← Κύπρος

Μιχαλάκη Σ. Σχίζα ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1778/06, 7 Απριλίου 2011

Μιχαλάκη Σ. Σχίζα ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1778/06, 7 Απριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A111 Αρ. Αγωγής: 1778/06 Μεταξύ: Μιχαλάκη Σ. Σχίζα, εκ Λεμεσού Ενάγοντος και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου Αίτηση ημερ.31.12.10 υπό εναγομένου - αιτητή για τροποποίηση της υπεράσπισης Ημερομηνία: 7 Απριλίου 2011 Για εναγόμενο - αιτητή: κα Αναστασίου Για ενάγοντα - καθ' ου η Αίτηση: κος Σχίζας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή του, ο ενάγοντας αιτείται γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό παράνομη επέμβαση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του έκτασης 209 τμ. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, τον Μάιο του 2001 εκδόθηκε διάταγμα απαλλοτρίωσης και ταυτόχρονα διάταγμα επίταξης μέρους του ακινήτου, ιδιοκτησίας του ενάγοντα με αριθμό εγγραφής 511/2001, τεμάχιο

  1. Σκοπός της απαλλοτρίωσης ήταν η βελτίωση του παραλιακού δρόμου της Λεμεσού. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι το διάταγμα επίταξης έληξε τον Μάιο του
  2. Όσον αφορά το διάταγμα απαλλοτρίωσης, έχει καταχωρηθεί προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία ζητείται η ακύρωση του. Είναι επίσης η θέση του ενάγοντα ότι το διάταγμα απαλλοτρίωσης έπαυσε να έχει οποιαδήποτε ισχύ λόγω παράλειψης της Δημοκρατίας να υποβάλει προσφορά για αποζημίωση. Ως εκ τούτου, από τον Μάιο του 2001 όταν οι εκπρόσωποι της Δημοκρατίας ανέλαβαν κατοχή του επίδικου ακινήτου, κατέστησαν παράνομοι επεμβασίες. Με δεδομένη την κατ' ισχυρισμόν παράνομη επέμβαση, ο ενάγοντας αιτείται αποζημίωση του ύψους της ενοικιαστικής αξίας της εν λόγω λωρίδας έκτασης 209 τμ. για το ποσό των £18.000,00 κατά έτος. Η Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, καταχώρησε υπεράσπιση στην αγωγή με την οποία αρνείται την εκ μέρους της διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι η προσφυγή του ενάγοντα εναντίον του διατάγματος απαλλοτρίωσης, έχει απορριφθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Εναντίον της απορριπτικής απόφασης ο ενάγοντας καταχώρησε έφεση, την οποία όμως απέσυρε στις 15.5.
  3. Ενόψει τούτου, το διάταγμα απαλλοτρίωσης παρέμεινε σε ισχύ και δεν τίθεται ζήτημα παράνομης επέμβασης εκ μέρους της Δημοκρατίας. Επιπλέον, η Δημοκρατία με την υπεράσπιση της ισχυρίζεται ότι η ισχύς του διατάγματος απαλλοτρίωσης δεν μπορεί να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο. Ιδιαίτερα, ο ισχυρισμός του ενάγοντα για εκπνοή του διατάγματος απαλλοτρίωσης λόγω κατ' ισχυρισμό παράλειψης της Δημοκρατίας να υποβάλει προσφορά για αποζημίωση θα έπρεπε να εγερθεί στο πλαίσιο της προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε δε ότι με την απόρριψη της προσφυγής, ουσιαστικά η διοικητική πράξη της απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου, παρέμεινε σε ισχύ. Με την συμπλήρωση των δικογράφων, η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες. Ακολούθησαν αιτήσεις για αποκάλυψη εγγράφων και στην συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Δόθηκαν επανειλημμένως αναβολές για λόγους που εμφαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και δεν είναι της παρούσης. Προτού ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης, ο εναγόμενος καταχώρησε στις 31.12.10 την παρούσα αίτηση με την οποία αιτείται την τροποποίηση της υπεράσπισης. Επιζητεί συγκεκριμένα όπως προσθέσει στην παράγραφο 4 της υπεράσπισης, ισχυρισμούς ότι οι κατασκευαστικές εργασίες που έχουν σχέση με την απαλλοτρίωση, άρχισαν το
  4. Επιχειρείται επίσης η προσθήκη στην υπεράσπιση νέων ισχυρισμών σε σχέση με την έκταση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Η νέα θέση του εναγομένου που επιχειρείται να εισαχθεί με την αίτηση του στο δικόγραφο της υπεράσπισης του, είναι συνοπτικά η εξής: Με βάση το εν λόγω διάταγμα, απαλλοτριώθηκαν 209 τμ του τεμαχίου του ενάγοντα. Παρόλα αυτά κατά την εκτέλεση του έργου, ο Δήμος Λεμεσού και το Τμήμα Πολεοδομίας, αποδέχθηκαν αίτημα του ενάγοντα για τροποποίηση του ρυθμιστικού σχεδίου ώστε η στάση λεωφορείων που αρχικά θα επηρέαζε το τεμάχιο του ενάγοντα να μεταφερθεί μπροστά από το τεμάχιο 162 και στον αρχικό χώρο της στάσης να διαμορφωθεί ο πάροδος χώρος στάθμευσης οχημάτων. Ως αποτέλεσμα, επιτεύχθηκε μείωση του τελικού επηρεασμού του τεμαχίου του ενάγοντα. Είναι ισχυρισμός του εναγομένου ότι η έκταση που η Κυπριακή Δημοκρατία τελικά κατέλαβε από το ακίνητο του ενάγοντα, ανέρχεται σε 177 τμ δηλαδή σε 32 τμ λιγότερα από την αρχική απαλλοτρίωση. Δημοσιεύθηκε ως εκ τούτου στις 15.10.10, διάταγμα ανάκλησης με αριθμό ατομικής διοικητικής πράξης 858/10 με την οποία ανακλήθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους της έκτασης που δεν χρησιμοποιείται από την Δημοκρατία. Η αίτηση του εναγομένου στηρίζεται στην Δ.25 θ.1 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μαίρης Δαμιανού, βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού στο Επαρχιακό Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, στη Λεμεσό. Σύμφωνα με την πιο πάνω ένορκη δήλωση, πρόσφατα έχει ολοκληρωθεί η σχετική χωρομετρική εργασία κατά την οποία διαπιστώθηκε η έκταση που η Κυπριακή Δημοκρατία κατέλαβε από την επίδικη απαλλοτρίωση. Γι' αυτό τον λόγο, δημοσιεύθηκε και το σχετικό διάταγμα ανάκλησης της απαλλοτρίωσης του μέρους του ακίνητου του ενάγοντα που τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε από την Δημοκρατία. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση καθίσταται αναγκαία αφού είναι συνυφασμένη με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και σκοπό έχει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα στη σωστή τους βάση. Περαιτέρω, ενόψει της απαίτησης του ενάγοντα για αποζημιώσεις σε συνάρτηση με την ενοικιαστική αξία της γης που κατέχει επιτόπου η Δημοκρατία, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί η ακριβής έκταση του ακινήτου του ενάγοντα που έχει απαλλοτριωθεί. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει τέλος ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση γίνεται καλόπιστα με αποτέλεσμα να μην επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του ενάγοντα. Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται σε σειρά λόγων που συνοψίζονται ως εξής: · Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη, αφού τα γεγονότα προέκυψαν εκκρεμούσης της αγωγής. Ενόψει τούτου, η αίτηση δεν μπορεί να στηριχθεί στην Διαταγή 25 αλλά στην Διαταγή 23 για καταχώρηση πρόσθετης υπεράσπισης. · Η προτεινόμενη υπεράσπιση είναι αχρείαστη και άσχετη με τα επίδικα θέματα αφού οι μεταγενέστερες διοικητικές πράξεις δεν επηρεάζουν την ουσία της υπόθεσης ούτε και τον ισχυρισμό του κατά πόσο υπήρξε παράνομη επέμβαση ή όχι στο ακίνητο. · Η αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα πέραν των 4 ετών από την καταχώρηση της αγωγής. Πλήττεται ως εκ τούτου το δικαίωμα του ενάγοντα για εκδίκαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο. · Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και έχει ως σκοπό να βλάψει τα δικαιώματα του ενάγοντα. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ίδιου του ενάγοντα, στην οποία επαναλαμβάνονται, οι πιο πάνω ισχυρισμοί. Αγορεύσεις: Οι δυο συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους, υιοθέτησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως περιγράφονται πιο πάνω στα δικόγραφα της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα. Η συνήγορος του αιτητή, αναφέρθηκε στην σύγχρονη τάση της νομολογίας να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και σε καθυστερημένο στάδιο νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά. Ήταν η θέση της ότι η αναγκαιότητα της αίτησης τροποποίησης διαπιστώθηκε μόλις πρόσφατα μετά που διευκρινίστηκε η ακριβής έκταση της απαλλοτρίωσης από το τεμάχιο του ενάγοντα. Πριν την ολοκλήρωση της χωρομετρικής εργασίας, η Δημοκρατία δεν μπορούσε να γνωρίζει με βεβαιότητα ότι είχε καταλάβει λιγότερη έκταση από αυτή που αρχικά απαλλοτριώθηκε. Γι' αυτόν τον λόγο, η αίτηση αποτελεί μία γνήσια προσπάθεια διευκρίνισης των πραγματικών γεγονότων ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η απονομή δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων. Ήταν τέλος, η θέση της συνηγόρου ότι με την έγκριση της τροποποίησης ο ενάγοντας δεν θα υποστεί καμία ζημιά. Ο συνήγορος του ενάγοντα-καθ΄ου η αίτηση, στην αγόρευση του επέμενε ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Ήταν η θέση του ότι η χωρομετρική εργασία στην οποία αναφέρεται ο εναγόμενος δεν εξυπηρετεί σε κανένα σημείο την αποκρυστάλλωση των επιδίκων θεμάτων. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η κακοπιστία του αιτητή, είναι εμφανής αφού η εν λόγω χωρομετρική εργασία δεν έγινε με ταχείς ρυθμούς με αποτέλεσμα να καθυστερείται σήμερα η εκδίκαση της υπόθεσης. Η μεγάλη καθυστέρηση κατά τον συνήγορο, αποτελεί σημαντικό στοιχείο που δικαιολογεί την απόρριψη του αιτήματος τροποποίησης. Πλήττεται έτσι το δικαίωμα του ενάγοντα για εκδίκαση της υπόθεσης και διακρίβωσης των δικαιωμάτων του σε εύλογο χρόνο. Η ζημιά δε που υφίσταται ο ενάγοντας δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων. Ο συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία, υπέβαλε ότι σε αυτό το προχωρημένο στάδιο, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφων, ασκείται με φειδώ. Λαμβάνεται δε σοβαρά, υπόψη ο εκτροχιασμός της διαδικασίας και οι αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα των διαδίκων. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι ο αιτητής δεν θα δεν θα έπρεπε να στηριχθεί στην Διαταγή 25 για τροποποίηση δικογράφου αλλά στην Διαταγή 23 για καταχώρηση πρόσθετης υπεράσπισης. Αυτό γιατί, τα νέα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, προέκυψαν εκκρεμούσης της αγωγής. Η Δ.23 θ.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, έχει ως ακολούθως: «
  5. Where any ground of defence arises after the defendant has delivered his defence, or after the time limited for his doing so has expired, the defendant may, and where any ground of defence to counter-claim, or after the time limited for delivering such defence has expired, the plaintiff may, within fifteen days after such ground of defence has arisen or at any subsequent time by leave of the Court or a Judge, deliver a further defence as the case may be, setting forth the same» Η ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά της πιο πάνω διαταγής ως αναφέρεται στην απόφαση Cyber Group ltd ν. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και άλλων

(2004)1Γ Α.Α.Δ 1852 έχει ως εξής: «2. Όπου οποιοσδήποτε λόγος υπεράσπισης προκύψει μετά που ο εναγόμενος έχει παραδώσει την υπεράσπιση του ή μετά την εκπνοή του χρόνου παραδόσεως, ο εναγόμενος μπορεί, και όπου οποιοσδήποτε λόγος υπεράσπισης σε ανταπαίτηση προκύψει μετά την παράδοση υπεράσπισης σε ανταπαίτηση ή μετά την εκπνοή του χρόνου για την παράδοση της, ο ενάγων μπορεί, εντός δεκαπέντε ημερών μετά που θα προκύψει τέτοιος λόγος υπεράσπισης ή σε οποιοδήποτε κατοπινό χρόνο με άδεια του Δικαστηρίου ή Δικαστή, να παραδώσει περαιτέρω υπεράσπιση, ανάλογα με την περίπτωση, και να την προβάλει. από την ημέρα που οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση αυτής της νέας υπεράσπισης.» Η νομική σχέση της πιο πάνω διαταγής με την Δ.25 που ρυθμίζει την τροποποίηση δικογράφων, αναλύθηκε στην υπόθεση Famiro Spinning v. Ami Knitting
(1989)1 Α.Α.Δ
  1. Λέχθηκε ότι σε περίπτωση που προκύψουν γεγονότα μετά την καταχώρηση υπεράσπισης, η σωστή διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται είναι αυτή της Δ.23 θ.2 και όχι η διαδικασία αίτησης τροποποίησης που καθορίζεται από την Δ.
  2. Όσον αφορά την διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται με βάση την Δ.23 θ.2, σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Famiro (ανωτέρω). « Οι πρόνοιες της Δ.23 θ.2, είναι σαφείς και καθορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σε τέτοια περίπτωση. Αν, σύμφωνα με τη διαταγή αυτή, τα γεγονότα αυτά έχουν εγερθεί μέσα σε διάστημα 15 ημερών από την καταχώρηση υπεράσπισης ή της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, ο εναγόμενος στην πρώτη περίπτωση και ο ενάγων στην δεύτερη, μπορούν χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, να καταχωρήσουν συμπληρωματική υπεράσπιση προβάλλοντας τα νέα αυτά γεγονότα. Στην περίπτωση που περάσουν οι 15 μέρες, η διαδικασία αυτή μπορεί να γίνει με άδεια του Δικαστηρίου. Έτσι καμιά αίτηση για τροποποίηση δεν χρειάζεται για να προβληθούν τα νέα αυτά γεγονότα.» Στην παρούσα περίπτωση, τα γεγονότα που επιχειρεί να εισαγάγει ο εναγόμενος στην υπεράσπιση του, προέκυψαν εκκρεμούσης της αγωγής και σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο από την καταχώρηση του Δικογράφου της υπεράσπισης του. Τόσον η χωρομετρική εργασία όσον και το διάταγμα ανάκλησης της απαλλοτρίωσης μέρους της περιουσίας του ενάγοντα, προέκυψαν πολύ πρόσφατα και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του
  3. Ως εκ τούτου η πρέπουσα διαδικασία για προβολή των ισχυρισμών αυτών, είναι η καταχώρηση συμπληρωματικής υπεράσπισης δυνάμει της Δ.23 θ.
  4. Αυτό βέβαια μετά από άδεια του Δικαστηρίου αφού έχει παρέλθει προ πολλού η προθεσμία των 15 ημερών που προβλέπεται στην πιο πάνω διαταγή. Ο εναγόμενος παρόλα αυτά επιζητεί να προβάλει τους πιο πάνω ισχυρισμούς με τροποποίηση της υπεράσπισης του δυνάμει της Δ.25 και όχι με καταχώρηση πρόσθετης υπεράσπισης δυνάμει της Δ.23 θ.
  5. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί στο παρόν στάδιο, είναι κατά πόσον το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει αίτημα προσθήκης των ισχυρισμών αυτών στην υπεράσπιση και δυνάμει της Δ.25 παρότι τα υπό κρίση γεγονότα προέκυψαν μετά την αγωγή και η πρέπουσα διαδικασία είναι αυτή που καθορίζει η Δ.23 θ.
  6. Έχω την άποψη ότι οι πρόνοιες της Δ.23 θ.2 δεν στερούν από το Δικαστήριο, την εξουσία να εξετάσει το ζήτημα κάτω από τις πρόνοιες της Δ.
  7. Η νομολογία για τροποποίηση δικογράφων δυνάμει της Δ.25, καταδεικνύει μια φιλελεύθερη τάση των Δικαστηρίων στην έκδοση διαταγμάτων τροποποίησης σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και για προσθήκη γεγονότων που προέκυψαν μετά την συμπλήρωση των δικογράφων. Είναι δε ενδεικτικό ότι σύμφωνα με την νομολογία, τροποποίηση δικογράφου μπορεί να διαταχθεί υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ακόμη και μετά την έναρξη της ακρόασης εφόσον τα γενικότερα συμφέροντα της δικαιοσύνης το επιτρέπουν. Δεν αποκλείεται έτσι η τροποποίηση υπεράσπισης με την προσθήκη γεγονότων που προέκυψαν μετά την αγωγή δυνάμει της Δ.25 παρότι στις περιπτώσεις αυτές θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η Δ.23 Θ.
  8. Αυτό βέβαια εφόσον ισχύουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις της Δ.25 όπως καθορίστηκαν από την νομολογία. Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη μου θα εξετάσω στην συνέχεια κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.25 για έγκριση του αιτούμενου διατάγματος. Η Δ.25 θ.1 επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση έχει ως ακολούθως: "The court or a judge may, at any stage of the proceedings allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων." Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου δυνάμει του πιο πάνω κανονισμού, υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των Αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η σύγχρονη τάση όπως προκύπτει από τη Νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα του Λόρδου Denning στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754: "I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε σε μεταγενέστερη νομολογία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Easton v. Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257 & Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ 44). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης μεταξύ άλλων ότι το θέμα ως προς το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης Δίκης. Επιβεβαιώθηκε επίσης ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, ταυτίζεται πλήρως με τις αρχές που εφαρμόζονται στην Αγγλία επί του θέματος αυτού. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε)
  1. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση αυτή: "Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
  2. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  3. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  4. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  5. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη". Έχει νομολογηθεί επίσης ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Oπως λέχθηκε στην υπόθεση Patrick Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 AAΔ 607, 613 σε μια αίτηση αυτής της μορφής δεν χρειάζεται να τίθεται στην ένορκη δήλωση ισχυρισμός ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία ή να εξετάζονται ακόμη και οι λόγοι της καθυστέρησης γιατί θεωρείται από την ίδια την κατάθεση της αίτησης ότι ο διάδικος θεωρεί την τροποποίηση αναγκαία, ενώ το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με βάση το συνολικό υπάρχον υλικό και ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας και της άλλης πλευράς. Εν πάση περιπτώσει, στην υπό εξέταση υπόθεση η αναγκαιότητα της τροποποίησης της υπεράσπισης είναι έκδηλη. Ο ενάγων στην έκθεση απαίτησης του, καθορίζει ως σημαντικό στοιχείο την έκταση του ακινήτου ιδιοκτησίας του, την οποία κατέλαβε η Δημοκρατία. Συγκεκριμένα, αιτείται αποζημιώσεις για την ενοικιαστική αξία καθορισμένης έκτασης του ακινήτου του. Εφόσον δε, προέκυψε σε μεταγενέστερο στάδιο αμφισβήτηση ως προς την έκταση του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, είναι δίκαιο όπως δοθεί η δυνατότητα στον εναγόμενο να παρουσιάσει την θέση του επί του σημείου αυτού, στο δικόγραφο της υπεράσπισης του. Αυτό γιατί ακόμη και στην περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αγωγή του, αν γίνει αποδεκτή η θέση του εναγομένου για την μειωμένη έκταση της καταληφθείσας περιουσίας, ανάλογα θα μειωθεί και η αποζημίωση που τυχόν θα επιδικασθεί στον ενάγοντα. Έχοντας υπόψη τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών όπως προκύπτουν από τα μέχρι τώρα καταχωρηθέντα δικόγραφα αλλά και τις ένορκες δηλώσεις της παρούσας διαδικασίας, κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν εισάγει νέα βάση υπεράσπισης ούτε επιφέρει την ριζική μετατροπή της υπεράσπισης του εναγομένου. Αυτό που επιδιώκεται στην ουσία, είναι η εισαγωγή ισχυρισμών επεξηγηματικών της θέσης του εναγομένου σε σχέση με την έκταση που κατέλαβε από το ακίνητο του ενάγοντα. Επιζητείται επίσης η παράθεση ισχυρισμών για την νέα ατομική διοικητική πράξη με την οποία ακυρώθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου που δεν κατέλαβε η Δημοκρατία. Επιπλέον, κρίνω ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, ο καθ' ου η αίτηση δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία. Η διευκρίνιση της έκτασης που κατέλαβε η Δημοκρατία όχι μόνο δεν πλήττει τα δικαιώματα του ενάγοντα αλλά κατά την κρίση μου, είναι υποβοηθητική και για τον ίδιο ούτως να είναι σε θέση να γνωρίζει τι θα αντιμετωπίσει στο Δικαστήριο και τι ποσά θα δικαιούται ως αποζημίωση σε περίπτωση που πετύχει η αγωγή του. Αυτό εφόσον βέβαια διαφανεί ότι η έκταση που απαλλοτριώθηκε, είναι αυτή που ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Σε αυτήν την περίπτωση αν δεν εγκριθεί το αίτημα θα εδίνετο αντιθέτως απαράδεκτο πλεονέκτημα στον ενάγοντα, ο οποίος θα μπορούσε να διεκδικήσει αποζημιώσεις για έκταση ακινήτου, μεγαλύτερη από αυτή που κατέλαβε η Δημοκρατία. Επιπλέον δεν έχει αποδειχθεί με οιονδήποτε τρόπο κακοπιστία του εναγομένου στην καταχώρηση της παρούσας. Ο εναγόμενος μόλις διαπίστωσε τα πορίσματα της χωρομετρικής εξέτασης, προέβη αμέσως σε ανάκληση της διοικητικής πράξης για την έκταση του ακινήτου που δεν κατέλαβε η Δημοκρατία. Κατεχώρησε επίσης σε σύντομο χρονικό διάστημα την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά να προσθέσει τα νέα γεγονότα που προέκυψαν από το αποτέλεσμα της χωρομετρικής εξέτασης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και μετά από συνυπολογισμό όλων των δεδομένων της υπόθεσης, κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Με δεδομένη την φύση της αξίωσης σε συνυπολογισμό και με τους άλλους παράγοντες της νομολογίας, βρίσκω ότι με την έγκριση της αίτησης, εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης αφού θα δοθεί η δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιληφθεί των ουσιαστικών διαφορών των διαδίκων. Αντιθέτως, κρίνω ότι τυχόν απόρριψη του αιτήματος θα στερούσε ουσιαστικά από τον εναγόμενο - αιτητή, του δικαιώματος να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου, την υπόθεση του όπως ο ίδιος κρίνει ορθό. Τέλος, σημαντικό στοιχείο στην πιο πάνω απόφαση μου, αποτελεί το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει ούτως ώστε η εκτροπή από την πορεία της Δίκης να μειώνεται σημαντικά. Εν όψει όλων των πιο πάνω, εκδίδω διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης ως το αιτητικό της παρούσας αίτησης. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Να ακολουθήσει εντός 15 ημερών απάντηση στην υπεράσπιση. Στην συνέχεια να ισχύσουν οι διατάξεις των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ, Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Στην παρούσα υπόθεση, βρίσκω ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ευθύνεται σε οποιονδήποτε βαθμό στην δημιουργία των εξόδων που χάνονται με την τροποποίηση της υπεράσπισης. Κρίνω ως εκ τούτου ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο τους ο εναγόμενος - αιτητής. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τα έξοδα της παρούσας αίτησης, τα οποία θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί ο ενάγοντας - καθ' ου η αίτηση. Δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να αποκλίνω από τον βασικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας, τα δικαιούται ο επιτυχών διάδικος που στην περίπτωση αυτή είναι ο εναγόμενος - αιτητής. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, αποφασίζω όπως όλα τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση να τα επιβαρυνθεί ο εναγόμενος - αιτητής ενώ τα έξοδα της παρούσας αίτησης να βαρύνουν τον ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση. Όλα τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο να πληρωθούν δε, στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.