SUPERTRUST ESTATE AGENTS LTD ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΧΡΙΣΤΟΦΙΝΗ, Αρ. Αγωγής: 578/2009, 31/03/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 578/2009 Μεταξύ: SUPERTRUST ESTATE AGENTS LTD από τη Λεμεσό Εναγόντων και ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΧΡΙΣΤΟΦΙΝΗ από τη Λεμεσό Εναγομένου ------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 02.12.2010 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 31/03/2011 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο - αιτητή: κ. Φωτάκης Αποστολίδης. Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα Σωτηριάδου για κ.κ. Ανδρέας Α. Παπαδόπουλος & Σια. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων στην παρούσα αγωγή είναι για το ποσό των €29.750 πλέον Φ.Π.Α. και αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης πλέον τόκους και έξοδα. Ισχυρίζονται ότι είναι εγγεγραμμένοι Κτηματομεσίτες και δυνάμει συμφωνίας που υπέγραψαν με τον εναγόμενο στις 12/12/2008 ανέλαβαν την πώληση μιας κατοικίας του εναγομένου έναντι της πιο πάνω συμπεφωνημένης προμήθειας. Η εν λόγω κατοικία του εναγομένου τελικά πωλήθηκε και ο τελευταίος αρνείται να τους καταβάλει την πιο πάνω προμήθεια που συμφωνήθηκε. Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται και απορρίπτει την αξίωση των εναγόντων και αναφέρει τα γεγονότα όπως είχαν εκτυλιχθεί τόσο πριν τη συμφωνία όσο και μετά. Ισχυρίζεται βασικά, ότι αυτός αποτάθηκε στην εταιρεία BUYSELL και/ή ΒUYSELL REAL ESTATE και η οποιαδήποτε επαφή η επικοινωνία ήταν με την εν λόγω εταιρεία και όχι με τους ενάγοντες. Κατά τις 02/12/2010 ο εναγόμενος καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του ως ακολούθως: 1.
- Την προσθήκη 3 νέων παραγράφων με αριθμούς 5,6 και 7 μετά την παράγραφο 4 και οι οποίες περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:
- « Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη δικαιοπραξία και η οποία έλαβε χώραν την 12/12/2008 εντός του καταστήματος και/ή του υποστατικού και/ή του γραφείου της BUYSELL και/ή της BUYSELL REAL ESTATE που βρίσκεται στην οδό Γεωργίου Α54, κατάστημα 2-4, Λόρδος Front Koρτ, Γερμασόγεια, 4046 Λεμεσός, μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου, είναι παράνομη και/ή υπό τις περιστάσεις δόλια και/ή άκυρη και/ή απατηλή και/ή καταρτίστηκε ένεκα ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Εναγόντων και/ή άλλως.» 6 Λεπτομέρειες δόλου και/ή ένεκα ψευδών παραστάσεων: 6.
- Οι Ενάγοντες δημιούργησαν τέτοια παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς αφού δημιούργησε τέτοια εικόνα στον Εναγόμενο, και/ή έδωσαν την εντύπωση σε αυτόν, ότι μιλούσε με την BUYSELL και/ή BUYSELL REAL ESTATE. 6.
- Eνώ το κατάστημα που βρίσκεται στην οδό Γεωργίου Α54, κατάστημα 2-4, Λόρδος Front Kορτ, Γερμασόγεια, 4046 Λεμεσός έχει αναρτημένη στην πρόσοψη του τεράστια διαφημιστική πινακίδα με το όνομα BUYSELL, παρουσιάστηκαν οι Ενάγοντες ως BUYSELL. 6.
- Ενώ το κατάστημα που βρίσκεται στην οδό Γεωργίου Α54, κατάστημα 2-4, Λόρδος Front Kορτ, Γερμασόγεια, 4046 Λεμεσός έπρεπε να είναι κλειστό κατόπιν του διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην Υπόθεση 10640/2008 εντούτοις κατά παράβαση του διατάγματος αυτού το οποίο κατέστη απόλυτο την 13/10/2008 για το κλείσιμο ή την αναστολή της λειτουργίας του το κατάστημα ή το γραφείο αυτό συνέχισε να λειτουργεί. 6.
- Συνέχισε ακόμη να φέρει στην πρόσοψη του τεράστια διαφημιστική πινακίδα με το όνομα BUYSELL, παραπλανώντας τον Εναγόμενο. 6.
- Οι Ενάγοντες, με την παράλειψη τους να αφαιρέσουν τις πινακίδες της BUYSELL και να θέσουν τις δικές τους στην πρόσοψη του καταστήματος που βρίσκεται στην οδό Γεωργίου Α54, κατάστημα 2-4, Λόρδος Front Kορτ, Γερμασόγεια, 4046 Λεμεσός, μετά την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος της 3/7/2008, συνέβαλαν επί σκοπώ εξαπατήσεως του Εναγομένου ή εξωθήσεως τούτου εις την σύναψη της σύμβασης ημερομηνίας 12/12/2008 που επικαλούνται οι Ενάγοντες στην αγωγή τους, γεγονός το οποίο δεν θα έπραττε ο Εναγόμενος εάν γνώριζε την αλήθεια και/ή τα πραγματικά γεγονότα.
- Ο πιο πάνω ισχυρισμός του Εναγομένου στηρίζεται στο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δια την παρούσα αγωγή όταν ο Εναγόμενος επισκέφθηκε τα γραφεία της BUYSELL και/ή BUYSELL REAL ESTATE στην διεύθυνση οδό Γεωργίου Α54, κατάστημα 2-4, Λόρδος Front Kορτ, Γερμασόγεια, 4046 Λεμεσός υπήρχε εν ισχύει διάταγμα ημερομηνίας 13/10/2008 με το οποίο διατάσσετο το κλείσιμο του αναφερομένου γραφείου, αφού το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών πέτυχε το εν λόγω διάταγμα στην υπόθεση με αριθμό 10640/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9, θεσμοί 1,2,10, Δ.25
(1),
(2),
(3),
(4),
(5),
(6), Δ.48
(2),
(8)
(1)ν, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση του ιδίου του εναγομένου. Σε αυτή ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι πάντοτε γνώριζε ότι είχε συναλλαχτεί με την BUYSELL αφού επισκέφθηκε τα γραφεία τους στην διεύθυνση που αναφέρει και είχε συνομιλία μαζί τους. Μετά την καταχώρηση της αγωγής επισκέφθηκε ξανά την πιο πάνω διεύθυνση και βεβαιώθηκε ότι στο εν λόγω κατάστημα υπήρχε διαφημιστική πινακίδα της εν λόγω εταιρείας. Ακολούθως ζήτησε βοήθεια από το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών, οι οποίοι του ανέφεραν ότι το πρόβλημα ήταν γνωστό σε αυτούς, αφού η εν λόγω εταιρεία παραπλανεί το κοινό αφού δεν είναι εγγεγραμμένοι κτηματομεσίτες και για το λόγο αυτό το Συμβούλιο στράφηκε εναντίον τους και πέτυχε σχετικό διάταγμα αναστολή λειτουργίας τους. Τα πιο πάνω στοιχεία, αναφέρει, περιήλθαν σε γνώση του μετά που ο δικηγόρος του καταχώρισε την υπεράσπιση του και θεωρεί ότι προς καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης επιβάλλεται όπως γίνουν οι ζητούμενες τροποποιήσεις στην υπεράσπιση του για αναφερθεί αυτή η νέα κατάσταση πραγμάτων. Οι ενάγοντες - καθ' ών η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στις αιτούμενες τροποποιήσεις προβάλλοντας 15 λόγους ένστασης ως ακολούθως:
- Προκαλείται αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας
- Η αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη.
- Η Ένορκος Δήλωση δεν περιέχει τα στοιχεία που να δικαιολογούν την Αίτηση.
- Επιχειρείται νέα βάση υπεράσπισης.
- Η αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας και της νομοθεσίας για έγκριση του αιτήματος.
- Επιχειρείται πολύ καθυστερημένα η προσθήκη ισχυρισμού για δόλο και/ή ψευδών παραστάσεων.
- Η Αίτηση δεν καθίσταται απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Η Αίτηση είναι καταπιεστική.
- Επιχειρείται η εισαγωγή μαρτυρίας και/ή άλλων στοιχείων στα δικόγραφα τα οποία βάση των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας δεν πρέπει να περιέχονται στα δικόγραφα.
- Επιχειρείται η εισαγωγή μη σχετικών με τη παρούσα υπόθεση και/ή αναληθών στοιχείων.
- Παραβιάζεται το δικαίωμα δίκαιας δίκης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος δυνάμει του άρθρου 30 του Συντάγματος.
- Η αίτηση πάσχει νομικά.
- Υπάρχει νομικό κώλυμα στην προβολή τέτοιας τροποποίησης στο στάδιο αυτής της υπόθεσης. Η νομική βάση της ένστασης είναι η Δ.25, Θ.1-5, Δ.19, Θ.25, Δ.39 και Δ.48, Θ. 1-8, Δ.64, Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Άρθρο 32 του Συντάγματος. Υποστηρίζεται επίσης, από την ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Αγαθαγγέλου, διευθυντή των εναγόντων. Σε αυτή ουσιαστικά αναφέρει ότι η αίτηση γίνεται πολύ καθυστερημένα και ότι τα γεγονότα αυτά ήταν σε γνώση του αιτητή από την αρχή της υπόθεσης. Επίσης, ισχυρίζεται ότι η αίτηση γίνεται καταχρηστικά και κακόπιστα και ότι γίνεται προσπάθεια να εισαχθούν αναληθή στοιχεία και τα οποία αφορούν τρίτα άτομα. Η ακρόαση της παρούσας αίτηση διεξήχθη στην βάση γραπτών αγορεύσεων, με βάση τις οποίες αμφότερες οι πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τα όσα αναφέρονται σε αυτές λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και δεν χρειάζεται να αναφερθούν στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων και στη Δ.25 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών η οποία αποτελεί τη βασική πρόνοια που παρέχει δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου. Οι γενικές διατάξεις της Δ.25 είναι αυτές που δίδουν στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να προβαίνει στις σχετικές τροποποιήσεις. Η Δ.25 Θ.1 στην οποία στηρίζεται η αίτηση προνοεί ως ακολούθως: "
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Όσον αφορά τις βασικές αρχές σε θέματα τροποποίησης στο The Annual Practice 1958, στη σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: "In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,
(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided." Eιδικότερα στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 624, γίνεται εκτενής αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, όπως ισχύει στην προκειμένη περίπτωση: "Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B. D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs .» Όπως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180: «The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19, r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party΄s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails". Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Κυρίαρχο επίσης στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11 και Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 162 στη σ. 164 επισημαίνεται: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223). Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω, αποτελεί αρχή ότι τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν σαφώς φανερή ή έκδηλη από καιρό αλλά δεν ζητήθηκε, δεν θα επιτραπεί λόγω του ότι θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση αλλά και διότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη σχετική δικογραφία τους με την απαραίτητη ενδελέχεια και να καταγράφουν από νωρίς τις συγκεκριμένες τους θέσεις οι οποίες είναι ή θα πρέπει να είναι γνωστές σ΄ αυτούς από την αρχή που εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (πιο πάνω), Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 607, και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.A.Δ. 501). Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση λαμβάνοντας υπόψη μου του λόγους ένστασης του εναγομένου οι οποίοι ουσιαστικά αφορούν το καθυστερημένο της υποβολής της παρούσας αίτησης, το ότι αυτή είναι καταχρηστική και υποβάλλεται κακόπιστα, το ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αναγκαίες και ότι αυτές εισάγουν μαρτυρία και νέα βάση υπεράσπισης. Έχω μελετήσει τα δικόγραφα και ειδικότερα την Έκθεση Υπεράσπισης του εναγομένου. Εκείνο που προκύπτει από το εν λόγω δικόγραφο είναι ότι ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ανέθεσε στους ενάγοντες την πώληση της κατοικίας του, ότι δεν γνωρίζει τους ενάγοντες και δεν κατέληξε ή υπέγραψε μαζί τους οποιαδήποτε συμφωνία και ότι αν υπάρχει οποιαδήποτε συμφωνία αυτή είναι άκυρη λόγω έλλειψης αντιπαροχής. Περαιτέρω, ο εναγόμενος στο δικόγραφο του αναφέρει με λεπτομέρεια τα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση. Είναι η θέση του ότι η οποιαδήποτε συνεργασία υπήρξε ή η συμφωνία ημερομηνίας 12/12/2008 ήταν με την εταιρεία BUYSELL και/ή BUYSELL REAL ESTATE και ότι αυτός επισκέφθηκε τα γραφεία της εν λόγω εταιρείας στην οδό Γεωργίου του Α' στον Ποταμό Γερμασόγειας όπου συνομίλησε με υπάλληλους και/ή συνεργάτες της πιο πάνω εταιρείας. Oυσιαστικά ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας με τους ενάγοντες και ότι η οποιαδήποτε συμφωνία, έγινε με την κατανομαζόμενη στο δικόγραφο του εταιρεία αφού ο ίδιος επισκέφθηκε και/ή αποτάθηκε στην εν λόγω εταιρεία στη διευθύνση που αναφέρει και ότι εκεί βρίσκονταν τα γραφεία της εταιρείας αυτής. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται να εισαχθούν ισχυρισμοί ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη δικαιοπραξία η οποία έλαβε χώρα την 12/12/2008 εντός των καταστημάτων της εταιρείας που ήδη κατονομάζει στο δικόγραφο του στη συγκεκριμένη διεύθυνση είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή δόλια και/ή λόγω ψευδών παραστάσεων παραθέτοντας λεπτομέρειες αυτών. Ουσιαστικά αυτές συνίστανται στο γεγονός ότι οι ενάγοντες έδωσαν την εντύπωση στον εναγόμενο ότι αυτός μιλούσε με την εταιρεία BUYSELL αφού στα συγκεκριμένα υποστατικά υπήρχε διαφημιστική πινακίδα της εν λόγω εταιρείας παράνομα και κατά παράβαση διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην υπόθεση αρ. 10640/2008 με το οποίο απαγόρευε κάτι τέτοιο αλλά και διέτασσε το κλείσιμο του εν λόγω καταστήματος και την αναστολή λειτουργίας της εν λόγω εταιρείας. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να αφαιρέσουν τις πινακίδες από το κατάστημα της εν λόγω εταιρείας και με αυτό τον τρόπο εξαπάτησαν και/ή εξώθησαν τον εναγόμενο στη σύναψη της συμφωνίας ημερομηνίας 12/12/2008. Εκείνο που διαπιστώνεται από τα πιο πάνω είναι ότι, ναι μεν επιχειρείται να εισαχθούν ισχυρισμοί περί δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων από πλευράς εναγόντων, αλλά οι ισχυρισμοί αυτοί και οι λεπτομέρειες αυτών των ισχυρισμών δεν είναι άσχετοι και εντελώς καινούργιοι ισχυρισμοί με τους ήδη δικογραφημένους. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος επισκέφθηκε το κατάστημα που βρίσκεται οδό Γεωργίου του Α' στον Ποταμό Γερμασόγειας και ότι αυτός επισκέφθηκε την BUYSELL και/ή BUYSELL REAL ESTATE δικογραφείται ήδη. Εκείνο που επιχειρείται να προστεθεί τώρα είναι ότι το συγκεκριμένο κατάστημα δεν μπορούσε να λειτουργεί και ούτε να αναγράφεται σε αυτό το όνομα της πιο πάνω εταιρείας αφού ήδη υπήρχε σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου. Το γεγονός αυτό ισχυρίζεται τον οδήγησε στην σύναψη της επίδικης συμφωνίας αφού και οι ενάγοντες του παρουσιάστηκαν ως BUYSELL. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν θεωρώ ότι αλλάζουν την υπεράσπιση του εναγομένου σε τέτοιο βαθμό που δεν θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην υπεράσπιση του και να εκδικασθούν ευχερώς μαζί με τους υπόλοιπους του ισχυρισμούς (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 237. Ζητείται η συμπερίληψη κάποιων πρόσθετων ισχυρισμών έτσι ώστε να μπορούν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα περιστατικά που αφορούν την παρούσα υπόθεση αλλά και τα γεγονότα που οδήγησαν στην επίδικη συμφωνία. Επίσης, θεωρώ ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν επιχειρείται η εισαγωγή μαρτυρίας στο δικόγραφο του εναγομένου. Επιχειρούνται να εισαχθούν κάποιοι ισχυρισμοί και λεπτομέρειες αυτών, οι οποίοι θα πρέπει να δικογραφούνται έτσι ώστε να μπορεί να επιτραπεί στον εναγόμενο να προσκομίσει μαρτυρία κατά την δίκη, για σκοπούς απόδειξης τους (βλ. Δ.19, Θεσμό 5). Περαιτέρω, κρίνω ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν είναι άσχετες και/ή ασύνδετες με τα επίδικα ζητήματα. Είναι γεγονότα τα οποία άπτονται της εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας, τα οποία εν πάσει περιπτώσει θα αξιολογηθούν στα κατάλληλο στάδιο και εφόσον αυτά τεκμηριωθούν με σχετική μαρτυρία. Η θέση των εναγόντων ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αναληθείς δεν είναι ζήτημα που απασχολεί το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Στο παρόν στάδιο εξετάζεται κατά πόσο οι εν λόγω ισχυρισμοί θα πρέπει να προστεθούν στο δικόγραφο του εναγομένου ή όχι και όχι η αλήθεια τους. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω θεωρώ ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης και για να δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα και πιο συγκεκριμένα με την κατ' ισχυρισμό συμφωνία που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων και την εγκυρότητα της. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται το αίτημα παρατηρώ τα ακόλουθα: Από το φάκελο και τα πρακτικά του Δικαστηρίου, στα οποία υπάρχει η δυνατότητα να ανατρέξω σε αυτά (βλ. Γεωργίου v. Oργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ.2)
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1938) προκύπτει ότι, η Έκθεση Υπεράσπισης του εναγομένου έχει καταχωρηθεί στις 2/3/
- Η αγωγή ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά για οδηγίες Δυνάμει της Διαταγής 30 στις 3/5/
- Είχαν δοθεί τότε οδηγίες για αποκάλυψη εγγράφων και η υπόθεση ορίστηκε για περαιτέρω οδηγίες στις 24/6/
- Είχε γίνει η αποκάλυψη εγγράφων μέχρι τότε και ζητήθηκε από τους συνηγόρους των διαδίκων χρόνος για να ανταλλάξουν τα έγγραφα που είχαν αποκαλυφθεί και έτσι η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 23/09/
- Την εν λόγω ημερομηνία ο συνήγορος του εναγομένου ανέφερε στο Δικαστήριο ότι προέκυψε κάποιο ζήτημα και θα πρέπει να προβεί σε αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης του και με τη σύμφωνη γνώμη των εναγόντων η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 8/11/2010 οπότε ζητήθηκε ακόμη λίγος χρόνος για την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Με την σύμφωνη γνώμη των εναγόντων η αγωγή ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 10/12/2010 και μέχρι τότε να είχε καταχωρηθεί η σχετική αίτηση. Στις 2/12/2010 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ένορκης ομολογίας του εναγομένου η ανάγκη για τις προτεινόμενες τροποποιήσεις προέκυψε μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης του και αφού επισκέφθηκε ξανά το κατάστημα το οποίο επισκέφθηκε για την πώληση του σπιτιού του για να βεβαιωθεί ότι από έξω υπάρχει διαφημιστική πινακίδα της εταιρείας BUYSELL. Ακολούθως, αναφέρει ότι επισκέφθηκε το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών όπου και τον πληροφόρησαν για το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του αιτητή δεν διευκρινίζεται επ' ακριβώς πότε προέκυψε η ανάγκη για την τροποποίηση. Από το φάκελο του Δικαστηρίου όμως, φαίνεται ότι τα γεγονότα αυτά περιήλθαν σε γνώση του εναγομένου περί τον Σεπτέμβριο του 2010 και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 2/12/
- Λαμβανομένου υπόψη των πιο πάνω στοιχείων όπως έχουν εκτεθεί, το χρόνο καταχώρηση της υπεράσπισης (εννέα μήνες πριν τη καταχώρηση της παρούσας αίτησης), το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση δεν έχει ακόμη οριστεί για ακρόαση και γενικά την πορεία της υπόθεσης, δεν διαπιστώνω ότι υπάρχει καθυστέρηση ή τουλάχιστον υπερβολική καθυστέρηση στην υποβολή της. Επίσης, διαφαίνεται ότι τα γεγονότα τα οποία γίνεται προσπάθεια να εισαχθούν περιήλθαν σε γνώση του εναγομένου μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του και δεν διαπιστώνεται υπερβολική καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης από τον χρόνο που έλαβε γνώση αυτών των γεγονότων. Ακόμη όμως και να δεχθώ τη θέση των εναγόντων ότι τα γεγονότα αυτά ήταν σε γνώση του εναγομένου από την αρχή, η μη συμπερίληψη τους στην Έκθεση Υπεράσπισης του δεν συνιστά ανυπέρβλητο εμπόδιο για την έγκριση της παρούσας αίτησης, δεδομένου της νομολογίας ότι τυχόν αμέλεια ή λάθος του εναγομένου δεν αποτελούν κώλυμα στην έγκριση αίτησης τροποποίησης, λαμβανομένου υπόψη πάντοτε όλων των περιστάσεων της υπόθεσης και το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται τέτοιο αίτημα. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, την πορεία της υπόθεσης και το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, δεν διαπιστώνεται ότι τυχόν έγκρισης της παρούσας αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγόντων για εκδίκαση της υπόθεσης τους εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Εδώ όμως θα πρέπει να αναφερθεί ότι, το Συνταγματικό δικαίωμα του διαδίκου για εκδίκαση των δικαιωμάτων του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος πρέπει να αντισταθμίζεται από το επίσης συνταγματικό δικαίωμα του αντιδίκου του, να έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι παραγνωρίζω σε οποιαδήποτε περίπτωση την έννοια και σημασία του άρθρου 30 του Συντάγματος. Επίσης, στην υπόθεση Πάρη Χριστοφίδη v Κώστα Λουκά
(1998)1 Α.Α.Δ. 389 τονίστηκε ότι η αξίωση για δίκαιη δίκη μέσα σε εύλογο χρόνο δεν εξετάζεται κάτω από απόλυτους χρονολογικούς όρους. Συνεκτιμούνται οι ιδιαιτερότητες της κάθε περίστασης αλλά η κατάληξη τροχιοδρομείται ενόψει και του παράλληλου συνταγματικού δικαιώματος των διαδίκων για ακρόαση. Στην προκειμένη περίπτωση και αφού έλαβα υπόψη μου όλες τις περιστάσεις και δεδομένα που περιβάλλουν την αγωγή αυτή κρίνω ότι εάν δεν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις τότε θα στερηθεί το δικαίωμα του εναγομένου να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο αλλά και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που περιβάλουν τα επίδικα θέματα. Επιπλέον, παρατηρώ ότι δεν θα επηρεαστεί με οποιοδήποτε τρόπο η απαίτηση των εναγόντων αφού η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει και επίσης οι ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν στους νεοεισαχθέντες ισχυρισμούς με την καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση, αν το επιθυμούν. Περαιτέρω, θεωρώ ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά στους ενάγοντες που δεν αποζημιώνεται με χρήμα. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων περί κακοπιστίας και κατάχρησης της διαδικασίας αλλά και ότι ο σκοπός της παρούσας αίτησης είναι για να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής, δεν βρίσκουν έρεισμα και ούτε αποδείχθηκε ή διαφάνηκε κάτι τέτοιο. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία αλλά ούτε προκύπτουν και από το φάκελο του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που να αποδεικνύουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς των εναγόντων. Ούτε και η μέχρι σήμερα πορεία της υπόθεσης συνηγορεί υπέρ τέτοιων ισχυρισμών. Ως εκ τούτου οι εν λόγω ισχυρισμοί απορρίπτονται. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς παράγοντες και ιδιαίτερα το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, κρίνω υπό τις περιστάσεις πως θα πρέπει να εξασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του εναγομένου - αιτητή και να εγκρίνω τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται επομένως διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης ως οι παράγραφοι 1., 1.1. και 1.2. της αίτησης του Αιτητή ημερομηνίας 2/12/2010. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Η τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης. Τόσο τα έξοδα της Αίτησης όσο και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης, θα είναι σε βάρος του εναγομένου - αιτητή και προς όφελος των εναγόντων - καθ' ών η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/ Interim Aναφορά: Αitisi tropopoiisis ekthesis yperaspisis. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο