← Κύπρος

Αντώνη Παναγιώτη Φράγκου ν. Θεόδωρου Παναγιώτη Φράγκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6055/96, 17.05.2011

Αντώνη Παναγιώτη Φράγκου ν. Θεόδωρου Παναγιώτη Φράγκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6055/96, 17.05.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6055/96 Μεταξύ: Αντώνη Παναγιώτη Φράγκου από Παρεκκλησιά Ενάγοντα και

  1. Θεόδωρου Παναγιώτη Φράγκου από Παρεκκλησιά
  2. Ελένης Θεοδώρου Φράγκου από Παρεκκλησιά
  3. Κωνσταντίνου Θεόδωρου Παναγιώτου από Παρεκκλησιά Εναγομένων -------------------- Αίτηση παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.01.2011 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.05.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητή: κα Ρ. Χατζηπαντελή Για καθ΄ ου η αίτηση 1: κ. Στ. Στυλιανού (κα Γ. Στυλιανού για να ακούσει απόφαση) Καθ΄ ου η αίτηση 1 παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας-αιτητής με την παρούσα αίτηση ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ο εναγόμενος 1 να παρουσιαστεί και να δείξει λόγο γιατί να μην καταβάλει πρόστιμο ή να μη φυλακιστεί ή ότι άλλο διατάξει το Δικαστήριο καθόσον αυτός παρέλειψε να συμμορφωθεί με απόφαση Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.01.1999 η οποία ανανεώθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.09.
  4. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.42(α) θ.1, 2 και 3 και Δ.48 θ.1, 2, 3 και 4 στο Άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και στις Γενικές Εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα-αιτητή ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι στις 15.01.1999 εκδόθηκε απόφαση με την οποία ο εναγόμενος 1 διατασσόταν όπως σταματήσει οποιαδήποτε επέμβαση, κατοχή, χρήση, νομή, κάρπωση, καλλιέργεια ή άρδευση των τεμαχίων 165, 334.1, 334.4 και 108.2 τώρα τεμάχιο 260 του Φ/Σχ 5414 τοποθεσία Κόλυμπος του χωριού Παρεκκλησιά και να τα παραδώσει αμέσως στον ενάγοντα. Αναφέρει ότι η απόφαση ανανεώθηκε στις 20.09.2010, ότι επιδόθηκε στον εναγόμενο 1 στις 09.12.
  5. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι κατά την επίσκεψη του στο ακίνητο 260 τον Αύγουστο του 2010 ο εναγόμενος 1 παρέλειψε και παραλείπει να συμμορφωθεί προς την αναφερόμενη απόφαση και συγκεκριμένα αναφέρει ότι φύτευσε και καλλιεργεί ντομάτες και ως εκ τούτου ζητά διάταγμα για να καταστεί δυνατή η εφαρμογή της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.01.1999 και να πάψει η περιφρόνηση του Δικαστηρίου και της δικαιοσύνης. Ο εναγόμενος 1 καταχώρησε ένσταση την οποία βασίζει πέραν των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας στο άρθρο 30

(2)του Συντάγματος και στη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών Άρθρο 6
(1)η οποία επικυρώθηκε με Νόμο. Στην ένσταση του παραθέτει 12 λόγους ένστασης οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι: 1) Ότι η αμφισβητούμενη αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αδικαιολόγητη για τους λόγους που αναφέρονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση. 2) Ότι τόσο η αμφισβητούμενη αίτηση όσο και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή είναι αντικανονικές, ελαττωματικές ή και παράτυπες ή και δεν συνάδουν ή και δεν είναι σύμφωνες με τους διαδικαστικούς κανονισμούς και νομικές διατάξεις και αρχές ή και η ένορκη δήλωση περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς. 3) Ότι η αμφισβητούμενη αίτηση είναι αντικανονική, ελαττωματική και παράτυπη, καθότι δεν καθορίζει ή εξειδικεύει τις πρόνοιες ή όρους της απόφασης που κατ΄ ισχυρισμό παραβιάσθηκαν από τον καθ΄ ου η αίτηση ή και τις πράξεις ή παραλείψεις αυτού που συνιστούν την ισχυριζόμενη μη συμμόρφωση ή παρακοή. 4) Ότι η παράγραφος 3 της απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 15.01.1999, είναι ασαφής, γενική και αόριστη και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, συμμόρφωσης ή εκτελεστικότητας και/ή αυτή δεν καθορίζει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ή τα οποία είναι δεσμευμένα με τη διαταγή ή την απαγόρευση. 5) Ότι υπήρξε υπέρμετρη ή και πολύ μεγάλη και αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις καθυστέρηση στην καταχώρηση της αμφισβητούμενης αίτησης ή και έναρξης της παρούσας διαδικασίας και/ή ότι η αμφισβητούμενη αίτηση είναι αντικανονική, ελαττωματική, παράτυπη και καταχρηστική καθότι έχει καταχωρηθεί 12 χρόνια μετά την έκδοση της αναφερόμενης απόφασης και επειδή η επίδοση αυτής στον καθ΄ ου η αίτηση έχει γίνει 12 σχεδόν χρόνια μετά την έκδοση της και δεν έχει γίνει μέσα σε εύλογο ή και κατάλληλο υπό τις περιστάσεις χρόνο (in due time). 6) Ότι η καταχώρηση της αμφισβητούμενης αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος του καθ΄ ου η αίτηση, για εκδίκαση της εναντίον του υπόθεσης ή και τη διάγνωση της ευθύνης του μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. 7) Ότι η αμφισβητούμενη αίτηση είναι καταχρηστική παράτυπη, αντικανονική και παράνομη και έγινε κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. 8) Ότι η αμφισβητούμενη αίτηση έγινε ή και αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών και όχι της δικαιοσύνης. 9) Ότι ο καθ΄ ου η αίτηση ουδέποτε παρέβη ή παρήκουσε ή είχε ή έχει την πρόθεση ή ηθελημένη πρόθεση ή σκοπό να παρακούσει ή παραβιάσει ή καταστρατηγήσει την αναφερόμενη απόφαση. 10) Ότι η αμφισβητούμενη αίτηση δεν επιδόθηκε προσωπικά στον καθ΄ ου η αίτηση. 11) Ότι ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του δεν καθορίζει ή και δε καθορίζει σαφώς κατά πόσο υπήρξε, από τον καθ΄ ου η αίτηση οποιαδήποτε πράξη που να συνιστά ανυπακοή. 12) Ότι δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το νόμο, και/ή κανονισμούς και/ή νομολογία προϋποθέσεις για έκδοση του ζητούμενου διατάγματος και/ή η αμφισβητούμενη αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αδικαιολόγητη. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 ο οποίος μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι η απόφαση δεν είναι όπως ο αιτητής αναφέρει στην παράγραφο 2 της ένορκης του δήλωσης. Ισχυρίζεται ότι η παράγραφος 3 της απόφασης δεν καθορίζει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται και συνεπώς η παράγραφος αυτή είναι ασαφής, γενική και αόριστη. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι είναι παράτυπη και αντικανονική η απόφαση που συνοδεύει την αίτηση καθότι έχει συνταχθεί κατ΄ αντίθεση με την αναλυτική απόφαση του Δικαστηρίου την οποία ως ισχυρίζεται επισυνάπτει ως τεκμήριο Α (στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και έχει καταχωρηθεί στο Δικαστήριο δεν επισυνάπτεται οποιοδήποτε τεκμήριο). Ισχυρίζεται ότι οι γραμματικές του γνώσεις είναι μέχρι την τρίτη τάξη δημοτικού και ότι η απόφαση ουδέποτε του κοινοποιήθηκε. Στη συνέχεια αναφέρει ότι δεν είναι σε θέση να συμμορφωθεί με την απόφαση καθότι δεν είναι σαφής και ξεκάθαρη και δεν γνωρίζει αν απευθύνεται στον ίδιο προσωπικά και σε τρίτα πρόσωπα. Στις παραγράφους 10-16 ουσιαστικά παραθέτει την ισχυριζόμενη υπεράσπιση και τις δικές του θέσεις όσον αφορά την κατοχή και νομή του επιδίκου ακινήτου. Στις υπόλοιπες παραγράφους της ένορκης του δήλωσης κάνει αναφορά στον χρόνο που έχει παρέλθει από την έκδοση της απόφασης και ισχυρίζεται ότι αυτή έγινε στην προσπάθεια του αιτητή να προκαλέσει τη διακοπή της κατοχής του συγκεκριμένου ακινήτου και στην προσπάθεια του να εγκαταλείψει τα δικαιώματα και τις αξιώσεις σε σχέση με το αναφερόμενο τεμάχιο και τις αξιώσεις που έχει εναντίον του αιτητή σε άλλη αγωγή. Στην αγόρευση της η κα Χατζηπαντελή ισχυρίστηκε ότι η απόφαση είναι ξεκάθαρη και η συγκεκριμένη παράγραφος αφορά και τον εναγόμενο 1. Ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη απόφαση επιδόθηκε στον εναγόμενο 1 στις 19.12.1999 καθώς και αργότερα σύμφωνα με την ένορκη δήλωση, αφορά το συγκεκριμένο τεμάχιο και ο καθ΄ ου η αίτηση θα πρέπει να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Στυλιανού ο οποίος ανέφερε ότι η αίτηση με ένα γενικό και αόριστο τρόπο χωρίς να προσδιορίζει την παράβαση του καθ΄ ου η αίτηση ζητά από το Δικαστήριο να καλέσει τον καθ΄ ου η αίτηση να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου. Θέση του είναι ότι δεν γίνεται καμιά αναφορά στην ένορκη δήλωση για την επίδοση της απόφασης του 1999 στον καθ΄ ου η αίτηση πλην της αναφοράς ότι του επιδόθηκε στις 09.12.2010 ημερομηνία κατά την οποία είναι πολύ μεταγενέστερη από την ισχυριζόμενη στην αίτηση παρακοή. Στη συνέχεια ο κ. Στυλιανού αναφέρθηκε στο χρόνο που έχει διαρρεύσει στην παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως απορρίψει την αίτηση. Για τη στοιχειοθέτηση της παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου πρέπει να αποδεικνύονται:
(1)Ότι οι όροι του διατάγματος είναι σαφείς και δεν επιδέχονται οποιαδήποτε άλλη εξήγηση.
(2)Ότι ο καθ΄ ου η αίτηση έχει τη δέουσα γνώση των όρων του διατάγματος.
(3)Ότι αποδείχθηκε παράβαση των όρων του διατάγματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Νομική βάση της αίτησης αποτελεί το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όπως τροποποιήθηκε διά του Ν:80
(1)/02 στις 14.06.2002: «Νοείται ότι έκαστο Δικαστήριο θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμό σε υπακοή σ΄ οποιοδήποτε διάταγμα του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη μη υπακοή διατάγματος». Έχει επεξηγηθεί στην Krashias Shoes Factory Ltd v. Adidas Sprotschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 750 ότι το ρηθέν άρθρο αποτελεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο εντός του οποίου κινείται η αίτηση εξαναγκασμού σε συμμόρφωση, ενώ ο Κανονισμός 42 Α των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας το δικονομικό τοιούτο. Οι πρόνοιες του συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν.14/69. Στην υπόθεση Χρ. Κώστα ν. Ελένης Κώστα
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 269 επανατονίζεται ότι η φύση της διαδικασίας είναι οιονεί ποινική και το αίτημα για ανυπακοή διατάγματος του Δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Σ΄ αυτού του είδους τις διαδικασίες αποτελεί υποχρέωση των αιτητών να καταδείξουν: την έκδοση και ύπαρξη του διατάγματος, την επίδοση αυτού και τη μη συμμόρφωση του καθ΄ ου η αίτηση-εναγόμενου. Στην υπό εκδίκαση υπόθεση η έκδοση της συγκεκριμένης απόφασης δεν έχει αμφισβητηθεί όμως έχει αμφισβητηθεί το περιεχόμενο της απόφασης και ο καθ΄ ου η αίτηση έχει θέσει ότι το εκδοθέν διάταγμα δεν καθορίζει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται, η συγκεκριμένη παράγραφος της απόφασης είναι ασαφής, γενική και αόριστη καθώς και ασάφεια και αοριστία διαπιστώνεται και στην αναφορά ή καθορισμό των τεμαχίων. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δεν εξειδικεύονται και δεν καθορίζονται οι τοποθεσίες η περιοχή που βρίσκονται τα τεμάχια το σχέδιο, το φύλλο στο οποίο αυτά ανήκουν. Η εφαρμοζόμενη διαδικαστική διάταξη είναι η Δ.42 Α των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών οι πρόνοιες της οποίας, όπως αποδεικνύεται και στην υπόθεση Krashias v. Adidas (ανωτέρω) συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Νόμου 14/60. Η Δ.42 Α, Θ.2 προνοεί για επίδοση του επίδικου διατάγματος οπισθογραφημένο με ποινική ρήτρα (το σχετικό λεκτικό της οποίας εκτίθεται στη Δ.42 Α, Θ.1) στο πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται. Έχει νομολογηθεί ότι οι πρόνοιες της Δ.42 Α έχουν επιτακτικό χαρακτήρα, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά (βλέπε μεταξύ άλλων Antonis Mouzouris and another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 267 και HjiCosta v. Thomaides Bros
(1079)1 C.L.R. 476). Πρέπει δηλαδή, να γίνεται προσωπική επίδοση του διατάγματος και το διάταγμα που επιδίδεται να είναι δεόντως οπισθογραφημένο. Επιβάλλεται επίσης η προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής σύμφωνα με τη Δ.42 Α Θ.3 (βλ. Krashias (ανωτέρω)). Επίσης στην ίδια υπόθεση τονίζεται περαιτέρω ότι όπου υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων, αυτά πρέπει να αποδεικνύονται. Στην υπό εκδίκαση υπόθεση ο αιτητής έχει υποχρέωση να προσάξει τέτοια μαρτυρία για να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία της παρακοής του διατάγματος. Με βάση την ένορκη δήλωση του αιτητή η οποία συνοδεύει την αίτηση του ο αιτητής πολύ περιληπτικά ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη απόφαση έχει επιδοθεί στον καθ΄ ου η αίτηση στις 09.12.
  1. Καμία αναφορά για επίδοση της απόφασης στις 19.12.
  2. Η αναφορά της κας Χατζηπαντελή στην αγόρευση της δεν αποτελεί μαρτυρία. Επισυνάπτει ως τεκμήριο Α στην ένορκη του δήλωση ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη που αφορά την επίδοση της απόφασης ημερομηνίας 15.01.1999 στον καθ΄ ου η αίτηση 1 στις 09.12.
  3. Στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένα αναφέρει ότι κατά την επίσκεψη του στο ακίνητο τεμάχιο 260 κατά ή περί τον Αύγουστο του 2010 ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί προς την αναφερόμενη απόφαση και συγκεκριμένα φύτευσε και καλλιεργεί ντομάτες. Συνεπώς με όσα αναφέρει ο αιτητής στην ένορκη του δήλωση η συγκεκριμένη απόφαση έχει επιδοθεί στον εναγόμενο 1 μετά την ισχυριζόμενη από τον αιτητή παρακοή του εναγόμενου 1 τον Αύγουστο του
  4. Περαιτέρω χωρίς να καθορίζει ο ενάγοντας-αιτητής πώς, πότε και πού βρήκε τον εναγόμενο 1 να καλλιεργεί το ακίνητο υπ΄ αριθμό 260 και χωρίς μαρτυρία η οποία επιβεβαιώνει ότι το ακίνητο με υπ΄ αριθμό 108.2 που αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.01.1999 έχει αλλάξει αριθμό και από 108.2 έγινε 260, ζητά από το Δικαστήριο να καλέσει τον καθ΄ ου η αίτηση-εναγόμενο 1 να συμμορφωθεί με απόφαση του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα με απόφαση του Δικαστηρίου εκδομένη το 1999 και για την οποία αποτάθηκε στο Δικαστήριο για άδεια για εκτέλεση της το Σεπτέμβριο του 2010 ενώ η ισχυριζόμενη παρακοή έγινε τον Αύγουστο του
  5. Τα πιο πάνω θα μπορούσαν να εξετασθούν σε βάθος από το Δικαστήριο εάν ενώπιον του είχε μαρτυρία σαφή και θετική για την επίδοση της απόφασης πριν την ισχυριζόμενη από τον αιτητή παρακοή σε απόφαση του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στερείται της ευχέρειας να εξετάσει τα άλλα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση της παρακοής της απόφασης και συγκεκριμένα αν οι όροι της απόφασης είναι σαφείς και δεν επιδέχονται οποιαδήποτε άλλη εξήγηση και ότι αποδείχθηκε η παράβαση των όρων της απόφασης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από τη στιγμή που ο αιτητής ως όφειλε παρουσίαζε μαρτυρία για την επίδοση της επίδικης απόφασης. Η μόνη επίδοση της επίδικης απόφασης που υπάρχει είναι ημερομηνίας 09.12.2010 δηλαδή τρεις μήνες μετά από την ισχυριζόμενη παρακοή. Εντελώς γενικά μετά την πιο πάνω κατάληξη σχολιάζω απλώς τους ισχυρισμούς του καθ΄ ου η αίτηση-εναγόμενου 1 όσον αφορά την παραβίαση των σχετικών δικαιωμάτων του αφού έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την έκδοση της απόφασης και τους αλλότριους λόγους που ισχυρίζεται ότι ο αιτητής προχώρησε στην καταχώρηση της συγκεκριμένης αίτησης. Επί αυτού του θέματος αναφέρω ότι εάν ο αιτητής με μαρτυρία αποδείκνυε ότι υπάρχει εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση-εναγόμενου 1 παράλειψη συμμόρφωσης με απόφαση του Δικαστηρίου ο χρόνος από μόνος του δεν είναι ικανός και δεν μπορεί να επιβραβεύει οποιοδήποτε ο οποίος παραβιάζει απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη μου τις ανωτέρω αναφερθείσες αυθεντίες και αρχές ότι πρέπει κάθε στοιχείο να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε με τη δέουσα αυστηρότητα και επάρκεια η επίδοση δεόντως οπισθογραφημένης απόφασης πριν από την ισχυριζόμενη ημερομηνία παρακοής και έτσι η αίτηση πρέπει να οδηγηθεί σε απόρριψη. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου 1-καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα-αιτητή όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Πολιτική - Παρακοή διατάγματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.