← Κύπρος

ALPHA BANK LIMITED ν. Μιχαήλ Μιχαηλίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 4867/05, 18.4.2011

ALPHA BANK LIMITED ν. Μιχαήλ Μιχαηλίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 4867/05, 18.4.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A121 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4867/05 Μεταξύ: ALPHA BANK LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και -

  1. Μιχαήλ Μιχαηλίδη, από τη Λεμεσό
  2. Κώστα Μιχαηλίδη, από τη Λεμεσό
  3. Πανίκου Παναγιώτου, από τη Λεμεσό
  4. Σπύρου Μιχαηλίδη, από τη Λευκωσία Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - 18.4.2011 Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Παφίτης Για τους Εναγομένους 1 και 4: κ. Χ"Στερκώτης Για τον Εναγόμενο 2: κ. Στυλιανίδης Για τον Εναγόμενο 3: κ. Καραπατάκης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων είναι για το ποσό των ΛΚ25.234,49 ως υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό τρεχούμενου λογαριασμού ως και για ΛΚ16.837,55 ως υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό λογαριασμού δανείου, πλέον τόκους και έξοδα. Επιπλέον οι Ενάγοντες ζητούν την έκδοση διατάγματος εναντίον των Εναγομένων 1 και 4 για εκποίηση της Υποθήκης με αρ. Υ.6468/
  5. Είναι δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι στις 28.1.2000 μετά από αίτηση του Εναγόμενου 1, παρείχαν σ΄ αυτόν πιστωτικές διευκολύνσεις με τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού μέχρι το ποσό των ΛΚ25.
  6. Στις 1.7.2003, μετά από αίτηση του Εναγόμενου 1, το εν λόγω ποσό των ΛΚ25.000 μειώθηκε σε ΛΚ21.000 και στις 4.8.2003 υπέγραψαν με τον Εναγόμενο 1 συμφωνία παροχής νέων πιστωτικών διευκολύνσεων. Με γραπτή συμφωνία δανείου ημερομηνίας 7.5.2003, παρείχαν στον Εναγόμενο 1, δάνειο ύψους ΛΚ14.
  7. Με εγγυητήριο έγγραφο ημερομηνίας 28.1.2000 οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν απεριόριστα, αλληλέγγυα και προσωπικά όλες τις υπάρχουσες και/ή μελλοντικές υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες. Επιπρόσθετα με Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης με αρ. Υ.6468/03 ημερομηνίας 26.6.2003 οι Εναγόμενοι 1 και 4 εγγυήθηκαν και παρείχαν περαιτέρω εξασφάλιση για τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες, μέχρι το συνολικό ποσό των ΛΚ11.000 πλέον τόκους. Με έγγραφο εκχώρησης ασφάλειας ζωής ημερομηνίας 28.1.2000, ο Εναγόμενος 1 εκχώρησε προς όφελος των Εναγόντων τα δικαιώματα του στην ασφάλεια ζωής του, με την Alpha ασφαλιστική για ποσό ασφάλειας ΛΚ25.
  8. Οι Ενάγοντες με επιστολές τους προς τον Εναγόμενο 1 ημερομηνίας 30.10.2003, 18.11.2003, 24.11.2003 και 2.8.2004 τον κάλεσαν να προβεί σε εξόφληση των οφειλόμενων υπολοίπων των λογαριασμών του, όμως ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να το πράξει. Γι΄ αυτό και οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 19.4.2005 προς τον Εναγόμενο 1 τερμάτισαν τη λειτουργία των λογαριασμών του Εναγόμενου 1 και με επιστολή τους ημερομηνίας 6.5.2005 προς τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 τους γνωστοποίησαν τον εν λόγω τερματισμό και τους κάλεσαν να εξοφλήσουν το χρέος του Εναγόμενου
  9. Ο Εναγόμενος 1 με την Υπεράσπισή του ισχυρίζεται ότι οι επίδικες συμφωνίες δανείου και τρεχούμενου, αν έχουν υπογραφεί, είναι εικονικές, άκυρες, ακυρώσιμες και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα εναντίον του. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι υπέγραψε τις εν λόγω συμφωνίες κατόπιν ψευδών παραστάσεων και ψυχικών πιέσεων εκ μέρους των Εναγόντων και σε καμιά περίπτωση δεν του επεξηγήθηκαν οι όροι των συμφωνιών, αλλά αντίθετα του παρουσιάστηκαν από τους ενάγοντες ως τυπικές συμφωνίες, χωρίς έννομα αποτελέσματα. Επίσης, ουδέποτε δόθηκε οποιοδήποτε αντάλλαγμα για την υπογραφή των εν λόγω συμφωνιών. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες που περιέχουν πολύ ετεροβαρείς όρους για τον ίδιο, οι δε Ενάγοντες τους ενσωμάτωσαν ώστε να αισθάνονται πλήρως εξασφαλισμένοι ασκώντας στον ίδιο ψυχική πίεση και εξαναγκάζοντας τον να υπογράψει, διαφορετικά δεν θα του παραχωρούσαν τις διευκολύνσεις που ζητούσε. Επομένως, οι συμφωνίες δεν ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης των μερών και άρα είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες. Αρνείται ότι έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 16.12.2003 για την αύξηση του επιτοκίου, και ουδέποτε ενημερώθηκε γι΄ αυτήν. Ουδέποτε έλαβε τις επιστολές ημερομηνίας 30.10.2003, 18.11.2003, 24.11.2003 και 2.8.2004 και ουδέποτε κλήθηκε να εξοφλήσει οφειλόμενο υπόλοιπα. Ουδέποτε τερματίστηκε νομότυπα η λειτουργία των επίδικων λογαριασμών και αρνείται ότι έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 19.4.2005 και οποιαδήποτε επιστολή των Εναγόντων για αύξηση του χρεωστικού επιτοκίου. Ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες και το χρέος από τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 7.5.2003 έχει εξοφληθεί. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι τα αξιούμενα ποσά είναι λανθασμένα, χρεώθηκαν αυθαίρετα και παράνομα, περιλαμβάνονται τόκοι και άλλες χρεώσεις αντικανονικές και παράνομες. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος 2 εγείρει προδικαστική ένσταση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται δικαιοδοσίας και δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου. Αρνείται ότι δεσμεύεται από τις συμφωνίες ημερομηνίας 1.7.2003 και 7.5.2003 και το ύψος του επιτοκίου, ως και ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται να κεφαλαιοποιούν δύο φορές το χρόνο οποιεσδήποτε υποχρεώσεις. Παραδέχεται ότι υπέγραψε το εγγυητήριο έγγραφο ημερομηνίας 28.1.2000 αλλά αρνείται ότι η εγγύηση του καλύπτει μεταγενέστερες συμφωνίες των Εναγόντων με τον Εναγόμενο
  10. Τέτοια πρόνοια για κάλυψη μελλοντικών διευκολύνσεων κατέστη μη δεσμευτική λόγω συμπεριφοράς των Εναγόντων, οι οποίοι ουδέποτε του κοινοποίησαν οποιαδήποτε επιστολή ώστε να προστατεύσει τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα του. Ο Εναγόμενος 3 στην Υπεράσπισή του αρνείται ότι οφείλει στους Ενάγοντες τα αιτούμενα ποσά. Ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες χρέωσαν τους Εναγόμενους με τόκους πέραν των προνοιών της νομοθεσίας και υπολόγισαν τόκους επί τόκων. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι έχει απαλλαγεί από την εγγύηση ημερομηνίας 28.1.2000 διότι οι Ενάγοντες (α) μετέβαλαν τους όρους της συμφωνίας τους με τους Εναγόμενους χωρίς τη συναίνεση του και (β) τέλεσαν πράξεις ασυμβίβαστες προς τα δικαιώματα του. Αρνείται ότι είναι εγγυητής απεριόριστα και προσωπικά όλων των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 και ισχυρίζεται ότι η εγγύηση του ημερομηνίας 28.1.2000 κάλυπτε ορισμένο ποσό και συγκεκριμένες υποχρεώσεις, και όχι όλες τις υποχρεώσεις που αφορά η παρούσα αγωγή. Ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή από τους Ενάγοντες. Τέλος ο Εναγόμενος 4 με την Υπεράσπιση του αρνείται ότι υπέγραψε ως εγγυητής στις επίδικες συμφωνίες δανείου και τρεχούμενου. Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι το εγγυητήριο ημερομηνίας 28.1.2000 δεν αφορούσε τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 7.5.2003 και τον τρεχούμενο λογαριασμό ημερομηνίας 1.7.2003 τα οποία ουδέποτε εγγυήθηκε. Ουδέποτε έλαβε γνώση των επίδικων συμφωνιών και δεν έδωσε τη συναίνεση του στη συνέχιση της εγγύησης ημερομηνίας 28.1.2000 η οποία είναι άκυρη γιατί περιέχει επαχθείς, καταχρηστικούς και παράνομους όρους. Ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή από τους ενάγοντες ούτε και ενημερώθηκε για την αύξηση του επιτοκίου. Τα αιτούμενα ποσά είναι λανθασμένα και περιλαμβάνονται ποσά και τόκοι που χρεώθηκαν αυθαίρετα και παράνομα. Η δήλωση Υποθήκης με αρ. Υ.6468/03 είναι άκυρη. Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσαν 6 μάρτυρες: Ο Νεόφυτος Παρέας (Μ.Ε.1), η Αναστασία Μέττα (Μ.Ε.2), ο Νικόλας Νικολάου (Μ.Ε.3), η Ευαγγελία Καττάμη (Μ.Ε.4), η Χαρά Χριστοδούλου (Μ.Ε.5) και ο Σπύρος Καννίδης (Μ.Ε.6). Για την πλευρά των Εναγομένων κατέθεσαν τρεις μάρτυρες: Ο Μιχάλης Μιχαηλίδης, Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1), Ο Κώστας Μιχαηλίδης, Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.2) και ο Πανίκος Παναγιώτου Εναγόμενος 3 (Μ.Υ.3). Ο Μ.Ε.1 είναι ένας από τους υπεύθυνους του Τμήματος Παρακολούθησης Ρυθμίσεων και Δικαστικών Υποθέσεων Λεμεσού των Εναγόντων και ανάμεσα στο καθήκοντα του είναι ο έλεγχος και η παρακολούθηση των λογαριασμών που έχουν τερματιστεί. Ανέφερε στη μαρτυρία του ότι ο Εναγόμενος 1 με αίτημα του ημερομηνίας 27.1.2000 προς τους Ενάγοντες ζήτησε το άνοιγμα επ΄ ονόματι του τρεχούμενου λογαριασμού πίστωσης. Οι Ενάγοντες ενέκριναν το αίτημα του και του παραχώρησαν τραπεζικές διευκολύνσεις υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού πίστωσης (overdraft) με αρ. 117-18495-2001-9 για το ποσό των ΛΚ25.000 (Τεκμήριο 2). Προς τούτο, ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε συμφωνία με τους Ενάγοντες ημερομηνίας 28.1.2000 (Τεκμήριο 3), στο κατάστημα Μακαρίου στη Λεμεσό. Αποτελεί, είπε, πρακτική των Εναγόντων όπως όλες οι συμφωνίες και άλλα έγγραφα παραδίδονται σ΄ αυτούς που τα υπογράφουν προς ανάγνωση τους και τους επεξηγείται τι υπογράφουν. Προς εξασφάλιση των εν λόγω τραπεζικών διευκολύνσεων, οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν συμφωνία απεριόριστης και συνεχούς εγγύησης ημερομηνίας 28.1.2000 (Τεκμήριο 4), με την οποία εγγυήθηκαν απεριόριστα, αλληλέγγυα και προσωπικά όλες τις υποχρεώσεις και διευκολύνσεις του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες οποιουδήποτε τύπου, παρούσες και μελλοντικές. Το ρητό αντάλλαγμα της συμφωνίας εγγύησης (Τεκμήριο 4) ήταν όλες οι υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1, δηλαδή τόσο η συμφωνία (Τεκμήριο 3), όσο και οποιαδήποτε άλλη συμφωνία ή χρέος είχε ή θα επρόκειτο να δημιουργήσει ο Εναγόμενος 1 προς τους Ενάγοντες. Προς περαιτέρω εξασφάλιση ο Εναγόμενος 1 την 28.1.2000 εκχώρησε προς όφελος των Εναγόντων τα δικαιώματα του στην ασφάλεια ζωής που είχε στην Alpha Ασφαλιστική για ποσό ασφάλειας ΛΚ25.000 (Τεκμήριο 5). Στις 19.12.2002 ο Εναγόμενος 1 ζήτησε όπως μειωθεί το όριο παρατραβήγματος στον πιο πάνω τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμήριο 3), από ΛΚ25.000 σε ΛΚ21.000 και αυτό εγκρίθηκε στις 23.12.
  11. Την ίδια ημέρα, 19.12.2002, ζήτησε την παραχώρηση περαιτέρω τραπεζικής διευκόλυνσης τύπου δανείου για το ποσό των ΛΚ14.
  12. Αυτό εγκρίθηκε στις 23.12.2002 (Τεκμήριο 6 ημερομηνίας 1.7.2003 έντυπο έγκρισης). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 το ποσό του δανείου θα χρησιμοποιείτο για κάλυψη της υπέρβασης του υφιστάμενου λογαριασμού παρατραβήγματος (δηλαδή του υπόλοιπου που είχε υπερβεί το ποσό του ορίου) και το υπόλοιπο θα παρέμενε στο λογαριασμό. Δηλαδή δεν δόθηκαν χρήματα στον Εναγόμενο 1 αλλά αναδιοργανώθηκαν οι λογαριασμοί του και ομαλοποιήθηκαν. Η Συμφωνία δανείου υπογράφτηκε στις 7.5.2003 (Τεκμήριο 7) και η νέα συμφωνία παρατραβήγματος υπογράφτηκε στις 4.8.2003, για μείωση του αρχικού ορίου παρατραβήγματος (Τεκμήριο 8). Με τα Τεκμήρια 7 και 8 δόθηκαν οι διευκολύνσεις του Τεκμηρίου
  13. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των πιο πάνω διευκολύνσεων και παραχώρησης δανείου, στις 26.6.2003 οι Εναγόμενοι 1 και 4 παραχώρησαν προς όφελος των Εναγόντων πρώτη Υποθήκη (Υ.6468/03) για το ποσό των ΛΚ11.000 σε χωράφι με αρ. εγγραφής 13403 στην Κοκκινοτριμιθιά, εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι των Εναγομένων 1 και 4 ανά ½ μερίδιο (Τεκμήρια 9 και 10). Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 16.12.2003 (Τεκμήριο 11) πληροφόρησαν τον Εναγόμενο 1 ότι αλλάζει το επιτόκιο του τρεχούμενου λογαριασμού με αύξηση του κατά 2 εκατοστιαίες μονάδες. Λόγω της μη ομαλής λειτουργίας των λογαριασμών του Εναγόμενου 1, οι Ενάγοντες έστειλαν επιστολές ημερομηνίας 30.10.2003, 18.11.2003, 24.11.2004 και 2.8.2004 (Τεκμήρια 12 - 18), στη διεύθυνση που αναγραφόταν στις επίδικες συμφωνίες με συνηθισμένο ταχυδρομείο. Με δύο επιστολές προς τον Εναγόμενο 1 ημερομηνίας 19.4.2005 (Τεκμήρια 19 και 20) οι Ενάγοντες τερμάτισαν τους επίδικους λογαριασμούς δανείου και παρατραβήγματος και τον πληροφόρησαν ότι οι λογαριασμοί του θα χρεώνονται με τόκο 15,25% ετησίως και ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Με επιστολές ημερομηνίας 6.5.2005 (Τεκμήρια 21 - 24) προς τους Εναγόμενους 2 και 3 στις διευθύνσεις τους που αναγράφονται στη συμφωνία εγγυήσεως με συνηθισμένο ταχυδρομείο, οι Ενάγοντες τους ενημέρωσαν για τον τερματισμό των λογαριασμών δανείου και παρατραβήγματος του Εναγόμενου 1 και για την αύξηση του ποσοστού τόκου με το οποίο θα χρεώνονται οι λογαριασμοί. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες απέστειλαν στους Εναγόμενους 1 και 4 επιστολές ημερομηνίας 6.5.2005 (Τεκμήρια 25 και 26) στις διευθύνσεις που αναγράφονται στη Συμφωνία Υποθήκης, με συνηθισμένο ταχυδρομείο και αφορούσαν την Υποθήκη Υ.6468/
  14. Διευκρίνισε ότι οι επιστολές Τεκμήρια 11 - 26 αποστάληκαν με κανονικό ταχυδρομείο ενώ τα Τεκμήρια 19 - 26 είναι συστημένες επιστολές. Μετά τον τερματισμό της λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών οι Εναγόμενοι 1 και 4 παρέλειψαν να εξοφλήσουν τα χρεωστικά υπόλοιπα και γι΄ αυτό οι λογαριασμοί παραπέμφθηκαν στο Τμήμα Παρακολούθησης Ρυθμίσεων και Δικαστικών Υποθέσεων Λεμεσού. Ακολούθως καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Ανέφερε ότι το Δεκέμβρη 2004 οι Ενάγοντες προέβηκαν σε ανακοίνωση σε 4 εφημερίδες του ημερήσιου τύπου με την οποία τροποποίησαν τον ετήσιο τόκο υπερημερίας από 3% σε 5%. Η ανακοίνωση αυτή εμπίπτει στα δικαιώματα των Εναγόντων που αναγράφονται στις συμφωνίες διευκολύνσεων των πελατών (Τεκμήριο 28). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των Τεκμηρίων 1 - 10, όμως είναι τακτική των Εναγόντων να υπογράφονται τα έγγραφα στην παρουσία των υπαλλήλων των Εναγόντων και των πελατών. Το Τεκμήριο 11 αποστάληκε με κανονικό ταχυδρομείο στη διεύθυνση Paphos Avenue 60, και είναι μια από τις διευθύνσεις που είχε δώσει ο Εναγόμενος 1 κατά το άνοιγμα του λογαριασμού και βρισκόταν στο ηλεκτρονικό σύστημα των Εναγόντων. Τα Τεκμήρια 2 - 10 και 12 - 18 στάληκαν στη διεύθυνση οδός Ριζοκαρπάσου
  15. Στα Τεκμήρια 19 και 20 αναφέρεται το Τ.Κ.
  16. Διευκρίνισε ότι είχε στην κατοχή του μια επαγγελματική κάρτα του Εναγόμενου 1, της εταιρείας Pepsi Cola όπου αναγράφετο το όνομα του Εναγόμενου 1 και γίνεται αναφορά στη διεύθυνση Paphos Avenue ως και το ταχυδρομικό κιβώτιο 51217 (Τεκμήριο 32). Στην κάρτα αυτή, είπε, αναγράφεται χειρόγραφα «από 1.10.2003». Γι΄ αυτό και η επιστολή (Τεκμήριο 11) ημερομηνίας 16.12.2003 στάληκε στην εν λόγω διεύθυνση Paphos Avenue η οποία βρισκόταν στο ηλεκτρονικό σύστημα των Εναγόντων. Διευκρίνισε ότι ο λογαριασμός με αρ. 117-18495-2001-9 (Τεκμήριο 2) άλλαξε μόνο αριθμό σε 517-220-001181-1 στις 5.3.2004, λόγω αναβάθμισης του ηλεκτρονικού αρχείου των Εναγόντων (Τεκμήριο 27). Ανέφερε επίσης ότι τον Ιούλιο 2003 λόγω των υπερβάσεων που υπήρχαν στον τρεχούμενο λογαριασμό, έγινε ομαλοποίηση των λογαριασμών του Εναγόμενου 1 και ο αρχικός λογαριασμός 117-18495-2001-9 μετατράπηκε σε 117-18495-2002-2, όμως πρόκειται για τον ίδιο τρεχούμενο λογαριασμό μέχρι σήμερα. Ανέφερε ότι στις 28.1.2000 (Τεκμήριο 2) το αρχικό επιτόκιο ήταν 8%. Άρχισαν να χρεώνουν τόκο 9% για οποιεσδήποτε υπερβάσεις σύμφωνα με την παράγραφο 2(α) του Τεκμηρίου
  17. Με την ομαλοποίηση που έγινε στις 4.8.2003 (Τεκμήριο 8) το επιτόκιο καθορίστηκε ως εξής: (α) το βασικό επιτόκιο όπως καθοριζόταν από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, (β) την προσαύξηση που, βάσει του Τεκμηρίου 8, ήταν 3,5%, και (γ) τον τόκο υπερημερίας 3%. Το σύνολο επιτοκίου επί των ομαλών υπολοίπων ήταν 8% στις 4.8.2003 και οποιοδήποτε υπερήμερο υπόλοιπο χρεώνετο επιπρόσθετα με επιτόκιο 3%. Το βασικό επιτόκιο σύμφωνα με το Τεκμήριο 8, διαφοροποιείτο με ανακοινώσεις της Κεντρικής Τράπεζας και των Εναγόντων στον ημερήσιο τύπο. Με το Τεκμήριο 28, ο τόκος υπερημερίας μεταβλήθηκε από 1.1.2005 από 3% σε 5%. Κατά τον τερματισμό στις 19.4.2005, οι Ενάγοντες με επιστολή τους ενημέρωναν τους Εναγόμενους για το ποσοστό του επιτοκίου που ανερχόταν σε 15,25% (Τεκμήριο 20) και αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο όπως καθορίστηκε από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου σε 5,25%, την προσαύξηση 5% και τόκο υπερημερίας 5%. Οι Ενάγοντες προβαίνουν σε κεφαλαιοποίηση των τόκων στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Πριν τον τερματισμό, για την περίοδο μέχρι 30.4.2004, ο λογαριασμός χρεωνόταν με βασικό επιτόκιο 4,5%, προσαύξηση 3,5% και τα υπερήμερα ποσά με 3%. Για την περίοδο από 30.4.2004 (ημερομηνία κατά την οποία η Κεντρική Τράπεζα άλλαξε το βασικό επιτόκιο (από 4,5% σε 5,5%), ο λογαριασμός χρεωνόταν με βασικό επιτόκιο 5,5%, προσαύξηση 3,5% και τόκο υπερημερίας 3%, μέχρι την περίοδο 1.1.2005, οπότε με το Τεκμήριο 28 έγινε ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο για την αύξηση του τόκου υπερημερίας από 3% σε 5%. Κατά συνέπεια, ο λογαριασμός χρεωνόταν από 1.1.2005 μέχρι 15.2.2005 με βασικό επιτόκιο 5,5%, προσαύξηση 3,5% και τόκο υπερημερίας 5%. Από 25.2.2005 με ανακοίνωση της η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου μετέβαλε το βασικό επιτόκιο από 5,5% σε 5,25%. Από 25.2.2005 μέχρι τον τερματισμό 19.4.2005 (Τεκμήριο 20), ο λογαριασμός χρεωνόταν με βασικό επιτόκιο 5,25%, προσαύξηση 3,5% και τόκο υπερημερίας σε υπερήμερα ποσά 5%. Ανέφερε ότι ο αρχικός αριθμός του λογαριασμού δανείου (Τεκμήριο 7) ήταν 317-18495-4201-
  18. Στις 5.3.2004 ο αριθμός μεταβλήθηκε σε 517-360-002568-2 λόγω αναβάθμισης του λογισμικού συστήματος (Τεκμήριο 27 σελ. 7-9). Το αρχικό ποσό του δανείου ήταν ΛΚ14.500 και ο τόκος ήταν 8,5% (Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με την παράγραφο 4(γ) του Τεκμηρίου 7, ο τόκος υπερημερίας ανέρχετο σε 3% και την 1.1.2005 αυξήθηκε με ανακοίνωση των Εναγόντων στον ημερήσιο τύπο σε 5%. Επεξήγησε το ποσοστό του επιτοκίου που χρεώθηκε ο λογαριασμός δανείου ως εξής: Από 30.6.2003 μέχρι 30.4.2004 το βασικό επιτόκιο ήταν 4,5% και η προσαύξηση 4%, δηλαδή το σύνολο του τόκου ήταν 8,5%. Οποιεσδήποτε καθυστερήσεις χρεώνοντο με επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας προς 3% ετησίως. Από 30.4.2004 μέχρι 1.1.2005 μετά από συνεδρία της Κεντρικής Τράπεζας το βασικό επιτόκιο μεταβλήθηκε σε 5,5%, η προσαύξηση βάσει του Τεκμηρίου 7 ήταν 4%, δηλαδή σύνολο 9,5% και οποιαδήποτε υπερήμερα ποσά χρεώνοντο με 3%. Την 1.1.2005 με ανακοίνωση των Εναγόντων στον ημερήσιο τύπο (Τεκμήριο 28) αυξήθηκε το ποσοστό του τόκου υπερημερίας από 3% σε 5%. Έτσι από 1.1.2005 ο τόκος μεταβάλλεται σε βασικό επιτόκιο 5,5% και προσαύξηση 4%, δηλαδή σύνολο επιτοκίου 9,5% και οποιοδήποτε υπερήμερο ή καθυστερημένο ποσό χρεώνετο με 5%. Αυτή η περίοδος διάρκεσε μέχρι 25.2.2005 οπότε η Κεντρική Τράπεζα μετέβαλε το επιτόκιο σε 5,25%. Έτσι το επιτόκιο μετεβλήθηκε σε βασικό επιτόκιο 5,25%, προσαύξηση 4%, δηλαδή σύνολο τόκου 9,25% και ο τόκος υπερημερίας για υπερήμερα ποσά ήταν 5%. Αυτό διάρκεσε μέχρι 19.4.2005 όταν με επιστολή των Εναγόντων (Τεκμήριο 19) τερματίστηκε ο λογαριασμός δανείου και μεταβλήθηκε η προσαύξηση σε 5% ενώ το βασικό επιτόκιο παρέμεινε 5,25% και ο τόκος υπερημερίας 5%. Ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 2 επισκέφθηκε τους Ενάγοντες στις 21.1.2000 και 28.1.2000 για την υπογραφή του Τεκμηρίου
  19. Το αντάλλαγμα της υπογραφής του Τεκμηρίου 4 από τον Εναγόμενο 2 ήταν η χορήγηση του τρεχούμενου λογαριασμού στον Εναγόμενο
  20. Η εγγύηση του Εναγόμενου 2 αποτελεί την εξασφάλιση για τη χορήγηση του τρεχούμενου λογαριασμού στον Εναγόμενο 1, όμως επρόκειτο για συνεχή και απεριόριστη εγγύηση. Πρόσθεσε ότι δεν ήταν παρών στην υπογραφή του Τεκμηρίου 4, όμως αποτελεί συνήθη τραπεζική διαδικασία όπως οι υπάλληλοι των Εναγόντων εξηγούν σε απλή γλώσσα στους εγγυητές το αρχικό ποσό που εγγυώνται ως και το είδος του εγγυητηρίου που υπογράφουν. Ισχυρίστηκε ότι όλα τα έγγραφα που υπογράφονται στα υποστατικά των Εναγόντων, δίδονται στους πελάτες για να τα διαβάσουν και μετέπειτα τους παραδίδονται αντίγραφα. Πέραν τούτου, στο Τεκμήριο 4 αναφέρεται σε απλή και κατανοητή γλώσσα αρκετές φορές, ότι το εγγυητήριο ήταν συνεχές και απεριόριστο. Η μείωση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 3) από ΛΚ25.000 σε ΛΚ21.000 έγινε στα πλαίσια ομαλοποίησης του λογαριασμού. Η εγγύηση του Εναγόμενου 2 (Τεκμήριο 4) συνεχίζει να υφίσταται και για το δάνειο (Τεκμήριο 7) ημερομηνίας 7.5.2003, το οποίο χορηγήθηκε επίσης στα πλαίσια ρύθμισης ή ομαλοποίησης του λογαριασμού (Τεκμήριο 3). Το ποσό του δανείου δεν δόθηκε στον Εναγόμενο 1 αλλά κατατέθηκε για μείωση της υπέρβασης του τρεχούμενου λογαριασμού. Ισχυρίστηκε ότι τα Τεκμήρια 6 και 8 δεν αποτελούν καινούριο λογαριασμό αλλά συνέχεια του λογαριασμού Τεκμήριο 3 λόγω της προβληματικής διαχείρισης του, γι΄ αυτό και οι Ενάγοντες αναγκάστηκαν να προβούν σε ομαλοποίηση. Το Τεκμήριο 8 δεν αποτελεί νέο τρεχούμενο λογαριασμό αλλά πρόκειται για «μεταλλαγμένο» λογαριασμό σε συνέχεια της ομαλοποίησης, και τα Τεκμήρια 6 και 8 δεν αποτελούν ανεξάρτητες συμφωνίες από τις συμφωνίες των Τεκμηρίων 2 και
  21. Ο Εναγόμενος 2 δεν υπέγραψε νέα εγγύηση αφού η εγγύηση (Τεκμήριο 4) ήταν συνεχής για παρούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις. Στην παράγραφο Δ

(2)του Τεκμηρίου 6, η αναφορά «θα κλείσει» δεν εννοεί να εξοφληθεί αλλά αναφέρεται σε εξόφληση της υπέρβασης από το λογαριασμό δανείου και όχι σε εξόφληση του ενός τρεχούμενου λογαριασμού από άλλον τρεχούμενο λογαριασμό. Από τις 6.8.2003 δεν έγιναν πράξεις στον αρχικό τρεχούμενο λογαριασμό αφού έγινε ομαλοποίηση των λογαριασμών του Εναγόμενου
  1. Δεν δόθηκε νέο ποσό στον Εναγόμενο 1 με τον νέο τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμήριο 8) αλλά πρόκειται για τα ίδια λεφτά που χορηγήθηκαν το 2000, σε αλλαγμένη μορφή. Για τον τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμήριο 3) με όριο ΛΚ25.000 κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 30) και ανέφερε ότι από το τέλος Απριλίου 2000 άρχισε η κίνηση του να είναι προβληματική. Η αναφορά «account closed» στις 7.8.2003 (Τεκμήριο 30 σελίδα 8) δεν σημαίνει εξόφληση αφού το υπόλοιπο δεν εξοφλήθηκε. Εκείνο που έγινε σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, στις 30.6.2003 και στα πλαίσια της ομαλοποίησης, οι Ενάγοντες χορήγησαν στον Εναγόμενο 1 δάνειο για ΛΚ14.500 προς εξόφληση των υπερβάσεων του τρεχούμενου λογαριασμού και μείωση του ορίου σε ΛΚ21.
  2. Στη σελίδα 8 του Τεκμηρίου 30 στις 6.8.2003 αναφέρεται «settlement» και δεν αποτελεί εξόφληση. Η Μ.Ε.2 είναι λειτουργός στο Τμήμα Καθυστερήσεων των Εναγόντων και παρακολουθούσε τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό από τον Σεπτέμβριο του 2002 μέχρι το
  3. Επεξήγησε ότι το Τμήμα Καθυστερήσεων επιβλέπει όλους τους καθυστερημένους λογαριασμούς και προσπαθεί να δώσει λύσεις ώστε να ομαλοποιηθούν. Ισχυρίστηκε ότι εντός της πιο πάνω περιόδου επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 1 πολλές φορές τηλεφωνικώς για να βρεθεί λύση για τον τρεχούμενο λογαριασμό του που ήταν προβληματικός και είχε υπερβάσεις του ορίου του. Τέλος του 2002 όταν ο λογαριασμός του είχε Λ.Κ.10.000 περίπου υπέρβαση, τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 1 και στους εγγυητές του σε μια προσπάθεια να ρυθμιστεί ο λογαριασμός του. Ο Εναγόμενος 1 εισηγήθηκε να γίνει αναδιοργάνωση του λογαριασμού του και προς τούτο πρόσφερε ως επιπρόσθετη εξασφάλιση την υποθήκη σε ένα χωράφι που είχε κατά ½ μερίδιο με τον αδελφό του, Εναγόμενο
  4. Ο λόγος που είχε τηλεφωνήσει στους εγγυητές του ήταν για ενημέρωση τους αλλά και για να λειτουργήσουν ως μοχλός πίεσης στον Εναγόμενο
  5. Προχώρησαν με αναδιοργάνωση του λογαριασμού του δηλαδή του χορηγήθηκε δάνειο ύψους Λ.Κ.14.500 (Τεκμήριο 7) ενώ παράλληλα θα διατηρείτο τρεχούμενος λογαριασμός με όριο Λ.Κ.21.000 (Τεκμήριο 8). Το δάνειο (Τεκμήριο 7) δόθηκε για να καλύψει την υπέρβαση στον τρεχούμενο λογαριασμό και τη μείωση του ορίου από Λ.Κ.25.000 σε Λ.Κ.21.
  6. Ισχυρίστηκε ότι γι' αυτή την αναδιοργάνωση οι εγγυητές ενημερώθηκαν τηλεφωνικώς από την ίδια προσωπικά. Κατέγραφε τις ενέργειες της ηλεκτρονικά (Τεκμήριο 31(α)(β)) για δική της χρήση και η επικοινωνία της με τους εγγυητές παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 31(β) στις 15.1.04, προτού προχωρήσουν στη λήψη δικαστικών μέτρων. Επίσης γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 31(α) για επικοινωνία της με τους εγγυητές Εναγόμενους 2 και 3 στις 29.12.
  7. Ενημέρωσε επίσης αρχές του 2004 τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 ότι θα προχωρούσαν με τη λήψη δικαστικών μέτρων. Αντεξεταζόμενη, επέμενε ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός του Εναγόμενου 1 (117-18495-2001-9), στην ουσία, ήταν ο ίδιος και απλά μεταφέρθηκε το υπόλοιπο από τον ένα λογαριασμό στον άλλο. Δεν είχε κλείσει ο λογαριασμός γιατί δεν είχε εξοφληθεί, αλλά έγινε αναδιοργάνωση. Η αναφορά στο Τεκμήριο 30 (σελ.8) στην ημερομηνία 6.8.2003 "a settlement account closed", σημαίνει ότι ο λογαριασμός αυτός σταμάτησε. Η δηλωμένη διεύθυνση του Εναγόμενου 1 ήταν Ριζοκαρπάσου 68, Κάψαλος, όμως υπήρχε και μια επαγγελματική κάρτα του Εναγόμενου 1 με μια σημείωση «από 1.10.2003». Στο Τεκμήριο 6 υπογράφει ο Εναγόμενος 1 και η ίδια κατόπιν υποδείξεων της προϊστάμενης της. Γνώριζε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 και όσα αναφέρονται σ' αυτό, ανταποκρίνονται σε όσα είχαν συζητηθεί και συμφωνηθεί με τον Εναγόμενο
  8. Σύμφωνα με τα Τεκμήρια 31(α)(β), στις 29.12.2003 επικοινώνησε με τους Εναγόμενους 2 και 3 όπως και άλλες φορές που δεν είναι καταγραμμένες, αφού πριν τις 14.6.2003 δεν κρατούσε σημειώσεις. Ενημέρωσε τηλεφωνικώς τους Εναγόμενους 2 και 3 για τη ρύθμιση που θα εγίνετο και παρόλο που δεν το κατέγραψε στο Τεκμήριο 31(α)(β), το θυμάται πάρα πολύ καλά γιατί ο Εναγόμενος 2 είναι εξάδελφος του συνάδελφου της Κώστα Μαλιαλή. Ο λόγος που τηρούσε τις σημειώσεις Τεκμήρια 31(α)(β) ήταν γιατί δεν θα εδίνετο δεύτερη ευκαιρία στον Εναγόμενο 1 να αποφύγει την έγερση δικαστικών μέτρων εναντίον του και ήθελε να καταγράφει τις ενέργειες της. Δεν καταγράφει τη συγκατάθεση του Εναγόμενου 2 γιατί θα ήταν σημαντικό και θα καταγράφετο αν δεν συγκατατίθετο. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 έδωσαν στην ίδια τηλεφωνικώς τη συγκατάθεση τους για να προχωρήσουν οι Ενάγοντες με τη ρύθμιση και αναδιοργάνωση. Μίλησε τηλεφωνικώς με τον Εναγόμενο 3 περί τα τέλη 2002 και της έδωσε τη συγκατάθεση του για τη ρύθμιση, η οποία είχε αποφασιστεί τέλη του 2002 (Τεκμήριο 31(β) και τέθηκε σε εφαρμογή μέσα του 2003 (Τεκμήριο 6). Η επικοινωνία της με τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 άρχισε από τα τέλη του 2002 όταν άρχισε να ασχολείται με την υπόθεση. Σχολιάζοντας τη σελίδα 8 του Τεκμηρίου 30 ανέφερε ότι ο λογαριασμός θα ήταν κλειστός εάν εγίνετο ισόποση κατάθεση μετρητών στο λογαριασμό, με το υπόλοιπο εξόφλησης. Τόνισε ότι έγινε μια εγγραφή στη σελίδα 8 του Τεκμηρίου 30 στις 6.8.03 όπου αναγράφεται settlement. Ο Μ.Ε.3 είναι υπάλληλος των Εναγόντων. Ανέφερε στη μαρτυρία του ότι τα Τεκμήρια 3 και 4 υπογράφτηκαν στην παρουσία του από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 αντίστοιχα, και ο ίδιος υπέγραψε ως μάρτυρας των υπογραφών τους. Γνώρισε τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 από την αρχή της εργοδότησης του και ο Εναγόμενος 1 ήταν φίλος του διευθυντή του καταστήματος κ. Ι. Γρηγορίου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι αποτελεί πρακτική των Εναγόντων να επεξηγείται το περιεχόμενο του εγγυητηρίου προτού υπογραφεί από τον εγγυητή όμως δεν γνωρίζει αν υπάλληλος των Εναγόντων εξήγησε στον Εναγόμενο 3 το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  9. Η Μ.Ε.4 είναι υπάλληλος των Εναγόντων. Υπέγραψε στο Τεκμήριο 3 ως μάρτυρας των υπογραφών του Εναγόμενου 1 και στο Τεκμήριο 4 ως μάρτυρας των υπογραφών των Εναγομένων 2 και 3, τα οποία υπογράφτηκαν ενώπιον της. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι γνωρίζει τον Εναγόμενο 1 ως πελάτη των Εναγόντων και η υπογραφή της δεν τέθηκε επί του Τεκμηρίου 3 εκ των υστέρων. Η Μ.Ε.5 είναι υπάλληλος των Εναγόντων και υπέγραψε στο Τεκμήριο 7 ως μάρτυρας της υπογραφής του Εναγόμενου 1 ο οποίος υπέγραψε ενώπιον της. Υπέγραψε επίσης ως μάρτυρας της υπογραφής των Εναγομένων 1 και 4 στο Τεκμήριο 9, οι οποίοι ήρθαν στο κατάστημα, υπέγραψαν τα έγγραφα ενώπιον της και μαρτύρησε την υπογραφή τους. Ο Μ.Ε.6 είναι υπάλληλος των Εναγόντων και το 2000 ήταν υπεύθυνος χορηγήσεων του επίδικου καταστήματος. Ο Εναγόμενος 1 το 2000 επισκέφθηκε το κατάστημα για δανειοδότηση και ανέλαβε την υπόθεση του. Συνάντησε τους εγγυητές Εναγόμενους 2 και 3 στο κατάστημα όμως δεν τους εξήγησε ο ίδιος το περιεχόμενο του εγγυητηρίου Τεκμήριο
  10. Ωστόσο οι λειτουργοί των Εναγόντων είναι εκπαιδευμένοι και έχουν σαφείς οδηγίες να επεξηγούν τα έγγραφα στους πελάτες που θα τα υπογράψουν. Συγκεκριμένα, τους επεξηγείται ότι το εγγυητήριο είναι απεριόριστης ευθύνης για άμεσες και μελλοντικές υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη. Είναι σίγουρος ότι επεξηγήθηκε από το λειτουργό το Τεκμήριο 4 στους εγγυητές 2 και 3, αφού αυτό αποτελεί καθήκον και ευθύνη του αρμόδιου λειτουργού, όμως δεν γνωρίζει ποιος τους το επεξήγησε. Ανέφερε επίσης ότι όταν παρουσιαστούν καθυστερήσεις και ο λογαριασμός είναι προβληματικός, αποτελεί καθήκον των υπαλλήλων να ενημερώνουν τους εγγυητές τόσο για δική τους ενημέρωση όσο και ως μέτρο πίεσης προς τον πρωτοφειλέτη. Συνομίλησε με τον Εναγόμενο 1 σχετικά με τα Τεκμήρια 2 και 3 και έλεγξε τα σχετικά έγγραφα. Μετά τις υπογραφές των Τεκμηρίων 2 και 3 δεν είχε καμιά ανάμιξη. Ο Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1) ανέφερε στη μαρτυρία του ότι στις συμφωνίες Τεκμήρια 3 και 7, οι Ενάγοντες έθεσαν τους όρους που επιθυμούσαν ώστε να είναι πλήρως εξασφαλισμένοι, ενώ ο ίδιος, λόγω ψυχικής πίεσης που του ασκήθηκε, εξαναγκάστηκε να δεχθεί τους όρους αυτούς για να μπορέσει να έχει τις εν λόγω τραπεζικές διευκολύνσεις. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι οι υπάλληλοι των οποίων τα ονόματα εμφαίνονται στα Τεκμήρια 3 και 7, κ. Γρηγορίου και κα Δημητριάδου, ως και άλλοι υπεύθυνοι του Τμήματος Χορηγήσεως Δανείων και Τρεχουμένων, του είχαν αναφέρει ότι «αυτοί είναι οι όροι», του παραδέχθηκαν προφορικά ότι πράγματι οι όροι αυτοί είναι πολύ επαχθείς και ετεροβαρείς και αν ήθελε να πάρει χρήματα από τους Ενάγοντες, θα έπρεπε να τους υπογράψει. Πιέστηκε από τους υπαλλήλους των Εναγόντων και εξαναγκάστηκε να υπογράψει τα Τεκμήρια 3 και 7 διότι είχε ανάγκη τα χρήματα και οι εν λόγω συμφωνίες δεν αποτελούν προϊόντα ελεύθερης βούλησης του αλλά προϊόν εξαναγκασμού και πίεσης και περιέχουν πολύ ετεροβαρείς όρους οι οποίοι είναι οι παράγραφοι 2(α), 3 και 5 του Τεκμηρίου 3 και οι όροι 8 και 9 των Τεκμηρίων 3 και
  11. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε πληροφορήθηκε για την αλλαγή του επιτοκίου του τρεχούμενου λογαριασμού, ουδέποτε ενημερώθηκε ότι θα αυξάνετο το επιτόκιο και ουδέποτε ενημερώθηκε γραπτώς ή προφορικώς ότι οι λογαριασμοί του θα χρεώνοντο με τόκο προς 15,25% ετησίως. Ουδέποτε παρέλαβε την επιστολή ημερομηνίας 16.12.2003 (Τεκμήριο 11), ούτε και έλαβε επιστολή των Εναγόντων ότι τερματίζεται η λειτουργία του λογαριασμού δανείου (Τεκμήριο 7) και του τρεχούμενου λογαριασμού του. Ουδέποτε κλήθηκε γραπτώς ή προφορικά πριν την έγερση της αγωγής να πληρώσει οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο των επίδικων λογαριασμών του. Ισχυρίζεται ότι η διεύθυνση του είναι Ριζοκαρπάσου 68, 3082 Λεμεσός και αυτή δήλωσε στις επίδικες συμφωνίες τρεχούμενου και δανείου. Δεν είχε καμιά σχέση με τη διεύθυνση Λεωφόρος Πάφου, όταν στάληκε η επιστολή ημερομηνίας 16.12.2003 (Τεκμήριο 11). Αυτή η διεύθυνση ήταν της Pepsi όπου εργαζόταν και αποχώρησε πολύ πριν από αυτή την ημερομηνία, δηλαδή τον Απρίλιο του
  12. Γι΄ αυτό, δεν έλαβε γνώση της επιστολής αλλαγής του επιτοκίου (Τεκμήριο 11) και των επιστολών τερματισμού του τρεχούμενου λογαριασμού και του δανείου ημερομηνίας 19.4.2005 (Τεκμήρια 19 και 20) που στάληκαν σε Τ.Κ. 51217 με το οποίο δεν έχει καμία σχέση και δεν το υπέδειξε ποτέ στους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες ενήργησαν, όπως είπε, έτσι σκόπιμα για να μην λάβει γνώση αυτών των επιστολών (Τεκμήρια 11, 19 και 20) και η συμπεριφορά τους δεν καθιστά τα ποσά που οφείλονται πληρωτέα και απαιτητά, ούτε και δικαιούνται τους τόκους που απαιτούν. Κατά την αντεξέταση επέμενε ότι ο κ. Γρηγορίου που ήταν και προσωπικός του φίλος και η κα Δημητριάδου, κατά το χρόνο που υπέγραψε το Τεκμήριο 7 και διάβασε τους όρους, του ανέφεραν: «αυτοί είναι οι όροι της Τράπεζας, αν δεν υπογράψεις δεν θα πάρεις τα λεφτά σου» και «γνωρίζουμε ότι είναι ετεροβαρείς οι όροι», οι οποίοι αφορούσαν το επιτόκιο και τις χρεώσεις του δανείου για τους τόκους. Αντιμετώπιζε τότε οικονομικά προβλήματα, είχε χρέη που έπρεπε να αποπληρώσει αμέσως, χρωστούσε σε άλλες τράπεζες και γι΄ αυτό εξαναγκάστηκε να υπογράψει το Τεκμήριο
  13. Το ποσό των ΛΚ25.000 (Τεκμήριο 3) το χρησιμοποίησε για προσωπικά χρέη. Δέχθηκε ότι το Τεκμήριο 32 αποτελεί την επαγγελματική του κάρτα, όμως δεν την παρέδωσε στους Ενάγοντες. Δεν ζήτησε από τους Ενάγοντες όπως από την 1.10.2003 - όπως ο ίδιος έγραψε χειρόγραφα - να αποστέλλουν ταχυδρομικώς στη διεύθυνση που αναγράφεται σ΄ αυτήν, οποιανδήποτε επιστολή και η διεύθυνση που έδωσε στους Ενάγοντες ήταν η διεύθυνση της οικίας του. Δέχθηκε ότι ο αριθμός τηλεφώνου που αναγράφεται χειρόγραφα στο Τεκμήριο 32 είναι ο αριθμός του κινητού τηλεφώνου του, όμως αρνήθηκε ότι τον έδωσε ο ίδιος στους Ενάγοντες. Δέχθηκε ότι παρέλαβε τα Τεκμήρια 12, 13, 14, 15 και 17, όμως δεν θυμάται αν παρέλαβε τα Τεκμήρια 16 και 18 τα οποία στάληκαν στη διεύθυνση της οικίας του, Ριζοκαρπάσου 68, Λεμεσός. Αρνήθηκε ότι παρέλαβε το Τεκμήριο 19 και το Τ.Κ.51217 Λεμεσός «νομίζει» ότι είναι της Pepsi-Cola στην οποία ήταν διευθυντής. Πρόσθεσε ότι ουδέποτε έδωσε το εν λόγω Ταχυδρομικό Κιβώτιο στους Ενάγοντες για προσωπικούς σκοπούς. Αρνήθηκε επίσης ότι παρέλαβε τα Τεκμήρια 20 και 25 όπου αναγράφεται το Τ.Κ. 51217 και ανέφερε ότι είχε φύγει από την Pepsi-Cola 6 - 8 μήνες πριν το
  14. Αρνήθηκε ότι τα Τεκμήρια 19, 20 και 25 στάληκαν στο εν λόγω ταχυδρομικό κιβώτιο ως οι οδηγίες του προς τους Ενάγοντες και δεν γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο οι Ενάγοντες απέκτησαν το Τεκμήριο
  15. Στις ημερομηνίες 19.4.2005 και 6.5.2005 που αποστάληκαν τα Τεκμήρια 19, 20 και 25 αντίστοιχα, δεν εργαζόταν στην Pepsi-Cola ούτε και την 1.10.2003 ημερομηνία που αναγράφεται στο Τεκμήριο
  16. Ανέφερε ότι αρχικά εργαζόταν στην Coca-Cola, από την οποία αποχώρησε το 2000 και εργοδοτήθηκε αμέσως στην Pepsi-Cola. Από αυτήν αποχώρησε περί τα μέσα 2001, 2000, δεν θυμάται πότε, όμως πριν το
  17. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν συνάδελφοι του στην Coca-Cola και του ανέφεραν 1 - 2 φορές ότι είχαν παραλάβει επιστολή των Εναγόντων ότι ο λογαριασμός του ήταν προβληματικός. Τους απάντησε ότι θα διευθετούσε συνάντηση με τους Ενάγοντες. Ισχυρίστηκε ότι με το νέο δάνειο που έκαμε το 2003 και την υποθήκευση του ακίνητου του, είχε συμφωνήσει με τους Ενάγοντες ότι θα απαλλάσσοντο οι εγγυητές Εναγόμενοι 2 και 3 του πρώτου τρεχούμενου λογαριασμού και η υπόσχεση των Εναγόντων ήταν ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός του 2000 θα έκλεινε όπως αναφέρεται και στο Τεκμήριο 6, σελίδα
  18. Ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.2) ανέφερε στη μαρτυρία του ότι τον Ιανουάριο 2000 εργαζόταν στην εταιρεία ELBEE LTD, γνωστή ως Coca-Cola και ο Εναγόμενος 1 ήταν προϊστάμενος του. Περί τα τέλη 2000 ο Εναγόμενος 1 του ζήτησε να τον εγγυηθεί σε σχέση με μια χρηματοδότηση που είχε ζητήσει από τους Ενάγοντες, ύψους ΛΚ25.000 σε τρεχούμενο λογαριασμό. Ενόψει του ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν προϊστάμενος του, ένιωσε την υποχρέωση και του απάντησε θετικά. Στις 28.1.2000 πήγε μαζί με τους Εναγόμενους 1 και 3 στο επίδικο υποκατάστημα, στο γραφείο του διευθυντή κ. Γρηγορίου. Η ατμόσφαιρα κατά τη συνάντηση αυτή ήταν πολύ χαλαρή και μιλούσαν για διάφορα θέματα, άσχετα με τον τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγόμενου
  19. Κατά τη διάρκεια αυτής της συνάντησης, ο Ι. Γρηγορίου τους έδωσε το έγγραφο εγγύησης (Τεκμήριο 4) και το υπέγραψαν χωρίς να τους επεξηγηθεί ότι η εγγύηση τους θα κάλυπτε μελλοντικά δάνεια ή οποιεσδήποτε άλλες διευκολύνσεις θα παραχωρούσαν στον Εναγόμενο
  20. Κατά το χρόνο υπογραφής δεν ήταν παρόν οποιοδήποτε άλλο άτομο και ο ίδιος δεν διάβασε το εγγυητήριο προτού το υπογράψει. Του δόθηκε όμως αντίγραφο. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι εγγυήθηκε ένα τρεχούμενο λογαριασμό για ΛΚ25.
  21. Μετά την υπογραφή του εγγυητηρίου δεν είχε καμιά επαφή με τους Ενάγοντες. Περί τα τέλη 2002 έλαβε τηλεφώνημα από υπάλληλο των εναγόντων και του αναφέρθηκε ότι ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1 παρουσίαζε πρόβλημα. Επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 1 ο οποίος του ανέφερε ότι θα διευθετούσε το θέμα. Σε μεταγενέστερο στάδιο, ο Εναγόμενος 3 του είπε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε διευθετήσει το θέμα, αφού είχε παραχωρήσει υποθήκη προς όφελος των Εναγόντων, πήρε νέο δάνειο, ξόφλησε τον τρεχούμενο λογαριασμό που είχαν εγγυηθεί και πως οι ίδιοι είχαν απαλλαχθεί από εγγυητές. Δεν γνώριζε οτιδήποτε για τις νέες συμφωνίες τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου του Εναγόμενου 1 με τους Ενάγοντες, ούτε και συγκατατέθηκε σε οποιοδήποτε διακανονισμό. Δεν είχε άλλη επικοινωνία με τους Ενάγοντες μέχρι που έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 8.5.2005 (Τεκμήριο 21). Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 4, οι Ενάγοντες του είχαν αναφέρει ότι το ποσό που θα εγγυούντο ήταν ΛΚ25.
  22. Ο Εναγόμενος 1 ήταν προϊστάμενος του και τον εμπιστευόταν και υπέγραψε το έγγραφο εγγύησης (Τεκμήριο 4) χωρίς να το διαβάσει. Η συνάντηση για την υπογραφή του Τεκμηρίου 4 στο γραφείο του κ. Γρηγορίου ήταν πολύ πρόχειρη, χαλαρή και μη σοβαρή. Απλώς του παρουσίασαν τα έγγραφα για υπογραφή, η απόφαση ήταν προειλημμένη, του είχε λεχθεί το ποσό που θα εγγυάτο και δεν του έγινε καμιά επεξήγηση. Κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 4, δεν θυμάται άλλα άτομα στο γραφείο που να υπέγραψαν ως μάρτυρες των υπογραφών τους. Ωστόσο του επιβεβαιώθηκε από τους υπαλλήλους που ετοίμασαν τα έγγραφα και από τον κ. Γρηγορίου ότι θα εγγυάτο ΛΚ25.
  23. Δεν γνώριζε ότι στο Τεκμήριο 4 που υπέγραψε δεν υπήρχε αναφορά σε ποσό, αφού του είχε λεχθεί στην παρουσία του κ. Γρηγορίου ότι αυτός και ο Εναγόμενος 3 θα εγγυούντο τον Εναγόμενο 1 για το ποσό των ΛΚ25.
  24. Αυτό του είχε πει και ο Εναγόμενος
  25. Πληροφορήθηκε για τον μεταγενέστερο διακανονισμό του Εναγόμενου 1 με τους Ενάγοντες, από τον Εναγόμενο 3, ο οποίος είχε ενημερωθεί από τον κ. Γρηγορίου, ότι είχε παραχωρηθεί στον Εναγόμενο 1 δάνειο με το οποίο εξοφλήθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός που είχαν εγγυηθεί και οι ίδιοι είχαν απαλλαγεί από εγγυητές και δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση. Μεταγενέστερα και ο διευθυντής κ. Γρηγορίου τον ενημέρωσε ότι το θέμα είχε διευθετηθεί και ότι είχαν απαλλαγεί από εγγυητές, ενόψει νέου λογαριασμού τον οποίο δεν γνώριζε ούτε και υπέγραψε νέα έγγραφα, ούτε και συγκατατέθηκε σε οποιοδήποτε διακανονισμό. Τέλη 2002 κάποιος υπάλληλος των Εναγόντων του τηλεφώνησε, όμως δεν τον ενημέρωσε για την αναδιοργάνωση του λογαριασμού του Εναγόμενου
  26. Δεν γνώριζε ότι με το Τεκμήριο 4 εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1, παρούσες και μελλοντικές. Ο Εναγόμενος 3 (Μ.Υ.3) ανέφερε στη μαρτυρία του ότι αρχές Ιανουαρίου 2000 ο Εναγόμενος 1 που ήταν προϊστάμενος του, του ζήτησε να τον εγγυηθεί για ποσό ΛΚ25.000 τρεχούμενου λογαριασμού στους Ενάγοντες. Στις 28.1.2000 μετέβηκε στο επίδικο κατάστημα των Εναγόντων μαζί με τους Εναγόμενους 1 και 2 και στο γραφείο του διευθυντή κ. Γρηγορίου, του δόθηκε το έγγραφο εγγύησης για να το υπογράψει, χωρίς να επεξηγηθεί από κανένα υπάλληλο. Υπέγραψε το Τεκμήριο 4 χωρίς να το διαβάσει και αυτό που γνώριζε ήταν ότι εγγυήθηκε το ποσό των £25.
  27. Από το 2000 μέχρι 6.5.2005 δεν πήρε καμία ειδοποίηση από τους Ενάγοντες. Περί τα τέλη 2002 - 2003, έμαθε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν πλήρωνε τον τρεχούμενο λογαριασμό του και είχε υπερβάσεις. Ο κ. Γρηγορίου του είχε πει ότι θα παραχωρούσαν στον Εναγόμενο 1 δάνειο και νέο τρεχούμενο για να τον βοηθήσει και του ζήτησε να μιλήσει με τον Εναγόμενο 1 ώστε να παραχωρήσει υποθήκη ή να βρει άλλο εγγυητή ώστε να απαλλάξει τον ίδιο και τον Εναγόμενο
  28. Το καλοκαίρι 2003 έμαθε από τον Εναγόμενο 1 ότι οι Ενάγοντες του έδωσαν νέο δάνειο, νέο τρεχούμενο λογαριασμό και εξόφλησε τον τρεχούμενο που ο ίδιος είχε εγγυηθεί. Επίσης ο Εναγόμενος 1 του είπε ότι είχε υποθηκεύσει δικό του ακίνητο και του Εναγόμενου 4, ώστε ο ίδιος και ο Εναγόμενος 2 να απαλλαγούν από την ευθύνη τους ως εγγυητές. Μίλησε με τον κ. Γρηγορίου, ο οποίος του ανέφερε ότι είχε γίνει διακανονισμός με νέο δάνειο, μικρότερο τρεχούμενο, με παραχώρηση υποθήκης και ότι το θέμα της εγγύησης του είχε λήξει. Δεν ζήτησε κανένα έγγραφο από τους Ενάγοντες γιατί είχε εμπιστοσύνη στον κ. Γρηγορίου που τον γνώριζε, όπως και στον Εναγόμενο
  29. Όταν συναντήθηκε με τον κ. Γρηγορίου στο γραφείο του, του διάβασε ένα έγγραφο, σύμφωνα με το οποίο είχε δώσει στον Εναγόμενο 1 νέο τρεχούμενο, νέο δάνειο με το οποίο εξόφλησε τον παλιό τρεχούμενο λογαριασμό που είχε εγγυηθεί και ο λογαριασμός αυτός έκλεισε. Ισχυρίστηκε ότι κανένας υπάλληλος των Εναγόντων δεν του εξήγησε το έγγραφο εγγύησης που υπέγραψε και τις υποχρεώσεις του αλλά του ανέφεραν ότι ήταν εγγύηση για ΛΚ25.
  30. Η εγγύηση του έχει ακυρωθεί διότι εγγυήθηκε τον Εναγόμενο 1 για το συγκεκριμένο ποσό των ΛΚ25.000 για τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Εάν του εξηγούσαν ότι θα τον εγγυάτο για απεριόριστο ποσό και χρόνο, δεν θα υπέγραφε. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι όταν ο Εναγόμενος 1 του ζήτησε να τον εγγυηθεί για ΛΚ25.000, τηλεφώνησε στον κ. Γρηγορίου και ζήτησε διευκρινίσεις, και αυτός του είπε ότι το θέμα της εγγύησης είναι μια τυπική διαδικασία. Στις 28.1.2000 στο γραφείο του ο κ. Γρηγορίου, του έδωσε ένα εγγυητήριο έγγραφο να το υπογράψει. Τον ρώτησε «τι είναι αυτό το έγγραφο;» και ο κ. Γρηγορίου του απάντησε: «είναι μια τυπική εγγύηση, υπόγραψε και είναι εντάξει.» Κάτω από αυτές τις συνθήκες το υπόγραψε, και δεν του εξηγήθηκε ότι το εγγυητήριο αφορούσε όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1, παρούσες και μελλοντικές. Πληροφορήθηκε ότι η εγγύηση του ήταν απεριόριστη όταν παρέλαβε την παρούσα αγωγή. Επέμενε ότι ο κ. Γρηγορίου του είχε αναφέρει ότι η εγγύηση του ήταν για ΛΚ25.
  31. Ο κ. Γρηγορίου, τέλος 2002 - 2003 του τηλεφώνησε και τον ενημέρωσε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν τακτοποιούσε τις υποχρεώσεις του και υπήρχαν υπερβάσεις. Του ζήτησε να τον πείσει να υποθηκεύσει ακίνητο ή να βρει άλλη εγγύηση, ώστε να απελευθερώσει τον ίδιο και τον Εναγόμενο 2 από την εγγύηση τους. Συνομίλησε με τον Εναγόμενο 1, ο οποίος του ανέφερε ότι θα υποθηκεύσει ένα κτήμα του για να απαλλαγούν από εγγυητές. Μεταγενέστερα, ο Εναγόμενος 1 του είπε ότι διευθέτησε το θέμα της εγγύησης τους, ότι δηλαδή είχε εξοφληθεί ο λογαριασμός που είχαν εγγυηθεί, με την παραχώρηση της υποθήκης. Αρνήθηκε ότι κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 4 υπήρχαν άλλα πρόσωπα που υπέγραψαν ως μάρτυρες της υπογραφής του. Εξαπατήθηκε από τους Ενάγοντες με την υπογραφή της απεριόριστης εγγύησης ως και γιατί του ζήτησαν να πείσει τον Εναγόμενο 1 να υποθηκεύσει περιουσία του για να απαλλαγούν από εγγυητές. Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς υπόψη τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τα επιχειρήματα - εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Ο Μ.Ε.1 μου έκαμε εξαιρετικά θετική εντύπωση και είμαι πεπεισμένη ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Με ειλικρίνεια, ευθύτητα, σαφήνεια, αυθορμητισμό και χωρίς δισταγμό και αναστολές, απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο. Με κάθε λεπτομέρεια αναφέρθηκε σε όλες τις τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στον Εναγόμενο 1 και ήταν σε θέση ενώπιον του Δικαστηρίου να επεξηγήσει όλες τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν από τους Ενάγοντες, όλα τα έγγραφα που υποστήριζαν τη μαρτυρία του, ακόμα και το ύψος του επιτοκίου με το οποίο οι επίδικοι λογαριασμοί τρεχούμενου και δανείου χρεώνονταν σε διάφορα χρονικά διαστήματα, τόσο πριν όσο και μετά τον τερματισμό τους. Επεξήγησε το λόγο για τον οποίο το Τεκμήριο 11 αποστάληκε στη διεύθυνση Paphos Avenue 60, ως και το λόγο που τα Τεκμήρια 19 και 20 αποστάληκαν στο Τ.Κ. 51217 και αναφέρθηκε προς τούτο στην επαγγελματική κάρτα του Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 32) που βρισκόταν στην κατοχή του. Η μαρτυρία του καθόλου δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση, παρόλο που αντεξετάστηκε επί μακρώ και επίμονα από τους συνηγόρους των Εναγομένων. Αντίθετα, παρέμεινε σταθερός και αταλάντευτος στις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο Μ.Ε.1 κρίνεται ως μάρτυρας αλήθειας, πλήρως αξιόπιστος και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Η Μ.Ε.2 αναφέρθηκε στις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 σε διάφορα χρονικά διαστήματα τις οποίες σε ανύποπτο χρόνο σημείωνε στο Τεκμήριο 31(α)(β). Αντεξεταζόμενη, με θετικότητα ανέφερε ότι θυμάται πολύ καλά ότι είχε ενημερώσει τηλεφωνικώς τους Εναγόμενους 2 και 3 για τη ρύθμιση των λογαριασμών του Εναγόμενου 1 στην οποία οι Ενάγοντες θα προέβαιναν και είχε εξασφαλίσει και τη συγκατάθεση τους, διότι ο Εναγόμενος 2 είναι ξάδελφος συναδέλφου της, τον οποίο μάλιστα κατονόμασε, γεγονός το οποίο η πλευρά του Εναγόμενου 2 δεν αμφισβήτησε. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι η Μ.Ε.2 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, αφού ήταν θετική και σαφής στις απαντήσεις της, η δε μαρτυρία της καθόλου δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση. Η Μ.Ε.2 κρίνεται ως αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Οι Μ.Ε.3, Μ.Ε.4, Μ.Ε.5 υπέγραψαν ως μάρτυρες των υπογραφών των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 επί των Τεκμηρίων 3, 4, 7 και
  32. Όλοι οι μάρτυρες κατέθεσαν με ειλικρίνεια και σαφήνεια ενώπιον του Δικαστηρίου, η δε μαρτυρία τους δεν κλονίστηκε καθόλου από την αντεξέταση και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Οι ίδιες διαπιστώσεις αφορούν και τον Μ.Ε.6 του οποίου η μαρτυρία γίνεται επίσης αποδεκτή στο σύνολο της ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια και στην πραγματικότητα. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 (Μ.Υ.1) δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, όχι μόνο γιατί υποκειμενικά σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, αλλά και για τους πιο κάτω λόγους:
  33. Ο Εναγόμενος 1 προέβαλε κατά την κυρίως εξέταση του γενικούς, αόριστους και ασαφείς ισχυρισμούς, σε σχέση με την ψυχική πίεση και τον εξαναγκασμό που, όπως ισχυρίστηκε, υπέστη από υπαλλήλους των Εναγόντων ως και από τον κ. Γρηγορίου και κα Δημητριάδου για την υπογραφή των Τεκμηρίων 3 και
  34. Η μόνη εξήγηση που έδωσε ήταν ότι είχε ανάγκη τα χρήματα και κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, είχε χρέη σε άλλες τράπεζες που έπρεπε να αποπληρώσει αμέσως και κάτω από αυτές τις συνθήκες υπέγραψε το Τεκμήριο
  35. Κατ΄ επέκταση, είναι σαφές και εμφανές ότι η «πίεση» και ο «εξαναγκασμός» που υπέστη για την υπογραφή των Τεκμηρίων 3 και 7, ως είναι η θέση του, δεν είναι αποτέλεσμα ενεργειών των Εναγόντων αλλά είναι αποτέλεσμα των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και των χρεών που άμεσα έπρεπε να αποπληρώσει. Κατ΄ επέκταση, τέτοιος ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και απορρίπτεται.
  36. Αδυνατώ να δεχθώ και δεν δέχομαι τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 1 ότι ο κ. Γρηγορίου και κα Δημητριάδου του είχαν παραδεχθεί προφορικά ότι οι όροι των Τεκμηρίων 3 και 7 ήταν επαχθείς για τον ίδιο και ετεροβαρείς. Θεωρώ τέτοιο ισχυρισμό εξωπραγματικό, αφενός μεν γιατί δεν αναμένεται λογικά από διευθυντή του καταστήματος όπως ήταν ο κ. Γρηγορίου να προβαίνει με τόση αφέλεια σε τέτοιου είδους παραδοχές προς τους πελάτες και αφετέρου γιατί ο κ. Γρηγορίου, όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 ανέφερε, ήταν προσωπικός του φίλος. Εν πάση περιπτώσει, ο Εναγόμενος 1 προσδιόρισε στη μαρτυρία του τους όρους των Τεκμηρίων 3 και 7 που θεωρεί επαχθείς και ετεροβαρείς, οι οποίοι, όπως είπε, αφορούσαν το ύψος του επιτοκίου με το οποίο οι Ενάγοντες χρέωσαν τους επίδικους λογαριασμούς και με το θέμα αυτό το Δικαστήριο ασχολείται σε άλλο μέρος της απόφασής του πιο κάτω.
  37. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση ότι ουδέποτε ενημερώθηκε από τους Ενάγοντες για την αύξηση του επιτοκίου, ουδέποτε παρέλαβε την επιστολή Τεκμήριο 11, ουδέποτε παρέλαβε επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 19 και 20) και ουδέποτε κλήθηκε γραπτώς ή προφορικά πριν την έγερση της αγωγής για να πληρώσει οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο των επίδικων λογαριασμών του. Ωστόσο, κατά την αντεξέταση, δέχθηκε ότι παρέλαβε τα Τεκμήρια 12, 13, 14, 15 και 17 και δεν θυμάται αν παρέλαβε τα Τεκμήρια 16 και
  38. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων, οι Ενάγοντες επανειλημμένα γνωστοποίησαν στον Εναγόμενο 1 ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός του εξακολουθούσε να παραμένει ακίνητος και παρουσίαζε υπερβάσεις, γι΄ αυτό και καλείτο να φροντίσει για την ομαλή λειτουργία του και την εξόφληση της υπέρβασης που παρουσιάζετο (βλ. Τεκμήρια 13, 14, 15, 17). Επίσης, του γνωστοποίησαν ότι το δάνειο του παρουσίαζε καθυστερήσεις και καλείτο να φροντίσει για την σύντομη τακτοποίηση και εξόφληση των καθυστερήσεων του δανείου του (βλ. Τεκμήρια 12, 16, 18). Δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι δεν θυμάται αν παρέλαβε τα Τεκμήρια 16 και 18 τα οποία αποστάληκαν στην ίδια διεύθυνση της κατοικίας του, Ριζοκαρπάσου 68, όπως και τα Τεκμήρια 12 - 15 και 17, τα οποία δέχεται ότι παρέλαβε. Είμαι πεπεισμένη ότι παρέλαβε και τα Τεκμήρια 16 και 18 και είναι προφανές ότι η απάντηση του «δεν θυμάμαι αν τα παρέλαβα» δόθηκε στην απεγνωσμένη του προσπάθεια να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν παρέλαβε επιστολές με τις οποίες καλείτο να πληρώσει χρεωστικά υπόλοιπα, παραγνωρίζοντας προς στιγμή την παραδοχή του ότι παρέλαβε τα Τεκμήρια 12 - 15 και
  39. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 11, 19, 20 και 25 τα οποία αποστάληκαν στη διεύθυνση 60 Paphos Avenue (Τεκμήριο 11) και Τ.Κ. 51217 (Τεκμήρια 19, 20 και 25) ισχυρίστηκε ότι δεν τα παρέλαβε διότι πρόκειται για την διεύθυνση και το Ταχυδρομικό Κιβώτιο της Pepsi-Cola στην οποία εργαζόταν και όταν στάληκαν οι επιστολές, είχε ήδη αποχωρήσει. Στην κυρίως εξέταση ισχυρίστηκε ότι είχε αποχωρήσει τον Απρίλιο του 2003, ενώ στην αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι αποχώρησε περί τα μέσα 2001, 2000, δεν θυμάται ακριβώς, όμως σίγουρα πριν το
  40. Στη συνέχεια, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 33 βεβαίωση της εταιρείας A & P (Andreou & Paraskevaides) Enterprises Public Co Ltd, σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος 1 εργάστηκε στην εν λόγω εταιρεία από 1.1.2001 - 30.11.2002, το περιεχόμενο της οποίας αμφισβητήθηκε από τους Ενάγοντες. Σημειώνεται ότι ο εκδότης του Τεκμηρίου 33 Σωκράτης Μιχαηλίδης δεν κλήθηκε από την πλευρά του Εναγόμενου 1 για να δώσει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που να το ικανοποιούν ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό για τον Εναγόμενο 1 να τον κλητεύσει ως μάρτυρα στο Δικαστήριο, ενόψει του ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 33 αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία (βλ. άρθρο 27 του Ν.32
(1)/2004). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καμία βαρύτητα προσδίδει στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 33 και επομένως παραμένει άγνωστος για το Δικαστήριο ο χρόνος που ο Εναγόμενος 1 αποχώρησε από την εργασία του στην Pepsi-Cola. Ωστόσο, αυτό το στοιχείο δεν είναι κατά την άποψη μου το πλέον σημαντικό, όπως η πλευρά του Εναγόμενου 1 εισηγήθηκε. Εκείνο που έχει σημασία είναι το γεγονός ότι στην κατοχή των Εναγόντων βρισκόταν η επαγγελματική κάρτα του Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 32), την οποία ο Εναγόμενος 1 αναγνώρισε ως την επαγγελματική του κάρτα και αποδέχθηκε ότι ο ίδιος έγραψε χειρόγραφα «από 1.10.2003» και ο αριθμός κινητού τηλεφώνου που αναγράφεται είναι δικός του. Ωστόσο, αρνήθηκε ότι την παρέδωσε στους Ενάγοντες ως και ότι τους ζήτησε να αποστέλλουν ταχυδρομικώς από αυτή την ημερομηνία, οποιαδήποτε επιστολή στη διεύθυνση που αναγράφεται στο Τεκμήριο
  1. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται. Είμαι πεπεισμένη ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις του προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο - ανεπιτυχώς - ότι δεν παρέλαβε τις πλέον σημαντικές επιστολές των Εναγόντων, δηλαδή αυτές της ειδοποίησης αλλαγής επιτοκίου (Τεκμήριο 11) και επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 19 και 20). Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι αυτός είναι που παρέδωσε το Τεκμήριο 32 στους Ενάγοντες, με σαφείς οδηγίες του από 1.10.2003 και μεταγενέστερα οι επιστολές να αποστέλλονται στη διεύθυνση 60 Paphos Avenue και Τ.Κ. 51217, η οποία, σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, βρισκόταν στο ηλεκτρονικό σύστημα των Εναγόντων. Οι λόγοι που ώθησαν τον Εναγόμενο 1 στην ενέργεια αυτή δεν ενδιαφέρουν το Δικαστήριο, όπως και οι διευθετήσεις στις οποίες προφανώς είχε προβεί για να παραλαμβάνει τις επιστολές. Είμαι πεπεισμένη ότι παρέλαβε τα Τεκμήρια 11, 19, 20 και 25 και όλα όσα επικαλέστηκε αποτελούν κατασκευάσματα της φαντασίας του, προκειμένου να αποφύγει τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις του πηγάζουν από τις επίδικες συμφωνίες τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου. Η θέση αυτή του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και από τον ανυπόστατο ισχυρισμό του Εναγόμενου 1 ότι οι Ενάγοντες σκόπιμα απέστειλαν τα Τεκμήρια 11, 19 και 20 στην εν λόγω διεύθυνση του Τεκμηρίου 32 για να μην λάβει γνώση του περιεχομένου τους, ισχυρισμός που στερείται κάθε λογικής και σοβαρότητας και απορρίπτεται. Όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύουν με τον πιο εμφανή τρόπο ότι ο Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1) είπε ψέματα στο Δικαστήριο. Αυτός κρίνεται αναξιόπιστος και η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια και στην πραγματικότητα. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 (Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3) κρίνονται επίσης ως αναξιόπιστοι και είμαι πεπεισμένη ότι δεν είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Και εξηγώ:
  2. Και οι δύο Εναγόμενοι περιέγραψαν τις συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου 4 με διαφορετικό τρόπο, παρόλο που και οι δύο ανέφεραν ότι μετέβηκαν μαζί στο επίδικο κατάστημα των Εναγόντων γι΄ αυτό το σκοπό. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι στη συγκεκριμένη συνάντηση της 28.1.2000, η ατμόσφαιρα ήταν πολύ χαλαρή και μιλούσαν για διάφορα θέματα, άσχετα με τον τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγόμενου
  3. Ο Εναγόμενος 3 αντεξεταζόμενος προέβαλε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή. Ισχυρίστηκε ότι στην εν λόγω συνάντηση ο κ. Γρηγορίου του έδωσε ένα εγγυητήριο έγγραφο για να το υπογράψει. Όταν αναρωτήθηκε «τι είναι αυτό το έγγραφο;» ο κ. Γρηγορίου του απάντησε ότι επρόκειτο για τυπική εγγύηση. Εύλογα εγείρεται το ερώτημα γιατί ο Εναγόμενος 3 αναρωτήθηκε για τη φύση του εγγυητήριου εγγράφου, αφού ο σκοπός της συνάντησης της 28.1.2000 ήταν, σύμφωνα και με τους δύο Εναγόμενους, η υπογραφή του εγγυητηρίου εγγράφου. Μάλιστα ο Εναγόμενος 3 ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι όταν ο Εναγόμενος 1 του ζήτησε να τον εγγυηθεί για ΛΚ25.000, αυτός τηλεφώνησε στον κ. Γρηγορίου για διευκρινίσεις. Ο Εναγόμενος 3 δεν μου έδωσε την εντύπωση προσώπου που με αφέλεια θα ικανοποιείτο από τα λεγόμενα του κ. Γρηγορίου - σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο - ότι επρόκειτο για τυπική διαδικασία. Το γεγονός ότι ζήτησε διευκρινίσεις πριν την 28.1.00 τηλεφωνικώς, δείχνει πρόσωπο που προτού υπογράψει, ήθελε να γνωρίζει το περιεχόμενο του εγγράφου και τις δεσμεύσεις που θα αναλάμβανε. Γι΄ αυτό και δεν αποδέχομαι τη θέση του ότι το μόνο που ο κ. Γρηγορίου του ανέφερε ήταν ότι θα εγγυάτο ΛΚ25.
  4. Βέβαια, όπως ανέφερα πιο πάνω, ο Εναγόμενος 2 ούτε καν αναφέρθηκε σ΄ αυτή τη συζήτηση του Εναγόμενου 3 με τον κ. Γρηγορίου, αλλά επέμενε ότι συζήτησαν διάφορα θέματα άσχετα με τον τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγόμενου
  5. Ο ισχυρισμός των Εναγομένων 2 και 3 ότι κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 4 δεν υπήρχαν άλλα άτομα που υπέγραψαν ως μάρτυρες της υπογραφής τους, δεν γίνεται αποδεκτός. Το Δικαστήριο ήδη έχει αποδεχθεί τη μαρτυρία των Μ.Ε.3, Μ.Ε.4 και Μ.Ε.5, οι οποίοι έδωσαν μαρτυρία με σαφήνεια και ειλικρίνεια για το θέμα αυτό.
  6. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 επέμεναν έντονα ότι κατά την υπογραφή του εγγυητήριου εγγράφου Τεκμήριο 4, κανένας υπάλληλος των Εναγόντων δεν τους επεξήγησε το περιεχόμενο του, το οποίο δεν διάβασαν προτού το υπογράψουν, όμως ο Εναγόμενος 2 πρόσθεσε ότι του δόθηκε αντίγραφο. Σημειώνεται ότι ήταν θέση των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.4 ότι αποτελεί συνήθη τραπεζική διαδικασία και είναι καθήκον και ευθύνη του αρμόδιου υπαλλήλου των Εναγόντων να επεξηγούν σε απλή γλώσσα στους εγγυητές το είδος του εγγυητηρίου που υπογράφουν. Από την πλευρά των Εναγόντων, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από συγκεκριμένο υπάλληλο ότι επεξήγησε στους Εναγόμενους 2 και 3 το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 κατά την υπογραφή του. Ωστόσο, αυτό δεν οδηγεί αναπόφευκτα και στο συμπέρασμα ότι πράγματι οι Εναγόμενοι λένε την αλήθεια. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 σε κανένα σημείο της μαρτυρίας τους δεν ισχυρίστηκαν ότι ζήτησαν να διαβάσουν το Τεκμήριο 4 και οι Ενάγοντες τους στέρησαν το δικαίωμα αυτό, ούτε και ισχυρίστηκαν ότι το διάβασαν και ζήτησαν οποιεσδήποτε επεξηγήσεις, τις οποίες οι Ενάγοντες τους αρνήθηκαν ή ότι τους παραπλάνησαν. Αντίθετα, ο Εναγόμενος 2 πήρε και αντίγραφο. Επομένως, είχαν την ευχέρεια αν το επιθυμούσαν να το διαβάσουν προτού το υπογράψουν, η δε ενέργεια των Εναγόντων να παραδώσουν στον Εναγόμενο 2 αντίγραφο, καταδεικνύει με τον πιο εμφανή τρόπο ότι δεν είχαν καμία πρόθεση να αποκρύψουν από τους Εναγόμενους το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  7. Περαιτέρω, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από τους Εναγόμενους 2 και 3 στην Υπεράσπισή τους και κατ΄ επέκταση δεν μπορεί να προβάλλεται στην ακροαματική διαδικασία με τη μαρτυρία τους, σαν ένας από τους ουσιώδεις παράγοντες που οδηγά, κατά τον ισχυρισμό τους, στην αποδέσμευση τους από το Τεκμήριο
  8. Παρόλο που οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν συμπεριέλαβαν στην Υπεράσπισή τους την αρχή του «Non est factum» συνοπτικά αναφέρω τα πιο κάτω: Στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004 η οποία υιοθετείται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τσολάκης Τουτζικιάν και άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1240 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο.» Έχει επίσης νομολογηθεί ότι κάποιος που υπογράφει έγγραφο εν λευκώ, καθιστά το έγγραφο δικό του και αναλαμβάνει την ευθύνη γι΄ αυτό, διακινδυνεύοντας τη δόλια συμπλήρωση του και δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν υπήρξε συμφωνία (βλέπε Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522 και Τουτζικιάν (ανωτέρω)). Η ακυρότητα εγγράφου για τέτοιο λόγο μόνο σπάνια μπορεί να διαταχθεί στην περίπτωση ενός προσώπου πλήρους επάρκειας (of full capacity). Ο γενικός κανόνας είναι ότι ο καθένας έχει γνώση του περιεχομένου ενός εγγράφου το οποίο υπογράφει και το βάρος απόδειξης ότι επέδειξε εύλογη επιμέλεια σε υποθέσεις που στηρίζονται στην αρχή του «non est factum» βρίσκεται στους ώμους αυτού που την επικαλείται (βλέπε Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R. 961). Στην υπόθεση Saunders αναφέρεται επίσης ότι η αμέλεια ή η απροσεξία του προσώπου, που υπογράφει κάποιο έγγραφο, το αποκλείουν από του να επικαλείται εκ των υστέρων την αρχή «non est factum» στην βάση του κανόνα ότι κανένας δεν μπορεί να επωφελείται από τα λάθη του. Στην παρούσα περίπτωση όχι μόνο δεν έχει καταδειχθεί ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν είναι πρόσωπα πλήρους επάρκειας, αλλά αντίθετα έχει καταδειχθεί ότι αυτοί είναι ικανοί να αντιλαμβάνονται πολύ καλά τις ενέργειες τους. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 παραδέχθηκαν με τον πιο σαφή τρόπο ότι επέδειξαν αμέλεια και απροσεξία διότι δεν διάβασαν το Τεκμήριο 4 προτού το υπογράψουν, παράγοντας όμως που σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία τους αποκλείει να το επικαλούνται εκ των υστέρων, στην προσπάθεια τους να επωφεληθούν από τα λάθη τους.
  1. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι πλην του τηλεφωνήματος που έλαβε περί τα τέλη 2002 από υπάλληλο των Εναγόντων και την ενημέρωση του ότι ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1 παρουσίαζε προβλήματα, δεν γνώριζε οτιδήποτε για τις νέες συμφωνίες τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου του Εναγόμενου 1, ούτε συγκατατέθηκε σε οποιοδήποτε διακανονισμό. Ο ισχυρισμός αυτός δεν γίνεται αποδεκτός. Το Δικαστήριο ήδη αποδέχθηκε τη μαρτυρία της Μ.Ε.2 σύμφωνα με την οποία οι Εναγόμενοι 2 και 3 τηλεφωνικώς είχαν ενημερωθεί από την ίδια και έδωσαν τη συγκατάθεσή τους στους Ενάγοντες για να προχωρήσουν με την αναδιοργάνωση των λογαριασμών του Εναγόμενου
  2. Τέλος, ο ισχυρισμός των Εναγομένων 2 και 3 ότι ο Εναγόμενος 3 είχε ενημερωθεί από τον κ. Γρηγορίου, ότι είχαν απαλλαγεί από εγγυητές με την παραχώρηση υποθήκης από τους Εναγόμενους 1 και 4, δεν γίνεται αποδεκτός. Και τούτο γιατί κρίνεται παντελώς παράλογο και αφύσικο για τους Εναγόμενους 2 και 3 να μην ζήτησαν γραπτώς από τους Ενάγοντες την απαλλαγή τους από την εγγύηση, δίδοντας πίστη, όπως είπε ο Εναγόμενος 3, στον κ. Γρηγορίου αλλά και στον Εναγόμενο 1, εφόσον συγχρόνως γνώριζαν από τα τέλη του 2002 ότι ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1 που εγγυήθηκαν, παρουσίαζε υπερβάσεις. Εύλογα εγείρεται το ερώτημα γιατί ο κ. Γρηγορίου - σύμφωνα με τον Εναγόμενο 3 - ζήτησε από τον Εναγόμενο 3 να παρέμβει προς τον Εναγόμενο 1 για να παραχωρήσει υποθήκη ή να βρει άλλο εγγυητή ώστε να απαλλάξει τους εναγόμενους 2 και 3 από εγγυητές, αφού το Τεκμήριο 4 για τους Ενάγοντες ήταν απεριόριστο εγγυητήριο. Εύλογα αναρωτιέται κανείς γιατί οι Εναγόμενοι 2 και 3 ζήτησαν απαλλαγή τους από την εγγύηση (Τεκμήριο 4), αφού αυτό που γνώριζαν - σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους - ήταν ότι εγγυήθηκαν τον Εναγόμενο 1 μόνο για περιορισμένο ποσό ΛΚ25.000 και ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός που εγγυήθηκαν είχε κλείσει. Όλες οι πιο πάνω επισημάνσεις του Δικαστηρίου, οδηγούν λογικά στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι γνώριζαν πολύ καλά και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, καθώς επίσης και ότι με την αναδιοργάνωση των λογαριασμών του Εναγόμενου 1 δεν είχαν απαλλαγεί από την εγγύηση τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία των Εναγομένων 2 και 3 δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται στο σύνολό της. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης, βρίσκω ότι τα πραγματικά και αληθινά γεγονότα είναι σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Έγινε εισήγηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου 1, ότι στην παρούσα υπόθεση ελλείπει μαρτυρία που να τεκμηριώνει ότι οι επίδικοι λογαριασμοί τρεχούμενου και δανείου έχουν τερματιστεί, εφόσον ο Εναγόμενος 1, δεν γνωστοποίησε στους Ενάγοντες οποιαδήποτε αλλαγή της διεύθυνσής του και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 19 και 20) παραδόθηκαν και/ή παραλήφθηκαν από τον Εναγόμενο
  3. Προς τούτο αναφέρθηκε στην υπόθεση Barclays Bank Plc v. J.G.L. (Constructions) Ltd
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1726 σελ. 1733, στην οποία αποφασίστηκε ότι «καθ΄ όσον δεν γνωστοποιήθηκε οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που ανεγράφοντο επί των ενοικιαγορών συνιστούσε νόμιμο τερματισμό.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 19 και 20) ημερομηνίας 19.4.2005, αποστάληκαν στο Τ.Κ.51217 μετά από οδηγίες του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες, σύμφωνα με τις οποίες, από 1.10.2003 οι επιστολές θα έπρεπε να αποστέλλονται στη διεύθυνση 60 Paphos Avenue και Τ.Κ. 51217, σύμφωνα με την επαγγελματική του κάρτα (Τεκμήριο 32) που βρισκόταν στην κατοχή των Εναγόντων. Επομένως, ο Εναγόμενος 1, από 1.10.2003 είχε γνωστοποιήσει στους Ενάγοντες αλλαγή της διεύθυνσης του που αναγράφεται στις συμφωνίες Τεκμήρια 3 και 7, δηλαδή Ριζοκαρπάσου 68, Λεμεσός. Κρίνω ότι ορθά οι Ενάγοντες απέστειλαν τις επιστολές τερματισμού (Τεκμήρι 19 και 20) στο Τ.Κ. 51217 σύμφωνα με τις οδηγίες του Εναγόμενου 1 και κατ΄ επέκταση αυτό συνιστά νόμιμο τερματισμό των επίδικων λογαριασμών τρεχούμενου και δανείου. Είναι αδιάφορο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου 1 ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 31(β), οι Ενάγοντες γνώριζαν από 15.1.2004 ότι ο Εναγόμενος 1 είχε αποχωρήσει από την εργασία του. Και τούτο γιατί εκείνο που έχει σημασία είναι οι οδηγίες του Εναγόμενου 1, σύμφωνα με το Τεκμήριο 32, ως και το γεγονός ότι το εν λόγω Τ.Κ.51217 βρισκόταν κατά το χρόνο αποστολής των επιστολών τερματισμού, στο ηλεκτρονικό σύστημα των Εναγόντων και όχι το χρονικό σημείο που ο Εναγόμενος 1 είχε αποχωρήσει από την εργασία του. Είναι επίσης σημαντικό ότι ο Εναγόμενος 1, μετά την αποχώρηση του από την εργασία του, καμία αλλαγή διεύθυνσης δεν γνωστοποίησε στους Ενάγοντες. Επομένως, κατά το χρόνο αποστολής των επιστολών τερματισμού (Τεκμήρια 19 και 20), εκείνο που οι Ενάγοντες γνώριζαν, σύμφωνα με το Τεκμήριο 32, ήταν το Τ.Κ.51217 και εκεί έστειλαν τα Τεκμήρια 19 και 20, σύμφωνα με τις οδηγίες του Εναγόμενου
  1. Κατ΄ επέκταση, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες, νόμιμα τερμάτισαν τους επίδικους λογαριασμούς τρεχούμενου και δανείου. Η αντίθετη εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου 1, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Επιπρόσθετα, ο συνήγορος του Εναγόμενου 1 εισηγήθηκε ότι ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου δεν είναι νόμιμος, διότι στη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 7) δεν προβλέπεται το δικαίωμα των Εναγόντων να τερματίσουν τη λειτουργία του λογαριασμού σε περίπτωση παράβασης του όρου για αποπληρωμή του δανείου. Επίσης, γιατί, όπως ισχυρίζεται, οι Ενάγοντες δεν τερμάτισαν τη συμφωνία γιατί ήθελαν άμεσα τα χρήματά τους και με το Τεκμήριο 19 δεν άσκησαν τα δικαιώματα τους που προβλέπονται στους όρους της συμφωνίας. Ούτε αυτή η εισήγηση με βρίσκει σύμφωνη. Ο όρος 5 της συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 7) ρυθμίζει τα δικαιώματα των Εναγόντων σε περίπτωση που το δάνειο ή μέρος αυτού καταστεί απαιτητό, ως εξής: «Μόλις το ρηθέν Δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος τούτου ήθελε ζητηθεί από την Τράπεζα, θα καθίσταται απαιτητό και πληρωτέο και θα εξοφλείται και ο Οφειλέτης υποχρεούται να πληρώσει προς την Τράπεζα κάθε οφειλόμενο ποσό συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, Βασικού Επιτοκίου, Προσαύξησης, του Σταθερού Επιτοκίου, του Μεταβλητού Επιτοκίου, Τόκου Υπερημερίας, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του Οφειλέτη να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως τη πληρωμή του χρέους πλέον τόκους πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης.» Σύμφωνα με το Τεκμήριο 19, κατά το χρόνο αποστολής της επιστολής τερματισμού στις 19.4.2005 ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ15.857,62 δηλαδή παρουσίαζε καθυστερήσεις ΛΚ3.440, έχοντας συγχρόνως κατά νου ότι το αρχικό υπόλοιπο ήταν ΛΚ14.
  2. Είναι επομένως φανερό ότι παρουσιάζοντο καθυστερημένες δόσεις, τις οποίες οι Ενάγοντες είχαν ήδη ζητήσει με προηγούμενες επιστολές τους Τεκμήρια 12, 16 και
  3. Επομένως, το χρεωστικό υπόλοιπο κατά την 19.4.2005 κατέστη απαιτητό και πληρωτέο σύμφωνα με τον όρο 5 (ανωτέρω), πράγμα που οι Ενάγοντες γνωστοποίησαν με σαφήνεια στον Εναγόμενο 1 με το Τεκμήριο 19 και τον κάλεσαν ρητά να προβεί σε εξόφληση του. Το γεγονός ότι στη συμφωνία Τεκμήριο 7 δεν καθορίζεται ρητά το δικαίωμα των Εναγόντων να τερματίζουν τη λειτουργία του λογαριασμού, δεν τους εμποδίζει να τον τερματίσουν με την αποστολή σχετικής επιστολής, αφού ο όρος 5 πιο πάνω, ρητά τους δίδει το δικαίωμα να απαιτήσουν δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους. Γι΄ αυτό και οι Ενάγοντες προτού κινηθούν δικαστικώς απάιτησαν, ως είχαν το δικαίωμα, την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου με το Τεκμήριο
  4. Γι΄ αυτούς τους λόγους, και αυτή η εισήγηση δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Έγινε περαιτέρω εισήγηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου 1 ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται μόνο τις ληξιπρόθεσμες δόσεις δανείου μέχρι την καταχώρηση της αγωγής και/ή της ημερομηνίας τερματισμού με το επιτόκιο που αναφέρεται στη συμφωνία. Σ΄ ότι αφορά την κατάθεση των καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήρια 27 και 30) εισηγήθηκε ότι δεν έχει ικανοποιηθεί με μαρτυρία η προϋπόθεση του άρθρου 22
(6)του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, ότι οι Ενάγοντες έχουν τη σχετική άδεια να διεξάγουν τραπεζική εργασία. Πρόσθεσε ότι κανένας από τους μάρτυρες των Εναγόντων δεν επεξήγησε τις χρεώσεις στις καταστάσεις λογαριασμών. Κατ΄ αρχήν, τονίζεται ότι έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου βεβαίωση της Κεντρικής Τράπεζας (Τεκμήριο 29), σύμφωνα με την οποία οι Ενάγοντες είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι να ασκούν τραπεζικές εργασίες στη Δημοκρατία, με βάση άδεια που βρίσκεται σε ισχύ. Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι ο Μ.Ε.1, αντεξετάστηκε επί μακρώ από το δικηγόρο του Εναγόμενου 1 σε σχέση με τις χρεώσεις ουσιαστικά των τόκων και την επιβολή του επιτοκίου σε διάφορα χρονικά διαστήματα, και όπως ανέφερα πιο πάνω, ο Μ.Ε.1, ήταν σε θέση και απάντησε με ακρίβεια και λεπτομέρεια σε όλες τις σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Κατ΄ επέκταση, οι σχετικές εισηγήσεις δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Ούτε και η εισήγηση ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδικάσει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις του δανείου μέχρι την ημέρα καταχώρησης της αγωγής και/ή την ημερομηνία του τερματισμού με το επιτόκιο που αναφέρεται στη συμφωνία (Τεκμήριο 7), γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Ε.1 επεξήγησε με σαφήνεια και λεπτομέρεια την επιβολή του επιτοκίου σε διάφορα χρονικά διαστήματα, τόσο στον τρεχούμενο λογαριασμό όσο και στο δάνειο. Συγκεκριμένα, επεξήγησε ότι το ποσοστό του επιτοκίου κατά τον τερματισμό τόσο του τρεχούμενου λογαριασμού όσο και του δανείου στις 19.4.2005 (Τεκμήρια 19 και 20) ανέρχετο σε 15,25% όπως αναλυτικά αναφέρεται στα εν λόγω Τεκμήρια. Μέχρι τον τερματισμό, ο Μ.Ε.1 ήταν σε θέση και επεξήγησε αναλυτικά στη μαρτυρία του όλα τα στάδια αύξησης του επιτοκίου μέχρι τον τερματισμό. Σχετικό είναι το άρθρο 3 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160
(1)/99), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2001 και κατάργησε τον Περί Τόκου Νόμο του 1977. Το εν λόγω άρθρο 3 έχει ως εξής: «3.
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- (α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχωρούν δάνειο ή άλλη πιστωτική διευκόλυνση για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη· (β) να παρέχουν σε κάθε οφειλέτη λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις ή ανάκτηση εξόδων που σχετίζονται με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση· (γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή· (δ) να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο.» Επίσης, σχετικός είναι ο όρος 2(α) και η επιφύλαξη του Τεκμηρίου 3, ο όρος 2(α) του Τεκμηρίου 8 και ο όρος 4(α) του Τεκμηρίου 7, οι οποίοι ορίζουν ως εξής: Όρος 2(α) του Τεκμηρίου 3: «
  1. Τα ρηθέντα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλαι Τραπεζικαί ή πιστωτικαί διευκολύνσεις θα χρεώνωνται κατ΄ έτος: (α) Με τόκον προς 8% ετησίως επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων ή προς το εκάστοτε ανώτατον ποσοστόν επιτοκίου επιτρεπόμενον υπό του νόμου (υπό της ιδίας ημέρας δια τας χρεώσεις και από της επομένης εργασίμου ημέρας δια τας καταθέσεις). ............................. Νοείται ότι τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα πέραν των υπό της Τραπέζης εκάστοτε καθοριζομένων ορίων πιστώσεων και/ή άλλων Τραπεζικών ή πιστωτικών διευκολύνσεων θα βαρύνωνται με τόκον προς 9%. (β) .............................. (γ) .............................. Νοείται πάντοτε ότι η Τράπεζα θα έχη το δικαίωμα καθ΄ οιανδήποτε στιγμήν ήθελεν εκάστοτε αποφασίσει δι΄ εγγράφου προς τον πελάτην ειδοποιήσεως να τροποποιή το ρηθέν ποσοστόν επιτοκίου μέχρι του ορίου του νομίμου εν ισχύη επιτοκίου και/ή να τροποιή το ποσοστόν προμηθείας και/ή Τραπεζικά δικαιώματα (Ledger Fees) και/ή επιβαρύνη τον λογαριασμόν με ποσοστόν προμηθείας και/ή με Τραπεζικά δικαιώματα (Ledger Fees) κατά την απόλυτον κρίσιν της εάν η παρούσα δεν προνοή τοιαύτας επιβαρύνσεις. Νοείται περαιτέρω ότι η τοιαύτη τροποποίησις και/ή επιβάρυνσις θα έχη ισχύν από της αποστολής της τοιαύτης ειδοποιήσεως ή τοιαύτης μεταγενεστέρας ημερομηνίας ως ήθελε καθορισθή εις την τοιαύτην ειδοποίησιν.» Όρος 2(α) του Τεκμηρίου 8: «
  2. Τα ρηθέντα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλαι Τραπεζικαί ή πιστωτικαί διευκολύνσεις θα χρεώνωνται κατ΄ έτος: (α) Με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 3,50 εκατοστιαίες μονάδες. Με βάση τα παραπάνω ο τόκος ανέρχεται σήμερα σε: Βασικό Επιτόκιο: 4,50 εκατοστιαίες μονάδες το χρόνο Προσαύξηση: 3,50 εκατοστιαίες μονάδες το χρόνο Σύνολο Τόκου: 8,00 εκατοστιαίες μονάδες το χρόνο ................................. Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο (συμπεριλαμβανομένου και οποιουδήποτε ποσού καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας παραγράφου), ο Χρεώστης θα πληρώνει επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας προς 3,00% (ο 'Τόκος Υπερημερίας') ετησίως πάνω στα εν λόγω χρεωστικά υπόλοιπα. Όλες οι πιο πάνω αναφερόμενες χρεώσεις συμπεριλαμβανομένου του επιτοκίου, προμηθειών, δικαιωμάτων και Τόκου Υπερημερίας θα κεφαλαιοποιούνται, αν δεν πληρωθούν, κάθε 6 (έξι) μήνες την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και θα ισχύουν τόσο πριν, όσο και μετά οποιαδήποτε απαίτηση και/ή δικαστική απόφαση. Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά τη κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο, τις Προσαυξήσεις, το Μεταβλητό Επιτόκιο, τον Τόκο Υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή Τραπεζικά δικαιώματα [και/ή να επιβαρύνει το λογαριασμό με ποσοστό προμήθειας και/ή Τραπεζικά (ledger) ή άλλα δικαιώματα κατά την κρίση της αν η συμφωνία αυτή δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις] και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για το Χρεώστη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.» Όρος 4(α) του Τεκμηρίου 7 : «
  3. Το ρηθέν δάνειον θα χρεώνεται (α) Με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 4 εκατοστιαίες μονάδες. Με βάση τα παραπάνω ο τόκος ανέρχεται σήμερα σε: Βασικό Επιτόκιο: 4,50 εκατοστιαίες μονάδες το χρόνο Προσαύξηση: 4 εκατοστιαίες μονάδες το χρόνο Σύνολο Τόκου: 8,50 εκατοστιαίες μονάδες το χρόνο ................................. Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο (συμπεριλαμβανομένου και οποιουδήποτε ποσού καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας παραγράφου), ο Οφειλέτης θα πληρώνει επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας προς 3,00% ετησίως (ο 'Τόκος Υπερημερίας') από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Όλες οι πιο πάνω αναφερόμενες χρεώσεις συμπεριλαμβανομένου του Βασικού Επιτοκίου, Προσαύξησης, του Μεταβλητού Επιτοκίου, του Σταθερού Επιτοκίου, προμηθειών, δικαιωμάτων και Τόκου Υπερημερίας θα κεφαλαιοποιούνται, αν δεν πληρωθούν, κάθε 6 (έξι) μήνες κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και θα ισχύουν τόσο πριν, όσο και μετά οποιαδήποτε απαίτηση και/ή δικαστική απόφαση. Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά τη κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο, την Προσαύξηση, το Μεταβλητό Επιτόκιο, τον Τόκο Υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή Τραπεζικά δικαιώματα [και/ή να επιβαρύνει το λογαριασμό με ποσοστό προμήθειας και/ή Τραπεζικά (ledger) ή άλλα δικαιώματα κατά την κρίση της αν η συμφωνία αυτή δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις] και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Οφειλέτη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.» Οι Ενάγοντες, με τις συμφωνίες Τεκμήρια 3, 7 και 8 τις οποίες υπέγραψε ο Εναγόμενος 1, ενημέρωσαν ειδικά τον Εναγόμενο 1 για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνετο, τον τρόπο με τον οποίο θα υπολογίζετο και το χρόνο που θα χρεώνετο στο λογαριασμό του, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(α) του Νόμου 160
(1)/99 (ανωτέρω). Επίσης με επιστολή τους ημερομηνίας 16.12.2003 (Τεκμήριο 11) ενημέρωσαν τον Εναγόμενο 1 για την αλλαγή του επιτοκίου και με την ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο (Τεκμήριο 28) ενημερώθηκαν οι πελάτες των Εναγόντων για την αύξηση του τόκου υπερημερίας από 3% σε 5%. Τέλος, με τις επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 19 και 20) ενημερώθηκε ο Εναγόμενος 1 για το ύψος του επιτοκίου με το οποίο θα επιβαρύνοντο οι λογαριασμοί του. Οι ενέργειες αυτές των Εναγόντων έγιναν, συμμορφούμενοι με το άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου ανωτέρω. Ως εκ τούτου, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.160
(1)/99 και τους όρους των επίδικων συμφωνιών και ορθά χρέωσαν τους επίδικους λογαριασμούς με το ύψος των επιτοκίων που ο Μ.Ε.1 επεξήγησε στο Δικαστήριο κατά διάφορα χρονικά διαστήματα πριν και κατά τον τερματισμό τους. Η εισήγηση, τέλος, του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου 1 ότι τέθηκαν με τις επίδικες συμφωνίες ετεροβαρείς όροι για τον Εναγόμενο 1 που ουσιαστικά αφορούσαν το επιβληθέν επιτόκιο και τους τόκους με τους οποίους κατ΄ επέκταση χρεώθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί, δεν γίνεται αποδεκτή. Και τούτο, γιατί αφενός μεν η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και αφετέρου γιατί το επιτόκιο το οποίο επιβλήθηκε με τον τρόπο που επεξηγήθηκε και αναλύθηκε με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, ορθά υπολογίστηκε και επιβλήθηκε με βάση το Νόμο, όπως ήδη αποφασίστηκε από το Δικαστήριο αμέσως πιο πάνω. Όπως ήδη ανέφερα, ο Εναγόμενος 1 κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστος. Είναι επομένως η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι έγκυρες και δεσμευτικές, αφού δεν έχει τεκμηριωθεί με αποδεκτή μαρτυρία ότι αυτές δεν ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του Εναγόμενου 1, ή ότι αυτές υπογράφηκαν από τον ίδιο κατόπιν εξαναγκασμού, απάτης, ψυχικής πίεσης και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Εναγόντων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων 2 και 3 εισηγήθηκαν ότι η εγγύηση που οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν στις 28.1.2000 (Τεκμήριο 4) δεν ήταν συνεχής και απεριόριστη αλλά είχε σαν αντάλλαγμα μόνο την πιστωτική διευκόλυνση που χορηγήθηκε στον Εναγόμενο 1 στις 28.1.2000, υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 3) ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, εξοφλήθηκε και έκλεισε (Τεκμήρια 6, 27 και 30) τον Αύγουστο 2003. Επομένως οι Εναγόμενοι 2 και 3, με την υπογραφή των νέων συμφωνιών Τεκμήρια 7 και 8 απαλλάχθηκαν από την εγγύηση τους (Τεκμήριο 4), αφού με αυτές τις νέες συμφωνίες τροποποιήθηκαν οι αρχικοί όροι της δανειοδότησης που περιέχονται στη συμφωνία Τεκμήριο 3 (άρθρο 91 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149). Προς υποστήριξη των πιο πάνω, αναφέρθηκαν στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 180 και διαφοροποίησαν την παρούσα υπόθεση από την υπόθεση Archbold Investments Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων διαφώνησε με την πιο πάνω εισήγηση και επιπρόσθετα της πιο πάνω νομολογίας, αναφέρθηκε και στις αποφάσεις Χριστάκης Πίττας ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ κ.ά.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 110 και Αναστασία Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφεση 346/06, ημερομηνίας 10.7.
  1. Το πρώτο ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι κατά πόσο με την υπογραφή των συμφωνιών Τεκμήρια 7 και 8 εξοφλήθηκε και έκλεισε ο τρεχούμενος λογαριασμός (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 - η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο - ο Εναγόμενος 1 στις 19.12.2002 ζήτησε μείωση του ορίου παρατραβήγματος του τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 3) ως και την παραχώρηση δανείου ύψους ΛΚ14.
  2. Το αίτημα του Εναγόμενου 1 εγκρίθηκε στις 23.12.2002 (Τεκμήριο 6) σύμφωνα με το οποίο το ποσό του δανείου θα χρησιμοποιείτο για εξόφληση της υπέρβασης του υφιστάμενου τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 3). Το υπόλοιπο που θα παρέμενε στον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμήριο 3) θα καλύπτετο από το όριο του νέου λογαριασμού παρατραβήγματος και αμέσως ο υφιστάμενος λογαριασμός θα έκλεινε. Με αυτή τη διευθέτηση, δεν είχαν δοθεί χρήματα στον Εναγόμενο 1 - αφού το ποσό του δανείου κατατέθηκε για μείωση της υπέρβασης του τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 3) - αλλά αναδιοργανώθηκαν και ομαλοποιήθηκαν οι λογαριασμοί του. Η αναφορά στο Τεκμήριο 6 ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός «θα κλείσει», δεν ισοδυναμεί με εξόφληση αφού αναφέρεται σε εξόφληση της υπέρβασης του και όχι σε εξόφληση του ενός τρεχούμενου λογαριασμού από άλλο τρεχούμενο λογαριασμό. Ο τρεχούμενος λογαριασμός Τεκμήριο 8 δεν αποτελεί, σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, καινούριο λογαριασμό, αλλά συνέχεια του Τεκμηρίου 3, και όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, το Τεκμήριο 8 αποτελεί «μεταλλαγμένο» λογαριασμό σε συνέχεια της ομαλοποίησης. Πρόσθεσε ότι η αναφορά «account closed» στις 7.8.2003 στη σελίδα 8 του Τεκμηρίου 30, δεν σημαίνει εξόφληση, αφού το υπόλοιπο δεν εξοφλήθηκε και η αναφορά «settlement» στην ίδια σελίδα του Τεκμηρίου 30, στις 6.8.2003, δεν αποτελεί εξόφληση. Σύμφωνα με τη Μ.Ε.2, της οποίας επίσης η μαρτυρία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, σχολιάζοντας τη σελίδα 8 του Τεκμηρίου 30, ανέφερε ότι ο λογαριασμός θα ήταν κλειστός εάν εγένετο ισόποση κατάθεση μετρητών στο λογαριασμό, με το υπόλοιπο εξόφλησης και τόνισε επίσης την εγγραφή settlement η οποία δεν σημαίνει εξόφληση αλλά διευθέτηση. Έχοντας υπόψη τη σχετική μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 όπως αναφέρθηκε αμέσως πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι με την υπογραφή των Τεκμηρίων 7 και 8 και τη ρύθμιση των λογαριασμών με τον τρόπο που περιγράφεται στο Τεκμήριο 6, ο τρεχούμενος λογαριασμός Τεκμήριο 3, δεν εξοφλήθηκε και κατά συνέπεια δεν έκλεισε αλλά έγινε διευθέτηση (settlement) στα πλαίσια ομαλοποίησης και αναδιοργάνωσης των λογαριασμών του Εναγόμενου
  3. Στο σημείο αυτό τονίζω τη μαρτυρία της Μ.Ε.2 - που επαναλαμβάνω έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο - ότι είχε ενημερώσει τηλεφωνικώς τους Εναγόμενους 2 και 3 πριν την ομαλοποίηση των λογαριασμών, για τη ρύθμιση που θα εγίνετο και οι Εναγόμενοι 2 και 3 της έδωσαν τη συγκατάθεση τους ώστε οι Ενάγοντες να προχωρήσουν με τη ρύθμιση αυτή. Επομένως, η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου 2 περί εφαρμογής του άρθρου 91 του Κεφ. 149, δεν γίνεται αποδεκτή, αφού το εν λόγω άρθρο απαιτεί έλλειψη συναίνεσης του εγγυητή, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Ό,τι παραμένει προς εξέταση από το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο η εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 είναι συνεχής και απεριόριστη. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά. (πιο πάνω), ο εφεσίβλητος 2 είχε εγγυηθεί την εφεσίβλητη 1 για τρεχούμενο λογαριασμό. Μεταγενέστερα, υπογράφτηκε μεταξύ των εφεσειόντων και εφεσίβλητης 1 συμφωνία δανείου και μέρος του δανείου χρησιμοποιήθηκε για εξόφληση του υφιστάμενου τρεχούμενου λογαριασμού. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η θέση του εφεσίβλητου 2 ως εγγυητή, δεν μπορούσε να καλύπτει τις υποχρεώσεις της εφεσίβλητης 1 δυνάμει της συμφωνίας δανείου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση, αποφάσισε ως εξής: «
  4. Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου. Το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νουν όταν δόθηκε η εγγύηση.
  5. Μια ειδική (specific) εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει μια συγκεκριμένη υποχρέωση, ή μια συγκεκριμένη πράξη ή σειρά πράξεων, π.χ. τα ποσά που οφείλονται δυνάμει αναγνωρισθείσης σειράς τιμολογίων. Συνεχής εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει υποχρεώσεις ή πράξεις αποπληρωμής δόσεων οι οποίες συνεχίζουν να λαμβάνουν χώραν μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή, όπως τα δάνεια τα οποία είναι πληρωτέα από καιρού εις καιρόν επί τρεχούμενου λογαριασμού μεταξύ προμηθευτή αγαθών και συνήθους αγοραστού ή μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη.
  6. Η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το αντάλλαγμα της συμφωνίας εγγύησης ήταν ο τρεχούμενος λογαριασμός, έχει σαν βάθρο τη μαρτυρία της υπαλλήλου των εφεσειόντων Μ.Ε.
  7. Επομένως οι εφεσείοντες δεν μπορούν να την προσβάλουν επικαλούμενοι θέμα ερμηνείας της σύμβασης εγγύησης.
  8. Η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός ξοφλήθηκε με μέρος του ποσού των £8.200, το οποίο η εφεσίβλητη 1 πήρε από τους εφεσείοντες δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 24.5.96 (Τεκ.1) δεν έχει εφεσιβληθεί και έχει, επομένως, παραμείνει άτρωτη.
  9. Πρόθεση των μερών, όπως συνάγεται από τις δεσπόζουσες συνθήκες που περιβάλλουν τη δημιουργία της επίδικης εγγύησης, ήταν η παροχή εγγύησης σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό, η δε παροχή δανείου αποτελούσε μια ξεχωριστή συμφωνία που δεν καλύπτετο από τη συμφωνία εγγύησης.
  10. Έστω και αν ήθελε υποτεθεί ότι η εγγύηση ήταν συνεχής αυτή έπαυσε να ισχύει με την αποπληρωμή του τρεχούμενου λογαριασμού, για τον οποίο είχε δοθεί.
  11. Οι όροι της δανειοδότησης έχουν μεταβληθεί χωρίς τη συγκατάθεση του εγγυητή, αφού στην συμφωνία για την παροχή του τρεχούμενου λογαριασμού σε αντίθεση με τη συμφωνία δανείου, δεν υπήρχε όρος για την αποπληρωμή του με δόσεις. Έπεται πως ορθά κρίθηκε ότι το επίδικο δάνειο δεν καλύπτετο από την εγγύηση.» Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Archbold Investments Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω), είναι σχετικό: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε τις συμφωνίες και τα ενώπιον του έγγραφα όπως καθορίζει η νομολογία. Η συμφωνία - Τεκμήριο 1 - αποτελεί συμφωνία παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό, χωρίς προκαθορισμένο ποσό. Η συμφωνία εγγύησης - Τεκμήριο 2 - δόθηκε και αφορά το Τεκμήριο
  12. Η προσπάθεια των εφεσειόντων 2 και 3 να συνδέσουν το αρχικώς παραχωρηθέν ποσό των £5.000,00 με τη συμφωνία εγγύησης, προς το σκοπό περιορισμού της ευθύνης τους, είναι εκτός του γράμματος και του πνεύματος αυτής, η οποία ρητά παραπέμπει στη συμφωνία - Τεκμήριο 1 - η οποία παρέχει τη δυνατότητα στην Τράπεζα, κατά την απόλυτη κρίση της, να καθορίζει το ποσό και το είδος της διευκόλυνσης. Οι αυξήσεις χρεωστικού ορίου που παραχωρήθηκαν είναι στα πλαίσια εφαρμογής και λειτουργίας της συμφωνίας - Τεκμήριο 1 - και με κανένα τρόπο δεν επηρεάζουν την ευθύνη των εφεσειόντων 2 και 3, η οποία δόθηκε για απεριόριστο ποσό, στη βάση του Τεκμηρίου
  13. Ότι η ευθύνη των εφεσειόντων είναι για απεριόριστο ποσό προκύπτει και από το Άρθρο 18 της συμφωνίας εγγύησης - Τεκμήριο
  14. Ορθά ερμηνεύθηκε και η συμφωνία ημερομηνίας 2.8.1994 - Τεκμήριο
  15. Το λεκτικό της, από μόνο του, αλλά και σε συνδυασμό με τις οδηγίες που έδωσαν οι εφεσείοντες 2 και 3 με τα Τεκμήρια 12 και 20, σχετικά με τη διαχείριση των εμπρόθεσμων καταθέσεών τους, εύλογα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτοί ευθύνονται ως εγγυητές.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Χριστάκης Πίττας ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ κ.ά. (πιο πάνω), αποφασίστηκε ότι: «
  16. Το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων δεν έλεγε την αλήθεια σε σχέση με την υπογραφή των εγγυητηρίων ήταν εύλογα επιτρεπτό με βάση το ενώπιον του υλικό. Αφ΄ ης στιγμής ο εφεσείων δέχεται την υπογραφή του τότε δεσμεύεται από το έγγραφο, εκτός αν επιτύγχανε σε μια από τις υπερασπίσεις που ισχύουν σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως τη γνωστή αρχή του non est factum ή ότι η υπογραφή του λήφθηκε με απάτη, κάτι που εδώ δεν ισχύει.
  17. ................................
  18. Μετά από εξέταση τόσο του τεκμηρίου 17, στο οποίο προνοείτο ότι η εγγύηση θα ήτο μια συνεχής εγγύηση και δεν θα τερματίζετο παρά μόνο με τη γραπτή ειδοποίηση με ασφαλισμένη επιστολή του εφεσείοντος και ότι θα ισχύει για το τελικό υπόλοιπο που δυνατό να καταστεί πληρωτέο προς την τράπεζα από τον πρωτοφειλέτη, όσο και του τεκμ. 34, που είναι η σύμβαση εγγύησης ημερ. 18.4.94 (υπογραμμένη από τον εφεσείοντα), και της οποίας οι όροι είναι πανομοιότυποι με αυτούς του τεκμ.17, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να ακυρώνει ρητά ή έστω έμμεσα, τη συμφωνία τεκμ.
  19. Έπεται ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων εδεσμεύετο και από τα δύο εγγυητήρια είναι ορθή.» Τέλος, στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αναστασίας Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου (πιο πάνω), αποφασίστηκαν τα εξής: «Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η εγγύηση που δόθηκε από την εφεσείουσα στις 2.2.1998 μπορεί να χαρακτηριστεί ως συνεχής εγγύηση, έτσι ώστε να καλύψει και την παραχωρηθείσα διευκόλυνση που έγινε προς τον Γ. Γεωργίου στις 17.3.
  20. Το θέμα αυτό έτυχε ανάλυσης στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.α. Α.Α.Δ.
(2004)1(Α) σελ. 180 στην οποία μας παρέπεμψαν αμφότεροι οι συνήγοροι και με την οποία συμφωνούμε. Αναφέρεται συγκεκριμένα στη σελίδα 189: "Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου (βλ. Pollock and Mulla Indian contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, 1972, σελ. 619). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νουν όταν δόθηκε η εγγύηση (Heffield v. Meadows
(1869)L.R. 4 C.P. 595, 599)." Η λεκτική διατύπωση των όρων της συμφωνίας εγγυήσεως ημερ. 2.2.1998, όπως ορθά, κατά την άποψη μας, ερμηνεύεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ως προς την πρόθεση των μερών. Να εξασφαλιστούν οι εφεσίβλητοι για τις υπάρχουσες και μελλοντικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν ή θα παραχωρήσουν στο μέλλον στον Γ. Γεωργίου. Ταυτοχρόνως η εφεσείουσα, όπως καταγράφεται με σαφήνεια στο συγκεκριμένο έγγραφο, αποδέχτηκε να παράσχει εγγύηση, και στη συνέχεια επεξέτεινε την εγγύηση αυτή, με υποθήκη προς όφελος των εφεσιβλήτων, για να καλύψει τις τραπεζικές διευκολύνσεις προς τον Γ. Γεωργίου. Οι περιβάλλουσες συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας εγγυήσεως και κατ΄ επέκταση και της υποθήκης όπως περιγράφονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, βασιζόμενο στην αποδεχτή μαρτυρία που πρόσφεραν οι εφεσίβλητοι, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όντως η πρόθεση της εφεσείουσας ήταν να παράσχει συνεχή εγγύηση και υποθήκη για υφιστάμενες και μελλοντικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν ή θα παραχωρούσαν οι εφεσίβλητοι προς όφελος του Γ. Γεωργίου.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι παραδεκτό ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν το έγγραφο εγγύησης (Τεκμήριο 4) και κατά συνέπεια με την υπογραφή τους δεσμεύονται από το εν λόγω έγγραφο, σημειώνοντας ότι οι Εναγόμενοι δεν προέβαλαν, όπως ανέφερα και πιο πάνω, ως υπεράσπιση τη γνωστή αρχή του non est factum. Η λεκτική διατύπωση των όρων της συμφωνίας εγγύησης (Τεκμήριο 4), είναι τόσο ξεκάθαρη και σαφής που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ως προς την πρόθεση των μερών, έχοντας συγχρόνως κατά νου και τη συγκατάθεση των Εναγομένων 2 και 3 προς τους Ενάγοντες, μέσω της Μ.Ε.2, για να προχωρήσουν με την ομαλοποίηση των λογαριασμών του Εναγόμενου
  1. Συγκεκριμένα, αναφέρομαι στους εξής όρους του Τεκμηρίου 4: «
  2. Επειδή η Τράπεζα σας (που στο κείμενο του παρόντος εγγράφου θα αναφέρεται σαν "η Τράπεζα") συμφώνησε να παρέχει και/ή συνεχίσει να παρέχει προς τον: Μιχαήλ Μιχαηλίδη (που στο κείμενο του παρόντος εγγράφου θα αναφέρεται σαν "ο Πρωτοφειλέτης"), από Ριζοκαρπάσου 68, 3082 Λεμεσός δάνεια σε Τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή δυνάμει γραμματίων ή ομολόγων ή δανείων τακτής προθεσμίας .....................................
  3. Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων.
  4. Συμφωνώ ότι η παρούσα εγγύησή μου είναι μια συνεχής εγγύηση προς την Τράπεζα ............................
  5. Και η παρούσα εγγύηση θα ισχύει για το τελικό υπόλοιπο που δυνατό να καταστεί πληρωτέο προς την Τράπεζα από τον Πρωτοφειλέτη ......... ....................................
  6. Συμφωνώ ότι σε σχέση με την ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης η Τράπεζα θα έχει για εξασφάλιση ή εγγύηση οποιωνδήποτε χρημάτων και υποχρεώσεων που οφείλονται σήμερα ή δυνατό να οφείλονται στο μέλλον από τον Πρωτοφειλέτη στην Τράπεζα ..................... .....................................
  7. Η παρούσα εγγύηση θα είναι μια επιπρόσθετη εγγύηση και εξασφάλιση και δεν θα επηρεάζει ή θα επηρεάζεται από υφιστάμενες ή μελλοντικές εγγυήσεις ή εξασφαλίσεις που έχει ή θα έχει η Τράπεζα από τον Πρωτοφειλέτη ή από μένα ή απ΄ οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. .................................. ..................................
  8. Επιπρόσθετα και χωρίς επηρεασμό της ισχύος οποιασδήποτε από τις πιο πάνω πρόνοιες, συμφωνώ ότι θα έχω πλήρη ευθύνη προς την Τράπεζα για το ποσό των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα ωσάν να ήμουν ο Πρωτοφειλέτης ............................» Επισημαίνεται ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από τα γεγονότα της υπόθεσης Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. & Sons Importing Ltd (πιο πάνω), στα εξής σημεία: (α) Στην εν λόγω υπόθεση, ο τρεχούμενος λογαριασμός είχε εξοφληθεί με μέρος του ποσού του δανείου, ενώ στην παρούσα περίπτωση, όπως ρητά προκύπτει από το Τεκμήριο 6, δεν εξοφλήθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός αλλά εξοφλήθηκε η υπέρβαση του τρεχούμενου λογαριασμού. Ο τρεχούμενος λογαριασμός (Τεκμήριο 8) αποτελεί συνέχεια του τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 3), πρόκειται για τον ίδιο τρεχούμενο λογαριασμό, και η διευθέτηση που έγινε με το Τεκμήριο 6, δεν αποτελεί εξόφληση αλλά ρύθμιση που έγινε στα πλαίσια ομαλοποίησης των λογαριασμών του Εναγόμενου
  9. (β) Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυητές, είχαν ενημερωθεί από την Μ.Ε.2 για τη ρύθμιση που θα εγίνετο στους λογαριασμούς του Εναγόμενου 1 και έδωσαν τη συγκατάθεση τους, εν αντιθέσει με την πιο πάνω υπόθεση στην οποία οι όροι της δανειοδότησης είχαν μεταβληθεί χωρίς τη συγκατάθεση του εγγυητή. (γ) Ο Μ.Ε.1 ανέφερε με σαφήνεια στη μαρτυρία του ότι η εγγύηση του Εναγόμενου 2 αποτελούσε την εξασφάλιση για χορήγηση του τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 3) στον Εναγόμενο 1, όμως συγχρόνως τόνισε ότι το Τεκμήριο 4 αποτελούσε συνεχή και απεριόριστη εγγύηση. Όπως ανέφερε στη μαρτυρία του, το ρητό αντάλλαγμα της συμφωνίας εγγύησης (Τεκμήριο 4) ήταν όλες οι υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1, δηλαδή τόσο η συμφωνία (Τεκμήριο 3) όσο και οποιαδήποτε άλλη συμφωνία ή χρέος είχε ή θα επρόκειτο να δημιουργήσει ο Εναγόμενος 1 προς τους Ενάγοντες. Στην πιο πάνω υπόθεση, μάρτυρας των εφεσειόντων είχε δηλώσει ότι το αντάλλαγμα της συμφωνίας εγγύησης ήταν ο τρεχούμενος λογαριασμός και επομένως δεν τίθετο θέμα ερμηνείας της σύμβασης εγγύησης. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η πρόθεση των Εναγομένων 2 και 3, όπως εκφράζεται μέσα από το σαφές και πλήρως κατανοητό σε απλή γλώσσα λεκτικό του Τεκμηρίου 4 που υπέγραψαν, ήταν η υπογραφή μιας συνεχούς και απεριόριστης εγγύησης, η οποία κάλυπτε υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1, παρούσες και μελλοντικές, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την εκ των υστέρων συγκατάθεση τους στην ομαλοποίηση των λογαριασμών του Εναγόμενου 1 με τον τρόπο που αναφέρθηκε πιο πάνω. Κατ΄ επέκταση, καταλήγω ότι η εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 (Τεκμήριο 4) είναι συνεχής και επομένως αυτοί ευθύνονται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τον Εναγόμενο 1 για τα χρεωστικά υπόλοιπα του τρεχούμενου λογαριασμού και του δανείου σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 και τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 27 και 30). Διαφωνώ με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου 2 ότι οι πρόνοιες των Τεκμηρίων 7 και 8 για πληρωμή τόκου υπερημερίας συνιστούν ποινική ρήτρα σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 74 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  10. Το Δικαστήριο ασχολήθηκε εκτενώς πιο πάνω με την επιβολή του επιτοκίου 15,25% ετησίως, από τον τερματισμό (Τεκμήρια 19 και 20) και αναφέρθηκε στο σχετικό Νόμο 160
(1)/99 ως και στους σχετικούς όρους των Τεκμηρίων 7 και 8 που παρείχαν το δικαίωμα στους Ενάγοντες να προβαίνουν σε αύξηση του τόκου υπερημερίας η οποία ήταν συμβατικά επιτρεπτή. Ως εκ τούτου, η εισήγηση δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Σ΄ ότι αφορά την προδικαστική ένσταση του Εναγόμενου 2 που ήγειρε με την Υπεράσπισή του για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου διότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου, σημειώνεται ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του δεν προώθησε τη θέση του αυτή κατά την ακροαματική διαδικασία, ούτε την ανέλυσε ή εξειδίκευσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς κρίνεται ότι την εγκατέλειψε και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ο Εναγόμενος 4 δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως παραμένει αναντίλεκτη η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι ο Εναγόμενος 4 μαζί με τον Εναγόμενο 1 παραχώρησαν προς όφελος των Εναγόντων πρώτη Υποθήκη (Υ.6468/03) για το ποσό των ΛΚ11.000 σε χωράφι με αρ. εγγραφής 13403 στην Κοκκινοτριμιθιά (Τεκμήρια 9 και 10). Για όλα τα πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 προσωπικά και αλληλέγγυα για: Α. €43.115,68 (ΛΚ25.234,49) ως υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού, πλέον τόκους προς 15,25% από 1.7.2005 μέχρι εξόφλησης, και Β. €28.768,66 (ΛΚ16.837,55) ως υπόλοιπο δανείου, πλέον τόκους προς 15,25% από 1.7.2005 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Εκδίδεται περαιτέρω Διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1 και 4 εκποίησης της Υποθήκης με αρ. Υ.6468/03 ημερομηνίας 26.6.2003 και πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος με αρ. εγγραφής 0/13403 ημερομηνίας 5.11.1982 και 23.5.1977 Φ/Σχ.21/58, τεμάχιο 35, στην Κοκκινοτριμιθιά, Επαρχίας Λευκωσίας. Το προϊόν πώλησης θα χρησιμοποιηθεί για εξόφληση του ποσού των €18.795 (ΛΚ11.000) με σύνθετο τόκο προς 8,5% από την ημέρα εγγραφής της υποθήκης. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Συμφωνίες εγγύησης τρεχούμενου λογαριασμού και λογαριασμού δανείου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.