← Κύπρος

ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. ΛΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΗΤΡΗ, Αρ. Αγ.: 1733/2006, 03/05/2011

ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. ΛΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΗΤΡΗ, Αρ. Αγ.: 1733/2006, 03/05/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 1733/2006 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD από τη Λευκωσία Εναγόντων και ΛΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΗΤΡΗ από τη Λεμεσό Εναγομένου Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 19/02/2009 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ. Αγ.: 1733/2006 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD από τη Λευκωσία Εναγόντων και ΛΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΗΤΡΗ από τη Λεμεσό Εναγομένου Και δια ανταπαιτήσεως Μεταξύ: ΛΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΗΤΡΗ από τη Λεμεσό Εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα και

  1. ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD από τη Λευκωσία
  2. ELLINAS FINANCE (CUSTODIAN) LIMITED από τη Λευκωσία
  3. AAA UNITED STOCKBROKERS LIMITED από τη Λευκωσία
  4. SHARE LINK SECURITIES LIMITED από τη Λευκωσία Εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 12/11/2009 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ. Αγ.: 1733/2006 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD από τη Λευκωσία Εναγόντων και ΛΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΗΤΡΗ από τη Λεμεσό Εναγομένου Και δια ανταπαιτήσεως Μεταξύ: ΛΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΗΤΡΗ από τη Λεμεσό Εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα και
  5. ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD από τη Λευκωσία
  6. ELLINAS FINANCE (CUSTODIAN) LIMITED από τη Λευκωσία
  7. Α&C UNITED ESTATE AGENCY LIMITED από τη Λευκωσία
  8. SHARE LINK SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LIMITED από τη Λευκωσία Εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 30/03/
  9. Ημερομηνία: 03/05/
  10. Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο και εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα - αιτητή: κα Ελπίδα Ασσιώτου για κ.κ. Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες και εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση: κα Βαρνάβα για κ.κ.Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 3 και 4: κ. Νικόλας Πουμπουρίδης για κ.κ. Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων στην παρούσα αγωγή αφορά το ποσό των £41,864.37 πλέον τόκους και έξοδα, ως υπόλοιπο χρηματιστηριακού δανείου και/ή λογαριασμού που παραχώρησαν στον εναγόμενο. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του αρνείται την αξίωση των εναγόντων και ισχυρίζεται ότι η αίτηση ημερομηνίας 06.11.2000 και η συμφωνία που υπέγραψε την ίδια ημερομηνία είναι άκυρη για τους λόγους που αναφέρει. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι υπέβαλε την πιο πάνω αίτηση και υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία κατόπιν παραστάσεων των εναγόντων και/ή των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων τους, οι οποίοι τον έπεισαν ότι πρόκειται για επένδυση με σίγουρα κέρδη. Ανταπαιτεί επίσης, την ακύρωση της εν λόγω συμφωνίας και αποζημιώσεις, τόσο εναντίον των εναγόντων όσο και εναντίον των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων 2,3&4 λόγω αμέλειας και/ή συνομωσίας με σκοπό την καταδολίευση του. Η ακρόαση της παρούσας αγωγής άρχισε και ολοκληρώθηκε και η παρουσίαση της υπόθεσης για τους ενάγοντες με την κατάθεση του μοναδικού τους μάρτυρα κ. Αιμίλιου Έλληνα (Μ.Ε.). Η ακρόαση προχώρησε με την παρουσίαση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγομένου. Όταν άρχισε η μαρτυρία του εναγομένου επιχειρήθηκε να εισαχθεί μαρτυρία και λεπτομέρειες των παραστάσεων που κατ' ισχυρισμό έγιναν από τους ενάγοντες και εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 2,3&4 με βάση τις οποίες ο εναγόμενος πείστηκε ότι πρόκειται για επένδυση με σίγουρο κέρδος. Κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου δεν επιτράπηκε η προσκόμιση της μαρτυρίας αυτής λόγω του ότι δεν παρατίθετο λεπτομερώς στο δικόγραφο του εναγομένου ως έπρεπε σύμφωνα με τους θεσμούς. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη και κατόπιν αιτήματος της συνηγόρου του εναγομένου, διακόπηκε η συνέχιση της κατάθεσης του και ακολούθως καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία ο εναγόμενος - αιτητής αξιώνει τα ακόλουθα: «A. Διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση της Υπεράσπισης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ως εξής: α) Δια της προσθήκης στην 3η γραμμή της παραγράφου 2 μετά τις λέξεις «.μέρους της Ενάγουσας εταιρείας» των λέξεων «και/ή εκ μέρους της εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένης 2 και/ή της εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένης 3 και/ή της εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένης 4». β) Δια της προσθήκης μετά το τέλος της παραγράφου 2 της Υπεράσπισης, των κάτωθι: «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ» Α. Οι ενάγοντες και οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2, 3 και 4 παρέστησαν τους εαυτούς τους σαν ειδικούς που γνωρίζουν το θέμα τους από έρευνες που έχουν κάνει. Β. Ανέλυσαν τον λόγο για τον οποίο ήταν σίγουροι για την θέση τους ότι η άνοδος του χρηματιστηρίου θα επέρχετο και ότι τώρα (τότε) ήταν η κατάλληλη στιγμή για επένδυση στο χρηματιστήριο. Γ. Διαβεβαίωσαν ότι ο μόνος τρόπος να πάρουν πίσω τα λεφτά τους όσοι ζημίωσαν λόγω της πτώσης των μετοχών, ήταν να επενδύσουν μέσω συγκεκριμένου επενδυτικού σχεδίου που ετοίμασαν οι ενάγοντες με τους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 2 , 3 και
  11. Δ. Παρέστησαν ότι σε σύντομο χρόνο υπήρχε ανάκαμψη του χρηματιστηρίου και η επένδυση που πρότειναν μέσω του σχεδίου τους θα είχε σίγουρα κέρδη.» γ) Δια της προσθήκης μετά το τέλος της παραγράφου 7 της φράσης «αφού παρόλες τις οδηγίες και/ή εντολές και/ή προτροπές του εναγομένου προς αυτούς, δεν εκποίησαν τις μετοχές στον χρόνο που έπρεπε να το κάνουν, όπως οι ίδιοι γραπτώς και προφορικά δήλωναν στον εναγόμενο.» Με την ένορκη ομολογία που συνοδεύει την πιο πάνω αίτηση, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατά την προετοιμασία της ακρόασης της αγωγής, μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, τον συμβούλευσαν οι δικηγόροι του ότι πρέπει να γίνει τροποποίηση της υπεράσπισης του για να δοθούν λεπτομέρειες σχετικά με τις παραστάσεις που έγιναν από τους ενάγοντες και εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 2,3&
  12. Γίνεται, αναφέρει, στην υπεράσπιση του γενική αναφορά γι αυτές και θα πρέπει να εξειδικευτούν οι εν λόγω παραστάσεις, οι οποίες αποτέλεσαν την βασική αιτία συμμετοχής του στο επενδυτικό σχέδιο. Είναι αναγκαίες, συνεχίζει, οι εν λόγω τροποποιήσεις για να δικογραφηθούν σωστά όλα τα γεγονότα, τα οποία λόγω καλόπιστου λάθους και παραδρομής δεν συμπεριλήφθηκαν αναλυτικά στην υπεράσπιση, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται να παρουσιάσει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η επίδικη συμφωνία υπογράφτηκε κάτω από τις αναφερόμενες παραστάσεις. Γίνεται καλόπιστα, ισχυρίζεται, η παρούσα αίτηση και είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Δεν πρόκειται να επιφέρει αδικία ή ζημιά στους ενάγοντες και εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 2,3&4 που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα αφού ούτως ή άλλως τα θέματα για τα οποία ζητείται η τροποποίηση έχουν ήδη τεθεί γενικά κατά την αντεξέταση του μάρτυρα των εναγόντων. Οι ενάγοντες και εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 καταχώρησαν γραπτή ένσταση στην πιο πάνω αίτηση παραθέτοντας πέντε λόγους για τους οποίους αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Ουσιαστικά οι λόγοι αυτοί επικεντρώνονται στο καθυστερημένο της υποβολής της αίτησης χωρίς να προβάλλεται οποιαδήποτε δικαιολογία και/ή βάσιμη δικαιολογία με αποτέλεσμα να πλήττεται το συνταγματικό τους δικαίωμα για διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις και/ή γεγονότα ήταν γνωστά στον εναγόμενο από την αρχή και θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί στην αίτηση τροποποίησης του ημερομηνίας 18/12/
  13. Τέλος, ισχυρίζονται ότι γίνεται προσπάθεια εισαγωγής νέων βάσεων υπεράσπισης και ανταπαίτησης και επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων. Η πιο πάνω ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Αιμίλιου Έλληνα ο οποίος ουσιαστικά επιβεβαιώνει και επεξηγεί τους λόγους ένστασης. Ένσταση στην πιο πάνω αίτηση, καταχωρήθηκε και εκ μέρους των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 και
  14. Οι λόγοι ένστασης και εδώ επικεντρώνονται στο καθυστερημένο της υποβολή της αίτησης και ότι αυτή γίνεται κακόπιστα. Δεν δίνεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της και ότι αυτή υποβλήθηκε αμέσως μετά που το Δικαστήριο δεν επέτρεψε την προσαγωγή της εν λόγω μαρτυρίας. Οι εν λόγω ισχυρισμοί ήταν γνωστοί αναφέρουν στον εναγόμενο από την αρχή και ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και επιχειρείται με αυτή να εισαχθεί νέα βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Η ένσταση αυτή υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Νίκου Παυλίδη, στην οποία εκθέτει τα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση και εξηγεί γιατί η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η ακρόαση της πιο πάνω αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες όλοι οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Σε αυτές γίνεται παραπομπή στις αρχές που έχει θέσει η νομολογία αναφορικά με την τροποποίηση ενός δικογράφου σε συσχετισμό με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Οι εν λόγω αγορεύσεις και επιχειρήματα των διαδίκων λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο και δεν κρίνω απαραίτητο να κάνω λεπτομερή αναφορά σε αυτά. Θα γίνει αναφορά στις εν λόγω θέσεις τους κατωτέρω κατά την κρίση της παρούσας αίτησης. Οι αρχές για την τροποποίηση ενός δικογράφου έχουν εξηγηθεί και αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης είναι η Διαταγή 25, Θ.
  15. Εκείνο που αναφύεται από τα πιο πάνω είναι ότι το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχουν καθιερωθεί αλλά πάντοτε σε συσχετισμό με τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Όσον αφορά τις βασικές αρχές σε θέματα τροποποίησης στο The Annual Practice 1958, στη σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: "In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,

(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided." Eιδικότερα στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 624, γίνεται εκτενής αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης: "Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B. D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs .» Όπως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180: «The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19, r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party΄s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails". Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Κυρίαρχο επίσης στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11 και Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 162 στη σ. 164 επισημαίνεται: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223). Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω, αποτελεί αρχή ότι τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν σαφώς φανερή ή έκδηλη από καιρό αλλά δεν ζητήθηκε, δεν θα επιτραπεί λόγω του ότι θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση αλλά και διότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη σχετική δικογραφία τους με την απαραίτητη ενδελέχεια και να καταγράφουν από νωρίς τις συγκεκριμένες τους θέσεις οι οποίες είναι ή θα πρέπει να είναι γνωστές σ΄ αυτούς από την αρχή που εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (πιο πάνω), Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 607, και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.A.Δ. 501). Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω την παρούσα αίτηση, στα πλαίσια πάντοτε των δικών της περιστατικών. Εκείνο που διαφαίνεται από την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του εναγομένου είναι ότι αποτελεί κεντρικό της άξονα η ακύρωση της συμφωνίας ημερομηνίας 6/11/
  1. Με την παράγραφο 2 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης υπάρχει δικογραφημένος ο γενικός ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε παραστάσεις στον εναγόμενο ότι πρόκειται για επένδυση με σίγουρο κέρδος και με βάση αυτές τις παραστάσεις υπέγραψε την επίδικη συμφωνία. Πιο κάτω στο δικόγραφο του, στην παράγραφο 9, ο εναγόμενος επικαλείται αμέλεια και/ή παράβαση των νομικών καθηκόντων των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων και παραθέτει λεπτομέρειες. Στο σημείο δ) των εν λόγω λεπτομερειών ισχυρίζεται ότι ενώ οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένοι 3 και 4 παρουσιάζονταν σαν γνώστες των χρηματιστηριακών συναλλαγών και έμπειροι επαγγελματίες που θα αναλάμβαναν τη διαχείριση και το χειρισμό του λογαριασμού του εναγομένου με σκοπό την πραγματοποίηση σίγουρου κέρδους εφαρμόζοντας όλες τις επιστημονικές αναλύσεις της αγοράς πριν από κάθε συναλλαγή, εντούτοις προέβαιναν σε αγορά μετοχών και/ή πώληση και/ή τα δύο χωρίς την προηγούμενη και/ή δέουσα και/ή επαρκή και/ή καθόλου έρευνα της αγοράς. Επίσης στην παράγραφο 10 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2,3 και 4 μαζί με τους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 ενήργησαν ώστε να ολοκληρωθεί το συνομωτικό τους σχέδιο προς το σκοπό καταδολίευσης του εναγομένου για απόσπαση χρημάτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων από αυτό. Περαιτέρω, παραθέτει λεπτομέρειες της συνομωσίας προς καταδολίευση του εναγομένου. Πέραν από την ακύρωση της συμφωνίας ημερομηνίας 6/11/2000, ο εναγόμενος αξιώνει και αποζημιώσεις λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς όλων των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων. Εκείνο που μπορεί να λεχθεί μελετώντας το δικόγραφο του εναγομένου είναι ότι ισχυρίζεται ότι η όλη συμπεριφορά των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων κατά την υπογραφή της συμφωνίας και μετέπειτα ήταν τέτοια που καθιστά τη συμφωνία άκυρη. Ο κεντρικός άξονας των ενεργειών των εξ' ανταπαιτήσεων εναγομένων είναι ότι η συναλλαγή αυτή θα απέφερε σίγουρο κέρδος γι αυτό και ο εναγόμενος συμβλήθηκε μαζί τους. Στην παράγραφο 2 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης ο ισχυρισμός αυτός αναφέρεται σαφώς στους ενάγοντες και δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 μόνο. Παρόλα αυτά όμως πιο κάτω στις λεπτομέρειες αμέλειας γίνεται αναφορά και πάλι στο ότι και οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένοι 3 και 4 θα αναλάμβαναν τη διαχείριση του λογαριασμού του εναγομένου με σκοπό την πραγματοποίηση σίγουρου κέρδους. Συνεχίζοντας, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι και οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 συμμετείχαν σε αυτή την προσχεδιασμένη προσπάθεια για απόσπαση των χρημάτων του εναγομένου και από όλο το λεκτικό διαφαόνεται ότι όλοι οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι προέβηκαν σε διάφορες ενέργειες και παραστάσεις έτσι ώστε ο εναγόμενος να υπογράψει την επίδικη συμφωνία. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι παραστάσεις για σίγουρο κέρδος έγιναν και/ή προήλθαν από όλους του εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους. Μπορεί να μην είναι με τον πλέον σαφή και ορθώς διατυπωμένο τρόπο αλλά προκύπτει ξεκάθαρα, είτε άμεσα είτε έμμεσα, από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Επομένως, οι τροποποιήσεις που ζητούνται με την παράγραφο Α α) και β) της αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγουν νέα βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης εναντίον των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων 2, 3 και
  2. Εκείνο που επιχειρείται να γίνει είναι η σαφής και ξεκάθαρη διατύπωση των γενικών ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο του εναγομένου, τόσο εναντίον του εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένου 1 αλλά και των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων 2,3 και
  3. Άλλωστε και οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 3 και 4 με την παράγραφο 1(ε1) και (ε2) του δικογράφου τους, ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος υπέγραψε τις εν λόγω συμφωνίες και πληρεξούσια με δική του πρωτοβουλία και χωρίς να βασιστεί στις ισχυριζόμενες η οποιεσδήποτε παραστάσεις οι οποίες εν πάσει περιπτώσει ουδέποτε έλαβαν χώραν. Επίσης, απορρίπτουν τον ισχυρισμό ότι η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 6/11/2000 ήταν προϊόν παραπλανητικών εξηγήσεων ή ψευδών παραστάσεων. Το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι λεπτομέρειες των παραστάσεων που ζητούνται να προστεθούν στο δικόγραφο του εναγομένου είναι σημαντικές και ουσιαστικής σημασίας τόσο για την υπεράσπιση όσο και για την ανταπαίτηση του. Δικονομικά η επίκληση τέτοιων παραστάσεων απαιτεί και το λεπτομερή καθορισμό τους στο δικόγραφο έτσι ώστε να γίνει επιτρεπτή η προσκόμιση μαρτυρίας επί αυτών. Ήδη το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του κατά το στάδιο της ακρόασης δεν επέτρεψε την προσκόμιση μαρτυρίας επί αυτών. Επομένως, αναμφίβολα η περίληψη των εν λόγω ισχυρισμών είναι καθοριστικής σημασίας για την περαιτέρω πορεία της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγομένου. Χωρίς τη δικογράφηση τους δεν θα μπορέσει ο εναγόμενος να προσκομίσει και την σχετική μαρτυρία. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις της παραγράφου γ) της αίτησης ζητείται να προστεθεί στην παράγραφο 7 του δικογράφου του εναγομένου ότι οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1,3 και 4 δεν προέβηκαν στην εκποίηση των μετοχών του εναγομένου παρόλες τις προτροπές και/ή εντολές του εναγομένου. Οι ισχυρισμοί της παραγράφου 7 όπως εμφαίνονται στο δικόγραφο του εναγομένου, αφορούν παράβαση των καθηκόντων των εν λόγω εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων που απορρέουν από τις επίδικες συμφωνίες, τους γενικούς κανόνες των συναλλακτικών ηθών και της ειδικής σχέσης των διαδίκων και ότι δεν έκαναν τη σωστή χρήση και διαχείριση του λογαριασμού. Οι πιο πάνω δικογραφημένες θέσεις είναι γενικές και δεν διευκρινίζουν ποιες ακριβώς ήταν οι παραλείψεις των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων 1, 3 και
  4. Οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι δεν ζήτησαν λεπτομέρειες των πιο πάνω γενικών θέσεων και ισχυρισμών του εναγομένου και ποιες συγκεκριμένα ήταν αυτές οι παραλείψεις και/ή οι παραβάσεις των καθηκόντων τους που ισχυρίζεται. Εκείνο που ζητείται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις είναι ουσιαστικά η συγκεκριμενοποίηση αυτών των ισχυρισμών με την παράθεση περαιτέρω λεπτομερειών και επεξήγηση των πιο πάνω γενικών θέσεων του εναγομένου. Εν όψει των πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι εισάγεται νέα βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης με τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Ζητείται απλώς η συγκεκριμενοποίηση των γενικών ισχυρισμών και θέσεων του εναγομένου στο δικόγραφο του. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το κύριο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης είναι ο χρόνος υποβολής της και κατά πόσο αυτός, έχοντας υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, θα πρέπει να αποβεί μοιραίος για την αίτηση. Είναι φανερό ότι αυτή έχει καταχωρηθεί πολύ καθυστερημένα και σε προχωρημένο στάδιο της αγωγής, αφού η ακρόαση της άρχισε και έχει ήδη ολοκληρωθεί και η υπόθεση για τον ενάγοντα. Από τη νομολογία προκύπτει ότι το βάρος που έχει ο αιτητής για την δικαιολόγηση της καθυστέρησης επαυξάνεται σε τέτοιες περιπτώσεις και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Η σημασία όμως της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1Α Α.Α.Δ. 44)). Στην παρούσα περίπτωση οι καθ' ών η αίτηση ισχυρίζονται κακοπιστία από πλευράς του αιτητή λόγω του ότι υπάρχει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, χωρίς να δίνεται οποιαδήποτε δικαιολογία. Τα γεγονότα αυτά, ισχυρίζονται ήταν γνωστά στον αιτητή προ πολλού και δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια σε προηγούμενο στάδιο και συγκεκριμένα στην αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 18/12/
  1. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η μη συμπερίληψη των πιο πάνω ισχυρισμών αφορά καλόπιστο λάθος και/ή ότι δεν συμπεριλήφθηκαν εκ παραδρομής, κάτι το οποίο αντιλήφθηκε μετά που το Δικαστήριο δεν επέτρεψε την προσκόμιση μαρτυρίας αναφορικά με τις λεπτομέρειες των παραστάσεων που έγιναν από τους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους. Σίγουρα, τα δικόγραφα θα πρέπει να ετοιμάζονται με τον ενδεδειγμένο τρόπο και να περιλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους με ακρίβεια. Αυτό θα έπρεπε να ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν θα έπρεπε να περιμένει μέχρι τη δίκη για να διαπιστωθεί η μη συμμόρφωση με τους δικονομικούς κανονισμούς. Εκείνο που έχει σημασία όμως, στην παρούσα περίπτωση είναι κατά πόσο η καθυστέρηση αυτή ενέχει το στοιχείο της κακοπιστίας. Κατά πόσο δηλαδή αυτό το λάθος του αιτητή να συμπεριλάβει όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες στο δικόγραφο του μπορεί να θεωρηθεί κακόπιστο. Δεν κρίνω ότι μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιο και ούτε υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα με σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Σίγουρα το δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση για διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος σύμφωνα με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος λαμβάνεται υπόψη. Η παρούσα αγωγή εκκρεμεί από το 2006 και θα πρέπει να ολοκληρωθεί το συντομότερων δυνατό. Η όποια καθυστέρηση όμως στην συνέχιση και ολοκλήρωση της υπόθεσης ένεκα της παρούσας αίτησης δεν θεωρώ ότι μπορεί από μόνη της να αποκλείσει την έγκριση της παρούσας αίτησης. Η ακρόαση της αγωγής άρχισε στις 22/02/2011 και σε σύντομο χρόνο αμέσως μετά την τροποποίηση θα προχωρήσει και θα ολοκληρωθεί. Δεδομένης της φύσης των αιτούμενων τροποποιήσεων, του λόγου που έχει δοθεί για την καθυστέρηση στην υποβολή της, την σημασία των αιτούμενων τροποποιήσεων και ειδικότερα τη συμπερίληψη των λεπτομερειών των παραστάσεων των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων προς τον εναγόμενο σε συνάρτηση με την ταχεία διεκπεραίωση της παρούσας αγωγής, κρίνω ότι τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης, δεν θα έχει τέτοιες δυσμενείς συνέπειες στους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους που δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν με χρήμα. Οι παραστάσεις των οποίων ζητείται η συμπερίληψη τους στο δικόγραφο του εναγομένου έχουν υποβληθεί στον μάρτυρα των εναγόντων κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Αντεξετάστηκε επί αυτών και έχει δώσει τις δικές του απαντήσεις, οι οποίες θα αξιολογηθούν στα κατάλληλο στάδιο. Η υπόθεση του εναγομένου εναντίον των υπόλοιπων εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων τώρα αρχίζει και θα έχουν την ευκαιρία να αντεξετάσουν τον εναγόμενο για τις θέσεις του αυτές αλλά και να προσκομίσουν τη δική τους μαρτυρία. Επίσης, δικογραφούνται οι θέσεις τους επί αυτών στα δικόγραφα τους. Δεν κρίνω ότι η έγκριση της παρούσας αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό της δίκης ούτε τίθεται η πλευρά των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων σε δυσμενέστερη θέση με την άποψη ότι εισάγονται εντελώς νέοι ισχυρισμοί και/ή βάσεις υπεράσπισης και ανταπαίτησης που θα πρέπει να αναμορφώσουν τα δικόγραφα τους και τις θέσεις τους. Τα πιο πάνω θα πρέπει να συσχετιστούν και με το δικαίωμα του εναγομένου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που αφορούν τη διαφορά του με τον ενάγοντα και τους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 2,3 και
  2. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την εξυπηρέτηση της απονομής της δικαιοσύνης που είναι και το κυρίαρχο στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αίτησης, έστω και σε αυτό το στάδιο. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγομένου ως οι παράγραφοι Α α), β) και γ) της αίτησης. Τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση από τους ενάγοντες εντός περαιτέρω 5 ημερών από την καταχώριση της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Τροποποιημένη υπεράσπιση στην ανταπαίτηση από τους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 2,3 και 4 εντός 5 ημερών από την καταχώριση της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγομένου. Τυχόν απάντηση στην υπεράσπιση στην ανταπαίτησης εντός περαιτέρω 5 ημερών από την καταχώριση της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση των εξ' ανταπαιτήσεων εναγομένων 2,3 &
  3. Το διάταγμα να πληρωθεί σήμερα και να ετοιμαστεί αμέσως. Αναφορικά με τα έξοδα και έχοντας υπόψη το χρόνο που έχει υποβληθεί η παρούσα αίτηση, τους λόγους για τους οποίους υποβλήθηκε αλλά και όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, κρίνω ότι αυτά θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ των καθ' ών η αίτηση. Δεν θεωρώ ότι είναι από τις περιστάσεις που θα πρέπει να ακολουθηθεί η αρχή που έχει τεθεί στην Xαρίλαου Χατζηγέρου v. A.H.K.
(2003)3 Α.Α.Δ. 31, όπως ήταν η εισήγηση της συνηγόρου του αιτητή. Ως εκ τούτου, τα έξοδα της παρούσας αίτησης καθώς επίσης και όλα τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των καθ' ών η αίτηση και εναντίον του αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/ Interim Aναφορά: aitisi tropopoiisis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.