Κυριάκου Χριστοφόρου Λοϊζίδη ν. Κυριάκου Καπνίση, Αρ. Αγωγής: 90/2006, 24 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 90/2006 Μεταξύ: Κυριάκου Χριστοφόρου Λοϊζίδη Ενάγοντα και Κυριάκου Καπνίση Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 15.3.2011 για αναστολή της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής μέχρι εκδίκασης της έφεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης ημερoμηνίας 4.3.2011 Ημερομηνία: 24 Μαρτίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα. Σ. Τόκα Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κ. Χ. Χριστοφόρου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 9.1.2006, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγομένου, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και διάταγμα του Δικαστηρίου για άρση της επέμβασης επί του κτήματός του με αριθμό εγγραφής 9682, Φ/Σχ. 48/1, τεμάχιο 2061, στο χωριό Άγιος Ιωάννης Αγρού της Επαρχίας Λεμεσού. Συγκεκριμένα, στην Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 19.11.2005 ο Εναγόμενος ο οποίος είναι ιδιοκτήτης και κάτοχος του συνορεύοντος κτήματος με αριθμό τεμαχίου 2408 και/ή οι αντιπρόσωποι αυτού, παράνομα και αυθαίρετα και/ή χωρίς την άδεια και/ή τη συγκατάθεση του Ενάγοντα, επενέβηκε στο πιο πάνω περιγραφόμενο κτήμα του Ενάγοντα και δι' εκσκαφής και/ή δι' άλλων μηχανικών μέσων προέβηκε σε ισοπέδωση και/ή μετακίνησε όγκους χωμάτων δημιουργώντας υψομετρική διαφορά μέχρι και 4 μέτρα εξ ολοκλήρου εντός του κτήματος του Ενάγοντα, καταλαμβάνοντας έτσι λωρίδα γης έκτασης 50 τετραγωνικών μέτρων περίπου. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι η εν λόγω λωρίδα γης έκτασης 50 τετραγωνικών μέτρων περίπου του κτήματός του, την οποία κατέλαβε παράνομα και/ή αυθαίρετα ο Εναγόμενος, αποτελούσε μέρος ιδιωτικού δρόμου που χρησιμοποιείτο από τον ίδιο και ο οποίος συνεπεία της επέμβασης κατέστη απροσπέλαστος. Οι ίδιοι ισχυρισμοί προβάλλονται από τον Ενάγοντα και στις λεπτομέρειες επέμβασης που παρατίθενται στις Παραγράφους 6(α) και (β) της Έκθεσης Απαίτησης. Με την Έκθεση Υπεράσπισής του ο Εναγόμενος αρνείται τόσο την ισχυριζόμενη επέμβαση στο κτήμα του Ενάγοντα όσο και τη δημιουργία υψομετρικής διαφοράς. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού περατώθηκε η μαρτυρία των δύο πρώτων μαρτύρων για τον Ενάγοντα και ενώ ήταν σε εξέλιξη η μαρτυρία του Ενάγοντα ως ΜΕ3, στις 16.2.2011 καταχωρήθηκε από πλευράς του Ενάγοντα αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης (στο εξής η «αίτηση τροποποίησης»), με την οποία επιδιώκετο η προσθήκη δύο νέων παραγράφων που συνοπτικά αφορούσαν αφενός στην επέκταση της ισχυριζόμενης επέμβασης δια κατασκευής και/ή ανέγερσης τοίχου κατά μήκος του κοινού συνόρου των επίδικων κτημάτων κατά τρόπο ώστε ο εν λόγω τοίχος να επεμβαίνει παράνομα εντός του ακινήτου του Ενάγοντα και αφετέρου στην επέμβαση του Εναγόμενου στο κτήμα του Ενάγοντα στις 8.12.2009 με σκοπό την αλλοίωση της επί τόπου κατάστασης ξηλώνοντας και/ή χαλώντας και/ή μετακινώντας το μέρος του πιο πάνω τοίχου που επενέβαινε παράνομα εντός του κτήματος του Ενάγοντα. Η αίτηση τροποποίησης συνάντησε την ένσταση του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση και μετά από ακροαματική διαδικασία που διεξήχθηκε στις 22.2.2011, αυτή απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 4.3.2011. Την 15.3.2011 καταχωρήθηκε έφεση κατά της πιο πάνω απόφασης, όπως επίσης η παρούσα αίτηση με την οποία ο Ενάγοντας-Αιτητής εξαιτείται την αναστολή της εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή όπως η αγωγή τεθεί εκτός πινακίου μέχρι την εκδίκαση της έφεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 4.3.2011. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.33 θ. 6, Δ.35 ΘΘ. 18 και 19, Δ.48 Θ. 8
(1)(ee) και Δ.64, στα άρθρα 25, 31 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία. Περαιτέρω, η αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα κ. Κυριάκου Χριστοφόρου Λοϊζίδη ημερομηνίας 15.3.2011 όπου ο ομνύοντας αναφέρει, μεταξύ άλλων, πως εάν η αίτηση εγκριθεί ο Εναγόμενος ουδεμία ζημιά θα υποστεί εφόσον απλά θα καθυστερήσει η ολοκλήρωση της εκδίκασης της αγωγής, η οποία, σε περίπτωση που η έφεση επιτύχει, θα ολοκληρωθεί αφού ληφθούν υπόψη και τα νέα γεγονότα που ζητά να εισάξει στην Έκθεση Απαίτησης με βάση την αίτηση τροποποίησης. Παρόλο που η αίτηση καταχωρήθηκε αρχικά ως μονομερής αίτηση, εντούτοις επιδόθηκε στον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση, όπως άλλωστε ήταν αναγκαίο, ο οποίος στις 16.3.2011 καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης όπου εγείρονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: 1.Η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 4.3.2011 δεν είναι εφέσιμη και ως εκ τούτου η έφεση του Αιτητή δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας. Ενόψει αυτού η αίτηση του Αιτητή δεν βρίσκει κανένα νομικό και πραγματικό έρεισμα και υπόβαθρο. 2.Με το αιτούμενο διάταγμα πλήττεται η ορθή απονομή δικαιοσύνης, καθότι η διαδικασία ακρόασης της υπόθεσης βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο και ενδεχόμενη αναστολή εκδίκασης της αγωγής θα προκαλέσει διακοπή της διαδικασίας για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, καθιστώντας στο τέλος της ημέρας δυσκολότερο έως αδύνατο το έργο του Δικαστηρίου για να εκδώσει ορθή απόφαση, αφού πλέον η μαρτυρία που θα έχει τεθεί θα έχει «ξεθωριάσει» από την μνήμη του Δικαστηρίου, σε τέτοιο βαθμό ούτως ώστε η αξιολόγησή της να καθίσταται αδύνατη και τα οποιαδήποτε ευρήματα στηριζόμενα σε αυτή, επισφαλή. 3.Η αίτηση του Αιτητή είναι καταχρηστική και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Εναγόμενο η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. 4.Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει περαιτέρω και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα του Εναγόμενου και να παραβιάζεται το συνταγματικό του δικαίωμα όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. 5.Η αίτηση του Αιτητή αποσκοπεί στην περαιτέρω καθυστέρηση και τον εκτροχιασμό της διαδικασίας. 6.Ο Ενάγοντας δεν παρουσιάζει σοβαρούς και βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.33 Θ. 6, Δ.35 ΘΘ. 18 και 19, Δ.48 ΘΘ. 1-4, 7, 8 και 9, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 25, 31 και 47, στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου και στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση επίσης ημερομηνίας 16.3.2009. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Έχω εξετάσει την υπό κρίση αίτηση και διαπιστώνω τα ακόλουθα: Το πρώτο πράγμα που πρέπει να λεχθεί είναι ότι η απόφαση ημερομηνίας 4.3.2011 είναι εφέσιμη αφού με βάση την σχετικά πρόσφατη τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60με το Ν. 118(Ι)/2008, κάθε απόφαση ή διαταγή του Δικαστηρίου που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία, ανεξάρτητα αν αυτή είναι καθοριστική ή δηλωτική για τα δικαιώματα των διαδίκων, είτε αυτή είναι ενδιάμεση είτε είναι τελική, υπόκειται σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο, με την επιφύλαξη ότι διάδικος που δεν άσκησε εντός της καθορισμένης προθεσμίας έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης, δεν αποστερείται του δικαιώματος να εγείρει στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης ζητήματα που αφορούν την ενδιάμεση απόφαση. Η αιτούμενη θεραπεία εδράζεται δικονομικά στη Δ.35 Θ. 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί τα εξής: « An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, of a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.» Το Δικαστήριο έχει, δυνάμει της Δ.35 Θ.18, διακριτική εξουσία να αναστέλλει διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιόν του εκκρεμούσης έφεσης. Η εξουσία αυτή δεν είναι γενική και ούτε μπορεί να ασκηθεί εν σχέσει με οποιανδήποτε διαδικασία. Ο ίδιος ο θεσμός 18 ορίζει ρητά τις περιπτώσεις των διαδικασιών οι οποίες δύνανται να ανασταλούν. Πρόκειται για τις διαδικασίες που αφορούν στην εκτέλεση της απόφασης η οποία εφεσιβλήθηκε. Το ενδεχόμενο ένα διάταγμα, δια του οποίου αναστέλλεται μια εκκρεμής δικαστική διαδικασία, να έχει δραστικές συνέπειες καθώς και το ενδεχόμενο ένα τέτοιο διάταγμα να περιορίζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 30 του Συντάγματος επιβάλλει την περιορισμένη εφαρμογή του θεσμού 18 της Διαταγής 35 στις περιπτώσεις στις οποίες ο θεσμός αυτός ρητά παραπέμπει (In re E.S (an infart)
(1986)1 C.L.R. 119, 122-3 και Caspi Shipping Ltd κ.α ν. Πλοίου Sapphire Sea (Αρ.3)
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 994, 999). Στην υπόθεση Βερεγγάρια Π. Παπακοκκίνου κ.ά. v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1(Β) ΑΑΔ 692 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 693 και 694: «Καταρχήν σύμφωνα με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει του Κ. 18 της Δ.35: βλ. Fotiou and Another v. Petrolina Ltd
(1984)1 CLR 708, In re E.S. (an infant)
(1986)1 CLR 119 και Aftomata Eleourgia Lythrodonta Ltd v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 CLR 524. Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε «. stay of. proceedings under the decision appealed from.» δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση: παραδείγματα προσφέρονται από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην In re E.S. (an infant) (ανωτέρω). Αυτό είναι το ισοζύγιο που διατηρεί η θεσμική ρύθμιση κατά τη στάθμιση μεταξύ αφενός της δέσμευσης που επέρχεται με τη δικαστική απόφαση και αφετέρου τις περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή.» Στην εν λόγω υπόθεση η αίτηση για αναστολή της διαδικασίας καταχωρήθηκε από τις εφεσείουσες, όταν εφεσίβαλαν την απόρριψη αιτήματος τους για μεταφορά της υπόθεσης σε άλλο δικαστή. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Λύρα κ.ά. (αρ. 1)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1384 το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε ειδοποίηση τριτοδιάδικου, με αποτέλεσμα η δίκη να διεξαγόταν στην απουσία των τρίτων. Οι εναγόμενοι, οι οποίοι επεδίωξαν τη συνένωση του τριτοδιάδικου, εφεσίβαλαν την απόφαση και παράλληλα αποτάθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο για την αναστολή της ακυρωτικής απόφασης. Μετά την απόρριψη της αίτησης από το Επαρχιακό Δικαστήριο, επανέλαβαν το αίτημα τους ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποστηρίζοντας ότι η συνένωση του τριτοδιάδικου ήταν αναγκαία για την περιεκτική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονταν μεταξύ εναγόντων και εναγομένων και ότι η συνένωση του τριτοδιάδικου θα επέτρεπε τη σφαιρική αντιμετώπιση όλων των θεμάτων. Απορρίπτοντας την αίτηση, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει στη σελίδα 1386 τα ακόλουθα: «Πρώτα, πρέπει να διευκρινιστεί το αντικείμενο της αναστολής. Αυτό είναι, η απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η ειδοποίηση τριτοδιάδικου. Η αίτηση ουσιαστικά αποβλέπει στον παραμερισμό του διατάγματος, μέχρι την ακρόαση της έφεσης, ώστε να παρεμποδιστεί στο ενδιάμεσο, αν προκύψει τέτοια εξέλιξη, η ακρόαση της υπόθεσης στην απουσία των τριτοδιαδίκων. Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, Θ. 18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις Fotiou and Another v. Petrolina Ltd
(1984)1 CLR 708, In re E.S. (an infant)
(1986)1 CLR 119 (βλ. επίσης Aftomata Eleourgia Lythrodonta Ltd v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 CLR 524). Η Δ.35 Θ. 18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισής της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του άρθρου 155.4 του Συντάγματος.» Σε κάθε περίπτωση είναι η πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η αναστολή της διαδικασίας είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Στην υπόθεση Merck & Co Inc. κ.ά. v. Medochemie Ltd
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2184, στη σελίδα 2187, αναφέρεται ότι: «Η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Βλ. Halbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 47, σελ. 323. Η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Βλ. Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus Chrysostomos and Another
(1981)1 CLR 445 στη σελίδα 452.» Επίσης, στην υπόθεση Caspi Shipping Ltd κ.ά. v. Πλοίου S.S. Sapphire Seas (Αρ. 2)
(1998)1(Β) ΑΑΔ 853 αναφέρεται στη σελίδα 855 πως: «. Έχει επανειλημμένα λεχθεί, και ευθυγραμμιστεί με σαφήνεια στο νομολογία, πως οι υποθέσεις δεν κατακερματίζονται επειδή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μιας υπόθεσης καταχωρούνται εφέσεις εναντίον ενδιάμεσων αποφάσεων ή διαταγμάτων του Δικαστηρίου.» (Βλ. επίσης Αντζολεττα Χατζηιωσήφ v. Άννα Πετρίχου
(1998)1 ΑΑΔ 364). Τέλος, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, στη σελίδα 330 όπου γίνεται λόγος στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί διάταγμα αναστολής αναφέρεται ότι: «The stay of proceedings is a serious, grave and fundamental interruption in the right that a party has to conduct his litigation towards the trial on the basis of the substantive merits of his case, and therefore the court's general practice is that a stay of proceedings should not be imposed unless the proceedings beyond all reasonable doubt ought not to be allowed to continue» Είναι, καταρχήν, γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε άμεσα και συγκεκριμένα ταυτόχρονα με την καταχώρηση της έφεσης αναφορικά με την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 4.3.2011, που αποτέλεσε και το έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης (Βλέπε Halsbury's Laws of England (πιο πάνω), σελίδα 327, παράγραφος 439). Εντούτοις, δεν θα ήμουν διατεθειμένη να εγκρίνω την υπό κρίση αίτηση καθότι: - Η ενδιάμεση απόφαση δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής για αναστολή της ακροαματικής διαδικασίας δυνάμει της Δ.35 Θ.
- - Με την αίτηση επιδιώκεται ουσιαστικά η μη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη, κάτι το οποίο εκφεύγει των προνοιών του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/
- - Τυχόν έγκριση του αιτήματος θα οδηγoύσε σε αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε η ενδιάμεση απόφαση και δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις στις οποίες αίτημα για αναστολή διαδικασίας εκκρεμούσης έφεσης είναι αποδεκτό (βλέπε Βερεγγάρια Π. Παπακοκκίνου κ.ά. v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου (πιο πάνω). Όπως, άλλωστε, αναφέρεται στην απόφαση In re E.S. (an infant) (πιο πάνω), δεν θα μπορούσε να αποδοθεί ευρεία ερμηνεία της Δ.35 Θ. 18, υποδεικνύοντας ότι στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος για αναστολή, θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ αποφάσεων σε προδικαστικά ζητήματα που είναι καθοριστικά και άμεσα συνυφασμένα με την τύχη της αγωγής και αποφάσεις που αφορούν ενδιάμεσα ζητήματα και αποφάσεις (rulings) για προσαγωγή μαρτυρίας, όπου δεν δικαιολογείται αναστολή. - Τα όσα αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση περί δεδικασμένου και κωλύματος σε σχέση με την έγερση νέας αγωγής, δεν θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της έγκρισης του αιτήματος με δεδομένη τη θέση του παρόντος Δικαστηρίου στην απόφασή του ημερομηνίας 4.3.2011 στη σελίδες 6 και 7 αυτής: «Είναι φανερό ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση ο Ενάγοντας επιχειρεί να εισάξει στην Έκθεση Απαίτησης νέα βάση αγωγής, ήτοι την νέα επέμβαση που, σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της αγωγής, και συνίσταται στην ανέγερση τοίχου από μπετόν, ο οποίος ανεγέρθηκε μεν εντός του κτήματος του Εναγόμενου, κάποια υπολείμματα σκυροδέματος από αυτόν, όμως, επεμβαίνουν στο κτήμα του Ενάγοντα. Αυτή η επέμβαση ενδεχομένως να απορρέει από την εκσκαφή η οποία είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, πλην όμως συνιστά μια νέα επέμβαση για την οποία θα πρέπει να καταχωρηθεί νέα αγωγή. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Clerk & Linsell on Torts (16η έκδοση) στη σελίδα 1305 (παράγραφος 2302) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Every continuance of a trespass is a fresh trespass, in respect of which new cause of action arises from day to day as long as the trespass continues. One who built on the plaintiff's land some buttresses to support a road and paid damages in an action for trespass was held liable in damages in a second action for not removing the buttresses after notice. Again, a builder who in demolishing a building left rubbish on the roof of an adjoining building, as a result of which a gully became choked and the adjoining building was flooded, was held liable to the tenant of that building, although the tenancy had only commenced after the building operations had finished.» Παραπομπή γίνεται επίσης και στο σύγγραμμα Bullen & Leake (πιο πάνω) στη σελίδα
- Επομένως, με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται να εισαχθεί μια νέα βάση αγωγής η οποία προέκυψε μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, κάτι το οποίο δεν είναι επιτρεπτό.» - Σε κάθε περίπτωση δεν έχουν καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό λόγοι που να καθιστούν αναγκαία την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για αναστολή της διαδικασίας. Συνεπώς, για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα-Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία ωστόσο θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Ενδιάμεση / Πολιτική Δικονομία / Ενδιάμεση / αίτηση αναστολή της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής μέχρι εκδίκασης της έφεσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο