← Κύπρος

CHR KARAOLIS CONTRACTORS DEVELOPERS LIMITED κ.α. ν. ANGEL BAHTCHEVANOV κ.α., Αρ. Αγωγής 2305/2010, 9/5/2011

CHR KARAOLIS CONTRACTORS DEVELOPERS LIMITED κ.α. ν. ANGEL BAHTCHEVANOV κ.α., Αρ. Αγωγής 2305/2010, 9/5/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A139 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2305/2010 Μεταξύ:

  1. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS DEVELOPERS LIMITED
  2. KARAOLIS OVERSEAS MEΠΕ
  3. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΟΛΗΣ
  4. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΑΡΑΟΛΗΣ Εναγόντων και
  5. ANGEL BAHTCHEVANOV
  6. KRASIMIRA ASENOVA BAHTCHEVANOVA
  7. MARIA BAHTCHEVANOVA
  8. ZERMALMEN LIMITED
  9. ARBITRAGE & CO EOOD
  10. CORONA TOURS EOOD
  11. ZID COMMERCE EOOD
  12. ARAPIA RESORT AD
  13. VM CONSULT INTERNATIONAL EOOD
  14. VICTORIA HRISTOVA BALTALIYSKA
  15. PLAMEV IVANOV
  16. EVGENIA GAGASHEVA
  17. PANEMEX INVEST LTD
  18. KRASIMIR APOSTOLOV
  19. KONSTANTIN BORISLAVOV DRAMKIN
  20. NIKOLAEV PALAZOV Εναγομένων (Αίτηση ημερ. 18/3/2011) 9/5/2011 Για αιτητές - εναγόμενους 1, 2, 4 και 13: κα Καραπατάκη (για εκφώνηση της απόφασης η κα Παναγή) Για καθ'ων η αίτηση ενάγοντες: κος Γ. Χριστοδούλου (για εκφώνηση της απόφασης κα Μ. Ηλία) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ημερ. 18.3.11 οι αιτητές - εναγόμενοι 1, 2, 4 και 13 ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: A. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται η παράγραφος 1 του υπό του Δικαστηρίου εκδοθέντος την 28.04.2010 προσωρινού διατάγματος το οποίο κατέστη απόλυτο την 12.10.2010 ούτως ώστε η παγοποίηση και/ή η δέσμευση των λογαριασμών και/λή καταθέσεων των εναγομένων-καθ'ων η αίτηση να αφορά μόνο τους τραπεζικούς λογαριασμούς και/ή καταθέσεις αυτών που υφίσταντο την 28.4.2010 ημερομηνίας έκδοσης του σχετικού διατάγματος και/ή Β. Διατάγματος του Δικαστηρίου δια του οποίου να διευκρινίζεται και να καθιστά σαφές ότι η δέσμευση και/ή η παγοποίηση των λογαριασμών και καταθέσεων των εναγομένων - καθ'ων η αίτηση αφορά μόνο τους κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος υφιστάμενους λογαριασμούς, και/ή την απαγόρευση ανοίγματος νέου τραπεζικού λογαριασμού ή καταθέσεως. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του Μέρους ΙΙ του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 21, 29,31 και 32 στους Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο 31

(1)1992 στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1-4-8 και 9 στο κοινό δίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ο κ. Γρ, Καραπατάκης δικηγόρος των αιτητών προβαίνει στη στηρικτική της αίτησης ένορκη δήλωση, δηλώνοντας πρωταρχικά ως γνωρίζων τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης και ως δεόντως εξουσιοδοτημένος να το πράξει. Αφού τίθεται στην εν λόγω δήλωση η μονομερής έκδοση του προσωρινού διατάγματος και η διαταγή όπως γίνει απόλυτο μετά από ακρόαση τίθονται οι εξής θέσεις του κ. Καραπατάκη. «
  1. Ως με ενημέρωσαν οι εναγόμενοι έχουν ζητήσει να ανοίξουν τραπεζικό λογαριασμό σε Κυπριακή τράπεζα καις ε τράπεζα της Βουλγαρίας όμως τους έχουν αρνηθεί το άνοιγμα ένεκα του γεγονότος ότι θεωρούν ότι το εκδοθέν διάταγμα απαγορεύει το άνοιγμα οιουδήποτε νέου τραπεζικού λογαριασμού.
  2. Ως δικηγόροι, μας έχουν ζητήσει οι εναγόμενοι να εκφράσουμε την νομική μας άποψη κατά πόσο το εκδοθέν διάταγμα απαγορεύει στους εναγόμενους να ανοίξουν νέο τραπεζικό λογαριασμό. Είναι η άποψη μας ότι το εκδοθέν υπό του Δικαστηρίου διάταγμα παγοποιεί όλους τους υπάρχοντες λογαριασμούς των εναγομένων που ήσαν ανοιγμένοι σε τράπεζες την 28.4.2010 και δεν αφορά η παγοποίηση το άνοιγμα και την λειτουργία νέων τραπεζικών λογαριασμών και καταθέσεων. Αυτό ήτο δε και το αίτημα των αιτητών - εναγόντων οι οποίοι ζήτησαν και πέτυχαν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος δια την παγοποίηση των τραπεζικών λογαριασμών των εναγομένων δια την διαφύλαξη και διατήρηση τυχόν χρημάτων υπήρχαν κατατιθέμενα σε τραπεζικούς λογαριασμούς προς εξασφάλιση των, σε τυχόν υπέρ αυτών έκδοση απόφασης.
  3. Θεωρούμε ότι το εκδοθέν υπό του δικαστηρίου διάταγμα είναι γενικό και/ή μερικώς ασαφές και/ή μη ξεκάθαρη η ερμηνεία του, επίσης οι εναγόμενοι θεωρούν ότι είναι ορθό και δίκαιο να τροποποιηθεί η παράγραφος 1 του εκδοθέντος υπό του Δικαστηρίου διατάγματος ούτως ώστε να καθίσταται ξεκάθαρο και σαφές ότι η δέσμευση ούτως ώστε να καθίσταται ξεκάθαρο και σαφές ότι η δέσμευση και/ή η παγοποίηση αφορούσε υπάρχοντες τραπεζικούς λογαριασμούς και καταθέσεις των εναγομένων κατά την 28.4.2010 ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος.
  4. Οι εναγόμενοι με το εκδοθέν διάταγμα της παραγράφου 1 έχουν οδηγηθεί σε οικονομική καταστροφή. Ούτοι είναι επιχειρηματίες, ασχολούνται με εμπορικές συναλλαγές και ως συνέπεια της έκδοσης του διατάγματος της παραγράφου 1 δεν μπορούν να εργασθούν δεν μπορούν να ανοίξουν τραπεζικές πιστώσεις, ούτε να καταθέσουν χρήματα από νέες εμπορικές δραστηριότητες των που δεν έχουν καμία σχέση με την παρούσα διαφορά.
  5. Οι εναγόμενοι και εγώ ως δικηγόρος αυτούς θεωρούμε ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο τροποποιήσει την παράγραφο 1 του υπ' αυτού εκδοθέντος διατάγματος κατά τρόπο ώστε να καθίσταται σαφές ότι η παράγραφος 1 αυτού αφορά υπάρχοντες τραπεζικούς λογαριασμούς και καταθέσεις των εναγομένων κατά την 28.4.2010». Οι αιτητές και στις αγορεύσεις της κας Καραπατάκη επέμεναν επί των πιο πάνω θέσεων τους, ειδικά στο ορθό δικονομικό βάθρο της αίτησης επικαλούμενοι για του λόγου το αληθές την υπόθεση Global Consolidator Ltd (τώρα Global Consolidator Public Ltd και πρώην LK Global Soft.Com Ltd) για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων τύπου Mandamus και/ή Certiorari και συνακόλουθες θεραπείες
(2006)1 Α.Α.Δ
  1. Η καταχωρηθείσα ένσταση, όπως αναλύθηκε και από τον κ. Χριστοδούλου, προέβαλε τα ακόλουθα θέματα:
  2. Το Δικαστήριο στερείται δικονομικής δυνατότητας «να ερμηνεύει τα διατάγματα του ούτε να λειτουργεί ως εφετείο του εαυτού του».
  3. Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Με την ένσταση τους κατά την ακρόαση του διατάγματος (αν θα εγένετο απόλυτο) οι εναγόμενοι ήγειραν θέμα αοριστίας ή ασάφειας του διατάγματος και αυτό έχει κριθεί και το Δικαστήριο, ή εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε κατά την ακρόαση τότε να τεθεί το θέμα και όχι τώρα.
  4. Η ένορκη δήλωση του κ. Καραπατάκη ως προερχόμενη από δικηγόρο και χωρίς επεξήγηση για την παράλειψη των αιτητών να προβούν σε ένορκη δήλωση πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαπίστωση αντικανoνικότητας της ένορκης δήλωσης του.
  5. Οι αιτητές δεν ήρθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. Στην ένορκη δήλωση του κ. Καραολή γίνονται σαφείς τοποθετήσεις για είσπραξη ενοικίων εκ μέρους των εναγομένων κ.α. για άλλα θέματα (π.χ. υπέρογκα τους χρέη σε βουλγαρικές τράπεζες που δεν έχουν αποπληρωθεί) και δεν υπήρξε ούτε αντεξέταση του κ. Καραολή ούτε άρνηση τους μ' άλλο τρόπο ώστε να δεσμεύουν τους αιτητές. Το θέμα πρώτιστα είναι να ξεκαθαριστεί το τι ακριβώς επιδιώκεται με την παρούσα αίτηση, ώστε να κριθεί η δυνατότητα του Δικαστηρίου - δικονομική και ουσιαστική - στην έκδοση των αιτουμένων θεραπειών. Η φύση των δύο παρακλητικών της αίτησης ως πιο πάνω παρατίθεται είναι είτε η τροποποίηση του διατάγματος είτε η ερμηνεία του. Όμως στη πραγματικότητα η αναγκαιότητα της αίτησης, κατά την κρίση των αιτητών, προκύπτει από την πεποίθηση τους ότι το διάταγμα είναι γενικό ή ασαφές. Αυτή είναι η προβαλλόμενη πηγή ανησυχίας τους ομού με την «μεταφερόμενη» αντίληψη των υπαλλήλων των τραπεζών «που δεν ερμηνεύουν το διάταγμα σωστά». Δεν έχω αμφιβολία ότι γενική δικονομική δυνατότητα να κρίνω και να ερμηνεύω το καταστέν απόλυτο διάταγμα του Δικαστηρίου μετά από ακροαματική διαδικασία δεν έχω. Ειδικά αφού τέτοια θέση ετέθη στα πλαίσια εκείνα και διατυπώθηκε κρίση του Δικαστηρίου (βλ. σελ. 14 της απόφασης μου στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Αναφορικά με τις θέσεις επί της διατύπωσης των διαταγμάτων, δεν διέγνωσα να υπάρχει πρόβλημα ούτε αοριστίας ούτε ασάφειας του περιεχομένου αυτών. Δεν διαφωνώ βέβαια ότι είναι δραστικά στην υφή τους διατάγματα, αλλά αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ο,τιδήποτε»). Όλα τα προβαλλόμενα στη νομική βάση της αίτησης άρθρα δεν αφορούν «ερμηνεία διατάγματος». Μια τέτοια προσέγγιση, έτσι γενικά θεωρούμενη, θα άφηνε πληγές στο θέμα της τελεσιδικίας των αποφάσεων, ανάλογα αν υπήρχε ορθή ή όχι αντίληψη τους από τον οποιοδήποτε η οποία αντίληψη μάλιστα μεταφέρεται γενικά ως η αιτία επανανοίγματος της υπόθεσης. Ούτε το άρθρο 31 του Ν.14/60 που αφορά το πλαίσιο ουσιαστικού Δικαίου που τα κυπριακά δικαστήρια εφαρμόζουν, ούτε το άρθρο 32, παρέχουν τέτοια δικαιοδοσία «ερμηνευτική» στα πρωτόδικα δικαστήρια, μετά επαναλαμβάνω που το θέμα τελεσίδικα έχει κριθεί. Τώρα, αν το θέμα έπρεπε να κριθεί ως θέμα τροποποίησης και πάλιν η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Με βάση την πάγια νομολογία τέτοια δυνατότητα αίτησης τροποποίησης μπορούσε κατ' αρχήν να στοιχειοθετηθεί (α) αν το θέμα δεν είχε αποφασισθεί ad hoc στην πρώτη απόφαση (ή θα μπορούσε εύλογα να τεθεί) και (β) υπήρξε ουσιαστική αλλαγή στις συνθήκες και νέα γεγονότα, κάτι βέβαια που εδώ δεν συμβαίνει. (Βλ. Steven Gee, Commercial Injunctions, 5η έκδοση, σελ. 715 Chanel Ltd v. F. W. Woolworth &Co Ltd
(1981)1 WLR 485): Mε έχει προβληματίσει η προτεινόμενη εμβέλεια της απόφασης Global Consolidator Ltd ανωτέρω που παρέθεσε η κα Καραπατάκη ως ενδεικτική της δυνατότητας του Δικαστηρίου να παραχωρεί θεραπείες ως οι παρούσες. Εχω μελετήσει την πιο πάνω υπόθεση. Σαφώς διαφοροποιείται από την παρούσα αφού στη Global το ίδιο το εκδοθέν διάταγμα (το οποίο επίσης κατέστη απόλυτο) τοποθετούσε a priori στην εναγόμενη συγκεκριμένο βάρος ικανοποίησης του Δικαστηρίου για δυνατότητα κατοχής περιουσιακών στοιχείων που «κατέχονται κατά την συνήθη πορεία της επιχείρησης» (βλ. σελ. 467 και 468). Είναι χρήσιμο να τεθεί σχετικό απόσπασμα απο την Global: «.....η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο ζητώντας διάταγμα ή δήλωση ότι η πώληση και μεταβίβαση δύο ακίνητης και η είσπραξη και διάθεση του προϊόντος πώλησης τους ενέπιπτε στη συνήθη πορεία της επιχείρησης της και ενέπιπτε στα πλαίσια του εν λόγω διατάγματος, όπως και ακόλουθο διάταγμα ή δήλωση ότι η αιτήτρια ήταν ελεύθερη να μεταβιβάσει και εγγράψει τα ακίνητα στο όνομα των αγοραστών και να εισπράξει το τίμημα για σκοπούς επιχείρησης της». «Ο ευπαίδευτος πρόεδρος, ο οποίος είχε ακούσει και οριστικοποιήσει το διάταγμα, απέρριψε την αίτηση μετά από ακρόαση. Θεωρώντας ότι η αίτηση δεν αφορούσε τροποποίηση του διατάγματος αλλά επεδίωκε δήλωση ότι συγκεκριμένες μεταβιβάσεις δεν ενέπιπταν στα πλαίσια του, κατέληξε ότι (σελίδες 8 - 10): Τέτοια θεραπεία δεν μπορεί όμως να δοθεί. Όχι μόνο γιατί δεν εμπίπτει σε οποιαδήποτε γνωστή ουσιαστική δικονομική διάταξη εφόσον δεν πρόκειται για αίτηση τροποποίησης, αλλά και γιατί στην ουσία είναι ως να ζητείτο από το Δικαστήριο να διευκρινίσει ή να αποφασίσει την εμβέλεια του δικού του διατάγματος που έχει οριστικοποιήσει με τη σχετική απόφαση του. Το λεκτικό του διατάγματος είναι καθαρό και οποιαδήποτε «επέμβαση» από το παρόν δικαστήριο σε αυτό το στάδιο στο λεκτικό του διατάγματος ή στην έννοια του θα ήταν λανθασμένη, δεδομένου ότι διάταγμα υπόκειται σε έφεση, η οποία έχει ήδη καταχωρηθεί, το δε Ανώτατο Δικαστήριο είναι πλέον το μόνο αρμόδιο όργανο να κρίνει την ορθότητα ή μη ολόκληρου ή μέρους του σκεπτικού της απόφασης του Δικαστηρίου αυτού περιλαμβανομένου και του λεκτικού το οποίο το Δικαστήριο θεώρησε ορθό να αφήσει ανέπαφο, αφού εξέτασε προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί προηγουμένως. Διευκρίνιση θα σήμαινε εκ των υστέρων διαφοροποίηση του λεκτικού που το Δικαστήριο θεώρησε ορθό γι ατη συνέχιση του προσωρινού διατάγματος. Σημειώνεται ότι η αναφορά στα συγγράμματα για αίτηση διευκρίνισης γίνεται από τρίτα πρόσωπα που επηρεάζονται από το διάταγμα με σκοπό τον καθορισμό των παραμέτρων επηρεασμού τους από το διάταγμα, έτσι που να μην υπόκεινται σε κυρώσεις, καταστρατήγηση ή παρακοή του διατάγματος. Αυτός ήταν και ο σκοπός της παρέμβασης της τράπεζας στην υπόθεση Z Ltd v. A-Z and AA - LL
(1982)Q.B.
  1. Εδώ όμως η αιτήτρια δεν είναι ένα τρίτο επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο, αλλά η ίδια είναι διάδικος και επομένως όφειλε έγκαιρα να γνωστοποιούσε στο Δικαστήριο και τους αντιδίκους της την ύπαρξη της αγοραπωλησίας των ακινήτων, όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω». Ο Δικαστής Χατζηχαμπής επιλαμβανόμενος του αιτήματος για certiorari της πρωτόδικης προσέγγισης ως του πιο πάνω ανάφερε: «Εδωσα άδεια για καταχώριση της ενώπιον μου αίτησης για εξασφάλιση διαταγμάτων certiorari και mandamus σε βάση ότι προέκυπτε ενδεχόμενο σφάλμα του ευπαιδεύτου προέδρου ως προς την αντίληψη του ότι δεν είναι δικαιοδοσία να επιληφθεί αίτησης η οποία επιδιώκει οδηγίες του Δικαστηρίου για τη λειτουργική εφαρμογή διατάγματος. Και τούτο στη βάση ότι, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε ευρύτερης δυνατότητας διαδίκου, συμφυούς προς την ίδια την έκδοση του διατάγματος, να αποταθεί στο Δικαστήριο για τέτοιες οδηγίες, οι όροι του εκδοθέντος διατάγματος ήσαν τέτοιοι ώστε να επιτρέπουν στην αιτήτρια να πράξει τούτο. Το διάταγμα, εμποδίζοντας αφ'ενός διάθεση περιουσιακών στοιχείων, αφ' ετέρου ρητά προνοούσε «εκτός εάν η εναγόμενη 6 ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ή χρήματα κατέχονται κατά τη συνήθη πορεία της επιχειρήσεως της εναγόμενης και δεν πρόκειται να μεταβιβαστούν, αμέσως, ή εμμέσως στον ή προς ή προς όφελος του εναγομένου 1». Μόνο λοιπόν με αίτηση προς το Δικαστήριο για να αποφανθεί κατά πόσο οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο ενέπιπτε ή όχι στην εξαίρεση μπορούσε να έχει νόημα και λειτουργικότητα το διάταγμα και να αποφεύγετο αδιέξοδο σε περίπτωση διαφωνίας. Και ασφαλώς η δυνατότητα αυτή δεν παρείχετο μόνο σε τρίτο πρόσωπο αλλά, και κατ' εξοχήν στον ίδιο τον επηρεαζόμενο διάδικο». H πιο πάνω προσέγγιση δεν διαφοροποιεί τις πάγιες αρχές της τελεσιδικίας. Η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να εκληφθεί ως αίτημα για την λειτουργική αποτελεσματικότητα του εκδοθέντος διατάγματος που προέκυψε μεταγενέστερα. Το θέμα της ασάφειας του διατάγματος είχε ευθύς εξ αρχής τεθεί στην ακροαματική διαδικασία και έχει αποφασισθεί. Δεν έχω πεισθεί ότι εν προκειμένω πρόκειται για «νέα γεγονότα» αλλά απλώς για επαναφορά θέματος που εκρίθη ή θέματος που οι εναγόμενοι όφειλαν να θίξουν στην πρώτη διαδικασία ως πρόβλημα που αντιμετώπιζαν ως εκ της δραστικότητας του διατάγματος ζητώντας είτε ακύρωση είτε περιορισμό είτε προβαίνοντας σε οποιαδήποτε άλλη υπόδειξη για να ασκηθεί καλύτερα η κρίση του Δικαστηρίου. Η επαναφορά θέματος με αυτό τον τρόπο δια της παρούσης αίτησης ευθέως πλήττει την αρχή της τελεσιδικίας. Στην υπόθεση
  2. K.S.R. Comercio e Industria de Papel S. A. & άλλων ν. Bluecoral Navigation Limited, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 35/89 29.3.95
(1995)1 Α.Α.Δ σελ. 309, ο Δικαστής Νικήτας προβαίνει στις εξής εύστοχες παρατηρήσεις: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε τη τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Ετσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα». Tο θέμα της εγειρόμενης αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης από δικηγόρο δεν κρίνεται in abstracto, αφού είναι μεν επιθυμητό να αποφεύγονται τέτοιες δηλώσεις αλλά δεν οδηγούμαστε σε ανελαστικό κανόνα ουσιαστικής παρατυπίας άνευ ετέρου. Ούτε η υπόθεση Dmitry Rybolovlev - v - Elena Rybolovleva Πολ. Εφεση 130/2009 ημερ. 29.1.2010 που παρέθεσε ο κ. Χριστοδούλου δεν οδηγεί σε τέτοιο συμπέρασμα. Θα έλεγα όμως ότι η ένορκη δήλωση του κ. Καραπατάκη αντανακλά την αναποτελεσματικότητα του πραγματικού υπόβαθρου που στηρίζει τα αιτήματα. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ'ων η αίτηση, ως θα υπολογισθούν από Πρωτοκολλητή πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ Πιστον Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης/ερμηνεία διατάγματος που έγινε απόλυτο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.