Obsah (4)
§ 6§ 18§ 31§ 21Palatino Developments Ltd. κ.α. ν. Lordos Properties Ltd. κ.α., Αγωγή Αρ. 4314/05, 19 Απριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης
κα Τ. Πιριλίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Oι αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων 2 - 4, όπως αποκρυσταλλώθηκαν μετά την τροποποίηση του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, και όπως περιορίστηκαν στις 22.10.2010 με δήλωση του ευπαιδεύτου συνηγόρου τους, εδράζονται σε παράβαση «συμφωνίας», η οποία και επέφερε τις ζημιές που αξιώνονται και εμπεριέχονται στις παραγράφους Γ, ΣΤ, και Θ του Παρακλητικού. Εναντίον της εναγομένης 1 εταιρείας, οι αξιώσεις των εναγόντων, πηγάζουν από τις παράνομες ενέργειες της τελευταίας, η οποία παρακίνησε και/ή προέτρεψε τους εναγομένους 2 - 4, να παραβούν τις συμφωνίες τους με τους ενάγοντες, στη βάση του αστικού αδικήματος της πρόκλησης παράβασης σύμβασης, παράβαση η οποία είχε ως αποτέλεσμα ζημιές και/ή απώλειες όπως αξιώνεται
§ Ι του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαιτήσεως. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων μερών ότι οι ενάγοντες 1 συμφώνησαν να αγοράσουν από τον Ηρακλή Ηρακλέους και την Γεωργία (Γιούλα) Ηρακλέους, εναγόμενη 4, εξ αδιαιρέτου κατά το ½ μερίδιο εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επιδίκου ακινήτου, το συγκρότημα οργανωμένων τουριστικών διαμερισμάτων "Ermitage Beach Hotel Apartments", έναντι του ποσού των Λ.Κ.4.290.000,00 μαζί με όλο τον εξοπλισμό, επίπλωση και γενικά όλο το περιεχόμενο του. Συμφωνία που ενσωματώθηκε στο Αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 31.1.2004, Τεκμ.2,
§ Δ του προοιμίου του Τεκμ.2, οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να παραχωρήσουν στους πωλητές δυο διαμερίσματα μετά την ανακαίνιση τους, όπως περιγράφεται στην πιο πάνω παράγραφο, καθώς και στις § 1.1 - 1.
- Ουσιαστικά το αντάλλαγμα που συμφωνήθηκε αντιπροσώπευε τα 6480/6720 μερίδια του ακινήτου. Τα υπόλοιπα αδιανέμητα μερίδια, αντιπροσώπευαν τα δυο διαμερίσματα που έτσι θα παρέμεναν στην ιδιοκτησία των πωλητών. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος, όπως άλλωστε προκύπτει με σαφήνεια από τη συμφωνία, Τεκμ.2, ότι η μη εξασφάλιση των αναγκαίων αδειών μέχρι την 31.10.2004 θα επέφερε το αποτέλεσμα της § 4 κάτω από τον τίτλο Αίτηση για τις αναγκαίες άδειες και συμφωνία υπό αίρεση. Η εν λόγω ημερομηνία είχε καθοριστεί ως καταληκτική για την εξόφληση του τιμήματος πώλησης οπότε θα συντελείτο και η παράδοση κατοχής όλων των υπολοίπων εγκαταστάσεων, εξοπλισμού και περιεχομένου του "Ermitage": «4.
- Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο η εξασφάλιση των Αναγκαίων Αδειών δεν γίνει κατορθωτή μέχρι την 31.10.2004 ή οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία, που θα καθοριστεί από κοινού ή μονομερώς από τους Πωλητές σύμφωνα
παράγραφο 1.7 πιο πάνω, τότε η παρούσα Συμφωνία θα παύσει να έχει οποιαδήποτε ισχύ και θα θεωρείται ότι ήταν άκυρη εξ υπαρχής με αποτέλεσμα: (α) οι Αγοραστές θα δικαιούνται να εξαργυρώσουν την Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή. (β) Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα θεωρούνται ότι είναι αποδεσμευμένα από τις συμβατικές και/ή άλλες υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την παρούσα Συμφωνία ή άλλως πως, και (γ)............................. (δ)...............................» Είναι επίσης παραδεκτό πως τη συμφωνία Τεκμ.2 που στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η πρώτη συμφωνία, ακολούθησε η υπογραφή, όπως περιγράφεται «αγοραπωλητηρίου εγγράφου», ημερομηνίας 29.10.2004, μεταξύ των ιδίων
πρώτη συμφωνία συμβαλλομένων μερών, Τεκμ.11, με σκοπό την παράταση της ισχύος της πρώτης συμφωνίας από 31.10.2004 «μέχρι την 31.3.2005»: «§1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αμοιβαία συμφωνούν και αποδέχονται όπως παρατείνουν την ισχύ της Πρώτης Συμφωνίας από 31.10.2004 μέχρι την 31.3.2005 και επίσης συμφωνούν όπως ο χρόνος εντός του οποίου θα πρέπει να εξασφαλιστούν οι Αναγκαίες Άδειες και προτού οι Αγοραστές είναι υπόχρεοι να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης αντικατασταθεί
ημερομηνία 31.3.2005.»
§ 6
της συμφωνίας, Τεκμ.11, προνοείται: «Νοείται και συμφωνείται ότι εκτός όπου
παρούσα συμφωνία τροποποιείται η Πρώτη Συμφωνία, όλοι οι υπόλοιποι όροι της Πρώτης Συμφωνίας παραμένουν ως έχουν
ίδια ισχύ και θα εφαρμόζονται κατ' αναλογία στην παρούσα συμφωνία.» Στις 6.3.2005 απεβίωσε ο ένας εκ των πωλητών Ηρακλής Ηρακλέους. Τα πράγματα παραμένουν ως είχαν μέχρι την 31.3.2005, οπότε οι ενάγοντες αποστέλλουν προς τους δικηγόρους των πωλητών επιστολή, Τεκμ.13(α) και (β)
οποία, ανάμεσα σ' άλλα, ουσιαστικά και κρίσιμα, όπως προβάλλουν στη συνέχεια, καλούν τις εναγόμενες 2 - 4 να παραστούν την ίδια ημέρα, 31.3.2005 στο Επαρχιακό Κτηματολoγικό Γραφείο Λεμεσού «για να συντελεστεί η μεταβίβαση» (του ακινήτου), ανεξάρτητα από το ότι οι άδειες που αναφέρονται στην § Δ της Συμφωνίας ακόμη δεν έχουν εξασφαλιστεί. «Για τον πιο πάνω λόγο οι πελάτες μας, απέστειλαν δυο επιταγές για τα ποσά των Λ.Κ.1.995.000 ώστε να παραδοθούν κατά την μεταβίβαση στους αντίστοιχους δυο πωλητές (Λ.Κ.4.290.000 - Λ.Κ.3000.000 = Λ.Κ.3.990.000).» Θεωρούσαν οι ενάγοντες πως είχαν «κάθε δικαίωμα να επιμένουν στην υλοποίηση της Συμφωνίας στις 31.3.2005 και αυτό το πράττουν αναλαμβάνοντας τους κινδύνους από μια ενδεχόμενη αποτυχία εξασφάλισης των πιο πάνω αδειών». Τα πράγματα όμως δεν σταματούν εδώ. Προβάλλει ως δικογραφημένη θέση των εναγόντων §§ 21 - 28, της Έκθεσης Απαιτήσεως, πως οι εναγόμενες 2 και 4, ρητά και/ή με τις πράξεις τους, μεταξύ 31.3.2005 και Μαίου του 2005, διαβεβαίωναν και/ή υπόσχοντο στους ενάγοντες ότι η Συμφωνία θα εκπληρωνόταν με τους ίδιους όρους, ανεξάρτητα από τη μη έγκαιρη εξασφάλιση των αναγκαίων αδειών. § 22 Έκθεση Απαίτησης για ν' ακολουθήσει ως θέση §
- «§
- Με βάσει τα πιο πάνω και/ή τις προφορικές παραστάσεις των Εναγομένων 2 και/ή 3 και/ή 4 προς τους Ενάγοντες, συμφωνήθηκε ρητά και/ή εξυπακουόμενα μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 2 - 4 όπως η Συμφωνία ανανεωθεί και/ή επαναφερθεί και/ή όπως ο χρόνος ισχύς και/ή εκπλήρωσής της παραταθεί μέχρι τη λήψη απόφασης από τι Πολεοδομικές Αρχές για την έγκριση ή απόρριψη της αίτησης για εξασφάλιση των Αναγκαίων Αδειών.» Οι ενάγοντες προώθησαν τις αξιώσεις τους και προς υποστήριξη τους κάλεσαν δέκα μάρτυρες: Μ.Ε.1 Μέλπω Παρμάτσια, Μ.Ε.2 Μάριος Αποστόλου, Μ.Ε.3 Δαμιανός Τσαγγάρης, Μ.Ε.4 Νεόφυτος Νικολάου, Μ.Ε.5 Νίκος Κυριακίδης, Μ.Ε.6 Αλέξανδρος Μούντουκος, Μ.Ε.7 Σμαράγδα Τσιατίνη, Μ.Ε.8 Βάσος Σιαρλής, Μ.Ε.9 Ελένη Κέκκου, Μ.Ε.10 Άντρη Ανδρέου. Η εναγόμενη εταιρεία 1 τον Κωνσταντίνο Λόρδο. Οι εναγόμενοι 2 - 4 επέλεξαν να μην προσφέρουν οποιαδήποτε μαρτυρία και περιορίστηκαν
αντεξέταση να αμφισβητήσουν και κλονίσουν τις θέσεις των εναγόντων. Είναι αναγκαίο, πριν εξετάσω τις εισηγήσεις και θέσεις των μερών, να ασχοληθώ
αξιολόγηση της μαρτυρίας και ειδικότερα, τη μαρτυρία του βασικού μάρτυρα των εναγόντων, Μάριου Αποστόλου ενάγοντα 2, Μ.Ε.2, για τα γεγονότα που ακολούθησαν τις δυο συμφωνίες και που κατά την εισήγηση του συνηγόρου του, παρέμεινε αναντίλεκτη. Το ζήτημα θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά προτεραιότητα εφόσον οι ενέργειες του Μ.Ε.2 ως διευθυντή των εναγόντων 1, η όλη στάση και συμπεριφορά του κατά τον κρίσιμο χρόνο: 30.3.2005 και μετέπειτα, όσο και οι αποδιδόμενες στους εναγομένους συμπεριφορές και ενέργειες, είναι άμεσα σχετικές με τα επίδικα θέματα και τις θέσεις που πρόβαλε η πλευρά των εναγόντων γύρω από το ζήτημα της πλήρωσης ή μη της αίρεσης ή της ανανέωσης της συμφωνίας όπως τέθηκε στη διάζευξη του. Η μαρτυρία του Μάριου Αποστόλου, διαπλέκεται και στηρίζεται
εμπράγματη μαρτυρία και συγκεκριμένα, την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των δικηγόρων που εκπροσωπούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο τα διάδικα μέρη και ιδιαιτέρως, Τεκμ.13(α) και (β), 14 - 20 και 22, 25, 26, 27 και 29. Ο Μ.Ε.2 προώθησε επίμονα με τη μαρτυρία του τη θέση πως «η συμφωνία» ανανεώθηκε, όχι σε συγκεκριμένη ημερομηνία, αλλά όπως το έθεσε όταν του ζητήθηκε κατά την αντεξέταση να προσδιορίσει το χρόνο ανανέωσης της: «Δεν ήταν μια ημερομηνία, ήταν μια σειρά από γεγονότα ξεκινώντας προ της συνάντησης 30.3.2005 και συνέχισε για τουλάχιστο ένα μήνα και κάτι». Ήταν η θέση του πως ουσιαστικά από τη συμπεριφορά της εναγομένης 4, του δόθηκε η ξεκάθαρη βεβαιότητα πως υπήρξε ανανέωση της συμφωνίας, τόσο με τηλεφωνικές επικοινωνίες
τελευταία, όσο και
εναγόμενη 2, αλλά και από μια σειρά άλλων ενεργειών: οι ενάγοντες 1 είχαν την κατοχή του ακινήτου, μπαινόβγαιναν στο κτίριο χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε όχληση ή ένσταση εκ μέρους των εναγομένων. Αλλά και από τις προφορικές διαβεβαιώσεις τους ότι όλα έβαιναν καλώς, ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα
συμφωνία, ούτε και υπήρχε λόγος ανησυχίας από το γεγονός ότι δεν υπογράφηκε νέα συμφωνία. Ουσιαστικά η συμπεριφορά των εναγομένων ξεγέλασε το μάρτυρα, ο οποίος αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά λίγο πριν το τέλος Μαΐου ή αρχές Μαΐου όπως ανέφερε αλλού, στις 5.5.2005, όταν αλλάχτηκαν οι κλειδαριές. Γνώριζε είπε, πώς λόγω του ότι απεβίωσε ο Ηρακλής Ηρακλέους και δεν είχε μέχρι τότε διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του, κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό. Θέση που διατυπώνεται και στο Τεκ.13(α) και (β)
εισαγωγή της αναγνώρισης της δυσκολίας υλοποίησης της Συμφωνίας και για το λόγο ότι δεν υπάρχει διαχειριστής της περιουσίας του Ηρακλέους και γιατί συνέτρεχαν και άλλα εμπόδια συναφή με το θάνατο του πιο πάνω προσώπου, όπως με λεπτομέρεια οι ίδιοι τα περιγράφουν
επιστολή τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων, σε μια προσπάθεια του να εξηγήσει και να σχολιάσει το περιεχόμενο των κρίσιμων επιστολών ημερομηνίας 31.3.2005, Τεκμ.13(α) και 13(β) και «τις διάφορες προτάσεις που έγιναν, μεταξύ των οποίων και οι προτάσεις των εναγόντων σε ένδειξη καλής θελήσεως», τις οποίες φαίνεται πως δεν μπορεί να ξεπεράσει η πλευρά των εναγόντων, εισηγείται, πως εκείνο που έπραξαν οι εναγόμενοι ήταν να αποδεχθούν τα όσα είχαν εισηγηθεί οι ενάγοντες στην συνάντηση 30.3.2005: Να παραταθεί η ημερομηνία πληρωμής του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης για περίοδο 2 - 3 μηνών, και αν η συμφωνία δεν υλοποιείτο, θα επιστρεφόταν στους ενάγοντες, από το σύνολο των £300.000, που είχαν ήδη καταβάλει, μόνο το ποσό των £250.000,00. Εισηγείται λοιπόν
αγόρευση του πως υπήρχε συμφωνία και σύμπτωση απόψεων (consensus ad idem) μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων. Αυτό ήταν αρκετό κατά τη γνώμη του, για να αποτελέσει συμφωνία και/ή τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας, έστω και αν οι δικηγόροι των εναγόντων, κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα, ήταν
εντύπωση ότι για να επέλθει οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 2 - 3, θα έπρεπε να προηγηθεί ο διορισμός διαχειριστή.
ίδια διπολικότητα κινήθηκε και η μαρτυρία του ενάγοντα. Μαρτυρία από την οποία σε καμία περίπτωση δεν εξάγεται στέρεα και αμετάβλητη θέση: κινήθηκε και διά ζώσης μέσα στις ίδιες διαζευκτικές παραμέτρους της § 23 της Έκθεσης Απαιτήσεως: Ο Μ.Ε.2 με μια γενικότροπη απάντηση «Καθ' όλη τη διάρκεια ένοιωθα ότι συνεχιζόταν η συμφωνία» έληξε το ζήτημα. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο στις 30.3.2004 είχαν καταλήξει πράγματι σε συμφωνία ή σε προκαταρκτική συμφωνία έδωσε την απάντηση: «Ήμουν βέβαιος». Το Τεκμ.17 επιστολή ημερομηνίας 11.5.2005, και μια προσεκτική ανάγνωση του, σημειώνω ότι προέρχεται από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε και εκπροσωπεί τους ενάγοντες, φανερώνει διάσταση
πιο πάνω βεβαιότητα. «. θέλω να εκφράσω την έκπληξη μου όσο και των πελατών μου για το περιεχόμενο της με δεδομένο ότι οι πελάτες μου πάντοτε ήταν έτοιμοι να αναβιώσουν και/ή να επαναφέρουν και/ή παρατείνουν τις πιο πάνω συμφωνίες με απώτερο σκοπό να τις υλοποιήσουν στη βάση των όσων είχαν προκαταρκτικά συμφωνηθεί στις 30.3.2005 και αργότερα διατυπώθηκαν στην επιστολή σου ημερομηνίας 20.4.2005.» Επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων, ημερομηνίας 20.4.2005, Τεκμ.15,
οποία οι εναγόμενοι, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους, διατύπωναν ανάμεσα σε άλλα πρόταση επαναφοράς της ισχύος των συμφωνιών 31.1.2004 και 29.10.2004 για περίοδο τριών μηνών από τη λήξη τους, διατυπώνοντας παράλληλα νέους όρους, όπως με λεπτομέρεια φαίνεται στην επιστολή. Ακολουθεί νέα επιστολή του δικηγόρου των εναγομένων ημερομηνίας 12.5.2005, Τεκμ.18, όπου αναφέρεται και πάλι η λήξη των συμφωνιών και ότι η πρόταση που διαβιβάστηκε στις 20.4.2005 με το Τεκμ.15 «αφέθηκε να παρέλθει ανεκμετάλλευτη και αποσύρθηκε προτού την αποδεχθεί ο πελάτης σου», οι ενάγοντες δηλαδή. Σημειώνω πως όχι μόνο οι θέσεις που εξέφρασε ο μάρτυρας, αντικρούονται από τις τοποθετήσεις που περιέχονται στις επιστολές των δικηγόρων του και οι οποίες τον δεσμεύουν, αλλά και τα γεγονότα που μεσολαβούν κονταροχτυπιούνται με τα όσα προσπάθησε να θεμελιώσει για να στηρίξει την υπόθεση των εναγόντων: Οι ενάγοντες 1 εξαργυρώνουν στις 22.4.2005 την εγγυητική επιστολή, Τεκμ.
- Στις 23.5.2005 αξιώνουν επιστροφή της προκαταβολής. Και το επιστέγασμα όλων, αναδρομή στην όλη αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων μερών, πουθενά δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός ή αξίωση για αποζημιώσεις για παράβαση της αρχικής συμφωνίας, Τεκμ.2 και Τεκμ.11, ή άλλης συμφωνίας. Διατυπώνονται μόνο «προτάσεις και αντιπροτάσεις» εκατέρωθεν, μέσα στα πλαίσια διερεύνησης δυνατότητας «νέας συμφωνίας». Μέσα από την αντιφατικότητα της μαρτυρίας του εναγομένου και την παραδοχή που εμπεριέχεται στην επιστολή των δικηγόρων του, Τεκμ.13(α) και (β), § 3: «Οι πελάτες σας δεν ήταν διατεθειμένοι, παρά την επιμονή των πελατών μας, να τοποθετηθούν επί της πιο πάνω πρότασης των πελατών μας και η συνάντηση αργά χθες το απόγευμα έληξε χωρίς αποτέλεσμα.», προβάλλει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ουδέποτε η αρχική συμφωνία ανανεώθηκε πριν την λήξη της, δηλαδή το αργότερο την 31.3.
- Είναι φανερό πως οι ενάγοντες 1 είχαν πλήρη επίγνωση των όρων της συμφωνίας, και των συνεπειών τους: είχαν αποδεχθεί, εφόσον δεν είχαν εξασφαλιστεί οι απαιτούμενες άδειες, ότι αυτή είχε εκπνεύσει. Οι ενάγοντες 1 κινήθηκαν προσπαθώντας να περισώσουν το ζήτημα ώστε να καταλήξουν σε νέα συμφωνία ή ανανέωση της συμφωνίας, όπως έπραξαν και προηγουμένως με το Τεκμ. 11, πράγμα που, τα γεγονότα που έχω περιγράψει φανερώνουν πως δεν έγινε κατορθωτό. Οι ενάγοντες παρουσιάζουν τις εναγόμενες από τη μια να απορρίπτουν το απόγευμα της 30.3.2005 την πρόταση των εναγόντων 1 για να αυξηθεί το αντάλλαγμα και την επομένη, μετά από τηλεφωνική συνομιλία με τον εναγόμενο 2, να παραιτούνται της προϋπόθεσης που έθεσαν για αυξημένο αντάλλαγμα και να φέρονται να συμφωνούν στο αρχικώς συμφωνηθέν. Παρόλο που η ζωή έχει αποδείξει πως τίποτε δεν είναι απίθανο, εντούτοις η όλη αλληλογραφία και οι πιο πάνω παρατηρήσεις μου, συνηγορούν στο ότι κάτι τέτοιο ήταν και αφύσικο και εξερχόμενο της πάγιας θέσης που ακολούθησαν οι εναγόμενες σε αντίθεση
αντιφατική και επαμφοτερίζουσα στάση του Μ.Ε.2. Είναι αναγκαίο να στραφώ για λίγο στις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων για να αντικριστεί πιο καθαρά το ζήτημα.
§ 18της Έκθεσης Απαιτήσεως οι ενάγοντες προβάλλουν: «18.
Στις 31.3.2005 και ενώ οι Αναγκαίες Άδειες για λόγους που δεν αφορούσαν τους Ενάγοντες 1 και 2 δεν είχαν ακόμα εξασφαλιστεί, οι Ενάγοντες, αφού είχαν πολύωρη συνάντηση με τους Εναγόμενους 2 - 4 το απόγευμα της 30.3.2005, με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 31.3.2005 προς τους δικηγόρους των Πωλητών και/ή των κληρονόμων και/ή διαδόχων του Αποβιώσαντος ο οποίος είχε στο μεταξύ αποβιώσει κάλεσαν τόσο τους διαδόχους και/ή κληρονόμους του Αποβιώσαντος, συμπεριλαμβανομένων των Εναγομένων 2 και 3, όσο και την Εναγόμενη 4 όπως παραστούν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για να συντελεστεί η μεταβίβαση.» Αυτό που εισάγει με τη μαρτυρία του ο Μ.Ε.1 και που στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο για τίποτε άλλο παρά από μια προσπάθεια των εναγόντων 1 να αναβιώσουν ή να επαναφέρουν σε ισχύ τη συμφωνία ή έστω να την παρατείνουν, πράγμα που κατά την ακροαματική διαδικασία, και σε αναφορά στην αλληλογραφία, αποκαλύφθηκε σε όλο του το εύρος δεν δικογραφείται. Αποσιωπάται η συνάντηση που προηγήθηκε στις 30.3.2005 στο γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων. Όπως και δεν δικογραφούνται θέσεις που πρόβαλλε ο Αποστόλου στην κυρίως εξέταση του περί προηγουμένων διαβεβαιώσεων υλοποίησης της Συμφωνίας. Πολλώ μάλλον ούτε και περί ανανέωσης της ρητής ή εξυπακουομένης, στη συνάντηση της 30.3.2005 στην παρουσία των δικηγόρων τους. Αντιθέτως η δικογραφία παρουσιάζει τους ενάγοντες να θεωρούν ως δεσμευτική και ισχυρή την αρχική συμφωνία και να καλούν τους εναγόμενους να παραστούν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για να συντελεστεί η μεταβίβαση. Για να συνεχίσουν με τις §§ 21 - 23, να προβάλουν πως είναι οι δικηγόροι των εναγομένων έθεσαν πρόταση με σκοπό «την επαναφορά της συμφωνίας», θέση που επίσης έρχεται σε αντίφαση με τα Τεκμ.13(α) και (β). Εκεί φαίνεται ξεκάθαρα πως οι ίδιοι οι ενάγοντες 1 προχώρησαν με προτάσεις ή αντιπροτάσεις με σκοπό να περισωθεί η αρχική συμφωνία, έστω με παράταση της. Ο μάρτυρας σε πολλές περιπτώσεις προσπάθησε να αποφύγει να τοποθετηθεί και όχι μόνο. Προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από τις ενέργειες των δικηγόρων του και έφτασε μάλιστα μέχρι του σημείου να δηλώσει πως οι επιστολές που ανταλλάσσονταν μεταξύ των δικηγόρων «ήταν άλλο θέμα». Σε σημείο που όταν ρωτήθηκε πώς τοποθετήθηκε ο δικηγόρος τους, στην επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων ημερομηνίας 20.4.2005, Τεκμ.15, απάντησε πως ο δικηγόρος τους είχε τοποθετηθεί γραπτώς «και εγώ ήμουν σίγουρα ήρεμος ότι όλα ήταν ΟΚ». Όταν ρωτήθηκε αν αποδέχθηκε ή απέρριψε την πρόταση, ο δικηγόρος τους πάντοτε, απάντησε ότι δεν μπορεί να ξέρει εφόσον δεν ήταν παρών. Για να ολοκληρώσει προσθέτοντας, πως δεν γνωρίζει αν την δέχθηκε ο κ. Αραούζος και πιο χαρακτηριστικά: «Δεν γνωρίζω πως εργάζεται ο αγαπητός κ. Αραούζος». Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι o δικηγόρος τους δεν τοποθετήθηκε στην εν λόγω πρόταση, απάντησε με το σιβυλλικό «ουδεμία σχέση». Είναι η κατάληξη μου πως ο μάρτυρας χρησιμοποίησε κάθε τρόπο για να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι θέσεις του άλλαζαν, τροποποιούνταν και επενδύονταν άλλο μανδύα κατά βούληση, χωρίς να υπάρχει σαφής τοποθέτηση που να προσδίδει θετικότητα στο ποια ήταν η πρόθεση των εναγόντων και πως οι ίδιοι αντίκριζαν τη συμφωνία. Ο Μ.Ε.2 αντιφατικά κινήθηκε και ως προς τις αναφορές του σε σχέση με τη συμπεριφορά των εναγομένων 2 και 4. Επικαλέστηκε την ύπαρξη μιας «ουσιαστικότατης σύγχυσης» λέγοντας πως από την πλευρά των εναγομένων 2 και 4 «φαίνονταν όλα καλά», ενώ από τις επιστολές των δικηγόρων φαίνονταν ότι δεν πάει καλά, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση χαώδη. Η λέξη «σύγχυση» χρησιμοποιείτο ως καραμέλα από το μάρτυρα, ο οποίος με τον τρόπο αυτό κάλυπτε, όπως πίστευε, τις όποιες υποβολές της άλλης πλευράς.
§ 31
της δήλωσης του δηλώνει ότι «Γενικά η ζωή μας ολόκληρο το μήνα Απρίλιο και τις πρώτες μέρες του 2005 κυλά χωρίς κανένα πρόβλημα», για να ισχυριστεί ότι πληροφορήθηκε για την παράβαση της συμφωνίας λίγο πριν το τέλος Μαΐου του 2005, όταν το ακίνητο μεταβιβάστηκε στην εναγομένη 1 εταιρεία, από τρίτο πρόσωπο, οπότε και έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να αποστείλουν την επιστολή 23.5.2005, Τεκμ.20. Το Τεκμ.20 όμως είναι άκρως αποκαλυπτικό: «Τώρα που έχουν διοριστεί διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος. οι πελάτες μας προτείνουν για τελευταία φορά στους διαχειριστές και στην Γεωργία Ηρακλέους την τροποποίηση των Συμφωνιών σε μια προσπάθεια εξεύρεσης εξώδικης συμβιβαστικής λύσης, με δεδομένο ότι οι πελάτες σας παρά την επιστολή μας ημερομηνίας 31.3.2005 αρνήθηκαν να προχωρήσουν
μεταβίβαση του ακινήτου και την εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Η τροποποίηση των Συμφωνιών, αν επιθυμούν οι πελάτες σας, θα γίνει στη βάση της επιστολής σας ημερομηνίας 20.4.2005». Παράλληλα καλούν τους εναγόμενους 2 - 4, να εξοφλήσουν μέχρι τις 23.5.2005 το ποσό των £100.000,00. Βεβαίως όλα αυτά καλύπτονται κάτω από την λεζάντα «άνευ βλάβης» για να διατηρήσουν τεχνηέντως τις αξιώσεις τους για αποζημιώσεις, λόγω παράβασης της Αρχικής Συμφωνίας και στη βάση της επιστολής 31.3.2005, Τεκμ.13(α) και 13(β). και επί το λαϊκότερο να «κρατούν και τα δυο σχοινιά». Το δίκαιο των Συμβάσεων καθορίζει το πλαίσιο των δικαιωμάτων των αντισυμβαλλομένων μερών. Σίγουρα δεν είναι δυνατό κάποιος να επιδοκιμάζει τη Σύμβαση και να τη θεωρεί ισχυρή, Τεκμ.2 και Τεκμ.11, και να ζητά την υλοποίηση της και από την άλλη να διαπραγματεύεται νέους όρους, τη παράταση ή αναβίωση της, αναλόγως της περίστασης. Πολύ δε περισσότερο δεν είναι νοητό να ζητά και να εισπράττει την εγγύηση και να απαιτεί επιστροφή της προκαταβολής, την οποία επίσης εισπράττει, και από την άλλη να κινείται όπως κινείται επικαλούμενος δεσμευτικές, όποιες, συμφωνίες επικαλείται. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd Edn. Vol.15, σελ.171 αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Approbation and reprobation. On the principle that a person may not approbate and reprobate, a species of estoppel has arisen which seems to be intermediate between estoppel by record and estoppel in pais. The principle that a person may not approbate and reprobate expresses two propositions, first, that the person in question, having a choice between two courses of conduct, is to be treated as having made an election from which he cannot resile, and, second, that he will not be regarded in general at any rate, as having so elected unless he has taken a benefit under or arising out of the course of conduct which he has first pursued and with which his subsequent conduct is inconsistent. Thus a plaintiff, having two inconsistent claims, who elects to abandon one and pursue the other, may not, in general, afterwards choose to return to the former claim and sue on it; but this rule of election does not apply where the two claims are not inconsistent and the circumstances do not show an intention to abandon one of them. The common law principle which puts a man to his election between alternative inconsistent courses of conduct has no connexion with the equitable doctrine of election and relates mainly, though not exclusively, to alternative remedies in a court of justice." Θεμελιακή απόφαση επί του θέματος είναι η υπόθεση Lissenden v. C.A.V. Bosch Ltd
(1940)A.C. 412 H.L. at p.417, 418;
(1940)1 All E.R. 599 και Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 649. Αντικρίζοντας τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τις παρατηρήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των εναγομένων ότι αυτή έβριθε από αντιφάσεις, ανακρίβειες, γενικολογίες και αόριστες τοποθετήσεις μέχρι που έφτανε τα όρια της σύγκρουσης με θέσεις που εκφράστηκαν από το δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε, όπως αποκρυσταλλώθηκαν μέσα από τις επιστολές που έχω σημειώσει πιο πάνω και που αποδίνουν με ευκρίνεια την κατάσταση που επικρατούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Βεβαίως δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι όταν τα διάδικα μέρη προχωρούν σε βάθος χρόνου σε διαπραγματεύσεις είτε μέσω των δικηγόρων τους, είτε μεταξύ τους είναι δυνατό να υπάρχει δυσκολία να προσδιοριστεί ο ακριβής χρόνος: πότε έγινε η προσφορά και πότε η αποδοχή της. Στην διαδικασία το καθένα από τα μέρη είναι δυνατό να προβάλλει νέες απαιτήσεις ή αξιώσεις σε σημείο που πολλές φορές να υπάρχει διαφωνία κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία ή το ακριβές περιεχόμενο της. Το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να εξετάσει το σύνολο της αλληλογραφίας που έχει ανταλλαχθεί για να αποφασίσει, ερμηνεύοντας όπου απαιτείται τις θέσεις των μερών εάν υπήρξε ολοκληρωμένη συμφωνία, αλλά και ως προς το ποιοι είναι οι όροι της. O.T.M. Ltd v. Hydranautics
(1981)2 Lloyd´s Rep. 211,
- Είναι ενδεχομένως φυσικό ακόμη και επιχειρηματίες ή εμπορευόμενοι, όπως και κάθε άλλο πρόσωπο να δυσκολεύεται να προσδιορίσει ακριβώς πότε έγινε κατορθωτή η σύναψη μιας συμφωνίας, όπως μπορεί μερικές φορές να συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις ακόμη και μετά που φαίνεται ότι τα μέρη κατέληξαν να συμφωνήσουν πάνω στους ίδιους όρους. Τότε σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το σύνολο των ενεργειών και των διαπραγματεύσεων για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει ανεπιφύλακτη αποδοχή της όποιας προσφοράς ή τέλος, εάν στην πραγματικότητα έχει συναφθεί δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των μερών. Σχετικά με το ζήτημα Chitty on Contracts, 28η Έκδοση, Τόμος 1, κάτω από τον τίτλο The acceptance, § 2-024 - 2-026, σελ. 100 -
- British Guiana Credit Corporation v. Da Silva
(1965)1 W.L.R.
- Έχω εξετάσει με κάθε προσοχή και λεπτομέρεια τη συμπεριφορά του Μ.Ε.
- Είναι σαφές πως υπήρξε προσπάθεια να εισαχθεί αποδοχή νέας συμφωνίας ή παράταση της υφιστάμενης ως εκ της συμπεριφοράς των εναγομένων 2 και
- Προσπάθεια που όπως έχω πει απέτυχε. Σε μια τέτοια περίπτωση ακόμα και να αποδεχόμουν τις θέσεις του μάρτυρα στην αδυναμία προσδιορισμού των όρων που επιτεύχθηκαν για «νέα συμφωνία», οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία. Capital Finance Co. Ltd v. Bray
(1964)1 W.L.R. 323. Οι αόριστες αναφορές του μάρτυρα για τη συνάντηση 30.3.2005 σε ερώτηση αν υπήρξαν οποιεσδήποτε προτάσεις από τη δική τους πλευρά: «έγιναν διάφορες διαπραγματεύσεις εκεί» ή υπήρξαν προτάσεις από πλευράς των εναγομένων 2 και 4 για να δοθεί η απάντηση «υπήρχε μεγάλη σύγχυση. ... διάφοροι άνθρωποι έλεγαν διάφορα πράγματα» και τέλος οι αναφορές σε τηλεφωνικές επικοινωνίες στις 30.3.2005 και διαβεβαιώσεις των εναγομένων 2 και 4 ότι «δεν υπήρχε πρόβλημα» και ότι απλά δεν μπορεί να υπογραφεί «καινούρια» συμφωνία γραπτώς, λόγω θανάτου του μακαρίτη επικυρώνουν την πιο πάνω κατάληξη. Ενίσχυση του καταληκτικού και μόνου λογικού συμπεράσματος: ότι οι ενάγοντες 1 θεωρούσαν ότι η Αρχική Συμφωνία στις 31.3.2005 έπαυσε να είναι ισχυρή και δεσμευτική για τα διάδικα μέρη, όρος 4.4, ως άκυρη εξ υπαρχής, είναι και το ότι κινούνται και εξαργυρώνουν την τραπεζική εγγύηση των Λ.Κ.200.000 που εξασφάλιζε την ισόποσο προκαταβολή τους, όπως το δέχονται
§ 21της Έκθεσης Απαίτησης.
Δικαιολογούν δε τις ενέργειες τους και πάλι στηριζόμενοι στην απουσία διορισμού διαχειριστή. Έτσι «για την καλύτερη διασφάλιση των συμφερόντων τους απαίτησαν την εξαργύρωση της πιο πάνω εγγυητικής». Αξίζει να παραθέσω αυτούσια την §21 της Έκθεσης Απαιτήσεως για να φανεί σε όλο της το εύρος η επαμφοτερίζουσα θέση των εναγόντων 1, και η κατ' επιλογή, αναλόγως της περίπτωσης, ισχυρής αρχικής Συμφωνίας ή επαναφορά ή σύναψη νέας Συμφωνίας. «§ 21. Περαιτέρω, στις 20.4.05 οι δικηγόροι των Εναγομένων 2 - 4 και/ή των κληρονόμων του αποβιώσαντος έθεσαν πρόταση για διευθέτηση της εκκρεμότητας με σκοπό «επαναφοράς» της Συμφωνίας με όρους που την διαφοροποιούσαν, αλλά ενόψει του ότι η 30.4.2005 ήταν η τελευταία ημερομηνία για την υποβολή απαίτησης στην τράπεζα της Εναγόμενης 4 και του αποβιώσαντος σε σχέση
τραπεζική εγγυητική επιστολή των Λ.Κ.200.000 που εξασφάλιζε την προκαταβολή των Λ.Κ.2000.000 και δεν είχε στο μεταξύ διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος οι Ενάγοντες για την καλύτερη διασφάλιση των συμφερόντων τους απαίτησαν την εξαργύρωση της πιο πάνω εγγυητικής.» Την εξαργύρωση της εγγυητικής επιστολής στις 22.4.2005 της αξίωσης επιστροφής της προκαταβολής στις 23.5.2005, στην απουσία ισχυρισμού παράβασης της αρχικής συμφωνίας και έμμεσης, πλην σαφούς αναφοράς σε προτάσεις και αντιπροτάσεις, στο πλαίσιο προσπάθειας κατάληξης σε «νέα συμφωνία», ακολουθούν άλλες ενέργειες, οι οποίες ενδυναμώνουν το συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες θεωρούσαν ότι δεν υπήρχε πλέον εν ζωή οποιαδήποτε δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των μερών. Ταυτοχρόνως όμως προδιαγράφουν και την τύχη της αξίωσης εναντίον των εναγομένων 1: Όταν οι τότε δικηγόροι των εναγομένων 1 καλούν τους ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους να εκκενώσουν το κτίριο και να μετακινήσουν τον εξοπλισμό, επιπλώσεις κ.λ.π. από το ξενοδοχείο, Τεκμ.25, οι ενάγοντες 1 δηλώνουν και πάλι μέσω του δικηγορικού γραφείου που τους εκπροσωπεί, έτοιμοι να συμμορφωθούν καθορίζοντας για το σκοπό αυτό συγκεκριμένη ημερομηνία. Δεν προβάλλουν τις εδώ ή οποιεσδήποτε άλλες αξιώσεις. Δεν επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους για αποζημιώσεις, είτε εναντίον των εναγομένων 1 ή των λοιπών εναγομένων. Δεν εγείρουν ζήτημα παράβασης, των όποιων συμφωνιών, νέας ή αρχικής όπως ανανεώθηκε ή παρατάθηκε κατά τους ισχυρισμούς τους. Στη δε επιστολή των εναγομένων ημερομηνίας 8.6.2006, Τεκμ.27, απαντούν στις 29.7.2005, Τεκμ.
- Εκεί και πάλι απουσιάζουν οποιεσδήποτε αναφορές ή αξιώσεις για αποζημιώσεις εναντίον των νέων αγοραστών, εναγομένων
- Προβάλλει μόνο μια νέα και μοναδική αξίωση: για τα αρχιτεκτονικά σχεδία που υποβλήθηκαν μέσα στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης των σχετικών αδειών. Χρήση που κατά τις ενάγουσες παραβιάζει τα πνευματικά δικαιώματα των εναγόντων 1 επί των σχεδίων. Καλούνται λοιπόν οι εναγόμενοι 1 να πληροφορήσουν τους ενάγοντες 1 κατά πόσο: «(α) οι πελάτες σας Lordos Properties Ltd θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν με οποιοδήποτε τρόπο τα αρχιτεκτονικά σχέδια αυτά τις αιτήσεις που τη συνοδεύουν και/ή θα προωθήσουν την ανακαίνιση του ξενοδοχείου στη βάση αυτών και (β) κατά πόσο οποιοιδήποτε από τους πελάτες σας είναι έτοιμοι να καταβάλουν την αξία των σχεδίων στους πελάτες μας.» Η απάντηση του ενάγοντα 2 κατά την αντεξέταση του σε συνάρτηση με τις επιστολές Τεκμ.25, 26 και 29, όπου επιμόνως ρωτήθηκε αν υπήρξαν οποιεσδήποτε αξιώσεις εναντίον του εναγομένου 1 στη βάση της παρότρυνσης, είναι αποκαλυπτική: «επειδή δεν την εγράψαμε δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε». Το γεγονός πως και πάλι η επιστολή καλύπτεται από την κατακλείδα «η παρούσα αποστέλλεται με κάθε επιφύλαξη των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων των πελατών μας» δεν μπορεί να ανατρέψει ή συμπληρώσει την εικόνα και την παγιωμένη πλέον συμπεριφορά των εναγόντων 1, οι οποίοι απεδέχθησαν πλήρως τα τετελεσμένα και περιορίστηκαν να εγείρουν αξιώσεις περί πνευματικών δικαιωμάτων, όπως και τις συμπεριέλαβαν στα δικόγραφα τους, αλλά στη συνέχεια τις εγκατέλειψαν με δήλωση του δικηγόρου τους. Ο Μ.Ε.2 επικαλέστηκε ανάμεσα σε άλλα για ενίσχυση την θέσεων των εναγόντων, την κατοχή του ακινήτου: μπαινόβγαιναν ανενόχλητοι στο κτίριο, προχωρούσαν σε εργασίες χωρίς να τους ενοχλήσει οποιοσδήποτε μέχρι και την ημερομηνία που αλλάχθηκαν οι κλειδαριές, προσπαθώντας να στηρίξει τις θέσεις του περί συνέχισης ή ανανέωσης της συμφωνίας αλλά και να συνδέσει το γεγονός με τις αποδιδόμενες στην εναγόμενη 1 παράνομες ενέργειες. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η κατοχή του ακινήτου στους ενάγοντες 1 έγινε για περιορισμένους και μόνο σκοπούς. § 2 του Τεκμ.2 με τον τίτλο «Μερική και ολική παράδοση της κατοχής». Από την υπογραφή της συμφωνίας οι πωλητές ανάλαβαν και δεσμεύτηκαν να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή στους αγοραστές, ενός διαμερίσματος στον τέταρτο όροφο και ενός ανελκυστήρα, με σκοπό την μετατροπή και/ή διακόσμηση τους, για να χρησιμοποιείται από τους αγοραστές για σκοπούς επίδειξης στους ενδεχόμενους πελάτες τους. §2.1 του Τεκμ.
- Η παράδοση κατοχής των υπολοίπων εγκαταστάσεων θα συντελείτο στην καταληκτική ημερομηνία
εξόφληση του τιμήματος πώλησης § 2.4 του Τεκμ.2 και § 5 του Τεκμ.
- Ως εκ τούτου, οι όποιες προσπάθειες του Μ.Ε.2 να θεωρήσει ότι είχε την κατοχή ολόκληρου του κτιρίου, γεγονός που αποδείκνυε κατά τον ίδιο πρόθεση συνέχισης, ανανέωσης ή άλλως πως της συμφωνίας, δεν μπορεί να επιτύχει. Η παράδοση μέρους της κατοχής για τους περιορισμένους σκοπούς και μέσα στο πλαίσιο των πιο πάνω συμφωνιών δεν υποστηρίζει τις θέσεις του. Επιχειρηματολογώντας ο ευπαίδευτος συνήγορος τους εισηγείται πως «είτε η συμφωνία δεν έπαυσε να ισχύει στις 31.3.2005 και οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα με βάση τον όρο 4.4 της συμφωνίας να ζητήσουν στις 31.3.2005 την εφαρμογή της, ανεξαρτήτως του αν δεν είχαν εξασφαλιστεί οι άδειες μέχρι τότε, είτε ακόμη και αν η συμφωνία τερματίστηκε στις 31.3.2005 αλλά στη συνέχεια επαναφέρθηκε και/ή παρατάθηκε η ισχύς της μέχρι 30.6.2005, οι ενάγοντες δικαιούνται εναντίον των εναγομένων 2 - 4 αποζημιώσεις για Λ.Κ.1.756.856 ή Λ.Κ.917.
- Είναι νομολογημένο πως διαζευκτικές τοποθετήσεις χωρούν μόνο στα δικόγραφα. Κατά την προώθηση των θέσεων με τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν χωρεί διαζευκτική τοποθέτηση. Σε καμία περίπτωση η μαρτυρία του ενάγοντα παρέχει το αναγκαίο υπόβαθρο πάνω στο οποίο να μπορεί να στηριχθεί το Δικαστήριο για να εξάγει με βεβαιότητα τα συμπεράσματα του. Η ερμηνεία ενός εγγράφου είναι ζήτημα νομικό. Δεν ανήκει στους διαδίκους ή τους μάρτυρες ο προσδιορισμός της έννοιας ή της φύσης της. Αλεξάνδρου ν. Κωμοδρόμου
(1997)1 Α.Α.Δ. 576. Τα έγγραφα, αυτά καθαυτά, αποκαλύπτουν την πρόθεση των συμβαλλομένων όπως αυτή εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο. Θεολόγος Λαζούρας ν. Κωνσταντίας Σκυλλουριώτου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 168. Σκοπός της ερμηνείας είναι να αντικρύσει το πλέγμα των συμφωνηθέντων και εδώ το πλέγμα όλων των μεταξύ των διαδίκων μερών συμφωνιών, όπως τις έχω παραθέσει πιο πάνω, και όχι αποσπασματικά και χωρίς να ληφθούν υπόψη οι άλλες συμφωνίες που προηγήθηκαν της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας. Λευκαρίτη κ.α. ν. Long Beach Hotels Ltd
(2000)1 A.A.Δ. 194. Στο τέλος της ημέρας οι ερμηνευτικοί κανόνες χρησιμοποιούνται μόνο όταν το νόημα ενός όρου είναι ασαφές. Pell Frishcmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 33. Για να εξαιρεθεί το νόημα των όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά. Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Εμπόροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 168. Η πρόθεση πρέπει να απορρέει από το έγγραφο και το Δικαστήριο έχει καθήκον να βεβαιώσει τι εννοούσαν τα μέρη με τη διατύπωση που επέλεξαν και να εφαρμόσει την πρόθεση των μερών, όπως αυτή είχε εκφραστεί. Δεν επιτρέπεται να εικάσει, το Δικαστήριο, ποια ήταν η πρόθεση των μερών και να αντικαταστήσει τη ρητή με τεκμαιρόμενη πρόθεση Michel Saab κ.α. ν. Τhe Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R 499 και Ανδρέας Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών αλλά και εύρημα του Δικαστηρίου πως οι Συμφωνίες, Τεκμ.2 και 11 τελούσαν υπό την αίρεση της εξασφάλισης των αναγκαίων αδειών στην καταληκτική ημερομηνία 31.3.2005 ή οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία που θα καθοριζόταν από κοινού § 2 του Τεκμ.
- Η πρώτη Συμφωνία, όπως τροποποιήθηκε θα είχε όλα τ' αποτελέσματα που αναφέρονται στον όρο 4.
- της Συμφωνίας, Τεκμ.2, μέσα στον ορισμό των άρθρων 31 - 35
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149. Cyprus Import Corporation Ltd v. Aristos Kaisis
(1977)1 C.L.R. 16, D. Nicolaou & Sons (Landowners) Ltd ν. Χ"Αντώνη κ.α.
(1997)1(A) 273, Ντίνος Κλεάνθους κ.α. ν. Union Generale de Bienfaisance Armenienne,
(2002)1(Γ) A.A.Δ. 1659, Άριστος Κανναουρίδης ν. Οικοδομικής Εταιρείας Τακτικών Κυβερνητικών Εργατών Κύπρου «Η Μέριμνα» Λτδ
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1390. Εφόσον λοιπόν οι άδειες δεν εξασφαλίστηκαν εντός της εν λόγω προθεσμίας, ή δεν καθορίστηκε από κοινού οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία, η σύμβαση ήταν άκυρη και επέφερε τα αποτελέσματα που περιγράφηκαν πιο πάνω. Κλεάνθους κ.α. v. Union General De Bienfaisance Armenien
(2002)1 A.A.Δ. 1659. Ο κ. Αραούζος σε μια προσπάθεια του να ερμηνεύσει τον όρο 4.4 της αρχικής συμφωνίας και κατά πόσο η μη εξασφάλιση μέχρι τις 31.3.2005 των απαιτούμενων αδειών κατέστησε τη συμφωνία άκυρη εξ υπαρχής και χωρίς νομική ισχύ, επικαλέστηκε την Αγγλική υπόθεση Heron Garage Properties Ltd v. Moss and another
(1974)1 All E.R.
- Εκεί εξετάστηκε από το Δικαστήριο η έκταση ενός όρου που καθιστούσε ισχυρή τη συμφωνία, μόνο σε περίπτωση που οι ενάγοντες θα εξασφάλιζαν τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής για την μετατροπή ενός ακινήτου από σταθμό βενζίνης σε γκαράζ, όπως ήταν η αρχική του χρήση, σε σταθμό βενζίνης και σταθμό εξυπηρέτησης - πλυντηρίου αυτοκινήτων. Το Δικαστήριο μέσα στην ίδια παράμετρο εξέτασε και απάντησε και στο ερώτημα που τέθηκε: κατά πόσο οι ενάγοντες-αγοραστές δικαιούνταν να παραιτηθούν μονομερώς από τον πιο πάνω όρο και να απαιτήσουν από τους εναγόμενους πωλητές να μεταβιβάσουν επ' ονόματι τους το ακίνητο, παρά το γεγονός ότι δεν είχε εξασφαλιστεί η συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής, εντός της συμφωνημένης προθεσμίας. Το Δικαστήριο κατέληξε πως, ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν έχει δικαίωμα να παραιτηθεί μονομερώς από την εφαρμογή κάποιου όρου που καθιστούσε τη συμφωνία υπό αίρεση, εκτός στην περίπτωση όπου ο όρος τέθηκε για το δικό του αποκλειστικό συμφέρον ή ήταν τέτοια η φύση του, που οδηγούσε στο αναπόφευκτο εξυπακουόμενο συμπέρασμα (inevitable implication) ότι τέθηκε προς όφελος του ιδίου και μόνο. Aν, στη βάση της συμφωνίας ο όρος δεν είχε τεθεί προς αποκλειστικό όφελος του προσώπου που επεδίωκε την εφαρμογή του, τότε δεν μπορούσε να διαγραφεί μονομερώς. Έκρινε το Δικαστήριο ότι ο όρος ήταν ουσιώδης για την εφαρμογή της συμφωνίας στο σύνολο της: δεν μπορούσε να διαχωριστεί ούτε και να θεωρηθεί ότι είχε τεθεί μόνο προς όφελος των εναγόντων - αγοραστών: η ανάπτυξη μέρους του ακινήτου, σε συνδυασμό με παροχή άλλων υπηρεσιών, μπορούσε να προσελκύσει πελάτες στο ακίνητο, μέρος του οποίου θα παρέμεινε στην ιδιοκτησία των εναγομένων πωλητών οι οποίοι το προόριζαν να χρησιμοποιηθεί για άλλους σκοπούς. Θεώρησε το Δικαστήριο ότι η μετατροπή του ακινήτου μετά την έγκριση της αρμοδίας αρχής θα ήταν επωφελής και για τους ίδιους τους εναγόμενους - πωλητές. Εισηγείται λοιπόν ο κ. Αραούζος στη βάση της πιο πάνω απόφασης ότι στην υπό εκδίκαση υπόθεση ήταν θέμα χρόνου να εξασφαλιστούν οι άδειες και δεν υπήρχε κανένας λόγος που να εμπόδιζε την έκδοση τους. Από τη στιγμή λοιπόν που το Δικαστήριο δεχθεί ότι οι ενάγοντες μπορούσαν να επιλέξουν να παραιτηθούν από την, αυστηρή όπως την χαρακτήρισε, εφαρμογή του όρου 4.4 της συμφωνίας, χωρίς να χρειάζεται η σύμφωνη γνώμη των εναγομένων 2 - 4, προκύπτει ότι όταν στις 31.3.2005 οι ενάγοντες όφειλαν(;) να καταβάλουν το τίμημα πώλησης και επέδειξαν με τα Τεκμ.13(α) και (β) την ετοιμότητα και την θέληση να το πράξουν, οι εναγόμενες 2 - 4 ήσαν υπόχρεες να ανταποκριθούν, σε ότι ο ίδιος χαρακτηρίζει, ως συμβατικές υποχρεώσεις των εναγομένων 2 -
- Εν κατακλείδι εισηγείται πως από την υπογραφή της συμφωνίας μέχρι και τις 20.4.2005, ήταν αδιάφορο για τις εναγόμενες 2 - 4 αν θα εξασφαλίζονταν οι σχετικές άδειες. Εκείνο που ήθελαν οι εναγόμενες ήταν να λάβουν το τίμημα πώλησης αλλά και να γνωρίζουν τι θα επέστρεφαν στους ενάγοντες, σε περίπτωση που δεν θα υλοποιείτο η συμφωνία. Αυτά τα δυο στοιχεία κυριαρχούσαν ξεκάθαρα κατά την γνώμη του κ. Αραούζου τόσο κατά το χρόνο σύναψης της αρχικής συμφωνίας, όσο και όταν απέστειλαν στις 20.4.2005, την επιστολή, Τεκμ.15, αποδεχόμενοι την πρόταση των εναγόντων. Έχω παρατηρήσει ήδη ότι το Τεκμ.15, επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων σε καμία περίπτωση δεν συνιστά, όπως ο κ. Αραούζος θέλει να θεωρήσει αποδοχή της πρότασης των εναγόντων. Δεν απαιτείται οποιοσδήποτε άλλος σχολιασμός. Συνεχίζω πάνω στη συλλογιστική του κ. Αραούζου για να καταλήξω πως, ο όρος εξασφάλισης των σχετικών αδειών δεν είχε τεθεί μόνο προς όφελος των εναγόντων
- Το γεγονός ότι παρέμεινε στην ιδιοκτησία των εναγομένων αδιανέμητα ποσοστά, όπως καθορίστηκαν πιο πάνω, που αντιπροσώπευαν τα διαμερίσματα τα οποία μετά την ανακατασκευή τους θα αποδίδονταν στους εναγόμενους, όταν και εφόσον εξασφαλιστούν οι αναγκαίες άδειες και οι αγοραστές επιφέρουν με έξοδα τους στο «Ermitage» τις αναγκαίες τροποποιήσεις και διακοσμήσεις ώστε να το μετατρέψουν από συγκρότημα διαμερισμάτων σε πολυτελή διαμερίσματα, όρος 1.1.2, Τεκμ.2 και 2Α σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το «Ermitage» λειτουργούσε νόμιμα ως συγκρότημα οργανωμένων τουριστικών διαμερισμάτων Γ του προοιμίου, Τεκμ.2, 2Α, φανερώνει ότι ο επίμαχος όρος 4.4 και όρος 2 του Τεκμ.11, είχε τεθεί προς αμοιβαίο όφελος των συμβαλλομένων και δεν μπορούσε να διαχωριστεί. Αναδρομή στην Συμφωνία, Τεκμ.2, §§ 1.2 - 1.4 φανερώνει ότι η εξασφάλιση ή μη των αναγκαίων αδειών αποφάσιζε και την τύχη των διαμερισμάτων που θα αποδίδονταν στους πωλητές: σε περίπτωση μη εξασφάλισης των αδειών, τα διαμερίσματα, εφόσον δεν άλλαζε η χρήση τους, το ακίνητο λειτουργούσε ως συγκρότημα οργανωμένων τουριστικών διαμερισμάτων, θα συνέχιζαν να χαρακτηρίζονται ως τέτοια. Στοιχείο άμεσα συνδεδεμένο
συμφωνηθείσα αντιπαροχή και τις δυσμενείς συνέπειες στα συμφέροντα των εναγομένων 2 - 4 από τη μη εξασφάλιση της άδειας. Σε περίπτωση που είμαι λανθασμένη
πιο πάνω επίλυση του ζητήματος προχωρώ να εξετάσω πώς λειτούργησε η αποστολή της επιστολής Τεκμ.13(α) και 13(β). Σχετική με το ζήτημα είναι η § 3 και 3.1 με τον τίτλο Μεταβίβαση του Τεκμ.2. «3.1 Η μεταβίβαση και εγγραφή του Ακινήτου στο όνομα των Αγοραστών, ελεύθερου από κάθε επιβάρυνση θα γίνει ταυτόχρονα
εξόφληση του ολοκλήρου του Τιμήματος Πώλησης, όταν επίσης και η ιδιοκτησία επί όλου του εξοπλισμού, επίπλωσης και περιεχομένου του Ermitage επίσης θα θεωρείται ότι θα έχει μεταβιβαστεί στους Αγοραστές.» Όταν οι ενάγοντες 1 καλούν τους εναγόμενους
επιστολή τους, ημερομηνίας 31.3.2005, Τεκμ.13(α) και 13(β) να προχωρήσουν με μεταβίβαση του ακινήτου αυθημερόν,
ταυτόχρονη πληρωμή του τιμήματος πώλησης, να υλοποιήσουν δηλαδή κατά τους ενάγοντες τα συμφωνηθέντα, ουσιαστικώς δεν τάσσουν καν προθεσμία. Αποφασίζουν και διατάσσουν σαν να μπορούσαν να συντελεστούν όλα ως διά μαγείας μέσα σε χρονικό διάστημα λίγων ωρών από τη λήψη της επιστολής με φαξ ή άλλως πως, μέχρι την εμφάνιση των εναγομένων στο Κτηματολόγιο. Το κατά πόσον ο χρόνος που τίθεται είναι ή όχι εύλογος υπό τας περιστάσεις είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτώμενο από το σύνολο των περιστατικών. Bower v. Ηροδότου
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, 335, Δημήτρη κ.α. v. Beven κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 663 Iris Development Limited v. Λαζαρίδη
(2000)1 A.Α.Δ. 1504 και Latifundia Prop. Ltd v. Ψακή κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670. «Ο χρόνος εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων δεν αποτελεί, αφ' εαυτού, ουσιώδη όρο της σύμβασης, εκτός εάν αυτή είναι η πρόθεση των μερών, όπως διαγράφεται από τους όρους της - (βλ. Άρθρο 55 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149). Σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαφωτίζει πότε συμβατικός όρος, ως προς το χρόνο εκπλήρωσης υποχρεώσεων, μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης και πότε μπορεί να καταστεί ουσιώδης, όπου δεν προβλέπεται από τη σύμβαση, μετά την παροχή λογικής προειδοποίησης προς συμμόρφωση - (βλ., μεταξύ άλλων Charalambous v. Vakana
(1982)1 CL.R. 310, Paraskeva & others v. Lantas
(1988)1 C.L.R. 285, Rodoulli v. Papasavvas
(1988)1 C.L.R. 540). Kώστας Καλησπέρας ν. Δάφνου Δρυάδη κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.
- Η επιστολή Τεκμ.13(α) και 13(β) σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καθοριστική ευλόγου χρόνου, έτσι ώστε ο χρόνος μεταβίβασης να καθίστατο ουσιώδης και να δίνει στο αναίτιο μέρος το δικαίωμα να αναζητήσει θεραπεία. Κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να δεχτεί ότι η κλήση των εναγομένων να υλοποιήσουν την συμφωνία αυθημερόν μπορεί να θεωρηθεί ως εύλογος χρόνος. Για να φανεί το παράλογο του πράγματος παραπέμπω στην § 6 του Τεκμ.13(α) και 13(β) όπου οι ίδιοι ενάγοντες 1, αναγνωρίζουν ότι οι εναγόμενες «δεν είναι σε θέση να υλοποιήσουν τη συμφωνία σήμερα 31.3.2005» παραθέτοντας ως λόγους την απουσία διαχειριστή της περιουσίας του Ηρακλή Ηρακλέους, την μη εξόφληση τελών και φόρων αλλά και την μη εξόφληση υποθηκών. Εύλογα εγείρεται όμως το ερώτημα γιατί απέστειλαν την επιστολή αυτή οι ενάγοντες 1 και σε τι αποσκοπούσαν; Μια πρώτη απάντηση είναι πως στην προσπάθεια τους να περισώσουν ό,τι μπορούσαν αντέδρασαν σπασμωδικά κρίνοντας ότι μια τέτοια επιστολή θα τους έδινε ενδεχομένως στήριγμα για μελλοντικές αξιώσεις. Παράλληλα θα τους επέτρεπε να συνεχίσουν τις προσπάθειες τους για επίτευξη νέας συμφωνίας, όπως η μαρτυρία φανερώνει ότι έπραξαν. Στη βάση της κατάληξης και των ευρημάτων μου, περιττεύει η ενασχόληση με το πότε παραλείφθηκε η επιστολή, Τεκμ.13(α) και 13(β) με φαξ, ταχυδρομικώς ή άλλως πως. Περιττεύει επίσης εκ των πραγμάτων να επεκταθώ σε ότι οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων μερών με παρέπεμψαν όσον αφορά την πρακτική δυσκολία από την μη ύπαρξη διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος και τις σχετικές πρόνοιες του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ.189 αναφορικά με τις πράξεις των εκτελεστών και διαχειριστών, εφόσον σε τέτοια περίπτωση το ζήτημα θα κατέληγε σε καθαρά ακαδημαϊκή άσκηση. Κρατώντας τις πιο πάνω παρατηρήσεις μου και τα ευρήματα μου έρχομαι να εξετάσω τις αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων 1 στη βάση των ισχυριζομένων παραβιάσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου συνιστά αστικό αδίκημα η εν γνώσει τρίτου προσώπου και χωρίς επαρκή δικαιολογία πρόκληση παράβασης δεσμευτικής συμφωνίας με τρίτο πρόσωπο. Σχετικά με το ζήτημα Clerk & Lindsell on Torts, 18th Edition, σελ.1266 -
- Σχετικές με το ζήτημα και οι υποθέσεις των Αγγλικών Δικαστηρίων Stoczia Gdanska SA v. Latvia Shipping Co and Others (No.3)
(2002)1 All E.R. (Comm.) 768, British Industrial Plastics Ltd v. Ferguson
(1938)4 All E.R. 504, 514, J.T. Stratford & Son Ltd v. Lindley
(1964)3 All E.R. 102, 112, D.C. Thomson & Co Ltd v. Deakin and Others
(1952)2 All E.R. 361, Pritchard v. Briggs and Others
(1980)1 All E.R.
- Γύρω από αυτό το ζήτημα υπάρχει η μαρτυρία του Κωνσταντίνου Λόρδου, Μ.Υ.1 για λογαριασμό των εναγομένων
- Μάρτυρας απόλυτα θετικός με εμπεριστατωμένο λόγο, σαφήνεια και καθαρότητα γύρω από τα ζητήματα και τα γεγονότα για τα οποία ο ίδιος είχε προσωπική γνώση. Προκύπτει από τη μαρτυρία του, την οποία δέχομαι ως απόλυτα ειλικρινή και διαφωτιστική, πως με τις αναφορές τις οποίες είχε πάρει από το λογιστή του και στη βάση των επιστολών που ανταλλάχτηκαν μεταξύ των διαδίκων αλλά και της συμβουλής των δικηγόρων του, των στοιχείων περί επιστροφής της προκαταβολής από τις εναγόμενες 2 - 4 προς τους ενάγοντες 1 και την είσπραξη της εγγυητικής από τους τελευταίους, ήταν ικανοποιημένος ότι το ακίνητο ήταν πλέον ελεύθερο και ότι μπορούσε να προχωρήσει σε συμφωνία με τις εναγόμενες 2 -
- Ο εναγόμενος με τα στοιχεία που είχε στη διάθεση του πήρε τις απαραίτητες εκείνες ενέργειες για να ελέγξει αν με τις πράξεις του θα προκαλούσε οποιαδήποτε διατάραξη υφιστάμενης και δεσμευτικής συμφωνίας. British Industrial Plastics Ltd (πιο πάνω). Ενέργειες ή προσπάθειες παραβίασης ενός συμβολαίου δεν παρέχουν αφ' εαυτών αγώγιμο δικαίωμα. Θα πρέπει να υπάρχει η απαιτούμενη γνώση της ύπαρξης του συμβολαίου και πρόθεση να επέμβει άμεσα στην εκτέλεση του. Merkur Island Shipping Corp. v. Laughton
(1983)2 A.C. 570, 608, Middlebrook Mushrooms Ltd v. T.G.W.U.
(1993)I.C.R. 612, 621. Το κριτήριο ύπαρξης πρόθεσης είναι αντικειμενικό. Greig v. Ιnsole
(1978)1 W.L.R. 302, 337-
- Το κατά πόσο υπήρχε γνώση και πρόθεση ενός προσώπου για πρόκληση παράβασης συμφωνίας είναι καθαρά θέμα γεγονότων. Τα γεγονότα όπως τα έχω αποδεχθεί κάθε άλλο οδηγούν προς την κατεύθυνση που επιθυμούν οι ενάγοντες. Στην περίπτωση μας απουσιάζει η πρόθεση αλλά και το κυριότερο απουσιάζει η ύπαρξη δεσμευτικής συμφωνίας, η οποία παραβιάστηκε. Ήδη στις 25.5.2005 όταν ο Μ.Υ.1 είχε την πρώτη πληροφορία από τον λογιστή των εναγομένων 2 - 4, ο οποίος του ανέφερε ότι το ακίνητο ήταν ελεύθερο και διαθέσιμο για πώληση και στη συνέχεια στις 28.5.2005, οπότε και έγινε η συνάντηση των εναγομένων 1 με τους εναγόμενους 2 - 4, οπότε ο Μ.Υ.1 πληροφορήθηκε για το ποιος είχε αγοράσει το ακίνητο, δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία σε ισχύ. Δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε πειθώ ή ενέργεια των εναγομένων 1 προς αυτή την κατεύθυνση ώστε οι εναγόμενες 2 - 4 να παραβούν τη συμφωνία με τους ενάγοντες
- Οι προσπάθειες των εναγόντων 1 μέσα από την αντεξέταση του μάρτυρα δεν απέφεραν καρπούς. Σε καμία περίπτωση δεν μπαίνουν στην εικόνα οι εναγόμενοι 1 κατά τον ουσιαστικό χρόνο, 31.3.2005 ή μετέπειτα. Δεν υφίστατο πλέον Συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Υπήρχαν και συνέχιζαν επαφές μεταξύ δικηγόρων προτάσεις και αντιπροτάσεις με σκοπό την επίτευξη νέας συμφωνίας με νέους όρους. Το αστικό αδίκημα προϋποθέτει την ύπαρξη υφιστάμενης συμφωνίας. "Breach of an existing contract. The tort consists in the intentional inducement of the breach of an existing and valid contractual obligation. Lord Herschell declared "a breach of contract" to be "the essence" of the cause of action." Clerck & Lindsell on Torts, 18th Edn. και Midland Cold Storage Ltd v. Steer
(1972)Ch. 630, 644-645, Allen v. Flood
(1898)A.C. 1 at 121: "an unlawful act-namely, a breach of contract-was regarded as the gist of the action", σελ. 123. Το άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, ενσωματώνει δυο βασικές αρχές: (α) Την επαναφορά του ενάγοντος από οικονομικής σκοπιάς στη θέση που θα βρισκόταν αν η σύμβαση προχωρούσε σε εκτέλεση και (β) τη λογική πρόβλεψη των συμβαλλομένων ως κριτήριο για τη ζημιά που προξενήθηκε εξ αιτίας της παράβασης αποκλειομένης της έμμεσης και απομακρυσμένης απώλειας. Johnson and Another v. Agnew
(1979)1 All E.R. 883, Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Charalambous v. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310, Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Τρυφωνίδου
(1996)1(Α) 679. Kρίσιμος χρόνος καθορισμού των αποζημιώσεων είναι ο χρόνος διάρρηξης της σύμβασης εκτός αν ο διάδικος επιμένει για καλό λόγο στην εφαρμογή της. Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου κ.α.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1800. Η ζημιά των εναγόντων υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος τους, προκύπτει από το ότι απώλεσαν την δυνατότητα να εκμεταλλευθούν το ξενοδοχείο αφού προηγουμένως το μετέτρεπαν σε διαμερίσματα τα οποία και θα πωλούσαν. Η ζημιά καλύπτεται κάτω από το κεφάλαιο διαφυγόν κέρδος: Αν οι ενάγοντες αφήνονταν να προχωρήσουν
ολοκλήρωση της συμφωνίας και να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς για τους οποίους συνεβλήθησαν, τότε θα απεκόμιζαν κέρδος. Από τη στιγμή που η μαρτυρία του ουσιωδέστερου μάρτυρα τον εναγόντων Μ.Ε.2 απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη δεν υπάρχει τίποτε προς περαιτέρω αξιολόγηση ή ζύγισμα. Costas Kades v. Christakis Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212. "Adjudication on the credibility of witnesses is a matter wholly separate and distinct from the balancing of the evidence in order to ascertain on which side it preponderates. If the evidence of a witness is rejected as unworthy of credit, there is nothing to weight thereafter. The rules defining the burden of proof and the circumstances of its discharge, have nothing to do with the credibility of witnesses. A witness may either be believed or disbelieved (wholly or in part) according to the view taken of his credibility by the Court. A question of discharge of the burden of proof can only arise if there is credible evidence to way on the two sides. If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in this case, there is nothing to weigh thereafter." Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα. Με δεδομένα πλέον τα πραγματικά στοιχεία, να εξετάσει, κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Borry Wynne v. David Costakis Mavronicolas κ.α.
(2009)Α.Α.Δ.
- Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσά τους. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντα και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος: «να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει». Απόφαση της μειοψηφίας, Ερωτοκρίτου Δ. στην υπόθεση Γιαννάκης Πελεκάνος ως Διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. v. Ανδρέα Πελεκάνου κ.α., Π.Ε. 1/2008, ημερ. 11.11.
- Για το θέμα της αξιοπιστίας η οποία συναρτάται άμεσα
απόσυρση του αποδεικτικού βάρους, σχετική είναι και η υπόθεση Μπούλος Μαρσέλ κ. α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου και στη βάση της μαρτυρίας όπως την έχω αποδεχθεί, καταλήγω ότι οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον οποιουδήποτε από τους εναγόμενους. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγόντων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Yπ.) ............. Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Παράβαση συμφωνίας υπό αίρεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο