← Κύπρος

Στέλλας Αντωνίου ν. Inna Shylo, Αρ. Αγωγής: 1635/2006, 8 Απριλίου, 2011

Στέλλας Αντωνίου ν. Inna Shylo, Αρ. Αγωγής: 1635/2006, 8 Απριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A113 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1635/2006 Μεταξύ: Στέλλας Αντωνίου Ενάγουσας και Inna Shylo Εναγόμενης --------------------------- Αρ. Αγωγής: 1636/2006 Μεταξύ: Ευαγγελίας Αντωνίου, ανήλικης μέσω των γονέων αυτής Αντώνη και Στέλλας Αντωνίου, οίτινες ασκούν την γονική μέριμνα αυτής Ενάγουσας και Inna Shylo Εναγόμενης --------------------------- Αρ. Αγωγής: 1637/2006 Μεταξύ: Ραφαέλλου Αντωνίου, ανήλικης μέσω των γονέων αυτής Αντώνη και Στέλλας Αντωνίου, οίτινες ασκούν την γονική μέριμνα αυτού Ενάγοντα και Inna Shylo Εναγόμενης Ημερομηνία: 8 Απριλίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες (και στις 3 αγωγές): κ. Χ. Αδάμου Για την Εναγόμενη (και στις 3 αγωγές): κα Μ. Φιλίππου Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Στις 6.4.2004 και περί ώρα 18:00 στη συμβολή της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με την οδό Πάφου στη Λεμεσό, επεσυνέβη ατύχημα μεταξύ του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΑΑΑ842, το οποίο οδηγούσε η Ενάγουσα στην αγωγή 1635/2006 με επιβάτες τα παιδιά της, Ενάγοντες στις δύο άλλες υποθέσεις, και του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΡΤ646 το οποίο οδηγούσε η Εναγόμενη. Συνεπεία της σύγκρουσης οι Ενάγοντες υπέστηκαν σωματικές βλάβες και διάφορες άλλες ζημιές, τις οποίες οι συνήγοροι συμφώνησαν επί πλήρους ευθύνης και δήλωσαν στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία ως εξής: - Στην υπόθεση 1635/2006 οι γενικές αποζημιώσεις καθορίστηκαν σε €5.500,00 και οι ειδικές αποζημιώσεις σε €2.961,

  1. - Στην υπόθεση 1636/2006 οι γενικές αποζημιώσεις καθορίστηκαν σε €4.500,00 και οι ειδικές αποζημιώσεις σε €563,
  2. - Στην υπόθεση 1637/2006 οι γενικές αποζημιώσεις καθορίστηκαν σε €2.750,00 και οι ειδικές αποζημιώσεις σε €273,
  3. Λόγω του ότι κατά την ημερομηνία που δηλώθηκαν τα πιο πάνω ποσά ο Ενάγοντας στην αγωγή 1637/2006 ήταν ανήλικος, η εν λόγω δήλωση υπόκειτο στην έγκριση του Δικαστηρίου, η οποία και δόθηκε στη βάση του κοινώς αποδεκτού ιατρικού πιστοποιητικού του Δρος Φιλίππου Συμιλλίδη ημερομηνίας 13.5.2004, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α, όπου περιγράφονται λεπτομερώς οι σωματικές βλάβες που υπέστηκε ο Ραφαέλλος Αντωνίου (4,5 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο) συνεπεία του ατυχήματος. Επομένως, το μόνο επίδικο θέμα που παρέμεινε προς εκδίκαση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ήταν η ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα. Θα πρέπει στο στάδιο αυτό να σημειωθεί ότι στις 5.10.2007, στα πλαίσια αίτησης που υποβλήθηκε από την Εναγόμενη στις 23.4.2007, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα συνένωσης των πιο πάνω αγωγών μόνο ως προς το θέμα της ευθύνης και ως υπόθεση οδηγός καθορίστηκε η αγωγή 1635/
  4. Στις 2.12.2010 και ενώ η ακροαματική διαδικασία είχε ήδη ξεκινήσει, οι συνήγοροι συμφώνησαν και δήλωσαν όπως η συνένωση αφορά όλα τα επίδικα θέματα. Κατά την ακροαματική διαδικασία, για τους Ενάγοντες κατέθεσαν ο Αστυφύλακας 1855 κ. Παναγιώτης Παναγιώτου (ΜΕ1) και η Ενάγουσα στην αγωγή 1635/2006 (ΜΕ2), ενώ η Εναγόμενη δεν προσέφερε μαρτυρία προς υποστήριξη της εκδοχής της. Eπίσης, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε ως κοινό παραδεκτό γεγονός ότι η Ενάγουσα στην αγωγή 1635/2006 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΑΑΑ
  5. Όπως έχει λεχθεί, ο Αστ. 1855 Παναγιώτης Παναγιώτου κατέθεσε ως ΜΕ
  6. Ο μάρτυρας είχε κληθεί στη σκηνή του ατυχήματος για σκοπούς διερεύνησης, όπου βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις όπως απεικονίζονται στο συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο ετοίμασε στη βάση πρόχειρου σχεδίου (το συμμετρικό σχέδιο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1). Αναφορικά με τη Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού ο μάρτυρας κατέθεσε ότι είναι δρόμος διπλής κατευθύνσεως, ο οποίος χωρίζεται με νησίδα, ενώ η διασταύρωση με την οδό Πάφου ελέγχεται από φώτα τροχαίας. Υπέδειξε επίσης ότι από ανατολικά προς δυτικά (ως η πορεία του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΑΑΑ842) υπάρχουν φώτα τροχαίας χωρίς τόξο αφού δεν υπάρχει στροφή προς τα δεξιά, ενώ από δυτικά προς ανατολικά (ως η πορεία του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΡΤ646), για τα οχήματα που θα στρίψουν δεξιά προς την οδό Πάφου υπάρχει τρίτη λωρίδα και τόξο. Όταν το τόξο είναι αναμμένο πράσινο το φως για τα οχήματα ως η πορεία του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΑΑΑ842 είναι κόκκινο στρογγυλό, ενώ όταν σβήσει το πράσινο τόξο, ανάβει πράσινο στρογγυλό φως για αμφότερες πορείες, οπότε τα οχήματα με κατεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά (ως η πορεία της Εναγομένης) που προτίθενται να στρίψουν δεξιά προς την οδό Πάφου, θα πρέπει να μείνουν σε αναμονή σε περίπτωση που διέρχονται οχήματα από την αντίθετη κατεύθυνση και τα οποία έχουν προτεραιότητα. Σε σχέση δε με τα φώτα τροχαίας, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι όταν έφθασε στη σκηνή έκανε το σχετικό έλεγχο και αυτά λειτουργούσαν κανονικά. Εξήγησε επίσης επί του σχεδίου (Τεκμήριο 1), ότι το Χ είναι το σημείο σύγκρουσης, στο οποίο κατέληξε λαμβάνοντας υπόψη τα μαυρίσματα των τροχών και των δύο οχημάτων και ανέφερε ότι το σημείο Χ υποδείχθηκε στους δύο οδηγούς σε ημερομηνία μεταγενέστερη του ατυχήματος και οι δύο συμφώνησαν με αυτό. Ο αστυφύλακας ανέφερε επίσης ότι το όριο ταχύτητας στη λεωφόρο είναι 50 χ.α.ω. και η ορατότητα είναι μεγάλη και από τις δύο κατευθύνσεις. Κατά το χρόνο του δυστυχήματος υπήρχε φως της ημέρας και ο δρόμος ήταν στεγνός και καθαρός, η δε τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Επί του δρόμου δεν εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης από οποιοδήποτε αυτοκίνητο. Αναφορικά με τις ζημιές ο μάρτυρας υπέδειξε ότι σε σχέση με το όχημα με αριθμό εγγραφής ΑΑΑ842 οι ζημιές ήταν σε όλο το μπροστινό του μέρος ενώ στο όχημα της Εναγομένης αυτές ήταν σε όλο το μπροστινό μέρος και στην αριστερή μπροστινή πλευρά. Η Ενάγουσα στην αγωγή 1635/2006, κα Στέλλα Αντωνίου, κατέθεσε ως ΜΕ
  7. Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, η κα Αντωνίου ανέφερε ότι ενώ οδηγούσε στη Λεωφ. Κυπριανού με δυτική κατεύθυνση, περίπου 400 μέτρα πριν από τη διασταύρωση με την οδό Πάφου και ενώ είχε απεριόριστη ορατότητα, το φανάρι ήταν κόκκινο στρογγυλό. Περίπου 100 μέτρα πριν από τη συμβολή των φώτων τροχαίας με την οδό Πάφου και ενώ εκινείτο με ταχύτητα γύρω στα 45 χ.α.ω., το φανάρι στην πορεία της έγινε πράσινο στρογγυλό. Μόλις έφτασε στα φώτα τροχαίας ως η πορεία της, το αυτοκίνητο της Εναγομένης κρατούσε τη δεξιά (τρίτη) λωρίδα και ήταν σταματημένο με πρόθεση να στρίψει δεξιά. Η ίδια εισήλθε στη διασταύρωση αφού προηγουμένως ελάττωσε ταχύτητα και βεβαιώθηκε ότι η διασταύρωση ήταν ελεύθερη ώστε να περάσει αλλά εντελώς απότομα το αυτοκίνητο της Εναγομένης μπήκε στη διασταύρωση, ανέκοψε την πορεία του οχήματος της και τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν. Η μάρτυρας υποστήριξε ότι η σύγκρουση έγινε με την μπροστινή πλευρά του οχήματος της και ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να λάβει μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης λόγω του ότι η ανακοπή της πορείας της ήταν βίαιη και απότομη, σε σημείο που η ίδια δεν πρόλαβε καν να εφαρμόσει τα φρένα της. Συνεπεία του δυστυχήματος, το αυτοκίνητό της έπαθε ζημιές και τόσο η ίδια όσο και τα παιδιά της που επέβαιναν στο όχημα, τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έχοντας υπόψη την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, όπως επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους θα προχωρήσω να κρίνω την αξιοπιστία τους. Αξιολογώντας αρχικά τον Αστ. 1855 Παναγιώτη Παναγιώτου, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός ήταν αντικειμενικός και ουδέτερος, παρουσιάστηκε δε στο Δικαστήριο με σκοπό να δώσει μαρτυρία αναφορικά με το ατύχημα και χωρίς να εντοπίζεται οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους του να βοηθήσει οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Ενδεικτικό δε της ειλικρίνειας του είναι το ότι για θέματα για τα οποία δεν ήταν σε θέση να απαντήσει λόγω του ότι δεν θυμόταν κάτι ανέφερε τούτο στο Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό. Ήταν σαφής, επεξηγηματικός και παρουσίασε στο Δικαστήριο όλα τα στοιχεία και πληροφορίες που έλαβε κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος. Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, βοηθώντας περαιτέρω το Δικαστήριο αφού με τις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν από την κα Φιλίππου δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του αλλά παρουσιάστηκε μια πληρέστερη εικόνα αναφορικά με το ατύχημα. Συνεπώς, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Η κα Αντωνίου ήταν ειλικρινής και πειστική, ενώ παράλληλα δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο υπερβολής ή αντίφασης στη μαρτυρία της. Περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα με λεπτομέρεια και παραμένοντας σταθερή στις θέσεις της κατά την αντεξέταση. Επισημαίνεται, δε, στο σημείο αυτό, ότι στα πλαίσια της αντεξέτασης της κας Αντωνίου, η μόνη θέση που υποβλήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο υπεράσπισης ήταν ότι αφ' ενός η σύγκρουση δεν ήταν βίαιη και αφ' ετέρου ότι η Εναγομένη εισήλθε στη διασταύρωση ενώ τα φώτα τροχαίας της πορείας της ήταν πράσινο τόξο, θέση την οποία η κα Αντωνίου δεν αποδέχθηκε, και για την οποία η Εναγομένη δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξή. Δεδομένης, λοιπόν, της θετικής εντύπωσης που η μάρτυρας άφησε στο Δικαστήριο, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Με βάση τα πιο πάνω, η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά των Εναγόντων, θα αποτελέσει και τη βάση για την κατάληξη του Δικαστηρίου, αφού τόσο ο ΜΕ1 όσο και η ΜΕ2 κρίθηκαν αξιόπιστοι και η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη αφού δεν αντεξετάστηκαν επί ουσιωδών μερών της μαρτυρίας τους και από πλευράς της Εναγομένης δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη των δικογραφημένων θέσεων της περί συντρέχουσας αμέλειας της Ενάγουσας στην αγωγή 1635/2006 (βλ. Αποστολίδης ν. Iris Development Co. Ltd.

(2008)1B Α.Α.Δ. 1189). Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υιοθέτησαν τις γραπτές αγορεύσεις τους και προώθησαν τις εκδοχές των πελατών τους όπως αυτές εμφαίνονται ή προκύπτουν από τα δικόγραφα τους. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: Στις 6.4.2004 και περί ώρα 18:00 η Ενάγουσα στην αγωγή 1635/2006 οδηγούσε το όχημά της με αριθμό εγγραφής ΑΑΑ842 επί της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού στη Λεμεσό με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά, έχοντας ως επιβάτες τα παιδιά της, Ευαγγελία και Ραφαέλλο Αντωνίου, Ενάγοντες στις αγωγές 1636/2006 και 1637/2006 αντίστοιχα. Την ίδια ώρα η Εναγόμενη οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΡΤ646 επί της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με κατεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά και στη συμβολή με την Οδό Πάφου κρατούσε την τρίτη δεξιά λωρίδα με πρόθεση να στρίψει δεξιά προς την Οδό Πάφου. Η εν λόγω διασταύρωση ρυθμίζεται από φώτα τροχαίας τα οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσαν κανονικά και με τον τρόπο που περιέγραψε ο ΜΕ1 στο Δικαστήριο και καταγράφεται πιο πάνω. Τετρακόσια
(400)μέτρα προτού η ΜΕ2 φθάσει στη διασταύρωση με την οδό Πάφου και ενώ είχε απεριόριστη ορατότητα, το φανάρι στην πορεία της ήταν στρογγυλό κόκκινο. Εκατόν
(100)περίπου μέτρα πριν από τη συμβολή των φώτων τροχαίας και ενώ εκινείτο με ταχύτητα γύρω στα 45 χ.α.ω., το φανάρι στην πορεία της ΜΕ2 ήταν πράσινο στρογγυλό. Μόλις έφτασε στα φώτα τροχαίας ως η πορεία της και ενώ το αυτοκίνητο της Εναγομένης στην αντίθετη κατεύθυνση κρατούσε τη δεξιά (τρίτη) λωρίδα και ήταν σταματημένο με πρόθεση να στρίψει δεξιά, η ΜΕ2 εισήλθε στη διασταύρωση αφού προηγουμένως ελάττωσε ταχύτητα και έλεγξε την κίνηση επί της διασταύρωσης. Ενώ το όχημα που οδηγούσε η ΜΕ2 εισήλθε στη διασταύρωση, για άγνωστους λόγους στο Δικαστήριο, η Εναγόμενη εκκίνησε και οδήγησε το όχημα της δεξιά διαγώνια, διερχόμενη στη συμβολή ενώ το φως στην πορεία της ήταν επίσης πράσινο στρογγυλό ανακόπτοντας έτσι την πορεία προτεραιότητας του οχήματος της ΜΕ2 με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Το Δικαστήριο υιοθετεί ως μέρος των ευρημάτων του το σχέδιο (Τεκμήριο 1) και τις σχετικές μετρήσεις, καθώς επίσης και το σημείο σύγκρουσης Χ το οποίο ο ΜΕ1 διαπίστωσε στη σκηνή και με το οποίο οι εμπλεκόμενοι οδηγοί συμφώνησαν. Λόγω της σύγκρουσης τα ενεχόμενα αυτοκίνητα υπέστηκαν τις ζημιές που περιέγραψαν ο ΜΕ1 και η ΜΕ2 ενώ οι Ενάγοντες τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού με ασθενοφόρο. Το όριο ταχύτητας στη Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού είναι 50 χ.α.ω. και η ορατότητα είναι μεγάλη και από τις δύο κατευθύνσεις. Κατά το χρόνο του δυστυχήματος υπήρχε φως της ημέρας και ο δρόμος ήταν στεγνός και καθαρός, η δε τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Σχετικά με το θέμα της ευθύνης είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι το η αμέλεια είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Patsalides v. Yiapani
(1969)1 CLR 84 και Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 CLR 215). Στα πλαίσια εκδίκασης μιας τέτοιας υπόθεσης, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος της Εναγόμενης και εάν η απάντηση είναι καταφατική, τότε θα πρέπει να εξετάσει εάν η Ενάγουσα στην αγωγή 1635/2006 έχει συντρέχουσα αμέλεια και ακολούθως να καθορίσει τα εκατέρωθεν ποσοστά ευθύνης (βλ. Φοίβος Μαυρίδης v. Rima J. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 1013). Η ευθύνη αποφασίζεται στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί, ανεξάρτητα αν είναι μαρτυρία που έχει προσαχθεί από τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο (βλ. Fabrey and another v. Demetriou
(1976)1 CLR 1). Στην προκειμένη περίπτωση, μαρτυρία σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα δόθηκε μόνο από την πλευρά των Εναγόντων. Όπως, όμως, έχει λεχθεί επανειλημμένα, η προσαγωγή μαρτυρίας χωρίς αμφισβήτηση δεν οδηγεί πάντοτε σε πλήρη απόδειξη των αναφερομένων, ενώ η παρουσίαση της μαρτυρίας ενός μόνο μάρτυρα δεν εξυπακούει και αποδοχή της μαρτυρίας του χωρίς αξιολόγηση (βλ. Λουκία Ανδρέου ν. Fareh Almifalani, Πολιτική Έφεση 40/2007, απόφαση ημερομηνίας 29.5.2009 και Μουζέ ν. Λαμπρή
(1994)1 ΑΑΔ 216). Αποτελεί θεμελιωμένη αρχή ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 475). Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 CLR 387), ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Στη βάση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα μου, τα φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά και η Εναγόμενη παρέλειψε να αναμένει και να δώσει προτεραιότητα στα οχήματα που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση, προχώρησε στη διασταύρωση με σκοπό να στρίψει δεξιά προς την οδό Πάφου χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση στη διασταύρωση και χωρίς να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα σχετικά με το όχημα της Ενάγουσας στην αγωγή 1635/2006 που εισήλθε στη διασταύρωση έχοντας προτεραιότητα και με σκοπό να προχωρήσει με ευθεία πορεία και κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά στη Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού. Επομένως, είναι ξεκάθαρο ότι η Εναγόμενη ευθύνεται για το επίδικο δυστύχημα. Με δεδομένη την πιο πάνω διαπίστωση μου, εγείρεται τώρα το ερώτημα κατά πόσον η οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΑΑΑ842, Ενάγουσα στην αγωγή 1635/2006, έχει οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια. Οι αρχές της συντρέχουσας αμέλειας έχουν εμπεδωθεί από τη νομολογία από παλιά. Στην αγγλική αυθεντία Fardon v. Harcourt-Rivington
(1932)All E.R. Rep. 81, στη σελίδα 83 αναφέρεται η ακόλουθη αρχή:- "The root of this liability is negligence, and what is negligence depends on the facts with which you have to deal. If the possibility of the danger emerging is reasonably apparent, then to take no precautions is negligence; but if the possibility of danger emerging is only a mere possibility which would never occur to the mind of a reasonable man, then there is no negligence in not having taken extraordinary precautions." Επίσης ο Λόρδος Denning στην αυθεντία Jones v. Livox Quarries Ltd.
(1952)2 Q.B. 608, στη σελίδα 615 αναφέρει τα ακόλουθα: "Although contributory negligence does not depend on a duty of care, it does depend on foreseeability. Just as actionable negligence requires the foreseeability of harm to others, so contributory negligence requires the foreseeability of harm to oneself. A person is guilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable, prudent man, he might be hurt himself; and in his reckonings he must take into account the possibility of others being careless.". Οι αρχές αυτές έγιναν δεκτές και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Elpiniki Panayiotou v. Georgios Kyriakou Markos
(1970)1 CLR 215, Christos Charalambides v. Polyvios Michaelides
(1973)1 CLR 66, Patsalides v. Yapani and Another
(1969)1 CLR 84, Vacanas v. Thomas and Another
(1982)1 CLR 530 και Μαϊττά ν. Γεωργίου κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 1). Είναι δε σαφώς νομολογημένο ότι το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας βρίσκεται στους ώμους του Εναγόμενου, ενώ το Δικαστήριο αποφασίζει το θέμα της ευθύνης με βάση την ολότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας (βλ. Kardanos Transport Co. Limited v. Γεώργιος άλλως Κόκος Κωνσταντίνου, Πολιτική Έφεση 88/2008, απόφαση ημερομηνίας 22.2.2011). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 178, οι καθοριστικοί παράγοντες για την κατανομή της ευθύνης είναι δύο: «α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 727." Αποτελεί γενική αρχή αναφορικά με το καθήκον οδηγών οχημάτων που χρησιμοποιούν τον δρόμο ότι αυτοί είναι αμελείς εκεί όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα εμφανής και δεν λαμβάνουν οποιαδήποτε προφυλακτικά μέτρα. Ένας συνετός άνθρωπος οφείλει να λαμβάνει υπόψη την πιθανή αμέλεια άλλων κυρίως εκεί όπου η εμπειρία δείχνει ότι τέτοια αμέλεια είναι κοινή. Επί τούτου παραπέμπω στην υπόθεση Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriacou Mavrou
(1970)1 CLR 215, όπου αναφέρονται τα πιο κάτω: "It is well settled that negligence is the failure to take reasonable care in the particular circumstances, and in each case the question whether a person has been negligent is a question of fact. We could usefully refer to the principle enunciated by Lord Dunedin in the House of Lords in Fardon v. Harcourt-Rivington
(1932)All E.R. Rep. 81, at page 83, to the effect that if the possibility of the danger emerging is reasonably apparent, then to take no precautions is negligence; but if the possibility of danger emerging is only a mere possibility which would never occur to the mind of a reasonable man, then there is no negligence in not having taken extraordinary precautions. This statement is regarded as applying generally to actions in which the negligence alleged is an omission to take due care for the safety of others; and it must follow that a prudent man will guard against the possible negligence of others, when experience shows such negligence to be common (see Grant v. Sun Shipping Co. Ltd. [1948] 2 All E.R. 238, at page 247 H.L.)." Η ίδια νομική αρχή υιοθετήθηκε πολύ πιο πρόσφατα στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Μπίλλη
(1998)1 ΑΑΔ 164 και Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 (Γ) ΑΑΔ 1460, όπου τονίστηκε ότι το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών, εκτός εάν η πείρα δείχνει ότι μια συγκεκριμένη αμέλεια είναι συνηθισμένη κάτω από τις περιστάσεις. Αναφορικά με τις υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων σε διασταύρωση ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας παρατηρούνται τα εξής: Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Θεοδώρα Κορέλλη κ.ά. v. Κωνσταντίνου Λουκά
(1999)1Γ ΑΑΔ 1755, η κατανομή ευθύνης σε περιπτώσεις όπου οχήματα οδηγούνται από αντίθετη κατεύθυνση και ένας στρίβει δεξιά αποκόπτοντας την πορεία του από την αντίθετη κατεύθυνση ερχομένου οχήματος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλέπε επίσης Alexandrou v. Gamble
(1974)1 CLR 5, Avgousti v. Hadjichristodoulou
(1975)1 CLR 35, Diet v. Loizides
(1978)1 CLR 233, Panayiotou v. Christofi and another
(1983)1 CLR 143, Kasinou v. Efstathiou
(1984)1 CLR 77, Avraam v. Andreou and another
(1988)1 CLR 39, Ιωάννη ν. Χ''Αναστάση
(1991)1 ΑΑΔ 345, Τεμβριώτου ν. Αντωνιάδη
(1994)1 ΑΑΔ 494 και Χήρα v. Παπαϊωάννου
(1995)1 ΑΑΔ 665). Στην εν λόγω υπόθεση ενώ η εφεσείουσα, που ήταν μαθητευόμενη οδηγός, οδηγούσε το όχημα του πατέρα της τύπου πικ-απ με συνοδηγό τον ίδιο, κατά μήκος της κύριας οδού Λάρνακας-Δεκέλιας, συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του εφεσίβλητου το οποίο ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση με πρόθεση να στρίψει από τα φώτα τροχαίας δεξιά προς τον παρακαμπτήριο που οδηγεί στον κύριο δρόμο Λάρνακας-Λευκωσίας. Τη στιγμή που τα δύο οχήματα εισέρχονταν στον χώρο της διασταύρωσης των φώτων, λειτουργούσε κανονικά το πράσινο φως και για τα δύο οχήματα. Η σύγκρουση έγινε σε ένα σημείο που απείχε 22.40 μέτρα από το σημείο ΑΛΤ του εφεσίβλητου και 20.90 μέτρα από το σημείο ΑΛΤ της εφεσείουσας. Πριν από τη σύγκρουση το όχημα της εφεσίβλητης είχε αφήσει ίχνη φρένων 3.40 μέτρα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιμέρισε την ευθύνη κατά 60% σε βάρος του εφεσίβλητου και κατά 40% σε βάρος της εφεσείουσας. Με την έφεση της η εφεσείουσα επιζητούσε την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης ισχυριζόμενη ότι δεν φέρει καμιά ευθύνη για το ατύχημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η κατανομή της ευθύνης στην οποία προέβηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν εύλογη αφού η εφεσείουσα εισήλθε στη διασταύρωση με ταχύτητα που δεν της επέτρεπε να αντιμετωπίσει ορατούς κινδύνους, όπως η διακίνηση του αυτοκινήτου του εφεσίβλητου στη διασταύρωση. Στην υπόθεση Αναστασία Ορφανίδου v. Γεωργίου Περνάρου
(1994)1 ΑΑΔ 253, τα αυτοκίνητα των διαδίκων συγκρούστηκαν στην ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας διασταύρωση μεταξύ των οδών Ν. Παττίχη και Λεωφ. Μακαρίου Γ' στη Λεμεσό, με αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος να υποστεί σοβαρά τραύματα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολογώντας τις διαφορετικές εκδοχές των διαδίκων, βρήκε ότι η εφεσείουσα είχε μπει στη διασταύρωση ενώ το φως από την πλευρά της ήταν κόκκινο και συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του εφεσίβλητου και ότι για το λόγο αυτό έφερε αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα, κατάληξη η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Ελένη Χήρα ν. Γεράσιμου Παπαϊωάννου
(1995)1 ΑΑΔ 665, η εφεσείουσα οδηγούσε το αυτοκίνητό της στη λεωφόρο Σαλαμίνος με πρόθεση να στρίψει δεξιά, στη γέφυρα Κάνιγγος. Στη διασταύρωση, η οποία ελεγχόταν με φώτα τροχαίας, πήρε τη δεξιά λωρίδα για να προχωρήσει να στρίψει δεξιά. Ο εφεσίβλητος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του από την αντίθετη κατεύθυνση, με σκοπό να προχωρήσει ευθεία προς τη λεωφόρο Σαλαμίνος. Τα φώτα ήσαν πράσινα και για τους δύο. Η εφεσείουσα δέχθηκε πως έκαμε ελαφρά στροφή του αυτοκινήτου της προς τα δεξιά, όπου είχε σκοπό να πάει, οπόταν ο εφεσίβλητος ήρθε από απέναντι και κτύπησε πάνω στο δεξιό άκρο του αυτοκινήτου της. Στο σχεδιάγραμμα που παρουσίασε στο Δικαστήριο ο εξεταστής της υπόθεσης το αυτοκίνητο της εφεσείουσας τοποθετήθηκε με κλίση προς τα δεξιά 1-2 π. πίσω από τη νοητή γραμμή που ενώνει το άνοιγμα της λεωφόρου Στασίνου. Ο εφεσίβλητος, που προχωρούσε ίσια αντιμετώπισε το στρίψιμο της εφεσείουσας προς την πορεία του προσπαθώντας να οδηγήσει και ο ίδιος την μοτοσικλέτα του δεξιότερα για να αποφύγει τη σύγκρουση. Αντικείμενο της έφεσης ήταν, μεταξύ άλλων, ο καταμερισμός της ευθύνης για το δυστύχημα σε 70% στην οδηγό του αυτοκινήτου και 30% στον μοτοσικλετιστή. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πιο πάνω κατάληξη, απέδωσε 100% ευθύνη στην εφεσείουσα οδηγό του αυτοκινήτου υποδεικνύοντας ότι υπό τις περιστάσεις η εφεσείουσα η οποία άρχισε να στρίβει προς τα δεξιά προτού προχωρήσει στο κέντρο της διασταύρωσης, απέκοψε το δρόμο του εφεσίβλητου ο οποίος δεν είχε το χρόνο αλλά ούτε την ευκαιρία να κάνει οτιδήποτε άλλο για να αποφύγει τη σύγκρουση. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (16η έκδοση, Sweet & Maxwell), αναφέρεται στη σελίδα 522 ότι γενικά ένας οδηγός οχήματος δεν έχει οποιοδήποτε καθήκον σε τροχαία κίνηση που εισέρχεται σε διασταύρωση που ελέγχεται από φώτα τροχαίας κατά παράβαση των φώτων. Αν όμως διαπιστώσει οχήματα να περνούν ενάντια στα φώτα τροχαίας πρέπει να λάβει τη δέουσα και εύλογη προσοχή να αποφύγει τη σύγκρουση. Περαιτέρω, υποδεικνύεται ότι οι οδηγοί που δεν είναι σε δρόμο προτεραιότητας έχουν υποχρέωση να παρακολουθούν την τροχαία κίνηση προτού μπουν στη διασταύρωση και να δίνουν προτεραιότητα στα οχήματα που διέρχονται τον κύριο δρόμο[1]. Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι η Ενάγουσα στην αγωγή 1635/2006 ουδεμία ευθύνη έχει για το ατύχημα. Όπως η ίδια ανέφερε στην δια ζώσης μαρτυρία της, η οποία και παρέμεινε αναντίλεκτη, ενώ οδηγούσε στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού με δυτική κατεύθυνση, περίπου 400 μέτρα πριν από τη διασταύρωση το φανάρι στην πορεία της ήταν κόκκινο στρογγυλό, ενώ τόσο μπροστά όσο και δίπλα της δεν υπήρχαν άλλα οχήματα. Περίπου 100 μέτρα πριν από τη συμβολή των φώτων τροχαίας και ενώ εκινείτο με ταχύτητα γύρω στα 45 χ.α.ω. και έχοντας την τρίτη ταχύτητα στο κιβώτιο ταχυτήτων, το φανάρι στην πορεία της έγινε πράσινο στρογγυλό. Αφού ελάττωσε ταχύτητα διότι πλησίαζε σε φώτα τροχαίας, και ενώ προηγουμένως είχε διαπιστώσει την ύπαρξη του οχήματος της Εναγόμενης να είναι σταματημένο στη δεξιά λωρίδα της αντίθετης κατεύθυνσης με πρόθεση να στρίψει δεξιά, μπήκε στη διασταύρωση και το όχημα της Εναγόμενης εισήλθε απότομα στη διασταύρωση, ανακόπτοντας την πορεία της Ενάγουσας στην αγωγή 1635/2006 το οποίο κινείτο με προτεραιότητα, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Επομένως, από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτουν τα ακόλουθα:
  1. Η Ενάγουσα στην αγωγή 1635/2006 εισήλθε στη διασταύρωση όταν το φώς στην πορεία της ήταν πράσινο και ενώ βρισκόταν σε δρόμο προτεραιότητας και όχι με κόκκινο φως ως οι λεπτομέρειες συντρέχουσας αμέλειας που καταγράφονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης.
  2. Εκατόν μέτρα πριν από τη διασταύρωση είχε διαπιστώσει την ύπαρξη του οχήματος της Εναγόμενης στην αντίθετη κατεύθυνση και την πρόθεσή της Εναγόμενης να στρίψει δεξιά, πλην όμως επισημαίνεται ότι κατά το χρόνο εκείνο το όχημα της Εναγόμενης ήταν σταματημένο, επομένως η Ενάγουσα στην αγωγή 1635/2006 δεν είχε οποιαδήποτε ένδειξη ότι η Εναγόμενη επρόκειτο να εισέλθει στη διασταύρωση. Αναφορικά δε με το γεγονός αυτό, η Ενάγουσα δεν αντεξετάστηκε από τη συνήγορο των Εναγομένων, ούτε από την πλευρά της Εναγομένης δόθηκε σχετική μαρτυρία.
  3. Προτού εισέλθει στη διασταύρωση ελάττωσε ταχύτητα, έλεγξε το δρόμο και είχε βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να περάσει τη διασταύρωση.
  4. Δεν οδηγούσε με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα.
  5. Το σημείο Χ είναι εντός της διασταύρωσης, οπότε είναι ξεκάθαρο ότι η Εναγόμενη εισήλθε στη διασταύρωση ενώ δεν ήταν ασφαλές να πράξει τούτο.
  6. Από το Τεκμήριο 1 και τη μαρτυρία του ΜΕ1 φαίνεται ότι η σύγκρουση έγινε αφού η Ενάγουσα στην αγωγή 1635/2006 είχε φθάσει σχεδόν στο μέσο της διασταύρωσης. Επομένως, η Εναγόμενη κρίνεται αποκλειστικά υπεύθυνη για το ατύχημα, η δε απόφαση στην Θεοδώρα Κορέλλη κ.ά. v. Κωνσταντίνου Λουκά (πιο πάνω) στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο η κα Φιλίππου εισηγούμενη 50% ευθύνη της Εναγομένης για το ατύχημα, διακρίνεται από την παρούσα αφού εκεί η Εφεσείουσα παρά το ότι συνειδητοποίησε έγκαιρα τον κίνδυνο, εντούτοις εισήλθε στη διασταύρωση με ταχύτητα που δεν της επέτρεπε να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο αυτό. Αντίθετα, στην προκειμένη περίπτωση, με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία, η Ενάγουσα στην αγωγή 1635/2006 συνειδητοποίησε την ύπαρξη του οχήματος της Εναγομένης το οποίο ωστόσο ήταν σταματημένο με πρόθεση να στρίψει δεξιά και προτού εισέλθει στη διασταύρωση ελάττωσε ταχύτητα. Στο σημείο αυτό και με δεδομένη των επίλυση όλων των επίδικων θεμάτων των αγωγών εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης τους. Ενόψει της κατάληξης μου περί αποκλειστικής ευθύνης για το επίδικο ατύχημα, δικαιολογείται η έκδοση απόφασης στη βάση των ποσών που έχουν δηλωθεί. Αναφορικά με τον τόκο, με βάση τις καθιερωμένες αρχές, εκτός αν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία εκ μέρους του ενάγοντα, επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων καθώς και επί των ειδικών αποζημιώσεων, μειωμένος όμως κατά το ήμισυ έτσι ώστε να αντισταθμιστεί το ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή (βλ. Φοινικαρίδης v. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475, Θεοδούλου v. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 2134, Λουκάς Στυλιανού v. Παναγιώτας Αργυρού Μάτση
(2000)1 ΑΑΔ 1288 και Χρυσάνθη Χρυσάνθου v. Ανδρέα Φραντζή, Πολιτική Έφεση 27/2007, απόφαση ημερομηνίας 16.7.2010). Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, μετά των συναφών τροποποιήσεων παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιδικάζει τόκο ίσο με το ύψος του τόκου που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων αναφορικά με ολόκληρο ή μέρος του ποσού των αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί για σωματικές βλάβες ή θάνατο συνεπεία αστικού αδικήματος για ολόκληρη ή για μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. Μέχρι την πρόσφατη τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόμου με τον Τροποποιητικό Νόμο (Αρ. 2), Ν. 81(Ι)/2008, δηλαδή την 15.10.2008, ο νόμιμος τόκος μειώθηκε σε 5,5%. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο Τροποποιητικός Νόμος του 2008 (Ν. 82(Ι)/2008)στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  1. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αγωγές καταχωρήθηκαν δύο χρόνια μετά το ατύχημα (ήτοι 5.4.2006) και οι Εκθέσεις Απαίτησης καταχωρήθηκαν ένα χρόνο περίπου μετέπειτα (ήτοι 12.3.2007) χωρίς να δοθεί σχετική εξήγηση, κρίνω ότι είναι ορθό όπως επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων επιδικαστεί τόκος 4% από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος, ήτοι την 6.4.2004 μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι την 5.4.2006, και τόκος 8% ετησίως από 5.4.2006 μέχρι 14.10.2008 και τόκος 5,5% από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, όπως επίσης ότι δεν δόθηκε μαρτυρία ως προς το πότε προέκυψε η κάθε ειδική ζημιά που αξιώνεται και δηλώθηκε, επί των ειδικών αποζημιώσεων επιδικάζεται τόκος 8% ετησίως από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι 5.4.2006 μέχρι 14.10.2008 και τόκος 5,5% από 15.10.2008 μέχρι σήμερα μειωμένος κατά το ήμισυ (βλ. Στυλιανού v. Μάτση (πιο πάνω)) και ακολούθως νόμιμος τόκος μέχρι εξοφλήσεως. Επομένως: Στην αγωγή 1635/2006 εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €5.500,00 γενικές αποζημιώσεις, πλέον τόκο επ' αυτού προς 4% από την 6.4.2004 μέχρι την 5.4.2006 και προς 8% ετησίως από 5.4.2006 μέχρι 14.10.2008 πλέον τόκο 5,5% από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €2.961,00 ειδικές αποζημιώσεις με τόκο 4% ετησίως από 5.4.2006 μέχρι 14.10.2008 και τόκο 2,75% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι σήμερα και ακολούθως νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Στην αγωγή 1636/2006 εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €4.500,00 γενικές αποζημιώσεις, πλέον τόκο επί αυτού προς 4% από την 6.4.2004 μέχρι την 5.4.2006 και προς 8% ετησίως από 5.4.2006 μέχρι 14.10.2008, πλέον τόκο 5,5% από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €563,84 ειδικές αποζημιώσεις με τόκο 4% ετησίως από 5.4.2006 μέχρι 14.10.2008 και τόκο 2,75% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι σήμερα και ακολούθως νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Στην αγωγή 1637/2006 εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €2.750,00 γενικές αποζημιώσεις, πλέον τόκο επί αυτού προς 4% από την 6.4.2004 μέχρι την 5.4.2006 και προς 8% ετησίως από 5.4.2006 μέχρι 14.10.2008, πλέον τόκο 5,5% από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €273,38 ειδικές αποζημιώσεις με τόκο 4% ετησίως από 5.4.2006 μέχρι 14.10.2008 και τόκο 2,75% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι σήμερα και ακολούθως νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Ερχόμενη, τέλος, στο θέμα των εξόδων κρίνω ότι ενόψει του διατάγματος συνένωσης των αγωγών και ότι οι Ενάγοντες εκπροσωπούνταν από τον ίδιο δικηγόρο, δικαιολογείται η επιδίκαση εξόδων ως ακολούθως: - Στην αγωγή 1635/2006, ως η υπόθεση οδηγός, επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. - Στην αγωγή 1636/2006 επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης μόνο σε σχέση με την περίοδο από 5.4.2006 (ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής) μέχρι την 5.10.2007 (ημερομηνία διατάγματος συνένωσης). - Στην αγωγή 1637/2006 επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης επίσης μόνο σε σχέση με την περίοδο από 5.4.2006 μέχρι την 5.10.
  2. (Υπ.) .............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: / Τελική/Ατύχημα/σύγκρουση σε διασταύρωση ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας [1] Στην υπόθεση McIntyre v. Coles
(1996)1 NLR 831, 834, ο Λόρδος Sellers ανάφερε τα ακόλουθα: "It is a well - recognized and conventional practice, rather than a rule ..that the vehicle which has the other on his right hand side is the give-way vehicle. It may not be established as obligatory but it is a very salutary guiding principle." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.