διάβημα για αλλαγή της δομής και της σύνθεσης των διοικητικών συμβουλίων των θυγατρικών εταιρειών της εναγόμενης 3 ως ο Πίνακας Α μέχρι τελικής ακρόασης της πιο πάνω έφεσης. Πρόσθετα δια του Παρακλητικού Δ ζητείται προστακτικό διάταγμα που να διατάσσει τους πιο πάνω εναγομένους να αποσύρουν, ανακαλέσουν και/ή ακυρώσουν όλα τα πληρεξούσιο έγγραφα που υπέγραψαν και/ή παραχώρησαν οι εναγόμενοι 3 προς οποιοδήποτε πρόσωπο προς τον σκοπό ασκήσεως δικαιώματος ψήφου που έχουν οι εναγόμενοι 3 στις θυγατρικές τους εταιρείες. Και πάλιν μέχρι ακρόασης της παρούσας έφεσης. Η αίτηση στηρίζεται κυρίως στη Δ.35 ΘΘ.18 και 19, Δ.40 ΘΘ. 7, 11 και 15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως επίσης και κυρίως το Αρ. 32 του Ν. 14/60 σε συνάρτηση με το Αρθ. 9 του Κεφ.6. Στη πραγματική της βάση η αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1 ως φαίνεται στη δικογραφία της πρώτης αίτησης, στην ένορκη δήλωση 19.11.2010 του κ. James Calverley και πάλι μέρος της διαδικασίας της πρώτης αίτησης, καθώς και την επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Λ. Κόκκινου δικηγόρου στο γραφείο του κ. Πίττα. Αφού γίνεται αναφορά στη δικονομική πορεία της πρώτης αίτησης ο κ. Κόκκινος τονίζει το προβαλλόμενο ως λάθος του Δικαστηρίου να μην δεχθεί και να λάβει υπόψη στην απόφαση του στην ένορκη δήλωση του κ. Calverley η οποία καταχωρήθηκε εκ μέρους άλλων διαδίκων οι οποίοι δεν ήσαν αιτητές. Όπως επίσης γίνεται ιδιαίτερη μνεία στη βασιμότητα των λόγων έφεσης εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου, με έμφαση στο γεγονός ότι τα αγγλικά δικαστήρια έχουν ήδη διορίσει ενδιάμεσους παραλήπτες της περιουσίας του εναγομένου 7. Επισημαίνεται δε ως λάθος ότι το Δικαστήριο δεν έδωσε αναβολή στη διαδικασία της πρώτης αίτησης για να παρέμβουν οι δικηγόροι των Αγγλων ενδιάμεσων παραλήπτων της περιουσίας του εναγομένου 7, ο οποίος ας σημειωθεί δεν ήταν καθ'ου η αίτηση στην πρώτη αίτηση.. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στις διάφορες ενέργειες διαφόρων εκ των διαδίκων σε διάφορες διαδικασίες για να τονισθεί η αναγκαιότητα έκδοσης των παρόντων ενδιαμέσων διαταγμάτων (βλ. ειδικά παραγράφους 15 κ.επ.). Το αίτημα των αιτητών κυρίως στηρίζεται στο ότι η μη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά στους αιτητές «από τη ζημιά που ενδεχόμενα ήθελε προκαλέσει η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στους καθ'ων η αίτηση γιατί: (
  4. i)H έφεση τους θα κασταστεί άνευ αντικειμένου (
  5. ii)Η αγωγή τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου (iii) Τα περιουσιακά στοιχεία της Usarell θα πέσουν στα χέρια του Ablyasov και των συνεργατών αυτού, ήτοι της Alpha Group και δεν θα υπάρχει τρόπος επανάκτησης αυτών» Στην αγόρευση του ο κ. Πίττας, παραδεχόμενος ότι πρόκειται για ιδιόμορφη θεραπεία, πρόβαλε ως νομολογιακό βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου τις ακόλουθες αυθεντίες: Οcean Corporation Ltd v. Novorossijkrybprom Company Ltd (Νο.2)

(1996)1B AAΔ.1154, Αίτηση Σερτιοράρι Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ & άλλοι
(2005)!Β Α.Α.Δ 1255, Πολιτική Εφεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ & αλλοι
(2005)!Β ΑΑΔ 1523, Erinford Properties Ltd & Another - v - Cheshire County Council
(1974)2 All E.R. 448, Ketchum International PLC - v - Group Public Relations Holdings Ltd & Others
(1997)1 W.L.R 4, T - v - Shiu Wai Tuen (Hong Kong) HCA 2229/2007. Επίσης με παρέπεμψε σε αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων (βλ. την σχετική αγόρευση). Θεμελιακή κατά την κρίση μου αυθεντία είναι η αγγλική υπόθεση Erinford (πιο πάνω) η οποία σχολιάστηκε στην κυπριακή υπόθεση Ocean Corporation (πιο πάνω) όπου ο δικαστής κ. Νικολάου ανάφερε τα εξής σχετικά: «Η διαφύλαξη του δικαιώματος έφεσης με τη διατήρηση του αντικειμένου αποτελεί βέβαια μείζον ζήτημα προς το οποίο το Δικαστήριο δεν παραμένει αδιάφορο. Με εκλαμβανόμενη ως δεδομένη τη δικαιοδοτική δυνατότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων την οποία υποστηρίζει η εν λόγω απόφαση, χωρίς όμως να αποφαίνομαι επ' αυτής οριστικά, το Δικαστήριο οφείλει ακολούθως να εξετάσει το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι και είναι δίκαιο να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Το που κλίνει η πλάστιγγα σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι πάντοτε εύκολο να το διακρίνει κανείς. Στην εν λόγω απόφασή του ο δικαστής Megarry φαίνεται να θεωρεί πως η έκδοση τέτοιου διατάγματος δικαιολογείται ως σχεδόν ζήτημα ρουτίνας με εξαίρεση μόνο όπου συντρέχουν ειδικοί λόγοι. Κατονομάζει δύο. Ο ένας είναι όπου η αίτηση δεν ενέχει σοβαρότητα και ο άλλος είναι όπου το ισοζύγιο ευκολίας δεν θα καθιστούσε σκόπιμη την έκδοση. Αυτή η τόσο ευρεία προσέγγιση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Κατά τη γνώμη μου η έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων δεν πρέπει να παραγνωρίζει πως είναι επιθυμητό οι αποφάσεις σε ενδιάμεσες διαδικασίες να μην αποτελούν τροχοπέδη στην περαιτέρω εξέλιξη της υπόθεσης». Η πιο πάνω υπογραμμισμένη από εμένα επιφύλαξη του Δικαστή Νικολάου είναι ενδεικτική του βάρους που οι αιτητές έχουν να αποσείσουν σε τέτοιου τύπου αιτήσεις, βάρους που δεν σχετίζεται τόσο με την βασιμότητα της έφεσης αλλά που άπτονται της ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων. Επίσης στην υπόθεση Sturla v. Freccia
(1879)1 Ch. D. 438 αναφορά στην οποία γίνεται στην Erinford (πιο πάνω) o δικαστής James L.j. αναγνώρισε τον κίνδυνο κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ανάφερε σχετικά τα εξής: "I had when the case was before us on the former occasion some misgiving which has led to this further argument to-day, and I am not yet entirely free from misgiving, not so much as to whether it is right or wrong to make an order in the present case, but as to whether the making such an order may not be a dangerous precedent and likely to lead to great mischief. What I have been afraid of is that it may be said to be a precedent for holding that if any one applies for an injunction and obtains it the injunction ought to be kept up as long as he can keep the litigation alive. If, however, it is distinctly understood that, as stated by the Master of the olls, the granting such an injunction pending an appeal is a thing to be done only under very special and exceptional circumstances, then probably the danger that I have been afraid of will not exist. Αυτή η κατάληξη είναι σημαντική και πρέπει να προσεχθεί από τα πρωτόδικα δικαστήρια τα οποία πρέπει να πεισθούν για ύπαρξη εξαιρετικών συνθηκών πριν να προχωρήσουν σε τέτοιου τύπου διατάγματα. Η αγγλική νομολογία κρίνει ότι η συναφής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται σε περιπτώσεις που αφορούν σε διατήρηση περιουσίας ή χρηματικού ποσού ως αντικειμένου της αγωγής αλλά βασίζεται σε μια ευρύτερη αρχή ότι για να διασφαλιστούν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου και για να μη καταστούν άνευ αξίας με αδικαιολόγητη διάθεση της περιουσίας θα πρέπει το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση. Ketchum Inernational Plc v. Group Public Relations Holdings Ltd and others
(1996)4 All E.R. 374, η οποία υιοθέτησε την Pollini v. Gray
(1879)12 Ch. D.
  1. Συνολικά παρατηρείται ακόμη πιο αυστηρή προσέγγιση στην αξιολόγηση του επείγοντος ως εκ των πιο πάνω παρατηρήσεων. Εχω εξετάσει με όλη την προσοχή την παρούσα αίτηση στη νομική και πραγματική της βάση και έχω μελετήσει τις προβαλλόμενες ως άνω αυθεντίες. Καταλήγω ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί. Πρέπει ιδιαίτερα να τονίσω ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στις 10.3.2011 αφορούσε αίτηση by summons η οποία καταχωρήθη στις 16.4.
  2. Δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός για σχεδόν ένα έτος οι διάδικοι και ειδικά οι αιτητές είχαν καταχωρήσει μια αίτηση την οποία δεν προώθησαν ούτε ως μονομερή αλλά ούτε και ως επείγουσα με ένα τουλάχιστον ιδιαίτερα έκδηλο τρόπο. Και το Δικαστήριο είναι μετά από απόρριψη αιτήματος αναβολής στην οποία και οι αιτητές συμφώνησαν που άκουσε την παρούσα διαδικασία αποφασίζοντας και ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια στη βάση διαφόρων παραμέτρων όπως έχουν αυτές εξηγηθεί στην αιτιολογία της απόφασης. Επισημαίνεται δε ιδιαίτερα το ότι το Δικαστήριο ενέκρινε μέρος των αιτημάτων των αιτητών στη βάση της θεώρησης του ότι τέτοια αντιμετώπιση θα βοηθούσε την όλη εξέλιξη της διαδικασίας εκδίδοντας δραστικά διατάγματα τύπου Norwich. Οι αιτητές παραδόξως, ενώ δια ένα σχεδόν έτος υπήρξε σε εκκρεμοδικία αίτηση για διορισμό παραλήπτη ως by summons αίτηση απευθύνονται στο Δικαστήριο δια της παρούσας μονομερούς αίτησης υπο το καθεστώς επείγουσας διαδικασίας «δια να διαφυλάξουν τα δικαιώματα τους ως εκ της έφεσης» και ζητούν νέα διατάγματα ονομάζοντας τα «περιορισμένης εξουσίας». Θεωρώ ότι το εγχείρημα των αιτητών ερείδεται σε μη ορθή αντιμετώπιση των πιο πάνω αυθεντιών. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Erinford αφορούσε χρονικό διάστημα εκδίκασης της πρώτης και της δεύτερης αίτησης σε συνολική περίοδο 2 μηνών. Πρόσθετα δεν υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση ανάγκη να διασφαλισθεί μια κατάσταση πραγμάτων η οποία ακυρώθηκε ως εκ του οποιουδήποτε διατάγματος. Ποτέ δεν υπήρξε σε ισχύ ο,τιδήποτε το οποίο «προστάτευε» μια κατάσταση πραγμάτων. Πέραν όμως αυτών θεωρώ ότι τυχόν θετική ή εν μέρει θετική αντίκρυση των αιτημάτων των αιτητών θα ήταν εκτός του πλαισίου τόσο του Αρ. 9 του Κεφ. 6 αλλά και όλης της φιλοσοφίας που διέπει τα συντηρητικά διατάγματα ή και τις ειδικές αρχές που επικαλούνται τώρα οι αιτητές υπό το πλέγμα της Erinford. Μου ζητείται στην πραγματικότητα να ασκήσω εκ νέου τη διακριτική μου εξουσία για συντηρητικό διάταγμα με μονομερή αίτηση ενώ απέρριψα παρόμοια θεραπεία σε αίτηση δια κλήσεως η οποία, επαναλαμβάνω, παρέμεινε σε εκκρεμοδικία για ένα σχεδόν έτος και με αιτήματα αναβολών στα οποία «συνέπραξαν, δια της συναίνεσης τους οι αιτητές». Δεν είναι θέμα εξέτασης της βασιμότητας της έφεσης αυτοδύναμα αλλά μη ύπαρξης εξαιρετικών συνθηκών, κατά την κρίση μου. Παρά το ότι κατανοώ τα προβλήματα σε σχέση με την επίδοση προς τον εναγόμενο 7, δεν μπορώ να αγνοήσω ότι η όλη διαδικασία δεν του επεδόθηκε, έστω και «αν γνωρίζει τα της αγωγής» εναντίον του, όπως οι αιτητές υποδεικνύουν. Πραγματικά θεωρώ ότι δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις ή επείγον χαρακτήρας στην παρούσα αίτηση. Θα πρόσθετα ακόμη ότι παρά το χαρακτηρισμό των αιτουμένων θεραπειών ως περιορισμένης φύσεως, αυτό δεν ισχύει απόλυτα. Πρόκειται και πάλι για ισχυρές και σοβαρές εξουσίες σε παραμέτρους που εν πολλοίς ήδη κρίθηκαν, απλώς πιο περιορισμένες από την πρώτη αίτηση. Οι επιπλοκές ή οι εξελίξεις σε άλλες διαδικασίες οι οποίες παρατίθονται στη στηρικτική ένορκη δήλωση δεν μπορούν να αλλοιώσουν τα πράγματα και δεν λειτουργούν ως πανάκεια. Η κατάληξη μου δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η απόρριψη της παρούσας αίτησης στο σύνολο της. Ουδεμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ- Πιστον Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία -Interim Order - αίτηση για συντηρητικό διάταγμα - διορισμός ενδιάμεσου παραλήπτη/διευθυντή εκκρεμούσης της έφεσηςή) (Re: aetisi gia syntiritiko diatagma - diorismos endiamesou paralipti/diefthinti ekremousis tis efesis) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.