← Κύπρος

Σε Πτώxευση: Άριστου Προκοπίου, Ειδοπ. Πτωχ. Αρ. 10/11, 10 Μαΐου 2011

Σε Πτώxευση: Άριστου Προκοπίου, Ειδοπ. Πτωχ. Αρ. 10/11, 10 Μαΐου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A142 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Ειδοπ. Πτωχ. Αρ. 10/11 Πρωτοκολλητείο Λεμεσού Σε Πτώxευση: Άριστου Προκοπίου, (Α.Τ.556513), εκ Λεμεσού Οδός Αργυρόκαστρου 14, Bayview/Terrace Γ, Διαμ. 2 & 3, Παρεκκλησιά Λεμεσός ---------------------------- Αίτηση ημερ. 24.1.2011 για παραμερισμό Ειδοποίησης Πτώχευσης 10 Μαΐου 2011 Για τον αιτητή: κ. Α. Τερέντης Για τους πιστωτές-καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Μαστορούδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εταιρεία Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εξέδωσαν, στις 7.1.2011, ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του Άριστου Προκοπίου, ο οποίος φέρεται στην παράκληση για έκδοση πτωχευτικής ειδοποίησης, από τη Λεμεσό. Την αίτηση ακολούθησε μετά την επίδοση της στις 19.1.2011, η καταχώριση αίτησης ημερομηνίας 24.1.2011 με την οποία επιζητείται η ακύρωση της ειδοποίησης που εξεδόθη στις 7.1.2011. Στην ειδοποίηση επισυνάπτεται πιστό αντίγραφο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 4.4.2005 στην Αγωγή Αρ. 1829/03, με ενάγοντες την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ και ως εναγόμενους, ανάμεσα σε άλλα πρόσωπα, και τον αιτητή. Στην απόφαση, ανάμεσα σε άλλα, οι εναγόμενοι 1 και 2 διατάσσονται να πληρώσουν στον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.302.561,12σ πλέον τόκο 11,75% το χρόνο από 15.1.2003 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα με αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι 1.6.2005 και περαιτέρω αναστολή από μήνα σε μήνα εφόσον οι εναγόμενοι καταβάλλουν το ποσό των Λ.Κ.3.500,00 μηνιαίως μέχρι 1.9.2005 και ακολούθως, περαιτέρω αναστολή επίσης από μήνα σε μήνα, όπως με λεπτομέρεια προνοείται στην απόφαση, μέχρι εξόφλησης. Με την αίτηση του ο χρεώστης προβάλλει θέματα που άπτονται της εγκυρότητας της ειδοποίησης πτώχευσης και που συνοψίζονται σε τυπικούς και ουσιαστικούς λόγους: Ο χρεώστης διαμένει εντός της επαρχίας Πάφου πέραν των τελευταίων έξη μηνών, ενώ η ειδοποίηση αναφέρει πως «εργάζεται πέραν των τελευταίων έξη μηνών στη Λεμεσό». Ότι δεν υπάρχει ταυτότητα ως προς το όνομα των εναγόντων και των εδώ αιτητών: η όποια διαδικασία ακολουθήθηκε εκ μέρους των τελευταίων, είναι αντικανονική. Η αίτηση και Ειδοποίηση Πτώχευσης δεν αναφέρουν οποιαδήποτε νομική βάση και είναι εντελώς παράτυπες και άκυρες. Πέραν των όσων εισάγονται με την ένορκη δήλωση, ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει ένα ακόμα ζήτημα κανονικότητας με την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του, κάτω από τον τίτλο Εισήγηση: Η απόφαση έχει λήξει και δεν έχει ανανεωθεί μετά την πάροδο, όπως αντιλαμβάνομαι, έξη χρόνων από την έκδοση της. Η ένσταση προβάλλει: Ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένες πρόνοιες του περί Πτωχεύσεως Νόμου. Η αίτηση είναι παράτυπη και δεν έχει ακολουθηθεί η ενδεδειγμένη διαδικασία. Περιλαμβάνει άσχετους ισχυρισμούς έξω από το πλαίσιο της φύσης της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Με τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέθεσαν σχετικές αυθεντίες, υποστηρίζοντας τις αντίστοιχες θέσεις τους. Κρίνω πως προέχει η εξέταση των τυπικών ζητημάτων πριν την εξέταση του μοναδικού και ουσιαστικού ζητήματος που εγείρεται: την ύπαρξη χρέους και το αμφίβολο, κατά τον αιτητή, και μη αποκρυσταλλωμένο, υπόλοιπο εκ της δικαστικής αποφάσεως, ποσό. Έχει νομολογηθεί επανειλημμένως ότι η πτωχευτική διαδικασία συνιστά πρωτογενή διαδικασία και όχι ενδιάμεση, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, οποιοδήποτε πρόβλημα παρουσιάζεται είναι δυνατό και να θεραπευθεί. Τρύφωνος ν. Παγκυπριακής

(1993)1 Α.Α.Δ. 706 και Σιάτης ν. Λοίζου Αρ. 2
(1994)1 Α.Α.Δ 226, όπου η απουσία αναφοράς σε διεύθυνση του χρεώστη, ένα από τα στοιχεία που επιτακτικά συμπεριλαμβάνονται στην αίτηση πτώχευσης, χαρακτηρίστηκε ως θεραπεύσιμη παρατυπία, η οποία δεν λειτουργεί καταλυτικά για την αίτηση: καθοριστικό στοιχείο είναι το κατά πόσο ο χρεώστης έχει με οποιοδήποτε τρόπο, λόγω της παρατυπίας, παραπλανηθεί ή υποστεί οποιαδήποτε βλάβη. Για να συνεχίσει η πιο πάνω απόφαση, πως ο Κ.2 των περί Πτωχεύσεων Κανονισμών παρέχει το μηχανισμό διάσωσης αιτήσεων αυτής της φύσης, ανεξαρτήτως της ύπαρξης αντικανονικότητας ή παρατυπίας. Ο Κ.39 των περί Πτωχεύσεων Κανονισμών προσδιορίζει το μέσο και τον τρόπο υποβολής της αίτησης. Ο πιστωτής υποχρεούται να παρουσιάσει πιστοποιημένο αντίγραφο της απόφασης, την ειδοποίηση και την παράκληση. Ακόμη θα πρέπει να παραδώσει στον Πρωτοκολλητή δυο αντίγραφα της Ειδοποίησης Πτώχευσης για σφράγιση και επίδοση. Για να καταστεί δυνατή η στοιχειοθέτηση Ειδοποίησης Πτώχευσης θα πρέπει να υπάρχει σε ισχύ εκτελεστή απόφαση: Νικολαϊδης ν. Φέττα
(1992)1 Α.Α.Δ. 910 και Άρθρο 3
(1)(g) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, όπου επιβάλλει την ύπαρξη τελικής εκτελεστής απόφασης. Στην τελευταία υπόθεση τονίστηκε ότι η απόφαση είναι εκτελεστή εάν δεν υπάρχει αναστολή εκτέλεσης. Ζήτημα που αποφασίστηκε με τον ίδιο τρόπο στην Τρύφωνος ν. Παγκυπριακή, πιο πάνω. Παρόλο που το ζήτημα της μη ανανέωσης της απόφασης ή της προηγούμενης λήψης άδειας για εκτέλεση της, δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πριν την σύνταξη της Ειδοποίησης Πτώχευσης, δεν εγείρεται με την αίτηση, παρά μόνο όπως έχω πει, ως «εισήγηση», με την γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του, εν τούτοις, κρίνω ότι θα πρέπει να το εξετάσω αυτεπαγγέλτως. Η Δ.40 θ.8 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών επιβάλλει την ανανέωση της απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Η Δ.40 θ.8 αντιστοιχεί με την παλαιά Αγγλική Διαταγή O.42 r.
  1. Στο Annual Practice 1956 κάτω από τον τίτλο Bankruptcy Notice, σελ. 761 προβλέπεται πως: "Bankruptcy Notice - Although the issue of a bankruptcy notice is not "execution" (see (n.) to last Rule), in practice the Bankruptcy Court requires the fiat of a Master (Q.B.D.) before a notice will issue founded on a judgment more than six years old." Σχετική αναφορά γίνεται και στο Halsbury΄s Laws of England, 3η ΄Εκδοση, Vol.2, σελ.
  2. Ως καταληκτικό συμπέρασμα στο τέλος της ημέρας: απαιτείται προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου στη βάση της Δ.40, θ.
  3. Έστω και αν η πτωχευτική διαδικασία δεν συνιστά μέτρο εκτέλεσης, απαιτείται η λήψη προηγούμενης άδειας του Δικαστηρίου μετά την πάροδο έξη χρόνων από την απόφαση. Στη εδώ περίπτωση, όπου η απόφαση εξεδόθη στις 4.4.2005, γεγονός που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, και η παράκληση για έκδοση πτωχευτικής ειδοποίησης καταχωρίστηκε στις 7.1.2011, η δε επίδοση προς τον χρεώστη έγινε προσωπικά όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση επίδοσης (Δ.5 Κ.2) στις 19.1.2011, ενώ ακολουθεί η καταχώριση της υπό εκδίκαση αίτησης στις 24.1.2011, δεν έχουν συμπληρωθεί τα έξη χρόνια. Ήταν λοιπόν κρίνω, δυνατή η έναρξη της διαδικασίας χωρίς να απαιτείται προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου. Η υπόθεση βεβαίως τροχιοδρομήθηκε μετά την πρώτη εμφάνιση στις 21.2.2011, για ακρόαση στις 3.5.2011, οπότε και επιφυλάχθηκε η απόφαση, το γεγονός όμως αυτό κατά την κρίση μου δεν αλλάζει την κατάληξη του Δικαστηρίου. Παραμένει ως ουσιαστικό γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, 7.1.2011, η απόφαση στην οποία στηρίζονται η Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως, δεν είχε λήξει. Ο χρεώστης φέρει όπως είπα τον εαυτό του να διαμένει στην Πάφο πέραν των τελευταίων έξη μηνών. Προς απόδειξη προσκομίζει ως Τεκμ.Α: αντίγραφο απόδειξης πληρωμής σκυβάλων για το έτος 2010 του Δήμου Πάφου. Ο κ. Μαστορούδης εισηγείται πως ο χρεώστης έχει λάβει γνώση αναφορικά με την ύπαρξη της Ειδοποίησης Πτώχευσης, σύμφωνα με τους θεσμούς: αφέθηκε στο σπίτι στο οποίο ανευρέθη, εντός της επαρχίας Λεμεσού, πιστό αντίγραφο της αίτησης, όπως βεβαιώνει ο επιδότης, μετά από άρνηση του χρεώστη να την παραλάβει. Το άρθρο 88
(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5 προδιαγράφει πως ο χρεώστης θα πρέπει να διαμένει ή να διεξάγει εργασίες, στην επαρχία, στο Δικαστήριο της οποίας εισάγεται η πτωχευτική αίτηση, για μεγαλύτερη των προηγουμένων έξη μηνών περίοδο, και όχι κατ' ανάγκη για ολόκληρη την περίοδο. Πρόνοια που ακολουθείται και με το Κ.
  1. Στην Ειδοποίηση Πτώχευσης αναφέρεται ρητά ότι ο χρεώστης «εργάζεται στη Λεμεσό». Ο ίδιος με την ένορκη του δήλωση, § 3 περιορίζεται στη διαμονή του. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος προσδιορισμού του ζητήματος από τη μεριά του και φανερό ότι διά της σιωπής επιδιώκει να αποφύγει να τοποθετηθεί. Είναι η κατάληξη μου πως, από τη στιγμή που δεν αμφισβητείται ρητώς ότι εργάζεται στη Λεμεσό, όπως του αποδίδεται και ότι ο ίδιος έλαβε γνώση της διαδικασίας με την επίδοση της Ειδοποίησης, ικανοποιείται ένα από τα δυο σκέλη του άρθρου
  2. Με ειδοποίηση τους προς το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας οι ενάγοντες ενημέρωσαν το αρμόδιο Πρωτοκολλητείο ότι έχουν μετονομασθεί σε Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ, παραπέμποντας στο σχετικό πιστοποιητικό αλλαγής του ονόματος των εναγόντων από τον Έφορο Εταιρειών, ακριβές αντίγραφο του οποίου επίσης επισυνάπτεται ως τεκμήριο. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό καταγράφω ως γεγονός ότι δημόσιες εταιρείες είναι αναγκαίο να συμπεριλάβουν στην ονομασία τους τις λέξεις: «Δημόσια Εταιρεία» συμφώνως του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, Νόμος 24
(1)/05 και 129
(1)/
  1. Ως εκ τούτου όντως είναι απαραίτητη η μετονομασία, όχι όμως αυτομάτως και ως εκ του Νόμου, αλλά με τη διαδικασία που προνοείται από τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Είναι λοιπόν ορθή η θέση που προβάλλει ο συνήγορος του χρεώστη ότι δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που προνοείται στους θεσμούς για αλλαγή του ονόματος των πιστωτών. Οι πιστωτές καταχώρισαν, όπως έχω ήδη αναφέρει, τη σχετική ειδοποίηση προς το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, επισυνάπτοντας πιστοποιητικό αλλαγής του ονόματος τους. Και πάλι το ζήτημα δεν μπορεί να καλύψει την αναγκαιότητα τροποποίησης του τίτλου και του ονόματος των πιστωτών. Ωστόσο το θέμα αυτό θα το αντίκριζα ως μια απλή αντικανονικότητα που δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα της Ειδοποίησης Πτώχευσης στη βάση του άρθρου 102 του Κεφ.
  2. Έρχομαι στη συνέχεια να εξετάσω τους ουσιαστικούς λόγους που εγείρονται με την ένορκη δήλωση του χρεώστη και ειδικότερα τη θέση πως οι πιστωτές δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη του ισχυριζόμενου χρέους. Στο ίδιο πλαίσιο ότι η αίτηση αποκαλύπτει ότι οι πιστωτές αξιώνουν μεγαλύτερα ποσά από αυτά για τα οποία εκδόθηκε απόφαση, της οποίας αμφισβητείται και η «πιστότητα»: Δεν συνάδει, είναι ο ισχυρισμός του χρεώστη, με την απόφαση που εκδόθηκε στις 4.5.2005, η απόφαση είναι «αλλαγμένη» ή «παραποιημένη». Διακρίνεται δε από το πιστό αντίγραφο της απόφασης που ο ίδιος επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση. Θα πρέπει πριν εξετάσω την ουσία του ζητήματος να προχωρήσω σε διαπιστώσεις όσον αφορά τα πιο πάνω, ως πραγματικό γεγονός. Εξόφθαλμα διαπιστώνεται από αντιπαράθεση των δυο κειμένων, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί εκατέρωθεν, πως και τα δυο αποτελούν πιστό αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 4.4.2005 στην Αγωγή Αρ. 1829/
  3. Και τα δυο αντίγραφα φέρονται να συντάχθηκαν στις 29.6.2005 και τα δυο φέρουν υπογραφή του αρμόδιου Πρωτοκολλητή. Όντως διαπιστώνω από αντιπαραβολή των δυο κειμένων, πως υπάρχουν κάποιες διαφορές που δεν επεξηγήθηκαν, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από αρμόδιο πρόσωπο, ώστε να δοθούν τελικές απαντήσεις. Εκείνο όμως που μπορεί να διαπιστωθεί εκ των πραγμάτων είναι πως, στην ουσία της η απόφαση ως προς το οφειλόμενο ποσό, την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων και την αναστολή εκτέλεσης δεν έχουν καμία απολύτως διαφορά. Οι «δυο αποφάσεις» διαφέρουν σε επουσιώδεις λεπτομέρειες: ως προς την πρώτη παράγραφο της απόφασης για παραμερισμό προηγούμενης απόφασης του Δικαστηρίου, και ως προς τις πρόνοιες σε αναφορά με άλλους εναγομένους, τους εναγομένους 1, να ενεργήσουν για εγγραφή πάγιας επιβάρυνσης. Ζητήματα που ούτε αφορούν στον Χρεώστη-εναγόμενο 2, αλλά ούτε και επηρεάζουν ή καθιστούν την απόφαση του Δικαστηρίου ή το υπόλοιπο εκ της δικαστικής αποφάσεως ποσό, αμφίβολο και όχι αποκρυσταλλωμένο, όπως ισχυρίζεται ο χρεώστης με την ένορκη του δήλωση. Είναι η κατάληξη μου πως το γεγονός της «διαφοροποίησης της απόφασης», σε συνδυασμό με την θολή τοποθέτηση του χρεώστη, ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο δεν είναι αποκρυσταλλωμένο «λόγω του ότι έχουν καταβληθεί ποσά μετά την απόφαση», σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(g) του Κεφ.5, δεν αφήνουν άλλα περιθώρια εκτός από την απόρριψη της εισήγησης: Συμφώνως με τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, ο χρεώστης οφείλει, εντός επτά ημερών από της επιδόσεως της ειδοποίησης, είτε να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση ή ανταξίωση που ισούται ή υπερβαίνει το αιτούμενο ποσό και την οποία ανταπαίτηση ή ανταξίωση ή και συμψηφισμό, δεν μπορούσε να εγείρει στην αγωγή στην οποία λήφθηκε η απόφαση. Αυτές είναι και οι μόνες προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο για να μπορέσει ένας χρεώστης να εισηγηθεί την ακύρωση της ειδοποίησης. Εάν ο χρεώστης επιθυμεί να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα, όπως εξόφληση ή αναστολή, τότε η προθεσμία των τριών ημερών μέσα στην οποία πρέπει να καταχωρήσει την ένορκη δήλωση για ακύρωση δεν ισχύει, αλλά θα πρέπει τότε να καταχωρίσει αίτηση προς ακύρωση. O. Griffiths: The law relating to Bankruptcy, 8η Εκδ., σελ. 14-15 και Williams on Bankruptcy, 18η Έκδ., σελ.44. Στην περίπτωση μας έχει καταχωριστεί αίτηση για ακύρωση, οπότε δεν συντρέχει η προθεσμία των τριών ημερών όπως εισηγήθηκε ο κ. Μαστορούδης. Όμως και πάλι ο χρεώστης δεν μπορεί να επιτύχει στην εισήγηση του. Ο τελευταίος θα πρέπει στην ένορκη του δήλωση να συμπεριλάβει και να καταδείξει σε εύλογο βαθμό, λεπτομέρειες τη φύση και το ποσό του ισχυριζόμενου συμψηφισμού ανταπαίτησης ή ανταξίωσης ή ακόμη και πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους για να ικανοποιήσει τις πρόνοιες του νόμου και των κανονισμών. Σχετικά με το ζήτημα Williams on Bankruptcy, πιο πάνω, σελ.43-44 με αναφορά στο λεκτικό του Bankruptcy Rule 139: «Sufficient cause is shown». Κανονισμός παρόμοιος με τον Κ.41 των Κυπριακών Κανονισμών. : Το ίδιο το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να κρίνει εξ υπαρχής την ορθότητα των ισχυρισμών της ένορκής δήλωσης υπό το φως του λεκτικού του άρθρου 3
(1)(g). Σύμφωνα δε με την Αγγλική νομολογία μια ειδοποίηση είναι δυνατό να ακυρωθεί, εάν η μαρτυρία θεμελιώνει στην ολότητα της, γνήσιο θέμα προς εκδίκαση: «genuine triable case of set-off etc» φράση η οποία προτιμήθηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση Re A Debtor
(1963)1 W.L.R. 51. To βάρος της απόδειξης εναπόκειται στον χρεώστη. Ιn re A Debtor (No.75 of 1982) Ex Parte The Debtor v. National Westminster Bank Plc.,
(1984)1 W.L.R. 353, στη σελ. 362. Κρίνω ότι οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση περιττεύει. Είναι πρόδηλο ότι η ένορκη δήλωση του χρεώστη δεν συμμορφώνεται με τις προϋποθέσεις και προαπαιτούμενα που τάσσει η νομολογία. Δεν θεμελιώνεται ή εγείρεται ζήτημα ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή συμψηφισμού ή ισχυρισμός εξόφλησης της οφειλής. Δεν έχει ακόμα εγερθεί ζήτημα ως προς τη συμμόρφωση του χρεώστη με τους όρους αναστολής εκτέλεσης. Οι τρεις αποδείξεις πληρωμής που επισυνάπτει ο χρεώστης αντί να ενισχύουν τις θέσεις του, αντιθέτως τις εκθεμελιώνουν άρδην. Γεγονός που μπορεί να διαπιστωθεί με την πρώτη ματιά από τις ημερομηνίες και τα ποσά που έγιναν οι πληρωμές και που εξέρχονται των όρων αναστολής, όπως καταγράφηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η απόφαση προνοεί για αναστολή εκτέλεσης αρχικά μέχρι την 1.6.2005 και στη συνέχεια περαιτέρω αναστολή από μήνα σε μήνα με τελευταία ημερομηνία αναστολής εκτελέσεως, εφόσον οι εναγόμενοι κατέβαλλαν συνολικά το ποσό των 7.000 μηνιαίως από 1.2.2006 μέχρι εξόφλησης. Είναι πρόδηλο ότι τίποτε δεν τηρήθηκε από τα συμφωνηθέντα εκ μέρους του χρεώστη, οπότε και ακολούθησε η παρούσα διαδικασία. Το πότε και πως, έπαψε η αναστολή εκτέλεσης, δεν είναι ζήτημα που αφορά στον δανειστή. Αν ο χρεώστης επιθυμούσε να θέσει διαφορετικά το ζήτημα, είχε και το αντίστοιχο βάρος, το οποίο και δεν έχει αποσείσει. Η γενικότητα της αναφοράς του, § 10 της ένορκης δήλωσης, ότι οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει πότε έπαψε η αναστολή να ισχύει, δεν προσφέρεται για περαιτέρω συζήτηση. Ως προς τον ισχυρισμό ότι η διαδικασία είναι καταχρηστική στην έννοια του ότι οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές: έχουν δικαίωμα επιβάρυνσης των ακινήτων του χρεώστη και έχουν προχωρήσει με καταχώριση εμπράγματης επιβάρυνσης επί της ακίνητης περιουσίας του θα πρέπει να σημειωθεί ότι η διαδικασία πτώχευσης δεν αποτελεί μέσο εκτέλεσης μιας απόφασης: Επί της Αφορώσι τον Τάκη Οικονομίδη, πιο πάνω και Αρέστη ν. Λαϊκή Τράπεζα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1258. Στην Οικονομίδη εξετάστηκε και το ζήτημα της ταυτόχρονης προώθησης της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος και της διαδικασίας πτώχευσης. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την Panaou v. Hadjichristofi and Others
(1963)1 C.L.R. 19, επανέλαβε την αρχή η οποία είχε διατυπωθεί στη Christodoulou v. Andreou C.L.R. XVI, 95 σύμφωνα με την οποία ένας εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί να επιδιώκει ταυτοχρόνως δυο τρόπους εκτέλεσης. «Οι μέθοδοι εκτέλεσης προδιαγράφονται από το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, κεφ.6 το οποίο δεν περιλαμβάνει τη διαδικασία πτώχευσης. Άσχετα από αυτό έχουμε τη γνώμη ότι οι πιο πάνω αρχές τυγχάνουν εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που οι διάφοροι τρόποι εκτέλεσης στρέφονται εναντίον του ιδίου χρεώστη. Όταν πρόκειται για εκτέλεση απόφασης που εκδίδεται «ομού και/ή κεχωρισμένως» δεν υπάρχουν τέτοιοι περιορισμοί. Ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι ελεύθερος να επιδιώξει την ταυτόχρονη εκτέλεση της απόφασης εναντίον όλων των χρεωστών. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα αλλοίωνε την έννοια της απόφασης που ε3κδίδεται «ομού και/ή κεχωρισμένως» και θα ισοδυναμούσε με αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση με εκείνους τους χρεώστες εναντίον των οποίων δεν είχε επιδιωχθεί εκτέλεσης της απόφασης.» Το πιο πάνω απόσπασμα απαντά τόσο στους ισχυρισμούς του χρεώστη για κατάχρηση, όσο και στον ισχυρισμό ότι οι πιστωτές θα έπρεπε να εξαντλήσουν κάθε δυνατότητα είσπραξης από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και στη συνέχεια να στραφούν εναντίον του εγγυητή-χρεώστη. Επομένως, είναι η κατάληξη μου, πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε κατάχρηση στη διαδικασία με την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης. Το γεγονός δε, ότι η διαδικασία εναντίον του χρεώστη, ξεκίνησε σχεδόν έξη χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης, εξασθενίζει τελείως το όποιο παράπονο για κατάχρηση. Με γνώμονα τα πιο πάνω, η αίτηση παραμερισμού απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των πιστωτών και εναντίον του χρεώστη, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. O χρόνος εντός του οποίου δύναται να συμμορφωθεί ο αιτητής αρχίζει από σήμερα. (Υπ.) ............... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Bankruptcy Jurisdiction / Interim Αναφορά: Αίτηση Παραμερισμού Ειδοποίησης Πτώχευσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.