← Κύπρος

Galatex Tourist Enterprises Ltd. ν. Δήμου Κυριάκου κ.α., Αγωγή Αρ. 4636/05, 24 Μαρτίου, 2011

Galatex Tourist Enterprises Ltd. ν. Δήμου Κυριάκου κ.α., Αγωγή Αρ. 4636/05, 24 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A90 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 4636/05 Μεταξύ: Galatex Tourist Enterprises Ltd., από τη Λεμεσό Εναγόντων και

  1. Δήμου Κυριάκου, από τη Λεμεσό
  2. Κυριάκου Κυριάκου, από τη Λεμεσό Εναγομένων ------------------------------ 24 Μαρτίου, 2011 Για τους ενάγοντες: κα Ο. Λάμπρου Για τους εναγόμενους: κ. Χρ. Χριστοφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η καταχώριση δυο αγωγών, της 5613/04 και της 4636/05, εκ μέρους των εναγόντων και εναντίον των ιδίων εναγομένων, οι οποίοι με την σειρά τους καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταξίωση και στις δυο διαδικασίες, αξιώνοντας διαφορετικές σε κάθε περίπτωση θεραπείες, περιέπλεξε αχρείαστα τα πράγματα. Είναι λοιπόν ανάγκη πριν το Δικαστήριο εξετάσει τις αξιώσεις των διαδίκων, να αναφερθεί στα γεγονότα που προηγήθηκαν και στο όλο ιστορικό των σχέσεων των μερών που ανατρέχει σε βάθος χρόνου. Οδηγός στην προσπάθεια του Δικαστηρίου είναι και ο κατάλογος κοινών παραδεκτών γεγονότων που καταχωρίστηκε στις 18.6.2008, τόσο στην 4636/05 όσο και στην 5613/04, με κάποιες μόνο διαφοροποιήσεις, σε συνάρτηση με τα ποσά που έχουν καταβληθεί εκ μέρους των εναγομένων. Στις 18.9.2006, οι ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση, επιδιώκοντας διάταγμα συνένωσης των αγωγών στην οποία οι εναγόμενοι έφεραν ένσταση. Στις 9.2.2007 εξεδόθη η απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δε παρέλειψε να σχολιάσει πως η διατήρηση δυο ανταπαιτήσεων, ενώ μια θα μπορούσε να ήταν ικανοποιητική, για να προωθήσει τις θέσεις και αξιώσεις των εναγομένων, συνιστούσαν κατάχρηση των διαδικασιών: παραμορφώνουν την διαδικασία, τείνουν να περιπλέξουν τα επίδικα θέματα, σε σημείο που καθίσταται δύσκολη η διασφάλιση δίκαιης δίκης, δημιουργούν πολλαπλότητα των διαδικασιών, τείνουν να αυξήσουν τα έξοδα και τις δαπάνες και να σπαταλήσουν πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Στα πλαίσια της ίδιας απόφασης το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες με σκοπό την έναρξη και συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, παρατηρώντας πως, οι διάδικοι θα έπρεπε να εξετάσουν το ενδεχόμενο η 5613/04 αγωγή και η ανταπαίτηση στην 4635/05 να συνεκδικαστούν, αλλά και να συναινέσουν στην συνεκδίκαση των δυο ανταπαιτήσεων, αν οι εναγόμενοι τελικά επέμεναν να διατηρήσουν και τις δυο. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ «
  3. Οι Ενάγοντες που είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, ήταν καθόλους τους ουσιώδεις χρόνους για την παρούσα αγωγή εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του τεμαχίου γης αρ. 250, Φ/Σχ.LIV/52 και όλων των οικοδομημάτων σ' αυτό που βρίσκεται στον Ποταμό Γερμασόγειας και που καλύπτετο από το Πιστοποιητικό Εγγραφής αρ. 23143 (που θα αναφέρεται στο εξής ως "το Κτήμα").
  4. Οι Ενάγοντες ανάπτυξαν το Κτήμα με την ανέγερση σ' αυτό κτιριακού συγκροτήματος γνωστού ως "Galatex Beach Center" αποτελούμενου από αριθμόν καταστημάτων και διαμερισμάτων τα οποία εδιέθεταν και διαθέτουν προς πώληση και/ή ενοικίαση (που θα αναφέρονται στο εξής ως "το Κτιριακό Συγκρότημα").
  5. Στις 15.9.1992, προσυπογράφτηκε μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 και 2 ως επίσης και του Κάραπετ Ζαχαριάν (που θα αναφέρονται στο εξής ως "οι Αρχικοί Αγοραστές") Πωλητήριο Εγγραφο (που θα αναφέρεται στο εξής ως "Πρώτη Συμφωνία Πώλησης") δυνάμει του οποίου οι Ενάγοντες πώλησαν στους Αρχικούς Αγοραστές το Κατάστημα Αρ. 79 στο πιο πάνω αναφερόμενο Κτιριακό Συγκρότημα έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης ποσού ΛΚ 174.000,
  6. Στις 8.8.1994, υπεγράφη Γραπτό Μνημόνιο Ακύρωσης Συμφωνίας με το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ των Εναγόντων και των Αρχικών Αγοραστών η ακύρωση της Πρώτης Συμφωνίας Πώλησης που συνομολογήθηκε στις 15.9.
  7. Στις 8.8.1994 υπεγράφη νέο Πωλητήριο Εγγραφο (που θα αναφέρεται στο εξής ως "η Δεύτερη Συμφωνία Πώλησης") μεταξύ των Εναγόντων και των Αρχικών Αγοραστών.
  8. Οι Αρχικοί Αγοραστές με επιστολή τους ημερ. 8.8.1994 προς τους Ενάγοντες ζήτησαν την μεταβίβαση των πωλούμενων Καταστημάτων σε μερίδια ποσοστού 35 % για έκαστο των Εναγομένων 1 και 2 και ποσοστό 30 % στο Καραπέτ Ζαχαριάν.
  9. Οι Ενάγοντες με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 26.10.1995 τερμάτισαν την Συμφωνία Πώλησης ημερ. 8.8.1994, ένεκα παράλειψης των Αρχικών Αγοραστών να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και να καταβάλουν τις προβλεπόμενες δόσεις τους έναντι του τιμήματος πώλησης που είχαν καταστεί οφειλόμενες και πληρωτέες στους Ενάγοντες συνολικού ποσού ΛΚ 22.348,00 δυνάμει της Δεύτερης Συμφωνίας Πώλησης και κάλεσαν τους Αρχικούς Αγοραστές να παραδώσουν ελεύθερη και ανεμπόδιστη κατοχή των πωλούμενων Καταστημάτων.
  10. Στις 29.12.1995, οι Ενάγοντες καταχώρησαν Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ενταλμα εναντίον των Αρχικών Αγοραστών με αρ. Αγωγής 7774/95, Ε.Δ. Λεμεσού, με την οποία εξαιτούντο την ακύρωση της Δεύτερης Συμφωνίας Πώλησης και ανάκτηση κατοχής των πωλούμενων Καταστημάτων, περιπλέον διατάγματα και αποζημιώσεις για παράβαση της Συμφωνίας Πώλησης.
  11. Στις 8.3.1996, υπεγράφη γραπτή Συμφωνία Διευθέτησης (στο εξής "η Συμφωνία Διευθέτησης") μεταξύ των Εναγόντων και των Αρχικών Αγοραστών.
  12. Στις 8.3.1996 υπογράφτηκε μεταξύ των Εναγόντων και των Αρχικών Αγοραστών Συμφωνία Ακύρωσης Πώλησης Ακινήτου (στο εξής "Συμφωνία Ακύρωσης").
  13. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας που προσυπογράφτηκε στις 8.3.1996 μεταξύ των Εναγόντων ως Πωλητών και των Εναγομένων ως αγοραστών, οι Ενάγοντες πώλησαν στους Εναγομένους τα ρηθέντα Καταστήματα με αρ. 79 και 80Α που ανήγειραν οι Ενάγοντες στο Κτήμα και που αποτελούν μέρος του Κτιριακού Συγκροτήματος (που θα αναφέρεται στο εξής ως "η Επίδικη Συμφωνία Πώλησης").
  14. Το τίμημα πώλησης των Καταστημάτων συμφωνήθηκε στο ποσό των ΛΚ 240.000,00 πληρωτέο ως ακολούθως: (α) ποσό ΛΚ 58.774,00 που κατεβλήθη δυνάμει της ακυρωθείσας Δεύτερης Συμφωνίας Πώλησης ημερ. 8.8.1994, λογισθέν ως καταβληθέν με τη προσυπογραφή της Επίδικης Συμφωνίας Πώλησης. (β) ποσό ΛΚ 12.000,00 με την υπογραφή της Επίδικης Συμφωνίας Πώλησης. (γ) ποσό ΛΚ 3.364,00 στις 31.3.
  15. (δ) ποσό ΛΚ 3.364,00 στις 30.4.1996 (ε) ποσό ΛΚ 3.364,00 στις 31.5.1996 (ζ) ποσό ΛΚ 3.364,00 στις 30.6.1996 (η) ποσό ΛΚ 3.364,00 στις 31.7.1996 (θ) ποσό ΛΚ 3.364,00 στις 31.8.1996 (ι) ποσό ΛΚ 149.046,00
  16. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 28.9.2004 εναντίον των Εναγομένων την αγωγή με αρ. 5613/04, Ε.Δ. Λεμεσού αξιώνοντας το ποσό των ΛΚ183.560,
  17. Οι Εναγόμενοι πλήρωσαν μέχρι σήμερα στους Ενάγοντες το ποσό των ΛΚ170.600,
  18. Οι Εναγόμενοι παρέλαβαν την επιστολή του δικηγόρου των Εναγόντων με ημερ. 2.8.2005.» Στις 7.9.2005, οι ενάγοντες καταχωρίζουν την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνουν, αναγνωριστική απόφαση: η συμφωνία πώλησης των καταστημάτων έχει νομίμως τερματιστεί. Τερματισμό, τον οποίο οι ενάγοντες σύμφωνα με τις δικογραφημένες τους θέσεις, εδράζουν σε επιστολή του δικηγόρου τους, ημερομηνίας 2.8.2005, Τεκμ.6, λόγω παράλειψης των εναγομένων να καταβάλουν τις οφειλόμενες δόσεις τους για το ποσό, που σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, ανερχόταν μέχρι 27.7.2005 σε Λ.Κ.263.074,01 μέχρι 27.7.
  19. Οι ενάγοντες αποσύρουν ακολούθως στις 17.1.2006 την αξίωση τους στην αγωγή 5613/
  20. Έτσι και παρέμεινε προς εκδίκαση και απόφανση η αξίωση των εναγομένων στην εκεί ανταπαίτηση: ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, Τεκμ.
  21. Πολύ αργότερα, στις 18.4.2007, κατά το στάδιο των οδηγιών, οι δικηγόροι των διαδίκων κατέληξαν σε συμφωνία συνεκδίκασης των ανταπαιτήσεων. Ουσιαστικώς συγκατάνευσαν σε αυτό που είχε παρατηρήσει ήδη ο Ερωτοκρίτου Δ., με την απόφαση του, οπότε και εξεδόθη διάταγμα συνεκδίκασης των ανταπαιτήσεων. Οι εναγόμενοι προβάλουν προς υπεράσπιση τους, διάφορους ισχυρισμούς, τους οποίους θα εξετάσω στη συνέχεια, κατά την εξέταση της ουσίας της διαφοράς, και αξιώνουν ανταπαιτητικώς απόφαση του Δικαστηρίου για «Λ.Κ.227.000,00 ως απώλειες και/ή διαφυγόντα κέρδη και/ή μείωση της αξίας των καταστημάτων στη βάση των ισχυρισμών που προβάλλονται με την §25 της Υπεράσπισης: το ποσό των Λ.Κ.240.000 το οποίο είναι η συμφωνημένη τιμή πώλησης των δυο καταστημάτων ήτο συνέπεια αναληθών και/ή ψευδών παραστάσεων γινομένων υπό των εναγόντων καθ' ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπογραφής των συμφωνιών που επικαλούνται οι Ενάγοντες εις την έκθεση απαιτήσεως των οι ενάγοντες διαβεβαίωναν τους εναγόμενους περί κατασκευής και/η ανάπλασης, και/ή διαμόρφωσης της παραλίας ώστε να επρόκειτο περί ενεργούς παραλίας .» «... προς τούτο οι Ενάγοντες παρέδωσαν προς (sic) της υπογραφής των συμφωνιών που επικαλούνται οι Ενάγοντες διαφημιστικού εντύπου (Prospectus) και ο μόνος λόγος που οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την αγορά των δύο καταστημάτων εις το ποσό των Λ.Κ240.000 ήτο ότι θα εγίνοντο όλα τα κατασκευαστικά έργα ως εμφαίνοντο επί του διαφημιστικού εντύπου, των όρων και αρχιτεκτονικών σχεδίων.» Οι ενάγοντες κάλεσαν ως μάρτυρες: τον Βάσο Λαζαρίδη, Μ.Ε.1, λογιστή και οικονομικό διευθυντή τους από το 1991, τον Περικλή Μάρκαρη, Μ.Ε.2, εκτιμητή ακινήτων, και τέλος τον Γιάννη Αναξαγόρα, Μ.Ε.3, αρχιτέκτονα στο Αρχιτεκτονικό Γραφείο το οποίο ανέλαβε το σχεδιασμό του Galatex Beach Center, όπου και το επίδικο ακίνητο. Για τους εναγόμενους κατάθεσαν: ο Ιωάννης Ιωάννου, Μ.Υ.1, λογιστής, ο εναγόμενος 1, Μ.Υ.2, και ο εκτιμητής Γεώργιος Μαρτίδης, Μ.Υ.
  22. Οι σχέσεις των διαδίκων μερών όπως γίνεται καλά αντιληπτό από τα αποδεκτά γεγονότα, διέπονται από τις πρόνοιες της Συμφωνίας Αγοράς των ακινήτων ημερομηνίας 8.3.1996 την επίδικη συμφωνία πώλησης, Τεκμ.5, τη Συμφωνία Διευθέτησης της ιδίας ημερομηνίας, Τεκμ.3 και τη Συμφωνία Ακύρωσης Πώλησης Ακινήτου, Συμφωνία Ακύρωσης, Τεκμ.
  23. Γίνεται επίσης καλά αντιληπτό, έτσι προωθήθηκε και κατά την ακρόαση, ότι οι ενάγοντες προχώρησαν, κατ' ακολουθία, και στη βάση του όρου 1 του Τεκμ.5, να εξασκήσουν το δικαίωμα τους για ακύρωση της επίδικης συμφωνίας: «§
  24. Εάν ο αγοραστής παραλείψη να πληρώσει οιονδήποτε ποσόν πληρωτέον ως ανωτέρω και/ή άλλως πως βάσει της παρούσης συμφωνίας, με περίοδο χάρης εκ 21 ημερών, τότε ολόκληρον το υπόλοιπον του λογαριασμού του οφειλομένου υπό του αγοραστού θα καταστή αμέσως πληρωτέον και απαιτητόν και ο πωλητής δικαιούται κατά την απόλυτον κρίσιν του να ακυρώση την παρούσαν συμφωνίαν και να επαναπωλήσει το ρηθέν υποστατικό εις οιονδήποτε πρόσωπον και αντί οιασδήποτε τιμής είτε δια δημοσίου πλειστηριασμού είτε διά ιδιωτικής συμφωνίας, και άνευ οιασδήποτε ειδοποιήσεως προς τον αγοραστήν ή συγκαταθέσεως τούτου, ή/και να απαιτήσει πληρωμή ολοκλήρου του οφειλομένου ποσού, δυνάμει της παρούσης.» Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας του ζητήματος θα πρέπει να προτάξω την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Έχω εξετάσει με προσοχή τα όσα οι δυο λογιστές κατέθεσαν, καθώς και τις εξηγήσεις που έδωσαν, ως προς τη μέθοδο που ακολούθησαν για τον υπολογισμό του οφειλομένου ποσού. Ο Μ.Ε.1 μου άφησε άριστη εντύπωση. Κατέθεσε τις τρεις καταστάσεις λογαριασμού: 1η, όπως είχε σταλεί με την επιστολή τερματισμού, Τεκμ.6, η 2η όπου φαίνεται το υπόλοιπο μέχρι τις 20.9.2010 με τόκο μέχρι το τέλος του 2001, με «ανατοκισμό», Τεκμ.7, και η 3η κατάσταση, όπου φαίνεται το υπόλοιπο λογαριασμού μέχρι τις 20.9.2010, «χωρίς ανατοκισμό», Τεκμ.
  25. Το Τεκμ.8 ετοιμάστηκε σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει πως οι ενάγοντες δεν είχαν το δικαίωμα να προβαίνουν σε «ανατοκισμό». Ο Μ.Ε.1 ήταν σαφής: ο υπολογισμός έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Τεκμ.
  26. Οι πληρωμές που γίνονταν από καιρού εις καιρόν από τους εναγομένους καταλογίζονταν, πρώτα έναντι των τόκων και μετά έναντι του κεφαλαίου. Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης, χρεωνόταν τόκος 9% επί του εκάστοτε υπολοίπου του κεφαλαίου της κάθε καθυστερημένης δόσης. Ο λόγος του Μ.Ε1, οι εξηγήσεις που έδωσε κατά την αντεξέταση και γενικά η όλη στάση του, απέπνεαν τη σοβαρότητα και τη σταθερότητα ενός επαγγελματία που ανέπτυξε στο Δικαστήριο τον τρόπο και τη μέθοδο υπολογισμού. Δεν υπήρξε καμία προσπάθεια από μέρους του αποφυγής τοποθέτησης ή επεξηγήσεων. Αντιθέτως, η ετοιμασία και του λογαριασμού με «ανατοκισμό», φανέρωνε τη προσπάθεια του μάρτυρα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και τις δύο προσεγγίσεις, ώστε σε αντίθετη περίπτωση, να μην δικαιούνται οι ενάγοντες σε «ανατοκισμό», να εξακριβωθεί και να εξαχθεί με ακρίβεια το οφειλόμενο από τους ενάγοντες ποσό. Η αντεξέταση του μάρτυρα επιβεβαίωσε τις θέσεις του: ο μάρτυρας απάντησε σε κάθε ερώτηση με παραπομπή στους λογαριασμούς αλλά και στις πρόνοιες της Συμφωνίας. Ήταν σταθερός και ξεκάθαρος από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς ν' αποκλίνει από τις θέσεις του. Αντιθέτως, πολύ κακή εντύπωση πήρα από τον Μ.Υ.1, ο οποίος προχώρησε αβασάνιστα και πρόχειρα σε υπολογισμούς αυθαίρετους, λαμβάνοντας υπόψη του ότι ο ίδιος έκρινε πως βοηθούσε τον εντολέα του. Προχώρησε σε υπολογισμούς κατά βούληση. Χωρίς να στηριχθεί ούτε στη Συμφωνία, ως είχε υποχρέωση, για να υποδείξει, τα όποια, κατά την επαγγελματική του γνώμη, λάθη, λογιστικά είτε αυτά αφορούσαν πληρωμή δόσεων, κεφαλαίου ή τόκου. Δεν έλαβε υπόψη τη Συμφωνία, γιατί δεν «είχε σημασία» για τον ίδιο. Οι δόσεις μόνο, είπε, λήφθηκαν υπόψη. Δεν ήταν ακόμη σε θέση να υπολογίσει το ακριβές οφειλόμενο ποσό κατά τη κρίσιμη ημερομηνία, 2.8.
  27. Πρέπει να το υπολογίσει, είπε κατά την αντεξέταση. Σε καμιά άλλη ημερομηνία ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να ορίσει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ούτε και είχε, όπως είπε, τέτοια εντολή: «Η εντολή που πήραμε ήταν να υπολογίσουμε υπόλοιπο τόκου και δόση στις 30.9.2010», κατά την ημερομηνία της ακρόασης δηλαδή. Αλλά δεν είναι η μόνη παράλειψη του μάρτυρα, είτε ηθελημένη, είτε ως απόρροια της εντολής του. Ο μάρτυρας έλαβε υπόψη του επιλεκτικώς τις Συμφωνίες, Τεκμ.3, και Τεκμ.4, σταχιολόγησε ό,τι ο ίδιος έκρινε ουσιαστικό επιλεκτικώς, αγνόησε την επίδικη Συμφωνία Τεκμ.5, και τους ουσιώδεις όρους της. Τους ερμήνευσε κατά βούληση και στη συνέχεια, προσπάθησε, με ακροβατικούς υπολογισμούς, να προχωρήσει σε διαίρεση του ποσού των €149.046 με 123 δόσεις ή για να το τοποθετήσω όπως ακριβώς το έθεσε, να προχωρήσει σε μια «μαθηματική, «αριθμητική πράξη». Γιατί; Διότι όπως υποστήριξε και στην κυρίως εξέταση του «εάν πολλαπλασιάσουμε το ποσό των Λ.Κ.2.229,00 με το 123 μας δίνει το άθροισμα των Λ.Κ.274.167,00 διά το ποσό των Λ.Κ.2.229,00 που είχε καθοριστεί διά κάθε δόση δεν έχω αντιληφθεί με ποιά μαθηματική μέθοδο έχει υπολογιστεί και είμαι απόλυτα σίγουρος ότι πρόκειται περί μαθηματικού λάθους». Για να επαναλάβει κατά την αντεξέταση: «Δηλαδή αν κάμουμε μια αριθμητική πράξη 240.000 το τίμημα πώλησης μείον 58.774 μείον οι πληρωμές οι οποίες αναγνωρίζονται και από τον συνάδελφο, Β μέχρι Θ και συμψηφίζονται σε 32.180 εντοπίζουμε το υπόλοιπο οφειλής στις 8.3.96 σε 149.046 το οποίο είναι το υπόλοιπο οφειλής πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις όπως ανέφερα προηγουμένως. Οι απαντήσεις του κατά την κυρίως εξέταση είναι αποκαλυπτικές: «Ε. Κύριε μάρτυρα γιατί επιλέξετε να χρησιμοποιήσετε την μέθοδο όπως έχετε αναφέρει χρέωση τόκων επί των καθυστερημένων δόσεων και όχι χρέωσης τόκου είτε επί του εκάστοτε υπολοίπου είτε την συμπεριλάβετε στις δόσεις σας που καθορίσετε σε 1.211,
  28. Α. Για μένα επειδή δεν χρεώθηκε τόκος προηγουμένως και έχουμε και σε συνδυασμό με την παράγραφο Β δεν εντόπισα την χρέωση πληρωμής τόκου επί του υπολοίπου. Ε. Είχατε πει ότι δεν καταλάβατε την διαίρεση των 149.
  29. Α. Ναι. Ε. Αποφασίσατε δηλαδή από μόνος σας επειδή δεν καταλάβατε αυτή τη διαίρεση και προχωρήσατε και εκάμετε αυτή την μαθηματική πράξη ότι το 123 δόσεις επί το ποσό των 2.229 βγάζει εκείνο το ποσό που έβγαλε είναι λάθος αποφασίσατε από μόνος σας; Α. Είναι λάθος. Ε. Αποφασίσατε από μόνος σας ότι είναι λάθος; Α. Ναι. Ε. Ρωτήσατε κάποιον άλλο; Από μόνος σας είπατε ότι είναι λάθος; Δικαστήριο: Ε. Μαθηματικό; Α. Ναι, μαθηματικά είπα ότι είναι λάθος. Μαθηματικά δεν έβγαινε ο αριθμός 2.229 επί 123 δόσεις. Μαθηματικά είπα. Αυτό ανέφερα ναι. Η Αντεξέταση συνεχίζεται: Ε. Κύριε μάρτυρα, στη κατάσταση λογαριασμού ετοιμάσετε το Τεκ.14 φαίνεται στη δεύτερη σελίδα ένα ποσό στην προτελευταία στήλη €1.211,76, θέλω να μου πείτε αυτό το ποσό πώς το έχετε υπολογίσει. Α. Αυτό το ποσό είναι το κλάσμα που προκύπτει από την διαίρεση του ποσού που οφείλεται 31.8.96, 149.046 διά 123 δόσεις όπως είναι η συμφωνία το Τεκ.5 άμα διαιρεθούν τα δυο ποσά προκύπτει το 1.21.76 που είναι δόση που έπρεπε να πληρώνεται. Ε. Στην κατάσταση λογαριασμού απλώς θέλω να πείτε στο Δικαστήριο το ποσό το οποίο εσείς βάσει των υπολογισμών σας όφειλαν οι εναγόμενοι προς την εταιρεία Galatex, δηλαδή τους ενάγοντες κατά την 30.8.
  30. Α. Το ποσό που προκύπτει μετά τις πληρωμές είναι £73.778 συν τόκοι προς 9% πάνω στις καθυστερημένες δόσεις και το συνολικό ποσό με τους τόκους είναι £76.663,32 και σε ευρώ 130.977,
  31. Ε. Κύριε μάρτυρα έχετε λάβει υπόψη σας την κατάσταση λογαριασμού που αποστάληκε στους εναγόμενους, θέλω να μου πείτε αυτή η κατάσταση πώς ξεκινά η χρέωση των τόκων το οποίον έχετε λάβει επίσης υπόψη σας. Α. Οι τόκοι χρεώνονται πάνω στις καθυστερημένες δόσεις και ενσωματώνονται πάνω στο υπόλοιπο σύμφωνα με τον υπολογισμό των εναγόντων που ήταν 274.168 και όχι 149,046 όπως είναι πάνω στη συμφωνία. Κος Χριστοφόρου: Δεν έχω άλλες ερωτήσεις. Αντεξέταση: Ε. Κύριε μάρτυρα, μπορείτε να μας πείτε πόσες δόσεις θα έπρεπε να είχαν πληρώσει οι εναγόμενοι μέχρι τις 31.8.2004, αριθμητικά 1,
  32. Α. Κοιτάξετε ήταν 123 δόσεις μέχρι 30.11.2006 για να εξοφληθεί. Αν αφαιρέσουμε 11 δόσεις του 2006, 12 δόσεις του 2005 και 4 δόσεις του 2004, 11 και 12 = 23 και 4 =
  33. Δηλαδή έπρεπε να αφαιρεθούν από τις 123 27, δηλαδή 96 δόσεις από £1.211,
  34. Μιλούμε για λίρες πάντα. Ε. Γνωρίζετε πόσεις δόσεις πληρώθηκαν; Α. Γνωρίζω. Αφού έκαμα τους υπολογισμούς γνωρίζω αλλά για να είμαι ειλικρινής αριθμητικά δεν μέτρησα πόσες φορές πλήρωσαν, έχω όμως το ποσό. Το ποσό φαίνεται, είναι σωρευτική πληρωμή στη σελ.5 της κατάστασης που ετοίμασα £75.168.» Προχώρησε λοιπόν ο Μ.Υ.1 στη βάση της δίκης του αντίληψης, αγνοώντας την § Β(α) του Τεκμ.5: «διότι υπήρχε ακύρωση χωρίς καμιά δέσμευση αναφοράς σε προηγούμενη συμφωνία». Κατά βούληση ερμήνευσε ή αγνόησε τα συμφωνηθέντα, και στη βάση μιας αυθαίρετης πλέον αριθμητικής πράξης, προχώρησε στην ετοιμασία του Τεκμ.11 που καμιά αξία δεν έχει. Για τους λόγους αυτούς κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί τη μαρτυρία του, ούτε και να στηριχθεί στη συλλογιστική και στον τρόπο υπολογισμού του Μ.Υ.1 για να εξάγει στέρεα συμπεράσματα. Ο μάρτυρας προχώρησε να επιτελέσει έργο που δεν του ανήκε: αντί να περιοριστεί στο πεδίο της δικής του πραγματογνωμοσύνης και μέσα στα πλαίσια των συμφωνιών, προσπάθησε να οδηγήσει τα πράγματα στην κατάληξη των εντολέων του. Η ερμηνεία ενός εγγράφου είναι ζήτημα νομικό. Δεν ανήκει στους διαδίκους ή τους μάρτυρες ο προσδιορισμός της έννοιας ή της φύσης της. Αλεξάνδρου ν. Κωμοδρόμου

(1997)1 Α.Α.Δ.
  1. Ήδη έχει τεθεί το πλαίσιο που ρυθμίζει τις σχέσεις των διαδίκων μερών: Συμφωνία Αγοράς Ακινήτων Τεκμ.5, Συμφωνία Διευθέτησης, Τεκμ.3 και Συμφωνία Ακύρωσης Πώλησης Ακινήτου, Τεκμ.4 όλες ημερομηνίας 8.3.
  2. Οι ενάγοντες υποστήριξαν και απέδειξαν, σύμφωνα με τη μαρτυρία την οποία έχω αποδεκτεί, ότι προχώρησαν σε υπολογισμούς του οφειλομένου υπολοίπου συμφώνως με τους όρους της Συμφωνίας 1Α, 1Β και 2 του Τεκμ.
  3. Στη Συμφωνία Διευθέτησης προνοείται με τον όρο 3 ότι πέρα από τις μηνιαίες δόσεις που προβλέπονται στη Συμφωνία Πώλησης θα καταβληθεί επιπροσθέτως το ποσό των Λ.Κ.18.806.00 που αντιπροσώπευε καθυστερημένες ήδη δόσεις. Με σαφήνεια επίσης προβλέπεται στη Συμφωνία Ακύρωσης της Πώλησης Ακινήτου, όρος 1.1 ότι η Συμφωνία είναι συμπληρωματική της Συμφωνίας Διευθέτησης. Οι εναγόμενοι παραδέχονται με την §9 της Υπεράσπισης ότι το τίμημα πωλήσεως ήταν Λ.Κ.240.000 και «ότι συμφωνήθηκε η καταβολή των ποσών υπό στοιχεία (α), (β), (γ), (δ), (ε), (ζ), (η) και (θ) όπου τα εν λόγω ποσά θα καταβάλλοντο χωρίς την οποιαδήποτε υποχρέωση των εναγομένων εις την καταβολή τόκων και το μόνο ποσό το οποίο ήτο τοκοφόρο ήτο το ποσό των Λ.Κ.149.046,00 και η υποχρέωση των εναγομένων εις την καταβολή των τόκων ήτο μόνο στην περίπτωση επί των καθυστερημένων δόσεων.» Ενώ παραδέχονται ότι το υπόλοιπο ποσό ήταν Λ.Κ.149.046,00 όπως προνοείται στην παράγραφο 1(α)
(1)του Τεκμ.5, ισχυρίζονται με την §10 της υπεράσπισης ότι: «εκ της παραγράφου 15(Ι) παραδέχονται ότι το υπόλοιπο ήτο Λ.Κ.149.046,00 και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.2229 εκάστη οι οποίες αναφέρονται και/ή καθορίστηκαν στην συμφωνία ότι ανήρχοντο στις 123 και το εν λόγω ποσό έχει καθορισθεί αυθαίρετα και/ή εκ παραδρομής και/ή οι διάδικοι βρισκόντουσαν σε πλάνη περί του ακριβούς ποσού της μηνιαίας δόσης και/ή είχαν παρασυρθεί από την προηγούμενη συμφωνία ημερομηνίας 08.08.1994 όπου οι μηνιαίες δόσεις ήτο 144 εκ Λ.Κ.2229, εκάστη και η οποία συμφωνία ακυρώθηκε στις 08.03.1996 ανεπιφύλακτα από τα συμβαλλόμενα μέρη καθ' ότι με κανένα μαθηματικό και/ή λογιστικό τύπο δύναται να ανευρεθεί το ποσό των Λ.Κ.2229 το οποίο είχε καθορισθεί ως μηνιαίως δόση ώστε να εξοφλείται το ποσό των Λ.Κ.149.046.- σε 123 δόσεις και η πραγματική μηνιαία δόση ήτο Λ.Κ.1.211,76 με 9% τόκο επί των καθυστερημένων δόσεων.» Το ζήτημα της «λογιστικής διαφοράς» ή του μαθηματικού τρόπου εξαγωγής της μηνιαίας δόσης το έχω ήδη απαντήσει. Οι θέσεις του λογιστή των εναγομένων έχουν απορριφθεί. Ο ένας και μοναδικός μάρτυρας πραγματικών γεγονότων, ο εναγόμενος 1 δεν αναφέρθηκε καν στο επίμαχο, όπως τέθηκε τουλάχιστον με την υπεράσπιση ζήτημα. Η κυρίως εξέταση του μάρτυρα καταλαμβάνει, όπως φαίνεται από τα πρακτικά ακριβώς μια σελίδα. Εντελώς γενικόλογα αναφέρθηκε στο γιατί δεν εξοφλούσαν το οφειλόμενο ποσό: «για τον απλούστατο λόγο γιατί μας ζητούσαν υπέρογκα ποσά τα οποία δεν μπορούσαμε να κατανοήσουμε πώς βρήκαν αυτά τα ποσά». Ο μάρτυρας δέχεται ύστερα από ερώτηση του δικηγόρου του πως το Σεπτέμβρη του 2004 έχουν προβεί σε μια ακόμη πληρωμή: αυτό έγινε, είπε, σε μια προσπάθεια δική τους να βρουν «ας πούμε ένα τρόπο γιατί είμαστε πάντοτε διατεθειμένοι να εξοφλήσουμε το οφειλόμενο ποσό». Η τοποθέτηση και παραδοχή του μάρτυρα όχι μόνο δεν θέτει σε τροχιά αμφισβήτησης τις όποιες οφειλόμενες δόσεις ή τον τρόπο υπολογισμού λογιστικό ή άλλως, δυνάμει των όρων της Συμφωνίας ή εκτός των πλαισίων της, αλλά εκβαραθρώνει στο τέλος την όποια υπεράσπιση. Παρά ταύτα για μια πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση παραπέμπω και σ' ένα ακόμα σημαντικό γεγονός που αποδεικνύει το σαθρό υπόβαθρο των δικογραφημένων θέσεων. Από την Κατάσταση Λογαριασμού, Τεκμ.7 γίνεται φανερό αλλά και αποδεκτό από τους εναγόμενους, ότι καταβάλλουν σε διάφορες ημερομηνίες, όπως με λεπτομέρεια καταγράφεται στο Τεκμ.7, αρχικώς τουλάχιστον, τις δόσεις όπως έχουν συμφωνηθεί και έχει γίνει αποδεκτό γεγονός, ο τρόπος πληρωμής του τιμήματος, § 12 Καταλόγου Κοινών Παραδεκτών γεγονότων. Οι εναγόμενοι καταβάλλουν λοιπόν δόσεις από τις 9.4.1996, £3.364.00 όπως είχε συμφωνηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα από 9.4.1996 μέχρι 9.9.1996, σε κάποιες από αυτές υπολείπονται και ΛΚ.4 ενώ από 2.10.1996 ξεκινούν να καταβάλλουν δόση εκ Λ.Κ.2.200,00 για να καταλήξουν σε συνολική πληρωμή Λ.Κ.170.000,
  1. Συνάγεται λοιπόν ότι και στην πράξη οι εναγόμενοι συμμορφώνονταν με τα συμφωνηθέντα § 1(Α)(α)(γ-θ) και (ι) της Συμφωνίας, Τεκμ.
  2. Ως εκ τούτου και σε συνδυασμό με όλα όσα έχω επισημάνει και καταλήξει πιο πάνω, οι θέσεις των εναγόντων παρέμειναν κενές περιεχομένου, αστήρικτες και αναπόδεικτες. Επανερχόμενη στα συμφωνηθέντα και στο πλέγμα των συμφωνιών που ρυθμίζει τις σχέσεις των μερών καταλήγω και είναι φανερό, πως η Συμφωνία, Τεκμ.5, δεν μπορεί να αντικριστεί απομονωμένα αλλά πάντοτε σε συσχετισμό με τις άλλες δύο. Η πρόθεση των μερών, τόσο των εδώ εναγομένων, όσο και τους ενός εκ των αρχικών αγοραστών που απεχώρησε, ήταν σαφής. Όπως σαφής ήταν στο τέλος της ημέρας η διευθέτηση όπως αποκρυσταλλώθηκε και στις τρεις πιο πάνω συμφωνίες: Η Συμφωνία Ακύρωσης της Πώλησης Ακινήτου, Τεκμ.4 προνοούσε με σαφήνεια §§ 3.1 - 3.3 ότι το οφειλόμενο και πληρωτέο υπόλοιπο στους ενάγοντες ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.181.22600 με τόκο 9% το χρόνο και θα καταβαλλόταν από τους ενάγοντες § 3.3 όπως περιγράφεται στις §§3.3.1 - 3.3.
  3. Με την §3.3.8 προνοείτο ότι το «παραμένον υπόλοιπο θα καταβληθεί σε 123 μηνιαίες δόσεις Λ.Κ2.229,00 η κάθε μια της πρώτης δόσης πληρωτέας στις 30.9.1996 ..» πρόνοια που συμπεριλήφθηκε ως παράγραφος 1A(ι) της Συμφωνίας, Τεκμ.
  4. Η καταβολή καθυστερημένων δόσεων του τιμήματος πώλησης προνοείτο δε ρητώς και στη Συμφωνία Διευθέτησης, Τεκμ.
  5. Η καταβολή των καθυστερημένων δόσεων του τιμήματος πώλησης ρυθμιζόταν ρητώς §§ 3.1 -3.1.2.
  6. Συμφωνήθηκε δε § 3.1.3, Τεκμ.3 ότι «οι πιο πάνω αναφερόμενες δόσεις θα είναι επιπρόσθετες των μηνιαίων δόσεων που καθορίζονται στη Συμφωνία Πώλησης ότι θα καταβληθούν στην αντίστοιχη περίοδο». Εξ ου και με την §Β(α) της Συμφωνίας, Τεκμ.5 προνοείτο ρητώς ότι «Νοείται ότι όλες οι πιο πάνω δόσεις και πληρωμές περιλαμβάνουν τόκους προς 9% στο εκάστοτε υπόλοιπο από τις 8.8.1994» (υπογράμμιση του Δικαστηρίου) και ακολουθεί η § Β(β) «Νοείται περαιτέρω ότι θα χρεώνεται τόκος 9% επί των καθυστερημένων δόσεων». Το εκάστοτε υπόλοιπο όπως προέκυπτε από τις υποχρεώσεις των διαδίκων, δυνάμει της Συμφωνίας ημερομηνίας 8.8.1994, Τεκμ.
  7. μεταξύ των εναγόντων, των εδώ εναγομένων και τότε του Καραπετ Ζαχαριάν ο οποίος απεχώρησε με μεταβίβαση του μεριδίου του στους εναγόμενους. Τα έγγραφα, αυτά καθαυτά, αποκαλύπτουν την πρόθεση των συμβαλλομένων όπως αυτή εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο. Θεολόγος Λαζούρας ν. Κωνσταντίας Στυλλουριώτου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 168. Σκοπός της ερμηνείας είναι να αντικρύσει το πλέγμα των συμφωνηθέντων και εδώ το πλέγμα όλων των μεταξύ των διαδίκων μερών συμφωνιών, όπως τις έχω παραθέσει πιο πάνω, και όχι αποσπασματικά και χωρίς να ληφθούν υπόψη οι άλλες συμφωνίες που προηγήθηκαν της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας. Λευκαρίτη κ.α. ν. Long Beach Hotels Ltd
(2000)1 A.A.Δ. 194. Στο τέλος της ημέρας οι ερμηνευτικοί κανόνες χρησιμοποιούνται μόνο όταν το νόημα ενός όρου είναι ασαφές. Pell Frishcmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 33. Για να εξαιρεθεί το νόημα των όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά. Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Εμπόροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 168. Η πρόθεση πρέπει να απορρέει από το έγγραφο και το Δικαστήριο έχει καθήκον να βεβαιώσει τι εννοούσαν τα μέρη με τη διατύπωση που επέλεξαν και να εφαρμόσει την πρόθεση των μερών, όπως αυτή είχε εκφραστεί. Δεν επιτρέπεται να εικάσει, το Δικαστήριο, ποια ήταν η πρόθεση των μερών και να αντικαταστήσει τη ρητή με τεκμαιρόμενη πρόθεση Michel Saab κ.α. ν. Τhe Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R 499 και Ανδρέας Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240. Ο βασικός ερμηνευτικός κανόνας των συμβάσεων συναρτά τη βούληση των συμβαλλομένων με τη σημασία που ενέχουν οι όροι που χρησιμοποιούνται στην καθομιλουμένη, όπως αυτοί γίνονται κατανοητοί από το μέσο συνετό άνθρωπο υπό το πρίσμα του υπόβαθρου της συμφωνίας αποκλειομένων όμως των διαπραγματεύσεων. Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1058. Ένα πρόσωπο που υπογράφει ένα έγγραφο και αυτό εκφεύγει της κατοχής του, κατά τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, στην παρούσα περίπτωση και τα τρία πρωτότυπα συμβόλαια έχουν παραδοθεί στα χέρια των εναγομένων, έχει την ευθύνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου ο οποίος θα πρέπει να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στο τι υπογράφει ώστε, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004, αν δεν το πράξει, εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του στη βάση του εγγράφου που έχει υπογράψει και σύμφωνα με τις πρόνοιες πουι εμπεριέχονται σ' αυτό. Το βάρος απόδειξης σε μια τέτοια περίπτωση ευρίσκεται στους ώμους του: να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς και όχι στους ώμους του τρίτου προσώπου για να αποδείξει το αντίθετο. Είναι η κατάληξη μου πως υπήρξε μια καθόλα δεσμευτική συμφωνία (consensus ad idem). Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522, Αναστασίου Μιχαηλούδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 264, Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ,
(2003)1(Β) 1240. Ένα πρόσωπο που αποδέχεται μια πρόταση η οποία γίνεται γραπτώς, δυνάμει συμβολαίου, το οποίο και προσυπογράφει και παραδίδει στην άλλη πλευρά, δεσμεύεται από όλους τους όρους του συμβολαίου, ακόμα και αν δεν τους έχει διαβάσει. Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 9
(1), Contract, § 686, σελ.437 κάτω από τον τίτλο Acceptance by signature. Στην περίπτωση μας υπήρχαν όλα τα στοιχεία έγκυρης και νομότυπης σύμβασης με βεβαιότητα όρων και με νόμιμη αντιπαροχή. Αβεβαιότητα ως προς τους ουσιώδης όρους της συμφωνίας την καθιστά άκυρη. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd,
(2002)1(Β)
  1. Ο λογιστής των εναγόντων τη μαρτυρία του οποίου έχω αποδεκτεί ως τη μοναδική αξιόπιστη, προχώρησε στους υπολογισμούς του, λαμβάνοντες υπόψη τις ρητές πρόνοιες των Συμφωνιών στο σύνολο τους, ως όφειλε, αλλά και μέσα από με σαφήνεια αποκρυσταλλωμένες πρόνοιες της επίδικης Συμφωνίας. Για τον μάρτυρα και τα προηγούμενα ποσά ορθώς ήταν τοκοφόρα: «τα προηγούμενα ποσά που αναφέρονται στο συμβόλαιο και οι τόκοι των προηγούμενων συμβολαίων που ακυρωθήκασι». Ο μάρτυρας διευκρίνισε πως το ποσό των €58.774 που πληρώθηκε δυνάμει της Συμφωνίας που ακυρώθηκε αναλογίστηκε ως πληρωμή στο νέο συμβόλαιο. Επειδή όμως εκκρεμούσαν οι τόκοι των προηγούμενων συμβολαίων θα τους κάλυπταν με αυξημένες δόσεις. Έτσι εξηγείται λοιπόν με απόλυτη σαφήνεια και η πρόνοια της § ΙΑ(i) και γιατί 123 μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.229.000 η κάθε μια δεν συμποσούνται σε Λ.Κ149.046.
  2. Οι προσπάθειες του λογιστή των εναγομένων και ο τρόπος που ακολούθησε, εξοβελίζοντας από την εικόνα τις προηγούμενες πρόνοιες και τους όρους των άλλων δυο συμφωνιών, οι οποίες εν πάση περιπτώσει, είναι αποδεχτές από τους εναγόμενους, οι οποίοι δεσμεύθηκαν με την υπογραφή τους, με αποτέλεσμα να καταλήξουν στη τελική επίδικη Συμφωνία, Τεκμ.5, όχι μόνο ανεδαφικές και ατεκμηρίωτες μπορούν να χαρακτηριστούν αλλά και πρόχειρες και ανεπίτρεπτες. Στο τέλος της ημέρας έχω ικανοποιηθεί ότι οι ακριβείς και εμπεριστατωμένοι υπολογισμοί του λογιστή των εναγόντων αποδίδουν την πραγματική κατάσταση των πληρωμών που έγιναν από τους εναγόμενους και παρουσιάζουν το ακριβές οφειλόμενο από τους ενάγοντες ποσό συμπεριλαμβανομένων τόκων. Είναι η κατάληξη μου πως οι ενάγοντες νομίμως υπολόγιζαν τον τόκο όπως επεξηγήθηκε από το λογιστή τους και όπως φανερώνει η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμ.7 από το 2001 μέχρι τις 2.8.2005, ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας, και ότι το οφειλόμενο ποσό μέχρι τις 20.9.2010 ανερχόταν σε €705.964.
  3. Ο λογαριασμός ξεκινά με την αρχική τιμή πώλησης και πιστωνόταν με τα ποσά που κατά καιρούς εισπράχθηκαν από τους εναγόμενους. Ο υπολογισμός του τόκου γινόταν αφού λαμβανόταν υπόψη ο χρόνος πληρωμής των δόσεων. Οι ενάγοντες αναλόγιζαν το ποσό πρώτα έναντι του τόκου και το εναπομείναν έναντι του κεφαλαίου όπως προνοείται στη συμφωνία. Οι ενάγοντες παρουσίασαν δυο καταστάσεις λογαριασμού ώστε σε περίπτωση που το Δικαστήριο κατέληγε ότι γινόταν ανατοκισμός να είχε στέρεο έδαφος για να καταλήξει με ακρίβεια στο νομίμως οφειλόμενο ποσό. Είναι η κατάληξη μου πως δεν επρόκειτο για ανατοκισμό ή παράνομες χρεώσεις τόκου. Δικαιωματικώς και ως εκ των συμφωνηθέντων, όπως με λεπτομέρεια επεξήγησα, οι ενάγοντες προέβαιναν σε χρέωση τόκου. Δεν έχει εγερθεί εκ μέρους των εναγομένων ζήτημα παρανομίας λόγω της χρέωσης με τόκο πέρα του επιτρεπομένου. Το ζήτημα αφέθηκε από την Υπεράσπιση μέσα στα πλαίσια της αδυναμίας απόδειξης εκ μέρους των εναγόντων του οφειλομένου υπολοίπου κατά τον ουσιώδη χρόνο και κατά συνέπεια του παράνομου του τερματισμού της συμφωνίας. Παρά ταύτα σε περίπτωση που είμαι λανθασμένη ως προς την κατάληξη μου υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου κατάσταση λογαριασμού, Τεκμ.8 - χωρίς ανατοκισμό, από την οποία εξάγεται με σαφήνεια πως οι εναγόμενοι όφειλαν στους ενάγοντες, κατά την 20.9.2010 το ποσό των €556.191,17 συμπεριλαμβανομένου τόκων μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία, όπως με λεπτομέρεια φαίνεται από το Τεκμ.
  4. Στη In Re Louis Georges Fashions Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 272, σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα αναφέρονται τα εξής, σελ. 276: «.εάν, κατά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή, το Επαρχιακό Δικαστήριο κατέληγε ότι υπήρξε ανατοκισμός, θα μπορούσε να τον παραμερίσει χωρίς να επηρεαστεί το υπόλοιπο της απαίτησης. Δηλαδή, η πρόνοια για ανατοκισμό δεν εμόλυνε τη σύμβαση στην ολότητα της: βλ. Turkish Bank of Nicosia Ltd v. Mustafa H. Cukurova and Others
(1977)1 C.L.R. 233. Στο ίδιο κατατείνει και η απόφαση στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου κ.α. ν. Coudounaris Food Products Ltd κ.α
(1995)1 A.A.Δ..641.» Επίσης Τσιακλίδης ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 768, Πραξιτέλης Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ., Π.Ε. 281/06, ημερ. 18.2.
  1. Οι εναγόμενοι δέχονται ότι παρέλαβαν την επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων, αρνούνται όμως, με την §21 της Υπεράσπισης και έτσι προωθήθηκε και με τη μαρτυρία του εναγόμενου, Μ.Υ.2, ότι η επιστολή συνοδευόταν από σχετική κατάσταση λογαριασμού. Προβάλλουν ακόμη τη θέση, ότι η επιστολή είναι άνευ οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και ότι σε κάθε περίπτωση ο τερματισμός δεν είναι νόμιμος: καθ' ότι οι ενάγοντες στην περίπτωση που αξίωναν την καταβολή του ποσού των Λ.Κ. 263.074,01 όπως αναφέρεται στην επιστολή, ποσό που εν πάση περιπτώσει δεν αναγνωρίζουν οι εναγόμενοι ότι οφείλουν, οι ενάγοντες όφειλαν και/ή υποχρεώνονταν να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες της παραγράφου 1 της συμφωνίας ημερομηνίας 8.3.1996, πριν προχωρήσουν στον τερματισμό, που θεωρούν ως πρόωρο. Έχω εξετάσει τη θέση των διαδίκων μερών στη βάση της μαρτυρίας όπως απορρέει από τα σχετικά τεκμήρια, επίδικη συμφωνία, Τεκμ.5, επιστολή τερματισμού, Τεκμ.6 και έχω προστρέξει στη μαρτυρία του Μ.Υ.
  2. Ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι δεν ήταν συνεπείς στην πληρωμή των δόσεων τους. Παραδέχεται ότι οφείλουν «διάφορα» ποσά στους ενάγοντες. Οι αιτιάσεις της παραγράφου 21 περί μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της παραγράφου 1 της συμφωνίας δεν μπορούν να επιτύχουν: η περίοδος χάριτος των 21 ημερών, με την πάροδο των οποίων ολόκληρο το υπόλοιπο του λογαριασμού του οφειλομένου υπό του αγοραστού θα καταστεί αμέσως πληρωτέο και απαιτητό, είχε προκύψει από τις συνεχείς παραλείψεις των εναγομένων να καταβάλουν τις δόσεις τους με αποτέλεσμα οι δόσεις να συμποσούνται στο ποσό των Λ.Κ.263.074,01 υπόλοιπο μέχρι 27.7.
  3. Οι ισχυρισμοί τους και οι θέσεις που προβάλλει ο δικηγόρος των εναγομένων 1, ότι δεν επισυναπτόταν η κατάσταση λογαριασμού, είτε ότι οι πελάτες του δεν γνώριζαν ποιο είναι το ακριβές ποσό που αξιώνουν οι ενάγοντες δεν με βρίσκει σύμφωνη. Υπάρχει σαφήνεια ως προς το ποσό το οποίο οι εναγόμενοι παρέλειπαν να καταβάλουν στο σώμα της επιστολής «εξακολουθείτε να παραλείπετε την καταβολή στους πελάτες μας του ποσού των Λ.Κ263.074,01 (που αποτελεί το υπόλοιπο του λογαριασμού σας μέχρι 27.7.2005) ..... δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης Συμφωνίας και εξειδικεύεται στην επισυνημμένη Κατάσταση Λογαριασμού» Τεκμ.
  4. Υπάρχει σαφήνεια των λόγων τερματισμού όπως και υπάρχει σαφήνεια ότι οι ενάγοντες αντλούν τα δικαιώματα τους από τη συμφωνία και τις πρόνοιες της παραγράφου
  5. Υπάρχει επίσης σαφήνεια όσον αφορά τις απαιτήσεις των εναγόντων, οι οποίοι αξίωναν, όχι αργότερα από την 8.8.2005, οι εναγόμενοι να εγκαταλείψουν τα καταστήματα και να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή στους ενάγοντες αλλά και να τα επαναφέρουν στην προηγούμενη κατάσταση που αυτά βρίσκονταν κατά το χρόνο παράδοσης της κατοχής. Το γεγονός της καταχώρισης, ήδη όπως έχω αναφέρει της αγωγής 5613/04, δεν είναι ζήτημα το οποίο μπορεί να οδηγήσει στην θέση που οδηγεί τα ζητήματα ο δικηγόρος των εναγομένων. Θα ήθελα να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο δεν είναι κριτής ηθικών στάσεων ή συμπεριφορών. Το Δικαστήριο εξετάζει τη συμφωνία αυτή καθαυτή, τις υποχρεώσεις της κάθε πλευράς όπως απορρέουν από τη συμφωνία και τέλος, το δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο του τερματισμού. Το τι αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία, ότι δηλαδή δεν ήταν επισυνημμένη στην επιστολή τερματισμού η κατάσταση λογαριασμού, δεν μπορεί να επιδράσει στη νομιμότητα του τερματισμού και τις όποιες συνέπειες της. Θα ήθελα να παρατηρήσω πως οι θέσεις της άλλης πλευράς ότι ο υπολογισμός ή ο λογαριασμός που επισυνάπτεται στο Τεκμ.6 δεν είναι από τα έγγραφα τα οποία αποκαλύφθηκαν και πάλι δεν αλλάζει τα πράγματα. Εάν οι εναγόμενοι επιθυμούσαν να γνωρίζουν πως και με ποιο τρόπο προέκυψε το ύψος του οφειλομένου ποσού, το οποίο οι ίδιοι υπολόγιζαν και υπολογίζουν διαφορετικά, ή το οποίο αμφισβητούσαν, είχαν τη δυνατότητα να απευθυνθούν στους ενάγοντες και να ζητήσουν επεξηγήσεις, πράγμα που βρίσκω πως δεν έγινε. Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων μου καταλήγω ότι οι ενάγοντες νομίμως τερμάτισαν τη Συμφωνία, λόγω παραλείψεως των εναγομένων να τηρήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ως είχαν δικαίωμα στη βάση του όρου 1, Τεκμ.
  6. Η διαφορά ως προς το ύψος του οφειλομένου ποσού δεν αναιρεί το δικαίωμα των εναγόντων για τερματισμό. Τέτοιος λόγος θα συνέτρεχε, αν οι εναγόμενοι πρόβαλλαν εξόφληση ή πλήρη συμμόρφωση ως προς τις πληρωμές, χρονικά αλλά και ως προς το ύψος της κάθε δόσης, όταν και όποτε αυτή καθίστατο απαιτητή. Οι εναγόμενοι δεν ήταν εκ των πραγμάτων σε θέση να τιμήσουν τα συμφωνηθέντα ως προς την πληρωμή των δόσεων τους: ως προς το ύψος της κάθε δόσης κατά τις καθορισμένες ημερομηνίες πληρωμής. Στην Vahrico Construction Ltd v. Στρούθου,
(2001)1(Γ) 1837 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε κατ' έφεση την πρωτόδικη απόφαση, κρίνοντας δικαιολογημένο τον τερματισμό, παρόλο που ο εναγόμενος προσφέρθηκε, αργότερα με επιστολή του δικηγόρου του, να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των £5.000,00 που αντιπροσώπευε την τελευταία δόση. Υπήρχε παράλειψη εκ μέρους του να τιμήσει ουσιώδη όρο πληρωμής στην καθορισμένη ημερομηνία δυνάμει της συμφωνίας. Εδώ ποτέ δεν έγινε κάτι τέτοιο. Αντιθέτως οι εναγόμενοι καθυστερούν την πληρωμή των δόσεων τους σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, όπως με λεπτομέρεια φαίνεται από τα Τεκμ.6 - 8, των εναγόντων, κινείται εναντίον τους η αγωγή 5613/04 και ζητείται η είσπραξη των καθυστερημένων, ακολουθεί τερματισμός της συμφωνίας και μόνο τότε έρχονται να προβάλουν τις υπερασπίσεις τους. Υπερασπίσεις που κτίζονται πάνω σε μια επιφανειακή και χωρίς βάθρο επιχειρηματολογία καταληκτικής μορφής. Ο ίδιος ο εναγόμενος 2 τίποτε το ουσιαστικό, καμία εξήγηση δεν πρόσφερε πέρα από αοριστίες και γενικότητες, προσπαθώντας, ματαίως, να αρνηθεί τα πρόδηλα. Οι όροι της συμφωνίας και ο χρόνος αποπληρωμής ήσαν ουσιώδεις. Οι ενάγοντες εξάσκησαν αρχικά το δικαίωμα τους αξιώνοντας με την αγωγή 5613/04 πληρωμή των καθυστερημένων και αργότερα άσκησαν το δικαίωμα τερματισμού καταχωρώντας την παρούσα ως είχαν δικαίωμα. Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 867, Δρυάδης κ.α ν. Καλησπέρα,
(1998)1 Α.Α.Δ.
  1. Ο Μ.Υ.3 ήρθε να στηρίξει τις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων. Η μαρτυρία του σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απουσία μαρτυρίας και γεγονότων εκ μέρους του εναγόμενου
  2. Οι εναγόμενοι άφησαν το ζήτημα της μείωσης της αξίας του ακινήτου, για τους λόγους που προωθήθηκαν δικογραφικώς, περί «μη ενεργούς παραλίας», στο μάρτυρα, χωρίς ο ίδιος ο εναγόμενος 2 να αναφερθεί στο ζήτημα αυτό ως αν να μην τους αφορούσε το ζήτημα ή ως αν τα ζητήματα να αρκούσαν απλώς να δικογραφηθούν ως μια εν δυνάμει καταληκτική θέση. Άλλωστε το υπόβαθρο των γεγονότων πάνω στα οποία στηρίζεται η γνώμη του πραγματογνώμονα πρέπει να αποδεικνύεται σύμφωνα με τους κανόνες της απόδειξης, όπως κάθε άλλο γεγονός. Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ.
  1. Ακόμη όμως και ν' αποδεχόμουν τη μαρτυρία του εκτιμητή των εναγομένων και πάλι το ζήτημα δεν θα μπορούσε να απολήξει προς όφελος τους. Καμιά μαρτυρία προσφέρθηκε ως προς τα γεγονότα ώστε να συνδεθεί το Τεκμ.9 με την υπογραφή, είτε της Συμφωνίας, Τεκμ.5 ή προηγούμενων Συμφωνιών και να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος της. Η σιωπή επί τούτου στη μαρτυρία του ενός εκ των δυο αγοραστών, εναγόμενου 2, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τη δημιουργία τεχνικού όρου, που κι' αυτός παρέμεινε κενός νοήματος. Η στοιχειοθέτηση ισχυρισμών για αναληθείς και/ή ψευδείς παραστάσεις «σε όλες τις περιπτώσεις υπογραφής των συμφωνιών .. Διαβεβαίωναν τους εναγόμενους περί κατασκευής και/ή ανάπλασης και/ή διαμόρφωσης της παραλίας ... και προς τούτο παρέδωσαν προ της υπογραφής των συμφωνιών .. διαφημιστικού εντύπου», δεν προωθήθηκε με τη μαρτυρία του άμεσα εμπλεκομένου προ ή κατά την υπογραφή της Συμφωνίας και, δεν έχει τεθεί ως γεγονός το οποίο θα ελεγχθεί και τελικώς να απορριφθεί η να γίνει αποδεκτό. Την αναλήθεια και το κατασκευασμένο της υπερασπιστικής γραμμής, ενισχύει το γεγονός ότι τα καταστήματα ήσαν ήδη κτισμένα προ της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας, αλλά και το γεγονός ότι οι εναγόμενοι, όπως το δέχεται ο ίδιος ο εναγόμενος 2, είχαν αναλάβει κατοχή τον Αύγουστο του 1994, αλλά και ότι το διαφημιστικό έντυπο, Τεκμ.9, ουδέποτε ενσωματώθηκε στη νέα συμφωνία, Τεκμ.
  2. Σε αντίθεση με τα αρχιτεκτονικά σχέδια στα οποία γίνεται ειδική αναφορά: ως «επισυνημμένα αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία μονογραφήθηκαν και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας». Ανεξαρτήτως όμως από τις τοποθετήσεις μου, ο Μ.Υ.3 μου έκανε κακή εντύπωση. Η εικόνα που διαμορφώθηκε μέσα από τα λεγόμενα του ήταν εικόνα προχειρότητας και έλλειψης αντικειμενικότητας. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η προσπάθεια του μάρτυρα να εισάγει χωρίς επιτυχία, τον όρο «ενεργή παραλία» ενώ δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πέρα από τη γενικότητα του όρου, όπως το θέτει § 1 στην έκθεση Τεκμ.
  3. «ενεργείς παραλίες: παραλίες στις οποίες έχουν γίνει κατασκευαστικά έργα ούτως ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το κοινό». Όταν όμως στην αντεξέταση ζητήθηκε να επεξηγηθεί η έννοια ο μάρτυρας απάντησε με κενολογία, αοριστία και γενικότητα: «Δεν αρκεί ο πραγματογνώμονας να επαναλάβει και να υιοθετήσει μια έκθεση που έχει ετοιμάσει. Θα πρέπει παράλληλα να είναι σε θέση να εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια τα στοιχεία της έκθεσης. Με άλλα λόγια η γνώμη του πραγματογνώμονα θα πρέπει να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα.» Κωστάκης Αυγουστή ν. Πέτρου Χρ. Ιωάννου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1498. Ο Μ.Υ.3 απέτυχε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με εκείνα τα απαραίτητα και αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, για να μπορέσει να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, αλλά και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με εφαρμογή των κριτηρίων αυτών πάνω στα γεγονότα, όπως αυτά έχουν αποδεικτεί ενώπιον του. Κωνσταντίνου Μ. Πιτάλη ν. Ιanira Enterprises Ltd κ.α
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Δέχομαι ως απόλυτα αξιόπιστη πλήρως αιτιολογημένη και με επιστημονικά κριτήρια πλαισιωμένη την κατάληξη του Μ.Ε.2, Περικλή Μάρκαρη, και τα όσα περιέχονται στην έκθεση εκτίμησης του, Τεκμ.10, και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Συγκεκριμένα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, 2.8.2005, το μηνιαίο αγοραίο ενοίκιο του επιδίκου ακινήτου, ανερχόταν σε €1.720,
  2. Σε καμία περίπτωση η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε και ούτε αντικρίστηκε με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία κατά τρόπο ώστε να απαιτείται άλλος σχολιασμός. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενοποίησης των καταστημάτων, είναι περιττός άλλος σχολιασμός ή ανάλυση της μαρτυρίας, εφόσον και πάλι ο Μ.Υ.2 τήρησε σιγή. Καμιά αναφορά επί της ουσίας. Ο ίδιος ο συνήγορος των εναγομένων υποβάλλει την ερώτηση: «Ε. Αυτά τα υποστατικά τα οποία έχετε αγοράσει και είναι ενοποιημένα - αυτή είναι κοινή θέση εκατέρωθεν - εσείς τι εκάμετε; Α. Εμείς δεν δώσαμε σε κανένα αυτό για να τα ενοποιήσει ή να τα κάμει ξέρω εγώ. Εμείς αγοράσαμε δυο διαφορετικά υποστατικά. Ε. Κύριε μάρτυρα, σας γνωστοποιήθηκε από την εταιρεία την Galatex αν έχουν εκδοθεί τίτλοι, πότε εκδόθηκαν οι τίτλοι; Α. Μιλούμε τώρα; Ε. Για τίτλου του καταστήματος ή των καταστημάτων αν σας έχει ενημερώσει οποιοσδήποτε. Α. Δεν μας έχει ενημερώσει κανένας.» Ανεξαρτήτως όμως της αδυναμίας απόδειξης ενός τέτοιου ισχυρισμού το βάρος του οποίου φέρουν οι εναγόμενοι, απουσιάζει ένα ακόμα σκέλος: μαρτυρία ως προς τη ζημιά που έχουν υποστεί οι εναγόμενοι από την ενοποίηση. Δέχομαι ως απόλυτα αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, αρχιτέκτονα στο Αρχιτεκτονικό Γραφείο που ανέλαβε την εκτέλεση του έργου και είναι εύρημα μου πως οι όποιες αλλαγές, είτε ως προς την χρήση των καταστημάτων, είτε ως προς την ενοποίηση, έγιναν κατόπιν οδηγιών των εναγομένων για να λειτουργήσουν, το ενοποιημένο πλέον κατάστημα, ως εστιατόριο. Νέες αιτήσεις και νέα σχέδια υποβλήθηκαν στην Πολεοδομία από τους ενάγοντες ως ιδιοκτήτες για όσα ακίνητα των οποίων οι αγοραστές, ανάμεσα στους οποίους και οι εναγόμενοι ήθελαν να αλλάξουν τη χρήση. Οι εναγόμενοι οι οποίοι φέρουν το βάρος των ισχυρισμών τους απέτυχαν να τους αποδείξουν και παρέμειναν έτσι οι θέσεις που δικογράφησαν αστήριχτες. Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα ώστε με δεδομένα τα πραγματικά αυτά στοιχεία να εξετάσει, κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Borry Wynne v. David Costakis Mavronicolas κ.α.
(2009)Α.Α.Δ.
  1. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσά τους. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντα και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος: «να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει». Απόφαση της μειοψηφίας, υπόθεση Ερωτοκρίτου Δ. στην υπόθεση Γιαννάκης Πελεκάνος ως Διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. v. Ανδρέα Πελεκάνου κ.α., Π.Ε. 1/2008, ημερ. 11.11.
  2. Για το θέμα της αξιοπιστίας η οποία συναρτάται άμεσα με την απόσυρση του αποδεικτικού βάρους, σχετική είναι και η υπόθεση Μπούλος Μαρσέλ κ. α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858: κριτήριο δεν είναι, αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης είναι πιο πιθανή παρά εκείνης του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσον, ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, ικανοποίησε το δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. (Is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του στο απαιτούμενο επίπεδο, ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω κι αν η θέση του ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη". Η τύχη της ανταξίωσης στην βάση των ευρημάτων μου είναι πλέον προδιαγραμμένη. Θα ήθελα όμως πριν ολοκληρώσω να επισημάνω την αντιφατικότητα που παρατηρείται μεταξύ των δυο αυτοτελώς προωθουμένων ανταξιώσεων οι οποίες συνεκδικάστηκαν: Οι εναγόμενοι στην αγωγή 5613/04 φέρονται έτοιμοι να καταβάλουν το ποσό που αναγνωρίζουν ως το πραγματικά οφειλόμενο κατά τους ίδιους, με την ταυτόχρονη μεταβίβαση των καταστημάτων, §§ 11 - 12 της Υπεράσπισης, επιζητώντας την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, ενώ στην εδώ αγωγή ανταξιώνουν απώλειες και διαφυγόντα κέρδη χωρίς να επιζητούν ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και χωρίς σαφή τοποθέτηση για αποκήρυξη της σύμβασης από τους ιδίους, ως το αναίτιο μέρος το οποίο είχε δικαίωμα να ζητήσει αποζημιώσεις για τη ζημιά που έχει υποστεί λόγω της ανακοπής ή μη εκπλήρωσης της σύμβασης εκ μέρους των εναγόντων. Οι εναγόμενοι με τη συμπεριφορά τους κινούνται κατ' επιλογή και κατά βούληση επιλέγοντας να διατηρήσουν και τις δυο ανταξιώσεις κατά τρόπο που συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Αν η ανταξίωση στην αγωγή 5613/04 νοηματοδοτείτο, εφόσον εκεί οι ενάγοντες αξίωναν μόνο πληρωμή των καθυστερημένων δόσεων, η ανταξίωση στην εδώ αγωγή και μετά τον τερματισμό καταχωρίστηκε και προωθήθηκε χωρίς πραγματικό υπόβαθρο. Κρίνω αναγκαίο να μην αφήσω ασχολίαστη τη στάση που κράτησαν οι εναγόμενοι με τη διατήρηση των δυο ανταξιώσεων τη στιγμή που αποσύρθηκε η απαίτηση στην 5613/04. Το ενδεχόμενο να παρατηρηθούν ανώμαλα φαινόμενα το επεσήμανε και ο ίδιος ο συνήγορος των εναγομένων με την αγόρευση του. Το ερώτημα όμως δεν απαντάται. Γιατί συμβούλευσε τους πελάτες του να ακολουθήσουν αυτή τη τακτική; Και ποιο σκοπό εξυπηρετούσε; Ήδη το πρόβλημα το είχε επισημάνει ο Ερωτοκρίτου Δ., όπως ήταν τότε, και καμιά διορθωτική ενέργεια δεν έγινε εκ μέρους των εναγομένων. Οι δικηγόροι δεν έχουν υποχρέωση μόνο έναντι των πελατών τους, αλλά και έναντι του Δικαστηρίου. Τέτοιοι χειρισμοί δεν πρέπει να αφήνονται ασχολίαστοι από το Δικαστήριο το οποίο έχει καθήκον να διαφυλάξει το δικαστικό χρόνο και να περιορίσει την κατάχρηση των διαδικασιών οι οποίες οδηγούν σε καθυστερήσεις και κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος. Στη βάση της μαρτυρίας όπως την έχω αποδεχθεί και των ευρημάτων μου ικανοποιούμαι ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους στο βαθμό που απαιτείται σε αστικές υποθέσεις και εκδίδω απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ως: Οι §§ Γ, Δ, Κ. Εκδίδονται επίσης διατάγματα ως οι §§ Ε, Ζ, Θ, I εντός 21 ημερών από την επίδοση του διατάγματος στους εναγόμενους 1 και 2 πλέον δήλωση του Δικαστηρίου ως η § Α, πλέον τόκους και έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταξίωση απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Τερματισμός Συμφωνίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.