← Κύπρος

Eλένης Μαυροκωνσταντή κ.α. ν. Γεώργιου Ίβρου κ.α., Aγωγή αρ. 4717/09, 29.3.2011

Eλένης Μαυροκωνσταντή κ.α. ν. Γεώργιου Ίβρου κ.α., Aγωγή αρ. 4717/09, 29.3.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A95 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Aγωγή αρ. 4717/09 Μεταξύ:

  1. Eλένης Μαυροκωνσταντή, από τη Λεμεσό
  2. LANE ASSETS LIMITED Εναγόντων -και -
  3. Γεώργιου Ίβρου
  4. Φωτεινής Ίβρου Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 2.12.10 ------------------- 29.3.2011 Για την Αιτήτρια: κα Χρ. Θεοδώρου Για την καθ' ης η αίτηση: κα Προδρόμου για κ. Χ"Στερκώτη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται εκ μέρους της εναγομένης 1-αιτήτριας: "A. ΄Όπως επιτραπεί και/ή παραχωρηθεί άδεια για την καταχώρηση συμπληρωματικής/απαντητικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης της Αιτήτριας ημερομηνίας 14/06/10.» Το αίτημα υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της η κα Αρκάδη, δικηγόρος στο γραφείο του δικηγόρου της αιτήτριας. Την ανάγκη για καταχώριση συμπληρωματικής απαντητικής ένορκης δήλωσης, εδράζει στους κάτωθι λόγους της παρ. 7 της ένορκης δήλωσης (παρατίθεται το κείμενο αυτολεξεί): "A) Στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 αναφέρεται ότι η επίδικη συμφωνία είχε συναφθεί μεταξύ της ιδίας, του Εναγομένου 1 και Εναγομένης 2 γεγονός που δεν ευσταθεί και είναι απαραίτητο όπως η Εναγόμενη 2 απαντήσει και/ή παρουσιάσει σχετικά στοιχεία. Β) Η Ενάγουσα 1 αναφέρεται σε κοινό λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 όπου κατατέθηκε το ποσό των €80.000 γεγονός που δεν ισχύει και είναι απαραίτητο όπως η Εναγόμενη 2 απαντήσει και/ή παρουσιάσει σχετικά στοιχεία. Γ) Η Ενάγουσα 1 αναφέρεται σε επιστολή που στάληκε από τον Εναγόμενο 1 (προφανώς εννοεί εναγόμενη 2) προς τον δικηγόρο της Ενάγουσας 1 στην οποία επιβάλλεται όπως η Εναγόμενη 2 τοποθετηθεί και/ή απαντήσει. Δ) Η Ενάγουσα 1 αναφέρεται σε χρεωστική σημείωση κατάθεσης χρημάτων σε κοινό λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 σημείο στο οποίο πρέπει να απαντήσει η Εναγόμενη
  5. Ε) Η Ενάγουσα 1 αναφέρεται στην ένορκη της δήλωση σε ποινική υπόθεση που εκκρεμούσε εναντίον του Εναγομένου 1 και/ή απόφαση εναντίον του Εναγομένου 1 και επιβάλλεται όπως η Εναγόμενη 2 απαντήσει. Στ) Είναι απαραίτητο όπως απαντηθούν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας 1 περί της επίδοσης της αγωγής από την εταιρεία DHL αλλά και την ελληνική εταιρεία παράδοσης φακέλων.» Οι ενάγοντες-καθ'ων η αίτηση φέρουν ένσταση στο αίτημα τούτο και εγείρουν μεταξύ άλλων τους πιο κάτω λόγους για τους οποίους θεωρούν το αίτημα απορριπτέο.
  6. Η αίτηση είναι αντικανονική και αβάσιμη.
  7. Οι λόγοι που επικαλείται η αιτήτρια δεν αποτελούν καλό λόγο για έγκριση του αιτήματος.
  8. Με την αίτηση ζητείται στην ουσία η καταχώριση απαντητικής ένορκης δήλωσης που δεν επιτρέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη Νομολογία και/ή αυτό το οποίο ζητείται στην ουσία είναι η προσαγωγή πρόσθετης ή απαντητικής μαρτυρίας και/ή εκδίκαση και/ή κανονική εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης σαν να εκδικάζεται ξανά η ίδια η αγωγή .
  9. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν συγκεκριμενοποιούνται, δεν εξειδικεύονται ακριβώς τα στοιχεία και γεγονότα που η αιτήτρια ζητά με την συμπληρωματική /απαντητική ένορκη δήλωση να συμπεριλάβει με αποτέλεσμα οι καθ'ων η αίτηση να μην είναι σε θέση να γνωρίζουν τι θέλει η αιτήτρια να συμπεριλάβει στη συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση με αποτέλεσμα αν δοθεί στην αιτήτρια η αιτούμενη άδεια θα παραβλαφτούν τα δικαιώματα των καθ'ων η αίτηση και θα προκληθεί στους καθ'ων η αίτηση ζημιά και βλάβη στα συμφέροντα και δικαιώματα τους.
  10. Η αιτήτρια θα έπρεπε να είχε επισυνάψει την ένορκη δήλωση που επιθυμεί να καταχωρίσει.
  11. Η αιτήτρια γνώριζε από την αρχή τα γεγονότα και στοιχεία που θέλει να συμπεριλάβει και σκοπός της είναι να διορθώσει παραλείψεις της κατά την καταχώριση της αίτησης παραμερισμού. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1- καθ' ης, η οποία υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και υποστηρίζει περαιτέρω πως: "16A. Περαιτέρω αναφορικά με την παράγραφο 7 υποπαράγραφο Α της ένορκης δήλωσης, η εναγόμενη 2/αιτήτρια το ζήτημα αυτό το είχε θέσει στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης της που υποστηρίζει την αίτηση για παραμερισμό. Β. Αναφορικά με την παράγραφο 7 υποπαράγραφο Β της ένορκης δήλωσης της Κωνσταντίας Αρκάδη, ουδέποτε οι ενάγοντες και ή η ενάγουσα 1 ανέφεραν ότι κατατέθηκε ποσό €80.000 σε κοινό λογαριασμό των εναγομένων 1 και
  12. Γ. Αναφορικά με την παράγραφο 7 υποπαράγραφο Γ της ένορκης δήλωσης για την επιστολή που στάληκε από τον εναγόμενο 1 προς το δικηγόρο της ενάγουσας 1, το περιεχόμενο ομιλεί από μόνο του και στην ουσία θέλουν να προσκομίσουν απαντητική μαρτυρία. Δ. Αναφορικά με την παράγραφο 7 υποπαράγραφο Δ της ένορκης δήλωσης, χρεωστική σημείωση κατάθεσης χρημάτων σε κοινό λογαριασμό ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε ότι ανήκει και στους δύο, είναι τραπεζικό έγγραφο και στην ουσία πάλι ζητείται γενικά και αόριστα να προσκομιστεί απαντητική μαρτυρία. Ε. Αναφορικά με την παράγραφο 7 υποπαράγραφο Ε της ένορκης δήλωσης, έχουν προσκομιστεί δικαστική απόφαση και πρακτικά ήτοι επίσημα έγγραφα δικαστικής αρχής της Ελλάδας. Στ. Αναφορικά με την παράγραφο 7 υποπαράγραφο Στ της ένορκης δήλωσης, η αιτήτρια έχει θέσει το θέμα αυτό στις παραγράφους 3, 4, 5 και 6 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση για παραμερισμό. Οι καθ'ων η αίτηση απάντησαν με την ένσταση τους. Η αιτήτρια είχε όλο το χρόνο όταν κατάθεσε την αίτηση παραμερισμού και αφού όπως αναφέρει και η ίδια έκανε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου να θέσει όλα και ή άλλα θέματα αν θεωρούσε ότι έπρεπε να κάνει.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν υποστηρίξει με νομολογία και αυθεντίες τις εκατέρωθεν θέσεις, ιδιαίτερη μνεία των οποίων γίνεται κατωτέρω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κρινόμενη αίτηση έρεισμα έχει την Δ.48, θ.4

(2)η οποία προνοεί τα εξής: «
(2). Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης του προνοείται από τη Διαταγή 39. Εγείρεται ως πρώτο ζήτημα που χρήζει εξέτασης, εάν ο θεσμός προνοεί και επιτρέπει την καταχώριση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Το αίτημα της αιτήτριας όπως αυτό εξειδικεύεται με την ένορκη δήλωση είναι να επιτραπεί να τεθούν στο Δικαστήριο μαρτυρίες και τεκμήρια που καταρρίπτουν ισχυρισμούς των καθ'ων η αίτηση, απαντούν σε ισχυρισμούς και στοιχειοθετούν νομικά επιχειρήματα, γεγονότα που κατέστη αναγκαίο να αναφερθούν μετά τη καταχώριση της ένστασης και ενόψει του περιεχομένου της. Αποτελεί τη θέση του συνηγόρου των καθ'ων πως ο συγκεκριμένος θεσμός επιτρέπει μόνο συμπληρωματική ένορκη δήλωση και όχι αντικρουστική. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε ενδιάμεση απόφαση στην αγωγή 4846/97 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην οποία ο τότε Πρόεδρος και νυν Δικαστής του Ανωτάτου, κ. Ναθαναήλ ανέφερε: "Σίγουρα η έννοια της απαντητικής και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης διαφέρουν και παρόλο που η λέξη "supplementary" δεν απαντάται ούτε ερμηνεύεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ή στον περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ.1, η λέξη δεν είναι τεχνικός όρος και θα πρέπει να αποδοθεί η κοινή ερμηνεία της λέξης που σύμφωνα με το Επίτομο Νέο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιούνη, σημαίνει «όποιος έχει σχέση με συμπλήρωμα ή χρησιμεύει για συμπλήρωμα», η δε λέξη «συμπλήρωμα» ερμηνεύεται ως «ότι προτίθεται σε κάτι για να συμπληρωθεί». Η έννοια από την άλλη των λέξεων «απαντητική» και «απάντηση» σημαίνει ότι προβάλλονται αντεπιχειρήματα σε μια θέση που καταγράφηκε προηγούμενα από την άλλη πλευρά». Η συνήγορος της αιτήτριας υποδεικνύει πως ενόψει του γεγονότος ότι η πλευρά της αιτήτριας έχει το βάρος της απόδειξης να πείσει το Δικαστήριο ότι το αιτούμενο διάταγμα πρέπει να εκδοθεί και με βάση τα καταχωρημένα δικόγραφα υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί, το Δικαστήριο θα πρέπει να εγκρίνει το αίτημα της αιτήτριας ώστε να μην στερηθεί το δικαίωμα να απαντήσει τους ισχυρισμούς των καθ'ων η αίτηση. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις των συνηγόρων. Η ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης διεξάγεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται υπό ή εκ μέρους των διαδίκων και στη δυνατότητα αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Ο αιτητής έχει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, οι οποίοι όταν αμφισβητούνται, ή όταν προβάλλονται αντίθετοι με αυτούς, οφείλει να τους αντικρούσει. Η προ της τροποποίησης διάταξη, αλλά και η νομολογία, προέβλεπε ότι οι αμφισβητούμενοι ισχυρισμοί αντικρούονται με προφορική μαρτυρία. Η αρχή αυτή παρεχώρησε τη θέση της στη νέα διάταξη, η οποία προνοεί για καταχώριση ένορκης δήλωσης. Κρίνεται πως δεν θα είχε νόημα η τροποποίηση αυτή εάν δεν επιτρεπόταν η καταχώρηση ένορκης δήλωσης για αντίκρουση ισχυρισμών ώστε να μπορεί ο αιτητής να αποσείσει το βάρος απόδειξης που βρίσκεται επί των ώμων του. Παρά το ότι δεν απαντήθηκε ρητά το θέμα τούτο, στη νομολογία όμως, σε αποφάσεις που δόθηκαν, τίθεται το γεγονός της αποτυχίας του αιτητή να αντικρούσει ισχυρισμούς της ένστασης είτε με καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή με αντεξέταση. Στην απόφαση Κώστα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269 το Εφετείο επικυρώνοντας πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση, υπέδειξε: "Τούτο ο Εφεσείων απέτυχε εντελώς να κάνει εφ' όσον ούτε αντεξέτασε την Εφεσίβλητη για να υποσκάψει ενδεχομένως τους δικούς της ισχυρισμούς ούτε επεδίωξε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να τους αντικρούσει και να θέσει τη δική του εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου.» (Η υπογγράμιση είναι του Δικαστηρίου) Επιβεβαίωση για τη διατήρηση δυνατότητας του Δικαστηρίου να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς απάντηση σε ένσταση, δόθηκε και με την απόφαση Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος
(2001)1 Α.Α.Δ. 418, με παραπομπή και υιοθέτηση της Davis Spence 1 C.P.P. 721 και Girvin v. Greepe 13 Ch.D. 174. Κρίνεται συνεπώς πως το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα και ευχέρεια να παρέχει τέτοιου είδους άδεια, ως η αίτηση, τηρουμένων βέβαια της ύπαρξης των προϋποθέσεων που θέτει η δικονομική διάταξη. Προϋπόθεση παροχής τέτοιας άδειας είναι η ύπαρξη «καλού λόγου». Αμφότεροι οι συνήγοροι ανέφεραν πως η έννοια της φράσης «καλός λόγος» πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση πάντα με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο το κατά την άποψη του, αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης, με δεδομένη τη σχετικότητα των ισχυρισμών αυτών. Το εάν θα επιτραπεί ή όχι σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Ματθαίου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510. Η αιτήτρια στην κρινόμενη περίπτωση αιτείται την καταχώρηση για τους λόγους που έχουν καταγραφεί στην αρχή της απόφασης. Για τους λόγους που επίσης καταγράφονται στην απόφαση, οι καθ' ων - ενάγοντες αμφισβητούν το δικαίωμα τούτο της εναγομένης - αιτήτριας. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπομνησθεί ότι με τη κυρίως αίτηση ημερ. 14/6/10 επιζητείται παραμερισμός της απόφασης που εκδόθηκε στις 27/1/10 εναντίον της εναγομένης 2 - αιτήτριας. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καταγράφονται οι λόγοι για τους οποίους επιζητείται ο παραμερισμός της απόφασης και εξηγείται η παράλειψη εμφάνισης ως και στοιχεία υπεράσπισης. Προβάλλεται ειδικότερα η θέση ότι η εναγομένη 1 - αιτήτρια δεν εμφανίσθηκε στην διαδικασία διότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής, αφού δεν της επεδόθηκε. Διατείνεται δε, ότι η τυχόν υπογραφή στο δελτίο παράδοσης του φακέλου της εταιρείας μεταφορών (είχε διαταχθεί υποκατάστατος επίδοση) είναι αποτέλεσμα πλαστογραφίας. Με την ένσταση αντικρούεται ο ισχυρισμός αυτός και υποβάλλονται έγγραφα εκ μέρους του μεταφορέα για τη συνήθη πρακτική επίδοσης, ως επίσης επισυνάπτεται επιστολή της εναγομένης 2 - αιτήτριας ημερ. 30/12/09 με την οποία σύμφωνα με την καθ' ης αποδεικνύεται γνώση της αγωγής. Η αιτήτρια επιθυμεί να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς. Είναι καλά εμπεδωμένη αρχή πως η αγωγή πρέπει να επιδοθεί δεόντως στον εναγόμενο, ώστε αυτός να εμφανισθεί εάν το επιθυμεί και λάβει μέρος στη διαδικασία. Δικαστική διαδικασία, που πρέπει να επιδοθεί, αλλά δεν περιέρχεται σε γνώση του εναγομένου είναι άκυρη (Spyropoulos v. Transaria
(1979)1 C.L.R. 421). Για να δικαιούται δε η εναγομένη ex depito justitiae ακύρωση της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης, οφείλει να αποδείξει τη μη επίδοση της αγωγής. Κρίνεται συνεπώς πως αυτός είναι καλός λόγος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για απάντηση των θεμάτων που περιλαμβάνονται στους λόγους 7 Γ, ΣΤ της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας. Αναφορικά με τα υπόλοιπα θέματα, που σύμφωνα με την αιτήτρια χρήζουν απάντησης, αυτά άπτονται του θέματος της υπεράσπισης. Θα εξετασθούν, με γνώμονα πάντα την αρχή πως «καθήκον του αιτητή είναι να πείσει πως έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβλεπόμενη εναντίον του απαίτηση. Όπως εξήγησε ο Δικαστής Sir Robert Megarry στη Land Securities P.L.C. πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, χωρίς να προχωρεί κανείς σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Γι' αυτό άλλωστε, συνεχίζει, ο Δικαστής Diplock στη Sidnell v. Nilson
(1966)2 QB 67, «συνδέει το δικαίωμα με την ύπαρξη καλή τη πίστει συζητήσιμης υπόθεσης» (Mine & Quarry Servides Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26. Έχω επίσης κατά νου, πως ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο (Stavros Gergiou & Son (SCRAP METALS) LTD v. To πλοίον LIPA
(2000)1Γ ΑΑΔ
  1. Για τα υπό στοιχεία 7 Α + Β +Γ της ένορκης δήλωσης της κας Αρκάδη δεν δίδεται άδεια απάντησης. Αναφέρονται σε θέματα σύναψης συμφωνίας, για την οποία ήδη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού η αιτήτρια - εναγομένη 2 καταπιάνεται. Δηλώνει αποχή από οποιαδήποτε σύμβαση και άγνοια ύπαρξης κοινού λογαριασμού της εναγομένης 2 αιτήτριας με τον εναγόμενο
  2. Εξάλλου όπως σωστά υποδεικνύει ο συνήγορος της καθ' ης, η αιτήτρια παραλείπει να περιγράψει και δώσει λεπτομέρειες για τα στοιχεία ή γεγονότα που θα παρουσιάσει. Ιδιαίτερη ενασχόληση με το θέμα είναι περισσή, αφού το Δικαστήριο δεν δικαιούται να ασχοληθεί με αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσφέρεται. Η ύπαρξη ποινικής υπόθεσης εναντίον του εναγομένου 1 είναι ζήτημα που δεν σχετίζεται και δεν αφορά την υπόθεση της εναγομένης 2 - αιτήτριας ώστε να χρήζει απάντησης. Πιστεύω ότι σ' αυτό το στάδιο δεν χρειάζεται να λεχθούν περισσότερα, ώστε να μην επηρεάσουν το αποτέλεσμα της εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού. Συνεπώς, κρίνεται ότι δεν δίδεται άδεια απάντησης του στοιχείου 7Ε. Συνακόλουθα, δίδεται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για απάντηση των θεμάτων που περιγράφονται στην παρ. 7 Γ και ΣΤ. Για τα υπόλοιπα δεν εγκρίνεται το αίτημα. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα θα είναι έξοδα δίκης. (Υπ.) ............. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΔΔ (Subject: Civil/Other actions/Ιnterim) (Aναφορά: Συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.