← Κύπρος

ΑRTO ESTATE LTD ν. ULGEN SCOATARIN, Αγ. Αρ.: 584/2011, 06/05/2011

ΑRTO ESTATE LTD ν. ULGEN SCOATARIN, Αγ. Αρ.: 584/2011, 06/05/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A136 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 584/2011 Μεταξύ: ΑRTO ESTATE LTD από τη Λεμεσό Ενάγοντες και ULGEN SCOATARIN από τη Λευκωσία Εναγομένης ------------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση Ημερομηνίας 07/02/2011 και Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 09/02/

  1. Ημερομηνία: 06/05/
  2. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κος Χ. Λαφαζάνης για κ. Χριστόφορο Χατζηστερκώτη. Για την εναγόμενη- καθ' ης η αίτηση : κ. Π. Γιάννακας για κ.κ. Δημήτριο Α. Παυλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 07/02/2011 και αξιώνουν εναντίον της εναγομένης αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 04/09/2010 και/ή αποζημιώσεις συνέπεια δόλου και/ή απάτης και/ή λόγω ψευδών παραστάσεων, τιμωρητικές αποζημιώσεις και επιστροφή του ποσού των €3,000 πλέον τόκους και έξοδα. Κατά την ίδια ημερομηνία καταχώρησης του πιο πάνω κλητηρίου εντάλματος, καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση με βάση την οποία ζητείτο από το Δικαστήριο το κάτωθι διάταγμα: «Ενδιάμεσο απαγορευτικό Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται η Εναγομένη και/ή οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος και/ή το πρόσωπο που ενεργεί στο όνομα και/ή για λογαριασμό της και/ή βάση οδηγιών της από το να πουλήσει και/ή αποξενώσει και/ή διαθέσει και/ή επιβαρύνει και/ή παραδώσει και/ή εκποιήσει και/ή εκχωρήσει τα δικαιώματα της στο διαμέρισμα αρ. 2 στον 5ον όροφο στην Οικοδομή "MEGARON CENDE" Aρ. Θύρας P2 που βρίσκεται στο ακίνητο υπό στοιχεία με αρ. εγγραφής 2/56179, Φυλ/Σχ. 54/510404, Τμήμα 2, τεμάχιο 240, στη Λεμεσό Ενορία Νεάπολη, στη διεύθυνση ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΠΙΚΑΡ και στους χώρους στάθμευσης αρ. 35 και αρ. 39 μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή». Στις 9/02/2011 το Δικαστήριο εξέδωσε το πιο πάνω διάταγμα μονομερώς. Κατά την ημερομηνία που ήταν επιστρεπτέο, η εναγόμενη εμφανίστηκε στη διαδικασία μέσω δικηγόρου, έφερε ένσταση στη συνέχιση της ισχύς του πιο πάνω διατάγματος και στις 23/03/2011 καταχώρησε γραπτή ένσταση. Η μονομερής Αίτηση με βάση την οποία εξεδόθη το πιο πάνω διάταγμα Η αίτηση των εναγόντων εδράζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 3 - 9, επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, άρθρο 32, της συμφυούς εξουσίας (inherent jurisdiction) του Δικαστηρίου, τους κανόνες της επιείκιας (equity) και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.1,2, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, στον Περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας Νόμο, στο Περί Συμβάσεως Νόμο Κεφ.
  3. Υποστηρίζεται επίσης, από την ένορκη ομολογία του κ. Αριστοτέλη Σπύρου ημερομηνίας 7/2/2011, διευθυντή των εναγόντων, στην οποία εκθέτει τα γεγονότα που υποστηρίζουν το αίτημα των εναγόντων. Σε αυτήν αναφέρει ότι η εναγομένη κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν και είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ενός διαμερίσματος αρ. 2, στον 5ον όροφο που βρίσκεται στην Οικοδομή "MEGARON CENDE" Αρ. θύρας P2 που βρίσκεται στο ακίνητο υπό στοιχεία με αρ. εγγραφής 2/56179, Φυλ/Σχ. 54/510404, Τμήμα 2, τεμάχιο 240, στη Λεμεσό Ενορία Νεάπολη, στη διεύθυνση ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΠΙΚΑΡ και των χώρων στάθμευσης αρ. 35 και αρ.
  4. Επισυνάπτεται αντίγραφο του πιστοποιητικό ακίνητης ιδιοκτησίας ως τεκμήριο 1 και φωτοαντίγραφο της ταυτότητας της εναγομένης ως τεκμήριο
  5. Στο τεκμήριο 1 αναγράφεται ότι το εν λόγω ακίνητο ενεγράφηκε στις 20/02/
  6. Στις 04/09/2010 συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων ενοικιαστήριο έγγραφο (τεκμήριο 3) με το οποίο οι ενάγοντες ενοικίασαν από την εναγομένη το πιο πάνω ακίνητο της για την περίοδο από 16/09/2010 μέχρι 16/09/2020 με αποκλειστικό δικαίωμα των εναγόντων να το ανανεώνουν κάθε χρόνο. Το ενοίκιο συμφωνήθηκε στο ποσό των €3,000 χρονιαίως και θα καταβάλλετο προκαταβολικά. Επίσης, οι ενάγοντες θα είχαν δικαίωμα υπενοικίασης του εν λόγω ακινήτου προς οποιοδήποτε πρόσωπο ή εταιρεία ή νομικό πρόσωπο. Οι ενάγοντες ταυτόχρονα με την υπογραφή του πιο πάνω ενοικιαστηρίου εγγράφου, κατέβαλαν προς την εναγομένη το συμφωνηθέν χρονιαίο ενοίκιο ύψους €3,000 για την περίοδο από 16/09/2010 μέχρι 16/09/
  7. Προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού επισυνάπτεται ως τεκμήριο 4, αντίγραφο σχετικής επιταγής με χειρόγραφες σημειώσεις και υπογραφή της εναγομένης. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στις 04/09/2010 οι ενάγοντες υπέγραψαν ενοικιαστήριο έγγραφο με κάποια LIWLIWA P. BUENDIA δια του οποίου υπενοικίασαν το πιο πάνω ακίνητο, ως ήταν δικαίωμα τους με βάση τους όρους του ενοικιαστηρίου εγγράφου μετά την εναγομένης. Η εν λόγω συμφωνία προέβλεπε ότι το μηνιαίο ενοίκιο το οποίο θα καταβάλλετο από την ως άνω υπενοικιάστρια προς τους ενάγοντες θα ήταν €400 μηνιαίος και η διάρκεια της υπενοικίασης θα ήταν για την περίοδο από 16/09/2010 μέχρι 16/09/
  8. Η πιο πάνω αναφερόμενη υπενοικιάστρια είχε ήδη την κατοχή του εν λόγω ακινήτου. Αντίγραφο του εν λόγω ενοικιαστηρίου εγγράφου επισυνάπτεται ως τεκμήριο
  9. Επίσης, επισυνάπτονται ως τεκμήριο 6 τρείς αποδείξεις πληρωμής της ως άνω υπενοικιάστριας προς τους ενάγοντες για τα μηνιαία ενοίκια μέχρι 16/12/
  10. Όταν όμως οι ενάγοντες ζήτησαν από την υπενοικιάστρια το ενοίκιο για τον μήνα από 17/12/2010 μέχρι 16/01/2011 τους πληροφόρησε ότι της το ζήτησε η εναγόμενη και της το έδωσε. Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη στις 11/01/2011 απέστειλε επιστολή, μέσω των δικηγόρων της, προς τον Σπύρο Αρίστου, προφανώς στον ίδιο όπως ισχυρίζεται και επισυνάπτει την εν λόγω επιστολή ως τεκμήριο
  11. Με την εν λόγω επιστολή, η εναγόμενη τερμάτιζε την συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 04/09/2010 και ανέφερε ότι το πιο πάνω ακίνητο το είχε ενοικιάσει σε άλλη οικογένεια. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη παράνομα και/ή αδικαιολόγητα και ενώ είχε εισπράξει από τους ενάγοντες το ενοίκιο των €3,000 για ένα χρόνο, προέβηκε στο πιο πάνω τερματισμό. Η πιο πάνω αντισυμβατική ενέργεια της εναγομένης, έχει προκαλέσει μεγάλη ζημιά στους ενάγοντες διότι έχουν απωλέσει τα πιο πάνω ποσά που έχουν καταβάλει στην εναγομένη καθώς επίσης και το αναμενόμενο κέρδος τουλάχιστον €2,000 - €5,000 το χρόνο επί 10 χρόνια ήτοι €50,000 καθόλη τη διάρκεια της ενοικίασης. Ο ενόρκως δηλών επίσης, αναφέρει ότι μόλις πρόσφατα η εναγομένη έχει δηλώσει στους ενάγοντες και δηλώνει μέχρι και σήμερα ότι προτίθεται να πωλήσει σε άλλους τρίτους το ρηθέν ακίνητο. Είναι επείγον ισχυρίζεται, να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα διότι διαφορετικά η εναγόμενη θα προχωρήσει με την αποξένωση του εν λόγω ακινήτου και οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη και πολύ μεγάλη ζημιά ενώ πιθανόν να μην δυνηθούν να ικανοποιήσουν την τυχόν υπέρ αυτών απόφαση. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη είναι τουρκοκύπρια και δεν έχει άλλη περιουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία. Επίσης, από ότι πληροφορείται από κοινούς γνωστούς η εναγομένη αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε στις 09/02/2011, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, ο πιο πάνω ενόρκως δηλών αναφέρει ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την εναγομένη αρχές Φεβρουαρίου του 2011 η τελευταία του ανέφερε ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό και ότι έχει αναθέσει την πώληση του διαμερίσματος σε μεσιτικά γραφεία στη Λεμεσό και ότι υπάρχει υποψήφιος αγοραστής που προσφέρει κοντά στην τιμή που έχει ζητήσει και είναι πολύ κοντά να πωλήσει το διαμέρισμα τις προσεχείς ημέρες. Συνεχίζοντας ο ενόρκως δηλών, ισχυρίζεται ότι αν συμβεί αυτό οι ενάγοντες δεν πρόκειται να αποζημιωθούν και θα υποστούν ανεπανόρθωτη και πολύ μεγάλη ζημιά ενώ πιθανόν να μην δυνηθούν να ικανοποιήσουν την τυχόν υπέρ αυτών απόφαση που θα εκδοθεί από το Δικαστήριο. Τέλος, αναφέρει ότι το κέρδος των €50,000 που ανέφερε στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 07/02/2011 ότι θα είχαν οι ενάγοντες είναι με τους πιο μέτριους υπολογισμούς και ότι το κέρδος αυτό μπορεί να φτάσει και μέχρι και το διπλάσιο ποσό ανάλογα με την τουριστική κίνηση. Η Ένσταση Η εναγόμενη με την ένσταση της προβάλει πέντε λόγους για τους οποίους το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και να παύσει να ισχύει ως ακολούθως: Α. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με το αίτημα 1 της Άιτησης των Εναγόντων - Αιτητών με ημερομηνία 07/02/2011 για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Β. Δεν υφίσταται η προϋπόθεση του κατεπείγοντος ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις για την έκδοση του Αιτούμενου Διατάγματος. Γ. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση του Διατάγματος. Δ. Τυχόν παραβιασθέντα δικαιώματα μπορούν να αναζητηθούν μέσω της δικαστική οδού. Ε. Τυχόν πλήρης Δικαιοσύνη, μπορεί να παρασχεθεί και σε μεταγενέστερο στάδιο. ΣΤ. Υπάρχει κατάχρηση της Δικαστικής Διαδικασίας. Η ένσταση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4-9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.1-9, στον Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμο Ν.10(Ι)/94και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Επίσης, η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της εναγομένης. Σε αυτή αναφέρει ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε επείγουσα κατάσταση για να εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Περαιτέρω και αν ακόμα ο ισχυρισμός τους αυτός είναι αληθινός δεν σημαίνει ότι θα χαθεί η ευκαιρία των εναγόντων να εισπράξουν το λαβείν τους. Επίσης, ισχυρίζεται ότι δεν της εξηγήθηκαν σωστά οι όροι του τεκμηρίου 3, ενοικιαστηρίου εγγράφου που της παρουσίασε ο διευθυντής των εναγόντων Άριστος Σπύρου για να υπογράψει. Το υπέγραψε αναφέρει κατόπιν ψυχικής πίεσης και/ή καλόπιστου λάθους και/ή παραστάσεων του κ. Σπύρου ότι η διάρκεια της εν λόγω σύμβασης ήταν ένα έτος αντί για είκοσι χρόνια όπως αναγράφεται σε αυτό χωρίς την προβλεπόμενη από το Νόμο αύξηση. Περαιτέρω, δεν πρόσεξε στο σχετικό έγγραφο ότι δεν υπήρχε πρόνοια για αύξηση και/ή την περίοδο ισχύος της και ταυτόχρονα ο ίδιος επιμελώς της το απέκρυψε και στηρίχθηκε στις προφορικές παραστάσεις που ο ίδιος της έλεγε κατά την ημέρα σύναψης της σύμβασης. Υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο, συνεχίζει, κατόπιν καλόπιστου λάθους και επιφυλάσσεται να το προβάλει κατά την υπεράσπιση της στην αγωγή. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι είναι δημόσια υπάλληλος και δουλεύει στην Επαρχιακή Διοίκηση Αμμοχώστου τους τελευταίους 18 μήνες και είναι η πρώτη της εργασία μετά την περιπέτεια της υγείας της που την κράτησε εκτός εργασίας για πέντε χρόνια. Στις 26.07.2004 έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και υποχρεώθηκε να υποβάλει παραίτηση από την προηγούμενη εργασία της, στις 31/07/
  12. Από το έτος 1976 μέχρι και την 31/07/2005 ήταν μόνιμη υπάλληλος του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου. Ισχυρίζεται επίσης, ότι δεν έχει καμία πρόθεση να πουλήσει το ρηθέν ακίνητο και ουδέποτε δήλωσε κάτι τέτοιο σε κανένα. Περαιτέρω, δεν έχει καμία πρόθεση να εγκαταλείψει την Κυπριακή Δημοκρατία και/ή τα ελεγχόμενα εδάφη όπου διαμένει τα τελευταία 38 χρόνια ανελλιπώς στην Λευκωσία. Ούτε επίσης, αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες και τους καλεί να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους αυτούς. Η ακρόαση της πιο πάνω αίτηση διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μεν πλευρά των εναγόντων, με αναφορά στο γεγονότα, ισχυρίστηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος και η νομολογία για την οριστικοποίηση του εν λόγω διατάγματος. Περαιτέρω, έγινε αναφορά και παραπομπή και σε σχετική νομολογία επί του θέματος. Η δε πλευρά της εναγομένης έκανε αναφορά στις προϋποθέσεις του άρθρου 32 που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση και οριστικοποίηση ενός προσωρινού διατάγματος. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι δεν αποδείχθηκε το επείγον του ζητήματος και ούτε εξειδικεύεται η ζημιά που έχουν υποστεί και διεκδικούν οι ενάγοντες πέραν του ποσού των €3,
  13. Επομένως, δεν δικαιολογείται η δέσμευση του ακινήτου της εναγομένης σε σχέση με το αξιούμενο ποσό. Τέλος, ισχυρίζεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της εναγομένης και γι αυτό ζητείται η ακύρωση του διατάγματος. Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60όπως έχει τροποποιηθεί. Το εν λόγω άρθρο δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το εν λόγω άρθρο και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, έχoυν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 , Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Επίσης, στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas (ανωτέρω). H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου. (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην
  1. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v.
  2. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ.
  1. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί. Πέραν τούτου το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα και με βάση τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  2. Τα άρθρα αυτά αναφέρονται σε εξειδικευμένες περιπτώσεις αλλά δεν επηρεάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. ABP Holdings Ltd κ.α. v. Kιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 694 και Γρηγορίου κ.α. v. Xριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω). Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση καθότι το άρθρο αυτό αφορά την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος στις περιπτώσεις που ζητείται η δέσμευση ή προστασία περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Με βάση το κλητήριο ένταλμα και την μαρτυρία που έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, προκύπτει ότι η αξίωση των εναγόντων αφορά αποζημιώσεις. Οι εν λόγω αποζημιώσεις μπορεί να προκύπτουν από την παρεμπόδιση χρήσης, κατοχής και εκμετάλλευσης του εν λόγω ακινήτου αλλά η αξίωση δεν αφορά την ανάκτηση κατοχής, χρήσης ή κυριότητας του εν λόγω ακινήτου. Δεδομένων αυτών, το άρθρο 4 του Κεφαλαίου 6 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση όπως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων. Περαιτέρω, η αίτηση των εναγόντων στηρίζεται και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6. Το εν λόγω άρθρο ρυθμίζει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος που αφορά τη δέσμευση περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Από το κείμενο του άρθρου 5 του Κεφ. 6 προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο εναγόμενος να διαθέσει ή αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του, που κατά τη γνώμη του, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα. Στην Δημήτρης Τσιολάκης κ.α. v. Ανδρέα Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, αναφέρθηκε ότι ο όρος «good cause of action» στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» στο άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 και ότι και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Εκείνο που προκύπτει από την νομολογία είναι ότι διατάγματα του είδους που προβλέπονται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, μπορούν να εκδοθούν επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, όμως σε τέτοια περίπτωση πρέπει σωρευτικά να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των δύο άρθρων (βλ. επίσης Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 Α.Α.Δ. 520 και Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης v. Άννας Ζεμενίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 54). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα υπόθεση, αρχίζοντας από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60. Να αναφερθεί επίσης, ότι το βάρος απόδειξης των προϋποθέσεων του εν λόγω άρθρου και των ειδικών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 5 του Κεφ. 6, εξακολουθεί να βαραίνει τους ενάγοντες. Στο στάδιο αυτό επανεξετάζονται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, ασχέτως αν έχει εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς και οι ενάγοντες έχουν υποχρέωση να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (Dolego Estates Ltd v. Θεόδωρος Φιλίππου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217). Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, κρίνω ότι αυτή ικανοποιείται έχοντας υπόψη το κλητήριο ένταλμα αλλά ειδικότερα το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Προκύπτει ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων - αιτητών αφορά παράβαση σύμβασης ένεκα της οποίας έχουν υποστεί ζημιές. Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, θα πρέπει να γίνει μια εκ πρώτης όψεως εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να κρίνεται η αξιοπιστία της ή το βάσιμο των εν λόγω ισχυρισμών. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση, διαφαίνεται ότι οι ενάγοντες κατά τις 4/9/2010 υπέγραψαν ενοικιαστήριο έγγραφο με την εναγόμενη. Αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου επισυνάπτεται ως τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Επίσης, προκύπτει ότι εισπράχθηκε από την εναγομένη προκαταβολικά το ενοίκιο για την περίοδο από 16/09/2010 μέχρι 16/09/2011 για το ποσό των €3,
  1. Περαιτέρω, φαίνεται ότι η εναγόμενη με επιστολή της ημερομηνίας 11/01/2011 (τεκμήριο 7) τερμάτισε τη πιο πάνω συμφωνία ενοικίασης. Τα εν λόγω γεγονότα φαίνεται να μην αμφισβητούνται με την ένσταση της εναγομένης. Εκείνο που αμφισβητείται είναι το νομότυπο του τερματισμού της εν λόγω συμφωνίας και κατά πόσο ο εν λόγω τερματισμός ήταν δικαιολογημένος ή όχι και/ή η εγκυρότητα της συμφωνίας. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη παράνομα και αντισυμβατικά προέβηκε στον εν λόγω τερματισμό ενώ η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ορθά έπραξε λόγω του ότι υπέγραψε το εν λόγω ενοικιαστήριο έγγραφο κατόπιν ψυχικής πίεσης και/ή καλόπιστου λάθους και/ή λόγω των παραστάσεων του κ. Άριστου Σπύρου, διευθυντή των εναγόντων. Το ζήτημα αυτό όμως, θα αποφασιστεί στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης και όχι στο παρόν στάδιο. Με βάση όλα τα γεγονότα όπως διαφαίνονται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, κρίνω ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής των εναγόντων και ως εκ τούτου πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Εξετάζοντας τώρα την τρίτη προϋπόθεση, είναι νομολογημένο ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος απόδειξης ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που δεν οριστικοποιηθεί το παρόν διάταγμα. Θα πρέπει να διευκρινιστεί αρχικά ότι οι αξιώσεις των εναγόντων στην παρούσα αγωγή αφορούν αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης και/ή η δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων. Η δέσμευση επομένως του ακινήτου της ενάγουσας αφορά την αδυναμία της τελευταίας να ικανοποιήσει οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων που τυχόν να επιδικαστούν εναντίον της. Το όλο ζήτημα στα πλαίσια της εν λόγω προϋπόθεσης, θα αποφασιστεί με βάση το κατά πόσο θα είναι αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη με την έννοια ότι η εναγόμενη δεν θα είναι σε θέση να καταβάλει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις τυχόν επιδικαστούν εναντίον της. Επί αυτού, ο ενόρκως δηλών κ. Αριστοτέλης Σπύρου, στην παράγραφο 14 της ένορκης του ομολογίας ισχυρίζεται ότι η εναγομένη θα αποξενώσει το εν λόγω ακίνητο της και αν της επιτραπεί να το πράξει τότε οι ενάγοντες πιθανό να μην δυνηθούν να ικανοποιήσουν την τυχόν απόφαση υπέρ τους. Επίσης, αναφέρει ότι η εναγόμενη, η οποία είναι τουρκοκύπρια δεν έχει άλλη περιουσία εξ' όσων γνωρίζει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Περαιτέρω, αναφέρει ότι έχει πληροφορηθεί από κοινούς γνωστούς ότι η εναγομένη αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Από την άλλη η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι διαμένει στα ελεγχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας τα τελευταία 38 χρόνια, εργαζόταν στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου από το 1976 μέχρι τις 31/07/2005 και σήμερα είναι δημόσια υπάλληλος και εργάζεται στην Επαρχιακή Διοίκηση Αμμοχώστου. Επίσης, ισχυρίζεται ότι δεν αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και αρνείται τους πιο πάνω ισχυρισμούς των εναγόντων. Σίγουρα στα πλαίσια απόδειξης της προϋπόθεσης αυτής, οι ενάγοντες δεν έχουν υποχρέωση να προβούν σε ενδελεχή έρευνα αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της εναγομένης. Εκείνο που απαιτεί η νομολογία όμως, είναι ότι θα πρέπει να παραθέσουν κάποια μαρτυρία η οποία να τείνει να δείξει ότι η εναγόμενη είναι σε τέτοια οικονομική θέση που δεν θα μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εκδοθεί εναντίον της (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 785). Στην παρούσα περίπτωση, οι ενάγοντες αιτητές προβάλουν τη γενική και αόριστη θέση ότι από πληροφορίες που πήραν από κοινούς γνωστούς, η εναγόμενη αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, κάτι το οποίο η εναγόμενη αρνείται. Η θέση αυτή των εναγόντων δεν θεωρώ ότι είναι επαρκής για να καταδείξει μια γενικότερη εικόνα ότι πράγματι η εναγόμενη αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Κανένα στοιχείο δεν παρατίθεται που να τείνει να καταδείξει τέτοια οικονομικά προβλήματα ούτε συγκεκριμενοποιούνται αυτές οι πληροφορίες που πήραν οι ενάγοντες όπως ισχυρίζεται διευθυντής τους και από ποια πρόσωπα αυτές προήλθαν. Επίσης, η θέση που προβάλλεται ότι η εναγόμενη θα αποξενώσει το εν λόγω ακίνητο έτσι ώστε να μην είναι σε θέση οι ενάγοντες να εισπράξουν οποιοδήποτε ποσό δεν είναι ικανοποιητική για σκοπούς της προϋπόθεσης αυτής. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν μελλοντική απόφαση σε περίπτωση που υλοποιηθεί αυτή η πρόθεση της εναγομένης για αποξένωση και όχι η ίδια η πρόθεση της αυτή καθεαυτή. Περαιτέρω, να αναφερθεί ότι δεν μου διαφεύγει ότι η θέση των εναγόντων ότι το εν λόγω ακίνητο είναι η μοναδική περιουσία της εναγομένης αντιμετωπίζεται με σιωπή από την εναγομένη. Παρόλα αυτά, δεν έχουν παρουσιαστεί οποιαδήποτε στοιχεία από τους ενάγοντες που να καταδεικνύουν ότι το εν λόγω ακίνητο είναι η μοναδική περιουσία της εναγομένης, κινητή και ακίνητη. Ούτε έχουν παρουσιαστεί οποιαδήποτε στοιχεία ή τουλάχιστον να γίνει αναφορά ότι η εναγόμενη έχει χρέη ή οφείλει χρηματικά ποσά και δεν είναι σε θέση να τα καταβάλει ή ότι το εν λόγω ακίνητο έχει επιβαρύνσεις. Δεδομένου ότι το βάρος απόδειξης της προϋπόθεσης αυτής παραμένει στου ώμους των εναγόντων κρίνω ότι δεν έχει προσφερθεί ικανοποιητική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η εναγομένη βρίσκεται σε τέτοια οικονομική κατάσταση που δεν θα μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εκδοθεί εναντίον της. Να αναφερθεί επίσης, ότι στην ένορκη της ομολογία, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι είναι δημόσια υπάλληλος, κάτι που εξυπακούει την ύπαρξη κάποιων σταθερών εισοδημάτων από αυτή. Πέραν τούτου, δεν έχει προσφερθεί και οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την αξία του ακινήτου για το οποίο ζητείται η δέσμευση. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να δεσμεύσει τόσο μέρος του ακινήτου το οποίο απαιτείται για σκοπούς ικανοποίησης μελλοντικής δικαστικής απόφασης. Είναι γεγονός ότι ούτε η εναγόμενη κάνει αναφορά για την αξία του εν λόγω ακινήτου. Αν και δεν προωθεί άμεσα τη θέση για υπέρμετρη δέσμευση, εντούτοις γίνεται αναφορά από την εναγόμενη για το ύψος των αποζημιώσεων που ενδεχομένως να δικαιούνται οι ενάγοντες, το οποίο είναι πολύ μικρότερο από αυτό που ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Εκείνο το οποίο διαφαίνεται είναι ότι πέραν της αξίωσης των εναγόντων για την επιστροφή του ποσού των €3,000, οι υπόλοιπες αξιώσεις τους για απώλεια διαφυγόντος κέρδους δεν συγκεκριμενοποιούνται και υπάρχει αοριστία στους ισχυρισμούς τους. Αυτό είναι φανερό και από την ίδια τη θέση των εναγόντων που προβάλλεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση τους. Αρχικά αναφέρουν ότι αυτή η απώλεια μπορεί να είναι γύρω στις €50,000 και ακολούθως ότι αυτή μπορεί να είναι και η διπλάσια. Δεν υπάρχει σαφής και ξεκάθαρη μαρτυρία, τουλάχιστον στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, που να καθορίζει έστω ενδεικτικά την απώλεια αυτή. Η μόνη συγκεκριμένη μαρτυρία επί αυτού είναι το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 04/09/2010 με το οποίο υπενοικίασαν το εν λόγω ακίνητο για περίοδο ενός χρόνου έναντι του μηνιαίου ενοικίου των €400. Πέραν τούτου δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τις ενέργειες των εναγόντων για μείωση αυτής της ζημιάς που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ή θα υποστούν στο μέλλον από την παράβαση της σύμβασης από την εναγόμενη. Να διευκρινιστεί ότι οι πιο πάνω διαπιστώσεις γίνονται πάντοτε στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και με κανένα τρόπο δεν αποφασίζεται το ύψος των αποζημιώσεων που πιθανόν να δικαιούνται οι ενάγοντες. Εκείνο που διαπιστώνεται είναι ότι υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων που πιθανόν να δικαιούνται οι ενάγοντες. Τα πιο πάνω θα πρέπει να συσχετιστούν και με το ύψος της αξίας του επίδικου ακινήτου για το οποίο ζητείται η δέσμευση του. Ουδεμία μαρτυρία ή εκτίμηση έχει προσκομιστεί ούτε έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός από του ενάγοντες αναφορικά με την αξία του εν λόγω ακινήτου έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσο η δέσμευση του θα αφορά ολόκληρο το ακίνητο ή μέρος αυτού έτσι ώστε να μπορέσει να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον. Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και η προϋπόθεση του άρθρου 5
(1)του Κεφ. 6, δεν έχει αποδειχθεί από τους ενάγοντες. Πέραν τούτου, με βάση τα γεγονότα της παρούσα υπόθεσης θεωρώ ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της εναγομένης. Με δεδομένο ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να προσκομίσουν ικανοποιητική μαρτυρία αναφορικά με την αξία του ακινήτου που ζητούν την δέσμευση του σε συσχετισμό με το ύψος των αποζημιώσεων που δυνατό να δικαιούνται, ενόψει των αόριστων και ασαφών τους ισχυρισμών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Αυτό πάντοτε σε συσχετισμό και έχοντας υπόψη και το Συνταγματικό Δικαίωμα της εναγομένης να χρησιμοποιεί, απολαμβάνει, διαθέτει, ενεχυριάζει, δανείζει και υποθηκεύει την εν λόγω περιουσία της, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 23. Επίσης, να αναφερθεί ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για δέσμευση περιουσίας η οποία δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής και για σκοπούς εξασφάλισης τυχόν μελλοντικής απόφασης θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Μιχάλη Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759 αναφέρθηκε ότι η εξουσία του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις «πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους.» Τέλος και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα πρέπει να εξεταστεί και το θέμα του κατεπείγοντος, το οποίο εγείρεται με την ένσταση. Έχει νομολογηθεί ότι η παροχή θεραπείας μονομερώς αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται κατ' εξαίρεση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης για την παροχή ευκαιρίας στην άλλη πλευρά να ακουστεί. Το άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου εφαρμόζεται όλως εξαιρετικά σε περίπτωση επείγουσας ή άλλης ειδικής περίστασης που να δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος μονομερώς (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Βαλεντίνας Θεοφάνους, Πολιτική Αίτηση Αρ. 27/10, Ημερομηνίας 23/12/2010 και Αναφορικά με την αίτηση του Μάριου Τσιάτταλου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 140/2010, Ημερομηνίας 01/03/2011). Ο αιτητής έχει υποχρέωση να παραθέσει τέτοια μαρτυρία και στοιχεία που να δικαιολογείται η παράκαμψη του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλη πλευράς να ακουστεί. Απουσία του στοιχείου του κατεπείγοντος στερεί από το Δικαστήριο την ανάληψη σχετικής εξουσίας και επιφέρει την ακύρωση του διατάγματος λόγο έλλειψης δικαιοδοσίας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Οι ενάγοντες - αιτητές στην παρούσα αίτηση, με την ένορκη δήλωση αλλά κυρίως με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του διευθυντή τους, κ. Άριστου Σπύρου, αναφέρουν ότι η εναγομένη έχει δηλώσει στους ενάγοντες και δηλώνει μέχρι σήμερα ότι προτίθεται να πωλήσει σε άλλους τρίτους το ρηθέν ακίνητο. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι αρχές Φεβρουαρίου του 2011 ο ίδιος ο διευθυντής των εναγόντων επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την εναγομένη η οποία του ανέφερε ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό και ότι έχει αναθέσει την πώληση του διαμερίσματος σε μεσιτικά γραφεία στη Λεμεσό και ότι υπάρχει υποψήφιος αγοραστής που προσφέρει κοντά στη τιμή που έχει ζητήσει και είναι πολύ κοντά να πωλήσει το διαμέρισμα τις προσεχείς μέρες. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι αν συμβεί αυτό πιθανό οι ενάγοντες να μην δυνηθούν να εκτελέσουν μελλοντική απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους. Επίσης, αναφέρεται ότι η καθ' ής η αίτηση αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Προκύπτει επίσης, από το φάκελο της διαδικασίας ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 07/02/2011 και η παρούσα αίτηση την ίδια ημερομηνία και τα γεγονότα που την στηρίζουν αφορούν το χρονικό διάστημα αμέσως προ της καταχωρήσεως της. Ο κίνδυνος αποξένωσης της εν λόγω περιουσίας δεν απαιτείται να αποδειχθεί με την προσαγωγή μαρτυρίας. Εκείνο που έχει σημασία στην ανάληψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι η επίδραση που θα έχει στην ικανοποίηση μιας μελλοντικής απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποϊία «Λεωνικ» Λιμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και την προσκομισθείσα μαρτυρία από πλευράς αιτητών στην μονομερή αίτηση, κρίνω ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του κατεπείγοντος και της ανάληψης δικαιοδοσίας από πλευράς Δικαστηρίου για την έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς. Έχει προσαχθεί μαρτυρία και/ή ισχυρισμοί για την πρόθεση της εναγομένης να αποξενώσει το εν λόγω ακίνητο αλλά και ισχυρισμοί ότι λόγο της οικονομικής αδυναμίας της αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα στη μη ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ τους. Ως εκ τούτου ο λόγος ένστασης αυτός απορρίπτεται. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους τους οποίους έχουν αναφερθεί καταλήγω ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της συνέχισης της ισχύς του επίδικου διατάγματος. Δεν έχει τεκμηριωθεί η αδυναμία στην ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης εκδοθεί υπέρ των εναγόντων και ούτε έχει καταδειχθεί ότι η δυσχέρεια που θα προκληθεί από την συνέχιση της ισχύς του διατάγματος στην εναγομένη θα είναι λιγότερη ή εν πάσει περιπτώσει οι δυσμενείς συνέπειες γι αυτή θα είναι λιγότερες παρά για τους ενάγοντες. Ως εκ τούτου η αίτηση ημερομηνίας 07/02/2011 απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 09/02/2011 ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης - καθ' ής η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / interim Αναφορά: Πολιτική/Προσωρινό Διάταγμα/ δέσμευση ακινήτου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.