← Κύπρος

Ροδοθέας Δημητριάδου ν. Έλενας Κίρζη, Γενική Αίτηση: 296/2010, 31 Μαρτίου, 2011

Ροδοθέας Δημητριάδου ν. Έλενας Κίρζη, Γενική Αίτηση: 296/2010, 31 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 296/2010 Σε ότι αφορά τις υποθέσεις υπ. αριθμούς 19/2008 και 71/2008 και την εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 24.6.2009 της Επιτροπής Καθορισμού Εξωδικαστηριακής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και Σε ότι αφορά τους περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακαί Υποθέσεις) Κανονισμοί του 1985 - 1999 και Σε ότι αφορά τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρο 21 και τον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60, άρθρα 36 και 37 και Σε ότι αφορά την αίτηση της: Ροδοθέας Δημητριάδου Αιτήτριας και Έλενας Κίρζη Καθ' ης η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 21.5.2010 για εγγραφή της απόφασης ημερομηνίας 24.6.2009 Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κα Ασσιώτου Για την Καθ' ης η αίτηση: κ. Νικολάου για Κυριακίδου, Λαμάρη Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 24.6.2009 η Επιτροπή Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου (στο εξής η «Επιτροπή»), πιστοποίησε ως οφειλόμενη αμοιβή από την Καθ' ης η αίτηση προς την Αιτήτρια, που είναι δικηγόρος, για διάφορες εξωδικαστηριακές υπηρεσίες που η δεύτερη προσέφερε στην πρώτη, το ποσό των €11,000. Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια επιδιώκει την άδεια του Δικαστηρίου για εγγραφή και εκτέλεση της εν λόγω απόφασης της Επιτροπής στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Είναι στο στάδιο αυτό ορθό να λεχθεί ότι παρά το ότι στο αιτητικό της αίτησης γίνεται αναφορά σε απόφαση των Διαιτητών του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ημερομηνίας 24.6.2009, είναι προφανές ότι η αίτηση αφορά την απόφαση της Επιτροπής ίδιας ημερομηνίας, για την οποία και έγινε λόγος στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.47, Δ.48, ΘΘ 1-9, στους περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακαί Υποθέσεις) Κανονισμούς του 1985-1999, όπως τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα, στα άρθρα 21 και 30 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στο άρθρο 30

(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα άρθρα 36 και 37 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60και στις γενικές αρχές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας ημερομηνίας 20.5.2010 στην οποία επισυνάπτεται το πρωτότυπο της απόφασης της Επιτροπής ημερομηνίας 24.6.2009 για την πιστοποίηση αμοιβής της Αιτήτριας (στο εξής η «Απόφαση»), όπως επίσης η Ένορκη Δήλωση του Ιδιώτη Επιδότη Κώστα Χριστοδουλίδη ημερομηνίας 30.11.2009 σχετικά με την επίδοση της Απόφασης στην Καθ' ης η αίτηση προσωπικά στις 25.11.2009. Όπως προκύπτει από την Απόφαση, κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής η Καθ' ης η αίτηση δεν ήταν παρούσα και εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο κα Πελαγία Κυριακίδου, η οποία εξουσιοδοτήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση να παραστεί και να διαβουλευθεί με την Αιτήτρια προς το σκοπό επίλυσης της διαφοράς τους. Περαιτέρω, ενώπιον της Επιτροπής η κα Κυριακίδου προέβηκε στην ακόλουθη δήλωση η οποία παρατίθεται αυτούσια: «Αποδέχομαι την καταβολή, εκ μέρους της πελάτισσας μου, του ποσού των €11,000.- συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., για όλες τις υπηρεσίες που έχει προσφέρει η κα. Δημητριάδου στην κα. Έλενα Κίρζη. Με το ποσό αυτό εξοφλούνται και οι δύο υποθέσεις. Επιπλέον αναλαμβάνω όπως η πελάτισσα μου καταβάλει οποιοδήποτε ποσό επιδικασθεί ως έξοδα διαδικασίας από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο.» Με δεδομένη την πιο πάνω δήλωση της συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση και τη σύμφωνη γνώμη της Αιτήτριας, η Επιτροπή προχώρησε και πιστοποίησε την αμοιβή της Αιτήτριας σε €11,000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και περαιτέρω διέταξε την Αιτήτρια να καταβάλει προς τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο τα έξοδα της διαδικασίας εκ €200,00, τα οποία ακολούθως θα εισέπραττε από την Καθ' ης η αίτηση, ως η μεταξύ τους συμφωνία. Θα πρέπει στο στάδιο αυτό να σημειωθεί ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 21.5.2010 χωρίς κλήση προς την Καθ' ης η αίτηση, ήτοι μονομερώς (ex parte). Κατά την 2.7.2010, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η αίτηση για πρώτη φορά, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στην Καθ' ης η αίτηση. Ακολούθως, η αίτηση επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση στις 2.12.2010 και στις 6.12.2010 οπότε και η αίτηση ήταν ορισμένη για επίδοση, η Καθ' ης η αίτηση εμφανίστηκε στη διαδικασία μέσω της δικηγόρου της κας Κυριακίδου. Στις 27.1.2011 η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, η οποία βασίζεται στα άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο άρθρο 24 του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2, στα άρθρα 14
(1), 16
(1)και 16Α
(1)
(2)
(3)των περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακαί Υποθέσεις) Κανονισμών 1985-1999, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ 1-4, 9, Δ.49, Δ.55, Δ.64, στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στην πρακτική και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου, και συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας Μαριάννας Λαμάρη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Κυριακίδου, Λαμάρη ΔΕΠΕ, δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση, ημερομηνίας 27.1.
  1. Οι λόγοι ένστασης οι οποίοι προβάλλονται από την Καθ' ης η αίτηση συνοψίζονται ως ακολούθως:
  2. Η αίτηση δεν έχει συνταχθεί δικονομικά ορθά και/ή πάσχει τυπικά και/ή δεν έχει περιβληθεί με τον ορθό δικονομικό τύπο και/ή μορφή και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη.
  3. Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και άκυρη λόγω του ότι δεν έγινε και/ή δεν περιβλήθηκε με τον σωστό τύπο και μορφή.
  4. Η αίτηση πάσχει, όπως επίσης και η επίδοσή της, γιατί αντιβαίνει στην ισχύουσα νομολογία επί του θέματος των μονομερών αιτήσεων όπου διατάσσεται η επίδοση τους στον αντίδικο δικηγόρο.
  5. Η Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας ημερομηνίας 21.5.2010 που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη καθότι αντιβαίνει στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη Νομολογία επί του θέματος.
  6. Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής και δεν προσδίδει στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να εξετάσει την ουσία της.
  7. Η απόφαση της Επιτροπής δεν μπορεί να εγγραφεί και εκτελεστεί ως ζητείται στην Αίτηση για τους ακόλουθους λόγους: - Η σύσταση της Επιτροπής είναι παράνομη και αντισυνταγματική αφού αυτή έγινε στη βάση κανονισμών οι οποίοι είναι ultra vires του εξουσιοδοτικού νόμου, ήτοι του περί Δικηγόρων Νόμου. - Η υπαγωγή της Καθ' ης η Αίτηση στη δικαιοδοσία της Επιτροπής παραβιάζει το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ειδικότερα το δικαίωμά της για πρόσβαση της στο Δικαστήριο προς διάγνωση της οποιασδήποτε τυχόν αστικής υποχρέωσης της για τις ισχυριζόμενες υπηρεσίες της Αιτήτριας προς αυτήν καθώς και το ύψος της αξίας της κάθε υπηρεσίας, όπως επίσης την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης αφού η Καθ' ης η αίτηση αποστερήθηκε το δικαίωμα να προσφύγει σε δικαστήριο για τον καθορισμό της αμοιβής της Αιτήτριας ενώ σε οποιεσδήποτε άλλες περιπτώσεις που δεν αφορούν δικηγόρο ο καθορισμός αμοιβής και/ή εύλογης αμοιβής καθορίζεται από τα Δικαστήρια. Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπό κρίση αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεών τους. Η επιχειρηματολογία των δύο συνηγόρων καταγράφεται λεπτομερώς στα γραπτά περιγράμματα αγορεύσεων με τα οποία εφοδίασαν το Δικαστήριο και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Αναφορά στις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων θα γίνεται εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω ότι η παρούσα αίτηση είναι γενική αίτηση και ως τέτοια εκδικάζεται ως μια πρωτογενής διαδικασία με τρόπο ώστε η Δ.48 Θ. 4
(2)[1] που αφορά την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων να μην μπορεί να ισχύσει στην προκειμένη περίπτωση (αναφορικά με το τι συνιστά εναρκτήρια κλήση σχετική είναι η απόφαση Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investement, Inc.
(1999)1 AAΔ 124). Συνεπώς, όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα και θέματα που προκύπτουν μέσα από τις ενόρκες δηλώσεις της αίτησης και της ένστασης και υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων αποδεικνύονται με μαρτυρία που προσκομίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου από και/ή εκ μέρους των μερών. Παράλληλα, όμως, είναι αυτονόητο πως δεν απαιτείται η απόδειξη γεγονότων ή θεμάτων που δεν αμφισβητούνται. Εξυπακούεται επίσης πως ούτε για γεγονότα ή ζητήματα που ενώ αρχικά αμβισβητούνταν με τη στάση ή συμπεριφορά τους οι διάδικοι και/ή συνήγοροι τους εκ των υστέρων είτε τα παραδέχονται είτε δεν εμμένουν σε άρνηση τους, απαιτείται απόδειξη με προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας. Στα πλαίσια της υπό εξέτασης γενικής αίτησης, προβάλλονται συνολικά έξι λόγοι ένστασης και παρόλο που στην Ένορκη Δήλωσή της η Καθ' ης η αίτηση προβαίνει σε γενική άρνηση του περιεχομένου της Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας, εντούτοις μέσα από το περιεχόμενο τόσο της ένστασης όσο και της Ένορκης Δήλωσής της αλλά και μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου της, η Καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβητεί ότι: α) Με την Απόφαση η Επιτροπή πιστοποίησε την αμοιβή της Αιτήτριας για τις προσφερθείσες υπηρεσίες της προς την Καθ' ης η αίτηση σε €11,
  1. β) Η Απόφαση επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση προσωπικά στις 25.11.
  2. γ) Η Καθ' ης η αίτηση δεν πλήρωσε στην Αιτήτρια οποιοδήποτε ποσό έναντι ή προς εξόφληση του πιο πάνω ποσού. Επομένως, με βάση τα πιο πάνω αλλά και τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης της Καθ' ης η αίτηση, η εξέταση της υπό κρίση αίτησης περιορίζεται αποκλειστικά σε νομικά θέματα, για την απόδειξη των οποίων δεν απαιτείται η προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου και πάνω σε αυτή τη βάση προχωρώ στην εξέταση της αίτησης και των λόγων ένστασης που εγείρονται από την Καθ' ης η αίτηση. Μονομερής Φύση της Αίτησης Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται από την Καθ' ης η αίτηση είναι η μονομερής φύση της αίτησης ως είχε αρχικά καταχωρηθεί. Είναι γεγονός ότι η αίτηση θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί με κλήση προς την Καθ' ης η αίτηση. Στην Πολιτική Αίτηση αρ. 71/2008, Αναφορικά με την Αίτηση της Cyllenius Holdings Ltd κ.ά, απόφαση ημερομηνίας 6.2.2009, όπου αντικείμενο εξέτασης ήταν η απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου για εγγραφή απόφασης της Επιτροπής στα πλαίσια μονομερούς αίτησης, αναφέρονται τα εξής: «Γενικές Αιτήσεις "ex-parte" είναι άγνωστες στο δικονομικό μας σύστημα. Η Γενική Αίτηση είναι τρόπος έναρξης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και πρέπει να επιδίδεται στον αντίδικο ή, ανάλογα με την περίπτωση, στους αντιδίκους, ώστε αυτοί να έχουν την ευκαιρία να εμφανιστούν και ακουστούν αναφορικά με το κατά πόσο το αίτημα θα πρέπει να γίνει αποδεκτό ή να απορριφθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού επιλήφθηκε της Γενικής Αίτησης 92/08 "ex-parte" και, στα πλαίσιά της, εξέδωσε το επίδικο διάταγμα με το οποίο και επέτρεψε την εγγραφή της απόφασης της Ε.Κ.Δ.Α., ώστε αυτή να καταστεί εκτελεστέα. Επιλαμβανόμενο της Γενικής Αίτησης "ex-parte" το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ενήργησε χωρίς δικαιοδοσία, εφόσον δεν είχε ενώπιόν του το ορθό δικονομικό διάβημα». Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, ενώ η παρούσα αίτηση είχε αρχικά καταχωρηθεί μονομερώς, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου η αίτηση επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση, η οποία έλαβε γνώση και εμφανίστηκε στη διαδικασία μέσω δικηγόρου, καταχώρησε δε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης. Παράλληλα, το ζήτημα της παράτυπης αίτησης και διαδικασίας τέθηκε από την Καθ' ης η αίτηση για πρώτη φορά στην ένστασή της και όχι κατά την πρώτη εμφάνιση των συνηγόρων της στις 6.12.2010 και σε κάθε περίπτωση η Καθ' ης η αίτηση δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για παραμερισμό της αίτησης ή της επίδοσης και έλαβε μέρος στη διαδικασία κανονικά. Επομένως, παρά την ομολογουμένως λανθασμένη καταχώρηση της αίτησης μονομερώς, η οποία αίτηση, όμως, ορθώς άχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως γενική αίτηση, στην πορεία η Καθ' ης η αίτηση έλαβε γνώση και ακούστηκε αναφορικά με το κατά πόσον το αίτημα της Αιτήτριας θα έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτό, με αποτέλεσμα οι τρεις πρώτοι λόγοι ένστασης να μην μπορούν να επιτύχουν. Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας Ο τέταρτος λόγος ένστασης αφορά την παρατυπία και αντικανονικότητα της Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας που συνοδεύει την αίτηση καθότι αυτή υπογράφεται από την ίδια, η οποία είναι και η δικηγόρος που καταχώρησε την αίτηση. Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία, που σε γενικές γραμμές προβλέπει ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζονται οι δικηγόροι των διαδίκων για την υπόθεση των πελατών τους εκτός εάν τούτο είναι αναγκαίο (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Rock - Chick
(1968)1 CLR 1, Lazarou (No. 1) v. Police
(1969)2 CLR 53, In re Efthymiou
(1987)1 CLR 329, In re an Advocate
(1987)1 CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036, Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva, Πολιτική Έφεση αρ. 130/2009, απόφαση ημερομηνίας 29.1.2010 και Αναφορικά με την Αίτηση του Li Xin, Πολιτική Αίτηση αρ. 53/2010, απόφαση ημερομηνίας 31.5.2010). Έχω την άποψη ότι οι πιο πάνω αρχές δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην υπό κρίση αίτηση αφού αφενός η Αιτήτρια προβαίνει στην Ένορκη Δήλωση ως διάδικος και όχι υπό την ιδιότητά της ως δικηγόρος κάποιου άλλου προσώπου, αφετέρου η αίτηση καταχωρήθηκε μεν από την Αιτήτρια ως δικηγόρο πλην, όμως, η ίδια δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και καθόλους τους χρόνους εκ μέρους της εμφανιζόταν και χειριζόταν την υπόθεση η κα Ασσιώτου. Επομένως, και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Νομική Βάση της αίτησης Η νομική βάση της αίτησης καθορίζεται στην αίτηση και αναφέρεται με λεπτομέρεια πιο πάνω. Η αμοιβή των δικηγόρων για εξωδικαστηριακές υποθέσεις και τα συναφή θέματα καθορίζονται από τους περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμούς του 1985-2006 (στο εξής οι «Κανονισμοί»). Σύμφωνα με τους Κανονισμούς 14 και 17, οποιοσδήποτε δικηγόρος και οποιοσδήποτε πελάτης δικηγόρου δύναται να ζητήσει πιστοποίηση της αμοιβής του δικηγόρου από το Παγκύπριο Δικηγορικό Συμβούλιο. Περαιτέρω, ο Κανονισμός 16Α προνοεί τα εξής σχετικά με την εγγραφή και εκτέλεση αποφάσεων της Επιτροπής: «16Α.
(1)Οι αποφάσεις της Επιτροπής αυτής υπέχουν θέση Διαιτητικών αποφάσεων ή αποφάσεων Διαιτητού και οιοσδήποτε από τους διαδίκους έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αίτησή του στο Επαρχιακό Δικαστήριο την εγγραφή τους και επίσης όπως αυτές εκτελεστούν με την προβλεπόμενη διαδικασία και τους τρόπους εκτέλεσης, όπως ισχύει και στις άλλες αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων.
(2)Οι αποφάσεις της Επιτροπής Εξωδικαστηριακής Αμοιβής θα είναι τοκοφόρες και η Επιτροπή θα έχει δικαίωμα να διατάξεις όπως επιδικασθούν και τόκοι στο ψηφισθέν ποσόν ως ο εκάστοτε ισχύων περί τόκου Νόμος της Δημοκρατίας και όπως ακριβώς οι δικαστικές αποφάσεις.
(3)Η Επιτροπή έχει το δικαίωμα όπως διατάξει οποιοδήποτε από τους διαδίκους να πληρώσει τα έξοδα της ενώπιον της διαδικασίας, καθώς επίσης να επιδικάσει έξοδα για οιονδήποτε περαιτέρω ή επιπλέον εργασία.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Cyllenius Holdings Ltd κ.ά
(2008)1 ΑΑΔ 272, με αναφορά στην Μοντάνιος & Μοντάνιος ν. Αρτέμιδος Κωνσταντίνου Τουμαζή κ.ά.
(2005)1(Α) ΑΑΔ 333 υποδείχθηκε ότι ο Κανονισμός 16(Α) αναφέρεται μόνο στην εγγραφή και εκτέλεση των αποφάσεων της Επιτροπής και προσδιορίζει τα ζητήματα που ρυθμίζει και ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής δεν υπέχουν θέση αποφάσεων με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 και τον περί Δικαστηρίων Νόμο ώστε να ισχύουν οι πρόνοιες που αφορούν τις διαιτητικές αποφάσεις. Όπως επίσης αναφέρεται στην υπόθεση Αναφορικά με την Cyllenius Holdings Ltd κ.ά
(2008)1 ΑΑΔ 272, ένας δικηγόρος στον οποίο οφείλεται αμοιβή από πελάτη μπορεί είτε να προχωρήσει με αίτηση για εγγραφή απόφασης της Επιτροπής είτε να εγείρει αγωγή εναντίον του πελάτη αξιώνοντας εύλογη αμοιβή για την εξωδικαστηριακή αμοιβή που έχει προσφέρει και το εύλογο της αμοιβής να αποφασιστεί έχοντας υπόψη τις προνοούμενες στους Κανονισμούς αμοιβές, καθώς επίσης και το ποσό της πιστοποίησης της Επιτροπής εάν και εφόσον δοθεί σχετική μαρτυρία. Με δεδομένη, λοιπόν, την συμπερίληψη των Κανονισμών στη νομική βάση της αίτησης και ανεξαρτήτως του ότι ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4 και ο περί Δικαστηρίων Νόμος Ν. 14/60δεν έχουν εφαρμογή, απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης της Καθ' ης η αίτηση. Παρανομία και Αντισυνταγματικότητα στην σύσταση της Επιτροπής Η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει ως επιπρόσθετο λόγο ένστασης ότι η Επιτροπή συστάθηκε βάσει των Κανονισμών οι οποίοι είναι ultra vires του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2, ως εξουσιοδοτικού νόμου και επομένως η σύστασή της είναι παράνομη και αντισυνταγματική. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της κανονιστικής εξουσίας προβλέπονται στο άρθρο 60
(1)του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου Ν. 158(Ι)/1999το οποίο προνοεί τα εξής: «60.-
(1)Είναι ανίσχυρη κανονιστική πράξη η οποία εκδόθηκε χωρίς να παρέχεται εξουσία προς αυτό από νόμο ή εξέρχεται των ορίων της εξουσιοδότησης που δόθηκε με νόμο ή αντιβαίνει προς οποιαδήποτε διάταξη του εξουσιοδοτούντος νόμου ή εκδόθηκε χωρίς να τηρηθεί ο αναγκαίος για την έγκυρη έκδοσή της τύπος.» Στην προκειμένη περίπτωση η πιο πάνω θέση της Καθ' ης η αίτηση παρέμεινε στη σφαίρα της αοριστίας καθότι πέραν από τη γενική θέση ότι η Επιτροπή συστάθηκε με βάση τους Κανονισμούς οι οποίοι είναι ultra vires του εξουσιοδοτικού νόμου, δεν προβλήθηκε καμία περαιτέρω επιχειρηματολογία, οι δε αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε το Δικαστήριο ο κ. Νικολάου στα πλαίσια της αγόρευσης του δεν είναι βοηθητικές καθότι εκεί είχε μεν εγερθεί το ίδιο ζήτημα, πλην, όμως, για διάφορους λόγους κάθε φορά, δεν αποφασίστηκε. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι οι σχετικές πρόνοιες του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2, δεν δικαιολογούν μια τέτοια προσέγγιση αφού το μεν άρθρο 24 του Κεφ. 2 προνοεί ότι το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου έχει, μεταξύ άλλων, την εξουσία να καθορίζει τις αμοιβές των δικηγόρων για εξωδικαστηριακές υποθέσεις[2] και να εκδίδει κανονισμούς που να ρυθμίζουν και καθορίζουν οποιοδήποτε από τα θέματα που καθορίζονται στο άρθρο 24[3], το δε άρθρο 25
(1)του Νόμου δίνει στο Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου την εξουσία να προβαίνει σε σύσταση οποιασδήποτε υποεπιτροπής ήθελε θεωρήσει επιθυμητή, πέραν από τις τρεις υποεπιτροπές, η σύσταση των οποίων προβλέπεται στις υποπαραγράφους (α) - (γ) του εν λόγω εδαφίου. Επομένως, ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης μπορεί να επιτύχει. Η υπαγωγή της Καθ' ης η αίτηση στην Επιτροπή παραβιάζει συνταγματικές πρόνοιες Αποτελεί, τέλος, θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η υπαγωγή της στην Επιτροπή παραβιάζει το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ειδικότερα το δικαίωμά της για πρόσβαση στο Δικαστήριο προς διάγνωση της οποιασδήποτε τυχόν αστικής υποχρέωσης της για τις ισχυριζόμενες υπηρεσίες της Αιτήτριας προς αυτήν καθώς και το ύψος της αξίας της κάθε υπηρεσίας, όπως επίσης την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης αφού η Καθ' ης η αίτηση αποστερήθηκε του δικαιώματος να προσφύγει σε δικαστήριο για τον καθορισμό της αμοιβής της Αιτήτριας ενώ σε οποιεσδήποτε άλλες περιπτώσεις που δεν αφορούν δικηγόρο ο καθορισμός αμοιβής και/ή εύλογης αμοιβής καθορίζεται από τα Δικαστήρια. Οι αρχές που καθιερώνουν τα κριτήρια, με βάση τα οποία αποφασίζεται η συνταγματικότητα ή μη ενός νόμου, έχουν καθοριστεί από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση The Board for the Registration of Architects and Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 CLR 540, στην οποία λέχθηκε ότι κατά την εξέταση του θέματος της συνταγματικότητας ενός Νόμου, το Δικαστήριο θα πρέπει να καθοδηγείται από καλά καθιερωμένες αρχές που διέπουν το θέμα του δικαστικού ελέγχου των νομοθετικών διατάξεων, οι οποίες έχουν ως ακολούθως: Πρώτο, καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός σε μια πολύ σαφή υπόθεση, ή εκτός εάν η νομοθετική διάταξη είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια, ένας Νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρι αποδείξεως του αντίθετου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δεύτερο, τα Δικαστήρια ενδιαφέρονται μόνο για τη συνταγματικότητα της νομοθεσίας και όχι με τα ελατήρια, την πολιτική ή τη σοφία ή με το σύμφωνο της προς το φυσικό δίκαιο της υπό κρίση νομοθεσίας, τις βασικές αρχές διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. Τρίτο, είναι βασική αρχή ότι αν είναι με οποιοδήποτε τρόπο δυνατό τα Δικαστήρια θα πρέπει να ερμηνεύσουν το Νόμο, ώστε να τον φέρουν μέσα πλαίσια των διατάξεων του Συντάγματος. Τέταρτο, η Δικαστική εξουσία δεν επιλαμβάνεται αφηρημένων ερωτημάτων, δηλαδή τα Δικαστήρια δεν αποφασίζουν ερωτήματα συνταγματικής φύσεως, εκτός αν τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο για την έκβαση της υπόθεσης. Πέμπτο, σε περιπτώσεις που εξετάζονται νόμοι μέρος των οποίων είναι έγκυρο και άλλο άκυρο, τα Δικαστήρια οφείλουν να διαχωρίσουν το έγκυρο από το άκυρο μέρος και να απορρίψουν μόνο το άκυρο μέρος, εκτός αν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του όλου. Στην προκειμένη περίπτωση, με δεδομένη τη γενική και αόριστη προβολή του ζητήματος της συνταγματικότητας και ιδιαίτερα τον μη καθορισμό των άρθρων του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2, ή των Κανονισμών σε σχέση με τα οποία εγείρεται το ζήτημα τούτο, κρίνεται ότι η εξέταση αυτού του λόγου ένστασης δεν είναι εφικτή αλλά ούτε και επιβεβλημένη. Είναι φανερό από όλα τα πιο πάνω ότι η αίτηση επιτυγχάνει και, επομένως, δίδεται άδεια για εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης της Επιτροπής ημερομηνίας 24.6.2009 στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Επιπρόσθετα, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/αίτηση εγγραφής απόφασης για εξωδικαστηριακή εργασία [1] Η Δ.48 Θ. 4
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί και καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». [2] Βλέπε άρθρο 24
(1)(ια) [3] Βλέπε άρθρο 24
(1)(ιβ). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.