← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ ΣΙΑ ν. CYLLENIUS HOLDING LTD κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης 142/10, 24.3.2011

ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ ΣΙΑ ν. CYLLENIUS HOLDING LTD κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης 142/10, 24.3.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A89 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χ"Γιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης 142/10 Σε ότι αφορά τον περί Δικηγόρων Νόμο Κεφ.2 και τους περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορίαν (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμούς 1985 - 1999 (ως τροποποιήθηκαν) Και σε ότι αφορά την απόφαση της Επιτροπής Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ημερ. 12.7.06 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ, εκ Λεμεσού Αιτητών - και -

  1. CYLLENIUS HOLDING LTD, εκ Λεμεσού
  2. SERGEY PUGACHEF, εκ Λεμεσού
  3. IOSSIF SANDLER, εκ Λεμεσού
  4. IGOR SIDOROV, εκ Λεμεσού
  5. TRANSBUNKER MANAGEMENT LTD, εκ Λεμεσού Καθ΄ων η αίτηση ----------------------------------------- Ημερομηνία: 24.3.2011 Για Αιτητές: κ. Χρ. Μελίδης Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Μελάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση απόφασης ημερ. 12.7.06, η οποία λήφθηκε από την Επιτροπή Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, εναντίον των καθ΄ων η αίτηση. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση των καθ' ων η αίτηση, στην οποία προέβαλαν πέντε λόγους ένστασης, από τους οποίους, με αίτηση τους ημερ. 20.7.10 ζήτησαν όπως οι λόγοι Α, Β1 και Β2 ακουστούν και αποφασιστούν από το Δικαστήριο προδικαστικά. Οι αιτητές συμφώνησαν στην εν λόγω διαδικασία και έτσι με διάταγμα του Δικαστηρίου αποφασίστηκε όπως οι πιο πάνω λόγοι ένστασης αποφασιστούν προδικαστικά. Οι εν λόγω λόγοι ένστασης είναι οι εξής: Α. Η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής και/η δεν προσδίδει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία της. Β
  6. Η Αίτηση δεν έχει συνταχθεί δικονομικά ορθά και/η πάσχει τυπικά και/η δεν έχει περιβληθεί με τον ορθό Δικονομικό τύπο και/η μορφή και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/η άκυρη και/η ανύπαρκτη. Β
  7. Η Αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει λόγω δεδικασμένου και/η νομικού και/η διαδικαστικού κωλύματος και/η εμποδίου που απορρέει από την έκδοση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 3.11.09 στα πλαίσια της Γενικής αίτησης 365/
  8. Θα αρχίσω από την εξέταση του Λόγου Β
  9. Λόγος Β2: Έγινε εισήγηση από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση ότι υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 3.11.09 στη Γενική Αίτηση 365/09 με την οποία το Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο Τύπος που οι αιτητές επέλεξαν να προσφύγουν στο Δικαστήριο δεν ήταν ο ενδεδειγμένος, δεν χρησιμοποιήθηκε το ορθό δικονομικό μέσο και η αίτηση απορρίφθηκε ως ανυπόστατη. Σημειώνεται ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με τον ίδιο Τύπο που είχε χρησιμοποιηθεί στην Αίτηση 365/09 χωρίς οι αιτητές να τον διορθώσουν και δεν εφεσίβαλαν την απόφαση του Δικαστηρίου ούτε και συμμορφώθηκαν με αυτή. Αντίθετα, η πλευρά των αιτητών εισηγήθηκε ότι η πιο πάνω απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στηρίζεται σε δικονομικά και διαδικαστικά σημεία και δεν ασχολήθηκε καθόλου με την ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν εξετάστηκε. Επομένως, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για δεδικασμένο. Προς υποστήριξη τη θέσης τους, ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Pieris v. Republic

(1983)3 C.L.R.1054, σελ.1065 και στο πιο κάτω απόσπασμα: "As it can be gathered from a study of a number of English and Cyprus cases, the doctrine of res judicata, as applied in civil cases, has many features in common with the doctrine of res judicata as applied in administrative law. In both fields there must be an adjudication on the merits, similarly the estoppel arising therefrom extends to all matters in issue, directly or by necessary implication." Σε μετάφραση: «Όπως συνάγεται από τη μελέτη αριθμού αγγλικών και κυπριακών αποφάσεων, το δόγμα του δεδικασμένου όπως εφαρμόζεται στις αστικές υποθέσεις έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με το δόγμα του δεδικασμένου όπως εφαρμόζεται στο διοικητικό δίκαιο. Και στις δυο περιπτώσεις θα πρέπει να υπάρχει εκδίκαση και απόφαση επί της ουσίας και κατά τον ίδιο τρόπο το δεδικασμένο που προκύπτει εκτίνεται σε όλα τα επίδικα θέματα άμεσα ή που απαραίτητα εξυπονοοούνται.» Έχω μελετήσει προσεκτικά τις εισηγήσεις των δύο πλευρών και κρίνω ότι ο λόγος αυτός ευσταθεί. Είναι αρκετό επί τούτου να παρατηρήσω ότι οι αιτητές εάν διαφωνούσαν με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στη Γενική αίτηση 365/09, ημερομηνίας 3.11.2009, είχαν κάθε δικαίωμα να την εφεσιβάλουν. Αντί τούτου, επέλεξαν να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση η οποία έχει την ίδια ακριβώς δικονομική μορφή και τύπο, και την ίδια νομική και πραγματική βάση με τη Γενική Αίτηση 365/
  1. Το γεγονός ότι στην παρούσα αίτηση δεν γίνεται αναφορά στη Δ.48, στην οποία αναφέρετο η αίτηση 365/09, δεν διαφοροποιεί το πανομοιότυπο των δύο αιτήσεων αφού επαναλαμβάνω έχουν ακριβώς την ίδια δικονομική μορφή και τύπο. Σύμφωνα με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου στη Γενική Αίτηση 365/09: «Εκείνο βέβαια που ενέχει σημασία είναι πως σίγουρα ο τύπος που οι αιτητές στη Γενική Αίτηση επέλεξαν να οδηγήσουν τη διαφορά τους ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν ο ενδεδειγμένος. Είναι ο τύπος που προορίζεται αποκλειστικά για ενδιάμεσες αιτήσεις σε εκκρεμείς αγωγές και διαδικασίες. Τόσον ο τύπος της αίτησης στην όψη της όσον και η αναφορά στη νομική της βάση της Δ.48 θ.1, εκεί παραπέμπει. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του το ορθό δικονομικό μέσο.» Είναι επομένως φανερό ότι το Δικαστήριο αποφάσισε πως ο τύπος της αίτησης στην όψη της, - πέραν από την αναφορά στη νομική της βάση της Δ.48 - που προορίζεται αποκλειστικά για ενδιάμεσες αιτήσεις, δεν αποτελούσε το ορθό δικονομικό μέτρο, γι΄ αυτό και απορρίφθηκε η αίτηση ως ανυπόστατη. Στη βάση αυτών των επισημάνσεων έχω την άποψη ότι, στην περίπτωση που το παρόν Δικαστήριο θα αποδεχόταν τον τύπο της παρούσας αίτησης ως το ορθό δικονομικό μέσο για πρόσβαση των αιτητών στο Δικαστήριο, θα μετατρέπετο αυτόματα σε Εφετείο σε σχέση με την τύχη της αίτησης 365/
  2. Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου, κρίνει και την τύχη της Γενικής Αίτησης που δεν είναι άλλη παρά η απόρριψη της. Ενόψει της κατάληξης αυτής, η ενασχόληση του Δικαστηρίου με τους δύο άλλους λόγους Α και Β1 κρίνεται αχρείαστη, έστω και αν, κατά την άποψη μου δεν ευσταθούν και αυτό για τους ακόλουθους λόγους που ως εκ περισσού αναφέρω συνοπτικά: Λόγος Α: Είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση ότι, ενόψει του ότι το ορθό δικονομικό μέτρο για να εγγραφεί μια διαιτητική απόφαση είναι η Γενική Αίτηση, η Δ.64 στην οποία στηρίζεται η αίτηση δεν μπορεί να προσδώσει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο. Προσθέτει ότι η παρούσα αίτηση δεν βασίζεται όπως θα έπρεπε, στη Δ.55 η οποία αφορά τις πρωτογενείς αιτήσεις, γεγονός που επηρεάζει άμεσα και δραστικά την εγκυρότητα της αίτησης. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών, εισηγήθηκε ότι η νομική βάση της αίτησης είναι πλήρης και καθ' όλα νομότυπη και προς τούτο αναφέρθηκε στο άρθρο 24 του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ.2 στα άρθρα 14
(1), 16
(1), 16(Α)
(1)
(2)
(3)των περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορίαν (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμών 1985 -1999, στο άρθρο 21 του Κεφ.4 και στη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των οποίων βασίζεται η αίτηση. Διευκρίνισε ότι συμπεριελήφθηκε το Κεφ.4 στη νομική βάση της αίτησης διότι το άρθρο 16(Α)
(1)των Κανονισμών 1985 - 1999 (ανωτέρω), ρητά προνοεί ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής υπέχουν θέση Διαιτητικών Αποφάσεων. Ωστόσο, είναι η θέση του ότι το ουσιαστικό δίκαιο για τη χορήγηση της επίδικης θεραπείας, δηλαδή την εγγραφή της απόφασης της Επιτροπής, το πραγματεύεται το Κεφ.2 και οι πιο πάνω Κανονισμοί, οι οποίοι προνοούν ρητά για την εγγραφή των αποφάσεων της Επιτροπής μέσω των Επαρχιακών Δικαστηρίων όμως δεν προνοούν το μηχανισμό και/ή το δικονομικό τρόπο και/ή ειδικούς κανόνες εγγραφής της απόφασης. Ειδικότερα, ο Κανονισμός 16Α αναφέρεται απλά σε αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου. Επικαλέστηκε προς τούτο, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Udruzena Beοgradska Banka v. Westcare Investments Inc.
(1999)1(A) A.A.Δ.124, η οποία θεμελιώνει στην απουσία ειδικών Κανονισμών, τη δυνατότητα αναζήτησης δικονομικού μηχανισμού, ούτως ώστε να μην καθίστανται ανενεργά τα δικαιώματα που παρέχονται από συγκεκριμένο νόμο. Στις περιπτώσεις αυτές η πρόσβαση στο Δικαστήριο καθίσταται δυνατή με τη χρησιμοποίηση γνωστών στο Δίκαιο διαδικασιών υπό την προϋπόθεση ότι κατοχυρώνονται τα δικαιώματα όλων των μερών. Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν διέπουν άμεσα την περίπτωση εφόσον δεν έχει γίνει πρόνοια γι' αυτό το σκοπό. Παρέχουν ωστόσο τους μηχανισμούς που μπορεί να χρησιμοποιηθούν. Έχω μελετήσει προσεκτικά τις εισηγήσεις των δυο πλευρών. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το άρθρο 16Α
(1)των Κανονισμών (ανωτέρω) δεν προβλέπει το δικονομικό τρόπο που οι αιτητές θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν για την εγγραφή της επίδικης απόφασης της Επιτροπής στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Εφαρμόζοντας τη νομική αρχή που καθιερώθηκε με την πιο πάνω απόφαση Udruzena Beogradska Banka (ανωτέρω) ότι δηλαδή η μη ύπαρξη κανονισμών δεν καθιστά τις νομοθετικές πρόνοιες ανενεργές αλλά όπου δεν υπάρχουν ειδικοί διαδικαστικοί κανόνες επιτρέπεται η καταχώρηση εναρκτήριας αίτησης, κρίνω ότι οι αιτητές ορθά χρησιμοποίησαν για πρόσβαση τους στο Δικαστήριο, τη γνωστή στο δίκαιο μας Γενική Αίτηση. Ενόψει της πιο πάνω νομολογιακής αρχής κρίνω ότι η μη συμπερίληψη στην παρούσα αίτηση της Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που προβλέπει την πρόσβαση στο Δικαστήριο με πρωτογενή αίτηση, δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητα της αίτησης. Και τούτο, έχοντας συγχρόνως κατά νου ότι με την καταχώρηση της παρούσας Γενικής Αίτησης, δεν επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο, τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση ούτε και προβλήθηκε, εν πάση περιπτώσει, τέτοιος ισχυρισμός. Τονίζω ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, κατά την άποψη μου, η προσοχή του Δικαστηρίου πρέπει να στρέφεται στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων των μερών και όχι στο δικονομικό διάβημα προώθησης τους. Λόγος Β1: Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι ο τύπος δηλαδή η δικονομική μορφή βάσει του οποίου υποβλήθηκε η Γενική Αίτηση είναι αντικανονικός και όχι ο προβλεπόμενος. Συνεπώς, η αίτηση πάσχει από ακυρότητα που δεν μπορεί να θεραπευθεί, αφού οι αιτητές χρησιμοποίησαν τον Τύπο για ενδιάμεσες αιτήσεις που στηρίζονται στη Δ.48 και όχι τον Τύπο των πρωτογενών αιτήσεων που η Δ.55 καθορίζει. Προσθέτει ότι οι αιτητές, δεν έλαβαν διορθωτικά μέτρα παρόλο που είχαν την ευκαιρία όταν έλαβαν γνώση της ένστασης των καθ' ων η αίτηση. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με τον Λόγο Α, προδιαγράφει και την τύχη του Λόγου Β1. Η μη αναγκαιότητα κατά την κρίση του Δικαστηρίου, της συμπερίληψης της Δ.55 στη νομική βάση της αίτησης, καθιστά και τη μη αναγκαιότητα της αυστηρής τήρησης του Τύπου που καθορίζει η Δ.55. Κατά την άποψη μου, η μη πρόβλεψη συγκεκριμένου Τύπου από τον άρθρο 16(Α)
(1)των Κανονισμών δεν μπορεί να ερμηνεύεται στενά και κατά τρόπο αυστηρό, όπως είναι η εισήγηση του συνήγορου των καθ' ων η αίτηση. Ό,τι έχει σημασία είναι η κατοχύρωση με την παρούσα αίτηση, των δικαιωμάτων όλων των μερών, η ουσία δηλαδή και όχι ο τύπος, πράγμα που κατά την κρίση μου, επιτεύχθηκε. Για όλα τα πιο πάνω, η Γενική Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Gen.Appl./Final Αναφορά: Αίτηση για εγγραφή & εκτέλεση απόφασης που λήφθηκε από επιτροπή καθορισμού δικηγορικής αμοιβής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.