← Κύπρος

Λουκίας Μιχαλάκη Αντωνίου ν. Μιχαλάκη Αριστοκλή κ.α., Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 29/10, 15 Απριλίου, 2011

Λουκίας Μιχαλάκη Αντωνίου ν. Μιχαλάκη Αριστοκλή κ.α., Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 29/10, 15 Απριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A118 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 29/10 Μεταξύ: Λουκίας Μιχαλάκη Αντωνίου Εφεσείουσας / Αιτήτριας και Μιχαλάκη Αριστοκλή Αναστασίας Μ. Αριστοκλή Εφεσιβλήτων/Καθ'ων η Αίτηση Ημερομηνία: 15 Απριλίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Εφεσείουσα: κ. Κ. Χριστοφή Για τους Εφεσιβλήτους: κ. Μ. Μαστορούδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Εφεσίβλητος 1 είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 866, Φ/Σχ. 58/02 δυνάμει της εγγραφής 0/1632, της κοινότητας Πάχνας, στην Επαρχία Λεμεσού. Η Εφεσίβλητη 2 είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 867, Φ/Σχ. 58/02 δυνάμει εγγραφής 0/14469, επίσης της κοινότητας Πάχνας. Στις 28.2.2006 οι Εφεσίβλητοι υπέβαλαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού αίτηση δυνάμει του άρθρου 11Α

(1)του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224, ζητώντας παραχώρηση διόδου προς τα κτήματά τους από το δημόσιο δρόμο. Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής «ο Διευθυντής»), αφού εξέτασε την αίτηση, με απόφαση του ημερομηνίας 16.12.2009, η οποία κοινοποιήθηκε με ειδοποίηση επί εντύπου Ν.286, παραχώρησε στα ακίνητα των Εφεσιβλήτων δικαίωμα διόδου διαμέσου του ακινήτου της Εφεσείουσας με αριθμό εγγραφής 0 / 13741, Φ/Σχ. 52/08, τεμάχιο 464, της κοινότητας Πάχνας. Η παραχωρηθείσα δίοδος εμφαίνεται με κόκκινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στο έντυπο Ν. 286, φωτοαντίγραφο του οποίου είναι συνημμένο στην αίτηση. Με την παρούσα αίτηση - έφεση, η οποία καταχωρήθηκε στις 14.1.2010 δυνάμει του άρθρου 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224, η Εφεσείουσα αιτείται ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 16.12.2009 με την οποία καθορίστηκε η κατεύθυνση και έκταση του δικαιώματος διαβάσεως προς όφελος των ακινήτων των Εφεσιβλήτων διαμέσου του ακινήτου της. Με την αίτηση προβάλλονται συνολικά δώδεκα λόγοι ένστασης οι οποίοι έχουν ως ακολούθως:
  1. O Διευθυντής πήρε την εν λόγω απόφαση καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχει ο περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ.
  2. Η απόφαση του Διευθυντή είναι παράνομη, εσφαλμένη και αυθαίρετη ως μη βασιζόμενη επί όλων των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης.
  3. Η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/ή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας αφού καμιά αναφορά γίνεται στους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη για τη λήψη της απόφασης.
  4. Ο Διευθυντής αγνόησε παντελώς τη μαρτυρία και τα πραγματικά γεγονότα με τα οποία σχετίζεται η εν λόγω απόφαση.
  5. Ο Διευθυντής και/ή ο αντιπρόσωπος του έκαμε λανθασμένες εκτιμήσεις και αγνόησε παντελώς την επιτόπου κατάσταση.
  6. Ο Διευθυντής και/ή ο αντιπρόσωπος του αγνόησε παντελώς την επιτόπου κατάσταση και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του ότι με την παραχώρηση του δικαιώματος διαβάσεως προς όφελος του ακινήτου των Εφεσίβλητων αφ' ενός μεν μειώνεται αισθητά η αξία του ακινήτου της Εφεσείουσας και αφ' ετέρου δημιουργείται υψομετρική διαφορά ύψους 1 μέτρου από την κατασκευή και τη δημιουργία του δικαιώματος διαβάσεως.
  7. Ο Διευθυντής και/ή ο αντιπρόσωπος του αγνόησε παντελώς την επιτόπου κατάσταση και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τη μορφολογία του εδάφους πριν αποφασίσει την παραχώρηση του δικαιώματος διαβάσεως.
  8. Ο Διευθυντής και/ή ο αντιπρόσωπος του αγνόησε παντελώς την επιτόπου κατάσταση και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του ότι επί της βόρειας πλευράς του ακινήτου των Εφεσίβλητων υπάρχει υφιστάμενος δρόμος που διέρχεται επί της νότιας πλευράς του ακινήτου 436 και του δυτικού αυτού ακινήτου και μπορούσε να παραχωρηθεί δικαίωμα διαβάσεως προς όφελος του ακινήτου των Εφεσίβλητων από τα ακίνητα με αριθμούς τεμαχίων 461 και 462 όπου η απόσταση είναι πολύ μικρότερη από τον υφιστάμενο δρόμο και η επιφάνεια επίπεδη.
  9. Η παραχώρηση του δικαιώματος διαβάσεως από τον Διευθυντή και/ή τον αντιπρόσωπο του έγινε με τρόπο αυθαίρετο, λανθασμένο και αντικανονικό.
  10. Η απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη και είναι αποτέλεσμα «επέμβασης» άλλων εξωγενών παραγόντων και ιδιωτικών συμφερόντων.
  11. Ο Διευθυντής παρέλειψε να εξετάσει την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και να εξετάσει αυτή δίκαια.
  12. Η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη, αυθαίρετη και στηρίζεται σε πλάνη περί τα πράγματα και σε εσφαλμένα νομικά κριτήρια. Η αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της Εφεσείουσας ημερομηνίας 14.1.2010 όπου επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι λόγοι έφεσης με επίκεντρο την έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης ημερομηνίας 16.12.2009 και το ότι κατά τη διεξαγωγή της επιτόπιας έρευνας ο αρμόδιος υπάλληλος του Κτηματολογίου δεν έλαβε υπόψη του την επιτόπου κατάσταση και την ύπαρξη υφιστάμενου χωμάτινου δρόμου και κατ' επέκταση προσφορότερης και πιο κατάλληλης λύσης υπό τις περιστάσεις. Στις 25.1.2010 ο Διευθυντής καταχώρησε Αιτιολογημένη Απόφαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 5
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, αναφορά στο περιεχόμενο της οποίας θα γίνει πιο κάτω. Στις 11.3.2010 οι Εφεσίβλητοι καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης η οποία στηρίζεται στα άρθρα 11, 11Α, 12, 14, 80, 85 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, Κανονισμούς 2, 5 - 10 και 15 - 17, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60άρθρο 29, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 3 και 4 και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης που εγείρονται από τους Εφεσίβλητους είναι οι εξής:
  1. Ο Διευθυντής αφού μελέτησε πλήρως και διεξοδικά τις επικρατούσες συνθήκες επί τόπου καθόρισε την δίοδο ορθά.
  2. Βασικό αξίωμα στον καθορισμό ή την τροποποίηση της θέσης διόδου συνεπάγεται στο να μην επηρεαστεί κανένα από τα επηρεαζόμενα ακίνητα δυσμενέστερα.
  3. Ο Διευθυντής ενήργησε ορθά αφού σκοπός ήταν να παρέχει δίοδο στους Εφεσίβλητους με όσο το δυνατό λιγότερη ταλαιπωρία στους κατόχους γειτονικών ακινήτων. Η ένσταση των Εφεσιβλήτων υποστηρίζεται από τις Ένορκες Δηλώσεις τους ημερομηνίας 10.3.2010, οι οποίες έχουν πανομοιότυπο περιεχόμενο, όπου γίνεται αναφορά στα σχετικά γεγονότα και τους λόγους για τους οποίους η εκκαλούμενη απόφαση του Διευθυντή είναι και πρέπει να κριθεί ορθή. Στην πορεία της υπόθεσης και με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, όπως τροποποιήθηκε με τον Διαδικαστικό Κανονισμό 2/2006[1], η Εφεσείουσα καταχώρησε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου Ένορκη Δήλωση του Αγρονόμου και Τοπογράφου Μηχανικού κ. Γιώργου Βρωμοβρυσιώτη ημερομηνίας 14.6.2010, ενώ προς περαιτέρω υποστήριξη της ένστασης τους οι Εφεσίβλητοι, αφού επίσης έλαβαν την άδεια του Δικαστηρίου, καταχώρησαν την Ένορκη Δήλωση του Κτηματολογικού Γραφέα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού κ. Γιώργου Κυριάκου ημερομηνίας 8.10.
  1. Αναφορά στο περιεχόμενο των πιο πάνω ενόρκων δηλώσεων θα γίνει αμέσως πιο κάτω. Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των δύο πλευρών αφού δεν ζητήθηκε άδεια για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων ή οποιουδήποτε απ' αυτούς. Η επιχειρηματολογία των συνηγόρων είναι καταγεγραμμένη στα περιγράμματα αγορεύσεων τα οποία ετοίμασαν προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου και γι' αυτό δεν θεωρώ σκόπιμο να την επεναλάβω. Αναφορά, ωστόσο, θα γίνεται όπου κρίνεται αναγκαίο. Μαρτυρία Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της επιτόπου περιοχής και της μαρτυρίας που παρατίθεται πιο κάτω, αναφέρω καταρχήν τα ακόλουθα τα οποία προκύπτουν από το σχεδιάγραμμα του Κτηματολογίου που επισυνάπτεται επί του Εντύπου Ν. 286: - Το ακίνητο του Εφεσίβλητου 1 με αριθμό τεμαχίου 866 συνορεύει προς βόρεια με το ακίνητο με αριθμό τεμαχίου 461, ενώ το ακίνητο της Εφεσίβλητης 2 με αριθμό τεμαχίου 867 το οποίο συνορεύει προς δυτικά με το ακίνητο του Εφεσίβλητου 1, προς βόρεια με τα ακίνητα με αριθμούς τεμαχίων 460 και 461, ενώ προς νότια συνορεύει με τα ακίνητα με αριθμούς τεμαχίων 870 και 464 (υπενθυμίζεται ότι το τεμάχιο 464 ανήκει στην Εφεσείουσα). - Το ακίνητο με αριθμό τεμαχίου 870 συνορεύει προς νότια με το ακίνητο με αριθμό τεμαχίου 869 και προς τα ανατολικά με το ακίνητο της Εφεσείουσας. - Το ακίνητο με αριθμό τεμαχίου 460 συνορεύει προς τα ανατολικά με το ακίνητο με αριθμό τεμαχίου
  2. - Τόσο το ακίνητο της Εφεσείουσας όσο και το ακίνητο με αριθμό τεμαχίου 869 έχουν πρόσβαση προς τον δημόσιο εγγεγραμμένο δρόμο προς τον οποίο δόθηκε το δικαίωμα διόδου. Όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, προς υποστήριξη της αίτησης- έφεσης η Εφεσείουσα καταχώρησε την Ένορκη Δήλωσή της ημερομηνίας 14.1.2010 η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση, όπως επίσης την Ένορκη Δήλωση του κ. Γιώργου Βρωμοβρυσιώτη ημερομηνίας 14.6.
  3. Σύνοψη του περιεχομένου της Ένορκης Δήλωσης της Εφεσείουσας έχει γίνει πιο πάνω και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Αναφορά, ωστόσο, θα πρέπει να γίνει στο περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του κ. Βρωμοβρυσιώτη ημερομηνίας 14.6.2010 όπου συνοπτικά καταγράφονται τα ακόλουθα: - Κατόπιν παράκλησης της Εφεσείουσας, στις 23.5.2010 ο ίδιος προέβηκε σε επιτόπια έρευνα στην επίδικη περιοχή και χρησιμοποιώντας τοπογραφικό όργανο ακριβείας GPS (LEICA 1200) και με βάση το εν χρήση τοπογραφικό σχέδιο, έκανε αποτύπωση των ακινήτων της Εφεσείουσας και των Εφεσιβλήτων, του εγγεγραμμένου δρόμου νότια των προαναφερθέντων τεμαχίων και του υφιστάμενου χωματόδρομου στα βόρεια. - Για την αποτύπωση των ακινήτων έλαβε υπόψη του το εν χρήση χωρομετρικό σχέδιο του Κτηματολογίου που εσωκλείεται στο φάκελο ΑΕΔ107/06, στη βάση του οποίου ο Διευθυντής παραχώρησε το δικαίωμα διόδου, όπου δεν αποτυπώνεται ο υφιστάμενος χωματόδρομος στη βόρεια πλευρά των ακινήτων, ο οποίος, σύμφωνα με την Εφεσείουσα, έχει διανοιχθεί πριν από 25 χρόνια και χρησιμοποιείται απρόσκοπτα από τους ιδιοκτήτες των παρακείμενων ακινήτων. - Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πληροφορίες που δόθηκαν από την Εφεσείουσα φαίνεται να ευσταθούν αφού κατά διαστήματα στις άκρες του χωματόδρομου υπάρχουν δόμες οι οποίες πρέπει να έχουν κατασκευαστεί πέραν της εικοσαετίας. - Από την επιτόπου εξέταση στην οποία προέβηκε διαπίστωσε ότι η απόσταση του δικαιώματος διάβασης το οποίο παραχωρήθηκε από το Κτηματολόγιο από τον εγγεγραμμένο δρόμο προς όφελος του τεμαχίου 867 είναι 82 μέτρα, σε αντίθεση με την απόσταση από τον υφιστάμενο χωματόδρομο η οποία είναι 44 μέτρα. Τα όσα αναφέρει ο κ. Βρωμοβρυσιώτης αποτυπώνονται στο Χωροταξικό Σχέδιο το οποίο ετοίμασε για τους σκοπούς της εργασίας του (Τεκμήριο Α στην Ένορκη Δήλωσή του). Στο εν λόγω χωροταξικό σχέδιο ο χωματόδρομος αποτυπώνεται να διέρχεται του τεμαχίου 435, το οποίο συνορεύει προς βόρεια με τα ακίνητα με αριθμούς τεμαχίων 460 και 461 (βόρεια των ακινήτων των Εφεσιβλήτων). - Περαιτέρω, η πρόσβαση από τον χωματόδρομο από βόρεια των ακινήτων είναι επίπεδη σε αντίθεση με το δικαίωμα που παραχωρεί το Κτηματολόγιο, όπου δημιουργείται υψομετρική διαφορά μεταξύ των τεμαχίων 869 και 870 και του τεμαχίου 464 της Εφεσείουσας, με αποτέλεσμα να καταστρέφεται μέρος του ακινήτου της. Αντίθετη είναι η θέση του Διευθυντή, όπως αυτή αποτυπώνεται στην Αιτιολογημένη Απόφασή του, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: - Στα πλαίσια της αίτησης των Εφεσιβλήτων με αριθμό ΑΕΔ 107/2006 ημερομηνίας 28.2.2006, στις 17.10.2006 έγινε επιτόπια έρευνα από τον ειδικά εκπαιδευμένο κτηματολόγο κ. Γιώργο Κυριάκου, στην παρουσία των Εφεσίβλητων, ενώ εκ μέρους της Εφεσείουσας παρευρέθηκε ο σύζυγός της Νίκος Αντωνίου. - Κατά την επιτόπια έρευνα εξακριβώθηκε καταρχήν ότι τα ακίνητα των Εφεσιβλήτων ήταν περίκλειστα με τρόπο ώστε να στερούνται της αναγκαίας διόδου προς το δημόσιο δρόμο. - Κατόπιν μελέτης όλων των σχετικών στοιχείων και γεγονότων της υπόθεσης και με σκοπό να προκληθεί η λιγότερη δυνατή ζημιά, οχληρία και ταλαιπωρία στα ακίνητα αποφασίστηκε και παραχωρήθηκε δίοδος προς όφελος των ακινήτων των Εφεσιβλήτων από λωρίδα γης πλάτους 1,83 μ., η οποία εμφαίνεται με κόκκινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα, όπως επίσης παραχωρήθηκε δικαίωμα διάβασης από το ακίνητο με αριθμό τεμαχίου 869, ο ιδιοκτήτης του οποίου δεν εφεσίβαλε την απόφαση ημερομηνίας 16.12.2009, ενώ οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου 870 προχώρησαν σε φιλική διευθέτηση και παραχώρηση διόδου προς τα κτήματα των Εφεσίβλητων. - Η αποφασισθείσα δίοδος θεωρήθηκε ως η καταλληλότερη για τους ακόλουθους λόγους:
  4. Ήταν η πιο σύντομη προς το δημόσιο δρόμο.
  5. Ήταν η πιο ομαλή, ευθεία και εύχρηστη.
  6. Η προταθείσα δίοδος κατά μήκος του κοινού συνόρου των τεμαχίων 868, 870 και 465, 869 και 870 δεν επιλέγηκε διότι αυτή ήταν μεγαλύτερου μήκους, δεν ήταν ευθεία και θα είχε πολλές στροφές, καθιστώντας την μη εύχρηστη.
  7. Η προταθείσα δίοδος από τα τεμάχια 461 και 462 (στο σχέδιο αποτυπώνονται τεμάχια 461 και 460, οπότε πρέπει να υπάρχει τυπογραφικό λάθος) βόρεια των ακινήτων των Εφεσίβλητων δεν επιλέγηκε γιατί αυτή δεν κατέληγε σε δημόσιο δρόμο.
  8. Όσον αφορά την μικρού ύψους 0,50-0,60 μ. πέτρινη δόμη που υπάρχει στο σύνορο του τεμαχίου της Εφεσείουσας με τα τεμάχια 869 και 870, οι Εφεσίβλητοι δεσμεύτηκαν να αναλάβουν τα έξοδα για τη διαμόρφωση της διόδου και εάν χρειάζεται να κτίσουν νέα πέτρινη δόμη για την στήριξη του κτήματος της Εφεσείουσας.
  9. Η παροχή διόδου είναι απαραίτητη για την κατάλληλη χρήση, ανάπτυξη και εκμετάλλευση των κτημάτων των Εφεσιβλήτων και παραχωρείται μόνο ως δικαίωμα χρήσης και δυνατόν να καταργηθεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 12
(3)του Κεφ.
  1. Η καταβλητέα αποζημίωση προς την Εφεσείουσα καθορίστηκε σε €4.410,
  2. Οι ίδιες θέσεις περιέχονται και στην Ένορκη Δήλωση του κ. Γιώργου Κυριάκου ημερομηνίας 8.10.2010 η οποία καταχωρήθηκε από τους Εφεσίβλητους προς υποστήριξη της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης του Διευθυντή, επιπροσθέτως των δικών τους Ενόρκων Δηλώσεων με τις οποίες ουσιαστικά υπερασπίζονται την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 16.12.
  3. Νομική Πτυχή Η αίτηση έφεση στηρίζεται κατά κύριο λόγο στα άρθρα 11Α και 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.
  4. Η παραχώρηση δικαιώματος διόδου διέπεται από το άρθρο 11Α του Κεφ.224, όπως αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 3 του Ν. 10
(1)/1966, που προνοεί την παραχώρηση δικαιώματος παροχής διόδου έναντι πληρωμής εύλογης αποζημίωσης τόσο στην περίπτωση όπου το κτήμα είναι περίκλειστο όσο και στην περίπτωση όπου η υφιστάμενη δίοδος είναι ανεπαρκής για την κατάλληλη χρήση, ανάπτυξη ή εκμετάλλευση ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο Διευθυντής προβαίνει στην παραχώρηση διόδου ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει το άρθρο 11Α του Κεφ.224, όπως επίσης οι περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Παροχή Διόδου) Κανονισμοί του 1967, οι οποίοι εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(7)του άρθρου 11Α, και γνωστοποιεί την απόφασή του στους ενδιαφερόμενους. Όπως έχει νομολογηθεί, η επιλογή της θέσης της διόδου ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Διευθυντή, ενώ οι εξουσίες του Διευθυντή οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 11Α του Κεφ. 224 ανάγονται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου (βλ. Peyiotis v. Polemides
(1982)1 CLR 442, Kafieros & Another v. Theocharous and others
(1978)1 CLR 619) αφού ο Διευθυντής ενεργεί εν προκειμένω ως διαιτητής, ενώ η λειτουργία του είναι οιονεί δικαστική (quasi - judicial) (βλ Constantinos Nicolaou Georghiou v. Evangelia HjiGeorgiou Hjiphesa
(1970)1 CLR 58 και Ελένη Νίκου Σάββα κ.α. ν. Ουρανίας Γεωργίου Κώστα 1 Α.Α.Δ. 1944. Η εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή για τον καθορισμό διόδου απορρέει από το άρθρο 80 του Κεφ.224 που παρέχει στο Δικαστήριο την ευχέρεια έκδοσης οποιασδήποτε απόφασης κρίνει δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, το Επαρχιακό Δικαστήριο αναθεωρώντας την απόφαση του Διευθυντή στα πλαίσια αίτησης έφεσης δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ.224 ακολουθεί τις αρχές πάνω στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο στη διοικητική του δικαιοδοσία κάνει δικαστικό έλεγχο πάνω σε διοικητικές πράξεις ή αποφάσεις στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Σε αντίθεση, όμως, με τη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος, η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται στην ορθότητα της και γενικότερα στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο του πράγματος. Όμως το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα υποκαταστήσει εύκολα τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή εκτός εάν υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι να αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι να συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση (Βλ. Peyiotis v. Polemidis (πιο πάνω), Γεωργούλλα Παύλου κ.ά. ν. Ελένη Νεοφύτου
(1995)1 ΑΑΔ 973, Μενέλαος Γεωργίου Αθανάση κ.ά. ν. Μάμα Βαρνάβα Χ''Μάμα κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 208, Τρύφωνας Πατσαλίδης ν. Μαρικκούς Κωστή Δαμάσκηνου κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 1248). Όπως, τέλος, προκύπτει από τη νομολογία, το βάρος απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή το φέρει ο εφεσείων (βλ. Ανδρέας Αριστοτέλους ν. Σωτήρη Ανδρέα Χ"Κυριάκου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 100 και Έλλη Μιχαήλ Κτωρίδη ν. Επάρχου Λεμεσού κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 541). Λόγοι Ακύρωσης της απόφασης του Διευθυντή Όπως αναφέρθηκε και στην εισαγωγή πιο πάνω, η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 16.12.2009 θα πρέπει να ακυρωθεί για δυο λόγους: Πρώτον, καθότι με βάση την επιτόπου κατάσταση δεν έπρεπε να επιλεχθεί η συγκεκριμένη δίοδος αλλά να δοθεί δικαίωμα διάβασης μέσω των ακινήτων με αριθμούς τεμαχίων 460 και 461 (βόρεια των κτημάτων των Εφεσιβλήτων) προς τον χωματόδρομο, και δεύτερο, λόγω του ότι η απόφαση του Διευθυντή στερείται της δέουσας και/ή οποιασδήποτε αιτιολογίας. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι τα όσα εγείρει ο συνήγορος της Εφεσείουσας στη γραπτή του αγόρευση περί αναρμοδιότητας του κ. Γιώργου Κυριάκου να εξετάσει την αίτηση των Εφεσιβλήτων δεν χρήζουν εξέτασης αφού τέτοιος λόγος ακύρωσης της απόφασης του Διευθυντή δεν εγείρεται στην αίτηση - έφεση (Βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή
(1993)3 Α.Α.Δ 598, Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(1999)3 Α.Α.Δ. 56 και Χαράλαμπος Μαχλουζαρίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 936/96, απόφαση ημερομηνίας 3.5.1999). Έλλειψη αιτιολογίας Κρίνω ότι είναι ορθότερο να εξετάσω πρώτα την εισήγηση της Εφεσείουσας σε σχέση με το αναιτιολόγητο της προσβαλλόμενης απόφασης. Η υποχρέωση του Διευθυντή για αιτιολόγηση της απόφασής του απορρέει από τη φύση της διαδικασίας που, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, είναι οιονεί δικαστική [βλ. Pioneer Candy Ltd v. Stelios Tryfon and Sons Ltd
(1981)1 CLR 540, Παύλου ν. Νεοφύτου (πιο πάνω) και Ελένη Νίκου Σάββα κ.ά. ν. Ουρανίας Γεωργίου Κώστα (πιο πάνω)], όπως επίσης από τις πρόνοιες του Κανονισμού 6 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 που διαβάζονται ως ακολούθως: «
(1)The Director shall, when so requested by a person aggrieved by any order, notice or decision of the Director made or given under the provisions of the Law, who signifies his intention to appeal against such order, notice or decision, furnish such person with a statement of his reasons therefore, which statement shall be filed with the Registrar together with the summons (Form 2).
(2)Where an office copy of the summons (Form 2) is served on the Director under the provisions of Rule 5, he shall, within fourteen days after the date of such service, file with the Registrar a statement of his reasons for the order, notice or decision appealed against, unless he shall have previously supplied such statement to the person aggrieved under the provisions of paragraph
(1)of this rule: Provided that the Director may, within the aforesaid period of fourteen days, apply to the Court ex parte for an extension of time, and shall forthwith give notice of any extension allowed by the Court to all parties to the proceedings.
(3)On filing his statement or reasons with the Registrar, the Director shall leave, for each party to the proceedings, a copy thereof for service plus a duplicate of such copy for the affidavit of service.» Η αναγκαιότητα ύπαρξης δέουσας αιτιολογίας προκύπτει και από τις αρχές του διοικητικού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες η έλλειψη αιτιολογίας μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση μιας εκτελεστής διοικητικής πράξης. Στα πλαίσια αυτά, αναφορά θα πρέπει να γίνει καταρχήν στο άρθρο 26 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου Ν. 158(Ι)/1999το οποίο προνοεί τα εξής: «26.
(1)Οι διοικητικές πράξεις οι οποίες εκδίδονται έπειτα από άσκηση διακριτικής εξουσίας πρέπει να είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένες, ιδίως όταν πρόκειται για πράξεις οι οποίες - (α) Είναι δυσμενείς για το διοικούμενο· (β) είναι αντίθετες ως προς το περιεχόμενό τους με προηγηθείσα γνωμοδότηση, πρόταση, εισήγηση ή έκθεση αρμόδιου οργάνου ή με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου· (γ) είναι αντίθετες με χαραχθείσα πολιτική ή τακτική· (δ) συνιστούν εξαιρετικό μέτρο ενέργειας· (ε) είναι αιτιολογητέες από το νόμο.
(2)Η μορφή και η έκταση της επιβαλλόμενης αιτιολογίας ποικίλλουν ανάλογα με το θέμα που πραγματεύεται η πράξη και τις συνθήκες που την περιβάλλουν.» Στην απόφαση Φράγκου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 270, καθορίζεται με πληρότητα τι συνιστά αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελίδα 273: «Αιτιολογία μιας διοικητικής πράξεως αποτελεί την έκθεση των πραγματικών και νομικών λόγων που οδήγησαν τη διοίκηση στην απόφαση της καθώς και παράθεση των κριτηρίων βάσει των οποίων άσκησε η διοίκηση τη διακριτική της ευχέρεια. Η ανάγκη της αιτιολογίας των ατομικών διοικητικών πράξεων απορρέει από την έννοια του κράτους δικαίου. Εκ της φύσεως τους αιτιολογητέες είναι όλες οι πράξεις των οποίων ο έλεγχος είναι αδύνατος ή ατελής χωρίς την αναφορά των λόγων που τις στηρίζουν. Γενικά, αιτιολογία που δεν παρέχει στον δικαστή τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για την διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης ή είναι τόσο αόριστη και ασαφής ώστε να καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο, δεν είναι νόμιμη και οδηγεί στην ακύρωση της πράξης (Βλ. Κυριακίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 298, Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου
(1994)3 Α.Α.Δ. 574 και Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 3η έκδοση, 1992, παρα. 636, 646 και 647). Τότε μόνον είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη η διοικητική πράξη όταν παρέχεται στον ακυρωτικό δικαστή η δυνατότης να αντιληφθή επί τη βάσει ποιών στοιχείων κατέληξε η Διοίκηση στο συμπέρασμα που έγινε δεκτό (Βλ. Ιωάννη Σαρμά, Η Συνταγματική και Διοικητική Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σελ. 130). Το κατά πόσο μια διοικητική πράξη είναι αιτιολογημένη ή όχι εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της (Βλ. Πισσάς ν. Δημοκρατίας
(1974)3 Α.Α.Δ. 476). Η αιτιολογία δεν πρέπει να περιορίζεται σε γενικούς χαρακτηρισμούς που μπορούν να εφαρμοσθούν σε κάθε περίπτωση και δεν πρέπει να επαναλαμβάνει τις διατάξεις του Νόμου. Η επανάληψη των γενικών όρων του Νόμου ισοδυναμεί με ανύπαρκτη αιτιολογία. "Καθιστά αναιτιολόγητον την πράξιν αιτιολογία αόριστος καθιστώσα αδύνατον τον δικαστικόν αυτής έλεγχον, μή εκθέτουσα τα γεγονότα, εξ ών εμορφώθη, η κρίσις της Διοικήσεως, ή δυναμένη να εφαρμοσθή εις πάσαν περίπτωσιν" (Βλ. Πορίσματα Νομολογίας (πιο πάνω), σελ. 186-87, Πιπερίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 134, 141 και Κυριακίδης (πιο πάνω)).» Όπως επίσης αναφέρεται στο σύγγραμμα του Ν. Χαραλάμπους, Η Δράση και ο Έλεγχος της Δημόσιας Διοίκησης (2η έκδοση, 2004), στις σελίδες 257-258: «Η αιτιολογία μιας πράξης μπορεί να συμπληρωθεί ή να αναπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου όπως και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας. Όμως, η συμπλήρωση της αιτιολογίας των ευρημάτων της διοίκησης από το διοικητικό φάκελος επιτρέπεται μόνο όταν «τα απαιτούμενα στοιχεία προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο. Διαφορετικά, τα Δικαστήρια θα έπρεπε να υποκαθιστούν τη διοίκηση στην αναζήτηση και στάθμιση των στοιχείων αυτών.» Ειδικότερα, για να είναι δυνατή η συμπλήρωση της αιτιολογίας από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, θα πρέπει να προκύπτει από αυτό τι ακριβώς είχε υπόψη του το αποφασίζον όργανο όταν έπαιρνε την απόφαση. Θα πρέπει τα συγκεκριμένα στοιχεία του φακέλου να είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση έτσι που να μπορεί να λεχθεί ότι καταδεικνύουν αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν σ' αυτήν. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου η πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου και η διαμόρφωση κρίσης αναφορικά με το τι θα μπορούσε να επενεργήσει υπέρ ή εναντίον της όποιας προσέγγισης.» Η επάρκεια της αιτιολογίας μιας διοικητικής πράξης, η οποία καθιστά εφικτό τον δικαστικό έλεγχο, δεν είναι συνάρτηση της λεπτομέρειας, αλλά μπορεί να είναι λακωνική και περιεκτική. Στην απόφαση Παναγιώτης Κατσούρα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1989)3(Γ) ΑΑΔ 1728, το Ανώτατο Δικαστήριο υποδεικνύει τα ακόλουθα στις σελίδες 1735 και 1736: «Οι αποφάσεις των διοικητικών αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη, επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αποτελεί την έκθεση των πραγματικών και νομικών λόγων που οδήγησαν τη Διοίκηση στην απόφασή της, καθώς και παράθεση κριτηρίων με βάση τα οποία η Διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια - (Δαγτόγλου -Διοικητικό Δίκαιο α΄, β΄ έκδοση, σελ. 219· Παναγοπούλου - Περί της Αιτιολογίας των Διοικητικών Πράξεων, 1976, σελ. 25, 106). Η αιτιολογία μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η αιτιολογία δεν είναι αναγκαίο να είναι μακροσκελής. Μπορεί να είναι και λακωνική, ανάλογα με την περίπτωση. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος. (Βλ., μεταξύ άλλων, Stavros Rallis and Greek Communal Chamber (Director, Greek Education) 5 R.S.C.C. 11, στη σελ. 18, Pancyprian Federation of Labour (PEO) and 1. Board of Cinematograph Films Censors, 2, Minister of Interior of the Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 27, Sunshore Estates Ltd v. The Municipal Corporation of Famagusta
(1971)3 C.L.R. 440, Alona Co-Operative Society v. Republic
(1986)3 C.L.R. 222, Skaros v. The Republic
(1986)3 C.L.R. 2109, Nicolaides v. Municipality of Latsia
(1987)3 C.L.R. 1496, Κυπριακή Δημοκρατία, Μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας και Άλλος ν. Σταύρου Φιλιππίδη
(1989)3 Α.Α.Δ. 292). Η αιτιολογία είναι σαφής εφόσον αναφέρονται συγκεκριμένα τα στοιχεία στα οποία η Διοίκηση στήριξε την ουσιαστική κρίση της, ειδικά για την κρινόμενη περίπτωση, σε τρόπο ώστε να είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος. Η σαφήνεια αυτή δεν είναι συνάρτηση της λεπτομέρειας, αρκεί η αιτιολογία να είναι σαφής, έστω και περιληπτική, εφόσον τα επί μέρους στοιχεία υπάρχουν αναλυτικά στο φάκελο. Αιτιολογία που διατυπώνεται κατά γενικό και αόριστο τρόπο, ώστε να μην προκύπτει με ποια στοιχεία μορφώθηκε η κρίση ή πρόκριση της διοίκησης, είναι αόριστη, γιατί ο Δικαστής δεν έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένα στοιχεία επιδεκτικά δικανικής εκτίμησης και άσκησης του δικαστικού ελέγχου. Η αοριστία όμως καλύπτεται από τα στοιχεία του φακέλου όταν τα στοιχεία αυτά συμπληρώνουν την αοριστία, στην περίπτωση που το σφάλμα περιορίζεται στη διατύπωση της αιτιολογίας - (Οικονόμου - "Ο Δικαστικός Έλεγχος της Διακριτικής Εξουσίας" 1966, σελ. 235).» Από το λεκτικό του Κανονισμού 6
(1)που παρατίθεται πιο πάνω, προκύπτει ότι ένα πρόσωπο που είναι δυσαρεστημένο από μια απόφαση του Διευθυντή και διατυπώνει την πρόθεσή του να την εφεσιβάλει, μπορεί να ζητήσει από τον Διευθυντή να τον εφοδιάσει με την αιτιολογημένη απόφαση του, η οποία θα πρέπει να επισυναφθεί στην αίτηση-έφεση όταν αυτή θα καταχωρηθεί. Εάν, όμως, η αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή δεν δοθεί στον παραπονούμενο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 6
(1), τότε σε περίπτωση που καταχωρηθεί αίτηση - έφεση κατά της απόφασης του Διευθυντή και ο Διευθυντής δεν είναι διάδικος στην αίτηση με βάση τον Κανονισμό 5, αντίγραφο της αίτησης επιδίδεται στον Διευθυντή (Βλ. Κανονισμό 5
(3)), ο οποίος εντός δεκατεσσάρων ημερών από την επίδοση της αίτησης, οφείλει να καταχωρήσει στο Πρωτοκολλητείο Έκθεση με τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε η εφεσιβαλλόμενη απόφαση. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Θάλεια Ιωάννου Κλεοβούλου ν. Ανδρέα Γιαννακού Χρ. Πελίδη
(2001)1 ΑΑΔ 46, από το περιεχόμενο των Κανονισμών 5 και 6 προκύπτει πως η αιτιολογία της απόφασης του Διευθυντή δεν απαιτείται από το Νόμο να περιέχεται στην κοινοποίηση της απόφασής του, αλλά θα πρέπει να δοθεί με τη δήλωσή του η οποία επακολουθεί μετά την καταχώρηση της έφεσης εναντίον της απόφασής του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτουν τα εξής: - Στο Έντυπο Ν. 286 με το οποίο κοινοποιήθηκε η απόφαση του Διευθυντή στην Εφεσείουσα υπάρχει αναφορά μόνο στον καθορισμό της διόδου, την κατεύθυνσή της, την έκταση του δικαιώματος χρήσης της διόδου και της καθορισθείσας αποζημίωσης και ελλείπει οποιοδήποτε στοιχείο αιτιολογίας. - Στην αίτηση - έφεση δεν επισυνάπτεται αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή, ούτε και η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι ζήτησε από τον Διευθυντή να την εφοδιάσει με αυτήν ως οι πρόνοιες του Κανονισμού 6
(1). - Η αίτηση - έφεση καταχωρήθηκε στις 14.1.2010 και στις 25.1.2010 ο Διευθυντής καταχώρησε στο φάκελο του Δικαστηρίου έγγραφο με τίτλο «Αιτιολογημένη Απόφαση», στο περιεχόμενο της οποίας γίνεται αναφορά πιο πάνω. - Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η πλευρά της Εφεσείουσας προέβαλε τη θέση ότι δεν έλαβε αντίγραφο της Αιτιολογημένης Απόφασης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 6
(3)και ούτε στον φάκελο του Δικαστηρίου εντοπίζεται Ένορκη Δήλωση Επίδοσης της Αιτιολογημένης Απόφασης σε αυτήν ή το δικηγόρο της. Έχω διεξέλθει την απόφαση του Διευθυντή και κρίνω ότι είναι αρκούντως αιτιολογημένη ώστε να μην δημιουργείται αμφιβολία για τους λόγους στους οποίους αυτή θεμελιώνεται. Στην Αιτιολογημένη Απόφασή του Διευθυντή, η οποία κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 25.1.2010, η αιτιολογία που δίδεται είναι σαφής και επαρκής με τρόπο ώστε ο δικαστικός έλεγχος της απόφασης να είναι εφικτός. Διαφαίνεται από το σύνολο της απόφασης ότι ο Διευθυντής είχε σφαιρική γνώση του αντικειμένου για το οποίο επρόκειτο να αποφασίσει και ότι η λύση που επέλεξε ήταν η πλέον αρμόζουσα σε σχέση με την επί τόπου κατάσταση και το σκοπό για τον οποίο είχε ζητηθεί η δίοδος. Στην Αιτιολογημένη Απόφαση γίνεται πλήρης αναφορά σε όλα τα σχετικά γεγονότα και στους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη ώστε ο Διευθυντής να καταλήξει στην παραχώρηση προς τους Εφεσίβλητους δικαιώματος διόδου από το ακίνητο της Εφεσείουσας, όπως επίσης τους λόγους για τους οποίους αποκλείστηκαν οι υπόλοιπες λύσεις που είχαν προταθεί και εξεταστεί κατά την επιτόπια εξέταση. Συναφώς σημειώνεται ότι το γεγονός ότι η Εφεσείουσα και/ή ο δικηγόρος της δεν έλαβαν αντίγραφο της Αιτιολογημένης Απόφασης δεν θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο ακύρωσης της απόφασης αφού αφενός μεν η αιτιολογία έχει δοθεί και έχει ήδη κριθεί επαρκής, αφετέρου ο Διευθυντής δεν φέρει ευθύνη για αυτή την παράλειψη αφού από το λεκτικό του Κανονισμού 6
(3)προκύπτει ότι η υποχρέωση του Διευθυντή τελειώνει με την καταχώρηση της Αιτιολογημένης Απόφασης στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου όπου εκκρεμεί η υπόθεση και την παράδοση των σχετικών αντιγράφων ώστε να επιδοθούν στους διαδίκους, κάτι το οποίο έπραξε. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της Εφεσείουσας περί του αναιτιολόγητου της απόφασης του Διευθυντή κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Λανθασμένη επιλογή της συγκεκριμένης διόδου λόγω της ύπαρξης του χωματόδρομου Αναφορικά με το θέμα αυτό, θα πρέπει καταρχήν να επισημάνω ότι ο Κανονισμός 6
(2)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Παροχή Διόδου) Κανονισμοί του 1967[2], δεν επιβάλλει στον Διευθυντή υποχρέωση για τη διερεύνηση κάθε πιθανής διαζευκτικής λύσης προς εκείνη την οποία προτείνει ο ιδιοκτήτης του δεσπόζοντος ακινήτου. Παρέχεται διακριτική ευχέρεια στον Διευθυντή να επεκτείνει την έρευνα, με τον τρόπο που καθορίζεται, εάν κρίνει ότι προσφέρεται και άλλη πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο για τον καθορισμό δικαιώματος διαβάσεως. Στο προκαταρκτικό στάδιο η εξουσία του Διευθυντή περιορίζεται στον εντοπισμό και άλλης πιθανής διόδου και όχι στον παραλληλισμό της επάχθειας που μπορεί να προκύψει στους ιδιοκτήτες του κτήματος που μπορεί να επιλέξει τελικά για τη χάραξη της διόδου σε σύγκριση με άλλες διαζευκτικές λύσεις [Βλ. Αθανάση ν. Χ''Μάμα (πιο πάνω)]. Όπως υποδεικνύεται στην Hjiphesa (πιο πάνω), το στοιχείο της συγκριτικής δυσμένειας αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη στο στάδιο της τελικής επιλογής της διόδου εάν και εφόσον επεκταθεί η έρευνα και σε άλλες διαζευκτικές λύσεις από εκείνη η οποία προτείνεται από τον ιδιοκτήτη του δεσπόζοντος ακινήτου. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, προς υποστήριξη της αίτησής της η Εφεσείουσα προσήξε τη μαρτυρία του κ. Γιώργου Βρωμοβρυσιώτη, σύμφωνα με τον οποίο θα έπρεπε να επιλεγεί η δίοδος που ο ίδιος προτείνει δια μέσου των ακινήτων με αριθμούς τεμαχίων 460 και 461, η οποία καταλήγει σε χωματόδρομο που, όπως ισχυρίζεται η Εφεσείουσα, υπάρχει και χρησιμοποιείται εδώ και 25 χρόνια. Στο σημείο αυτό θεωρώ αναγκαίο να σχολιάσω ένα θέμα που εγείρεται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Εφεσείουσας και αφορά την έλλειψη επιστημονικής κατάρτισης του Κτηματολογικού Γραφέα κ. Γιώργου Κυριάκου ο οποίος εξέτασε την αίτηση των Εφεσιβλήτων, διενήργησε την επιτόπια εξέταση, όπως επίσης προέβηκε στην Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 8.10.2010 προς υποστήριξη της εκκαλούμενης απόφασης, με τρόπο ώστε το Δικαστήριο, σύμφωνα με τον κ. Χριστοφή, να έχει ενώπιον του μόνο μία αποδεκτή μαρτυρία, αυτή του κ. Βρωμοβρυσιώτη, και για το λόγο αυτό η αίτηση - έφεση θα πρέπει να επιτύχει. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή τη θέση. Όπως έχει λεχθεί και πιο πάνω, αντικείμενο της παρούσας αίτησης-έφεσης είναι η ορθότητα και η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ το βάρος απόδειξης ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη το φέρει η Εφεσείουσα. Συνεπώς, ακόμα και εάν ίσχυε το επιχείρημα του κ. Χριστοφή και η μόνη μαρτυρία που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο ήταν αυτή του κ. Βρωμοβρυσιώτη, δεν θα οδηγούσε αυτόματα στην ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή, αφού στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης έφεσης το Δικαστήριο θα κρίνει την ορθότητα και νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή στη βάση των ενώπιον του γεγονότων. Αποδοχή της μαρτυρίας του κ. Βρωμοβρυσίωτη δεν ισοδυναμεί και με αποδοχή της εισήγησής του. Με βάση το περιεχόμενο των εκατέρωθεν καταχωρηθείσων Ενόρκων Δηλώσεων προκύπτει ότι τα γεγονότα που επικαλούνται οι δύο πλευρές δεν αμφισβητούνται και το μόνο επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσον ο Διευθυντής έσφαλε στην έκδοση της απόφασής του και της επιλογής της συγκεκριμένης διόδου δεδομένης της διέλευσης του χωματόδρομου βόρεια των ακινήτων των Εφεσιβλήτων, την ύπαρξη του οποίου δεν αμφισβητεί η πλευρά των Εφεσιβλήτων με τον τρόπο που τίθεται στην Ένορκη Δήλωση του κ. Βρωμοβρυσιώτη. Σημειώνεται, επίσης, ότι από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτει ότι η Εφεσείουσα δεν αμφισβητεί ότι τα κτήματα των Εφεσιβλήτων είναι περίκλειστα, ούτε το ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης προς την Εφεσείουσα αποτελεί αντικείμενο εξέτασης. Εξετάζοντας το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας, κρίνω ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή για τους ακόλουθους λόγους: Από τη μαρτυρία του κ. Βρωμοβρυσιώτη προκύπτει απλά η ύπαρξη ενός χωματόδρομου ο οποίος διέρχεται του τεμαχίου 435, το οποίο βρίσκεται βόρεια των ακινήτων με αριθμούς τεμαχίων 460 και 461 και των ακινήτων των Εφεσιβλήτων, μέσα από τα οποία ο κ. Βρωμοβρυσιώτης εισηγείται όπως παραχωρηθεί δίοδος μήκους 44μ. Ελλείπει, όμως, μαρτυρία ότι ο δρόμος αυτός είναι εγγεγραμμένος ή καταχωρημένος σαν δρόμος ή οτιδήποτε άλλο και σε κάθε περίπτωση ο εν λόγω χωματόδρομος δεν εμφαίνεται στο σχεδιάγραμμα του Κτηματολογίου που επισυνάπτεται στο Έντυπο Ν. 286 και στο οποίο αποτυπώνεται η επί τόπου κατάσταση των κτημάτων και η παραχωρηθείσα δίοδος. Όπως άλλωστε, υποδεικνύει ο κ. Βρωμαβρυσίωτης στην παράγραφο 4 της Ένορκής Δήλωσής του, ο εν λόγω χωματόδρομος δεν αποτυπώνεται ούτε στο εν χρήση χωρομετρικό σχέδιο του Κτηματολογίου το οποίο έλαβε υπόψη του για τους σκοπούς της έρευνάς του. Στην υπόθεση Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1 ΑΑΔ 1312, ο εφεσείων με αίτηση-έφεση δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ. 224 ισχυρίσθηκε ότι λανθασμένα ο Διευθυντής είχε θεωρήσει το κτήμα της εφεσίβλητης περίκλειστο διότι επί του εδάφους υπήρχε χωματόδρομος ο οποίος παρείχε πρόσβαση από το κτήμα της εφεσίβλητης προς το δημόσιο δρόμο διερχόμενος μέσα από διάφορα κτήματα, ο οποίος δεν ήταν εγγεγραμμένος ως δρόμος στα Κτηματολογικά Μητρώα. Τόσο στην πρωτόδικη διαδικασία όσο και κατ' έφεση κρίθηκε ότι εφόσον ο χωματόδρομος δεν ήταν εγγεγραμμένος ούτε σαν δημόσιος δρόμος ούτε σαν δικαίωμα διαβάσεως ή άλλως πώς, ορθά θεωρήθηκε ότι το κτήμα της εφεσίβλητης ήταν περίκλειστο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν προσκομίσθηκε μια τέτοια μαρτυρία με αποτέλεσμα η λύση που προτείνει ο κ. Βρωμοβρυσιώτης να μην αποτελούσε επιλογή για τον Διευθυντή. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στο χωροταξικό που επισυνάπτει ο κ. Βρωμοβρυσιώτης στην Ένορκη Δήλωση του αποτυπώνεται ένας μέρος του χωματόδρομου χωρίς, ωστόσο, να φαίνεται που καταλήγει αυτός ο χωματόδρομος και εάν αυτός έχει πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο. Το δε έγγραφο που παρουσίασε ο συνήγορος της Εφεσείουσας στο στάδιο της αγόρευσής του με σκοπό να καταδείξει ότι ο εν λόγω χωματόδρομος συνιστά ικανοποιητική προσπέλαση για τα ακίνητα των Εφεσιβλήτων, είναι ουσιαστικά μια Εντολή που εκδόθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών δυνάμει του άρθρου 6 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου Ν. 90/72με σκοπό τον καθορισμό ενιαίας πολιτικής και ομοιόμορφης πρακτικής σε ότι αφορά την ερμηνεία του όρου «ικανοποιητική προσπέλαση» στα πλαίσια εξέτασης αιτήσεων για σκοπούς χορήγησης πολεοδομικής άδειας και δεν συνιστά νομοθεσία ούτε σχετίζεται με τα υπό εξέταση ζητήματα. Προκύπτει, επομένως, από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι κατά την επιτόπια εξέταση ο αρμόδιος λειτουργός του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας διερεύνησε τη δυνατότητα ύπαρξης και άλλων πιθανών λύσεων δημιουργίας διόδου διερχόμενης δια μέσου άλλων γειτονικών τεμαχίων. Όλες οι πιθανές λύσεις αξιολογήθηκαν επιμελώς από τον Κτηματολογικό Λειτουργό κ. Γιώργο Κυριάκου και οι λόγοι για τους οποίους αποφασίστηκε η συγκεκριμένη δίοδος καταγράφονται και αναλύονται με λεπτομέρεια στην Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 25.1.2010. Επιπρόσθετα, το ζήτημα της υψομετρικής διαφοράς και της ύπαρξης της πέτρινης δόμης ύψους 0,50 - 0,60 μέτρων που υπάρχει στο σύνορο του ακινήτου της Εφεσείουσας και των τεμαχίων 869 και 870 επίσης δεν διέλαθε της προσοχής του κ. Κυριάκου ο οποίος εξασφάλισε γραπτή δήλωση και δέσμευση από τους Εφεσίβλητους ότι θα αναλάβουν όλα τα έξοδα για τη διαμόρφωση της διόδου και εάν είναι απαραίτητο να κτίσουν νέα πέτρινη δόμη για την στήριξη του κτήματος της Εφεσείουσας. Ο Διευθυντής αφού στάθμισε όλους τους σχετικούς παράγοντες και στοιχεία, τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της κάθε πιθανής λύσης συγκριτικά με άλλες, κατέληξε στον καθορισμό της επίδικης διόδου ως της πλέον κατάλληλης και πρόσφορης κάτω από τις περιστάσεις, με τρόπο ώστε η απόφαση του να είναι ορθή και άτρωτη. Σε ότι δε αφορά τη θέση της Εφεσείουσας στην παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσής της ημερομηνίας 14.1.2010 αναφορικά με τη μείωση της αξίας του ακινήτου της συνεπεία της παροχής του δικαιώματος διόδου, θεωρώ ότι η θέση αυτή παρέμεινε ατεκμηρίωτη και συνεπώς δεν εξετάζεται. Με δεδομένη την απόρριψη των λόγων ακύρωσης που προβλήθηκαν από την Εφεσείουσα, η αίτηση - έφεση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εφεσιβλήτων και εναντίον της Εφεσείουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Τελική/Απόφαση για παροχή δικαιώματος διόδου [1] 10
(3)«Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». [2] «6.-
(2)Εν περιπτώσει υπάρξεως και άλλου ή άλλων ακινήτων πλην του δουλεύοντος ακινήτου τα οποία κατά την γνώμην του Διευθυντού είναι κατάλληλα διά την δημιουργίαν διόδου επ' αυτών, ο Διευθυντής δύναται να αναβάλη τον καθορισμόν της αιτούμενης διόδου και να ζητήσει παρά του αποκτώντος μέρους όπως, εντός εξήκοντα ημερών από της εκφράσεως της τοιαύτης γνώμης υπό του Διευθυντού περί της υπάρξεως και άλλων καταλλήλων ακινήτων διά την δημιουργίαν διόδου επ' αυτών, επιδώση εις τον ιδιοκτήτην ή τους ιδιοκτήτας των τοιούτων ακινήτων την εν τω Κανονισμώ 3 προνοουμένην ειδοποίησιν, και επί τη συμμορφώσει του αποκτώντος μέρους προς τα προνοίας του Κανονισμού 4 και του Διευθυντού προς τα προνοίας του Κανονισμού 5, ο Διευθυντής κατόπιν νέας επιτοπίου ερεύνης και μελέτης πάντων των σχετικών στοιχείων και γεγονότων και επί τω σκοπώ όπως προκληθή η μικροτέρα δυνατή ζημία, οχληρία ή ταλαιπωρία αποφασίζει επί ποίου ή επί ποίων ακινήτων θα παραχωρηθή η δίοδος και καθορίζει την κατεύθυνσιν της διόδου, την έκτασιν του προς χρήσιν αυτής δικαιώματος του αποκτώντος μέρους και την υπ' αυτού καταβλητέαν αποζημίωσιν, και γνωστοποιεί τον υπ' αυτού καθορισμόν των θεμάτων τούτων προς πάντα τα ενδιαφερόμενα μέρη.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.