← Κύπρος

GZF Poly Oil Limited κ.α. ν. Vladimir A Katic USA κ.α., Αγωγή Αρ. 6417/07, 17 Μαίου 2011

GZF Poly Oil Limited κ.α. ν. Vladimir A Katic USA κ.α., Αγωγή Αρ. 6417/07, 17 Μαίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A150 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 6417/07 Μεταξύ: GZF Poly Oil Limited, από τη Λεμεσό

  1. Zoran Savicic, από ΗΠΑ
  2. Ocellus Co Limited, από Λεμεσό Εναγόντων - και -
  3. Vladimir A. Katic, USA
  4. Derren Katic, USA 3 Miroslav Vukovic, Germany
  5. Petar Vukovic, Germany
  6. Martina Vukovic, Germany
  7. Slavenko Badjura, Kazakhastan
  8. Pacific Energy Resources Ltd., U.S.A.
  9. Vuko GMBH Ltd Inc., Germany
  10. Vuko Tradind Company Ltd., Germany
  11. Kapital Partners, από το Kazakhastan
  12. CanadianTriton International Ltd., Canada
  13. Menlo Park Investment Inc., Virgin Islands Εναγομένων ------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 19.11.2010 για αναστολή διαδικασίας 17 Μαίου 2011 Για τους εναγόμενους 4 & 8-αιτητές: κ. Ν. Μακρίδης Για τους ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Μελάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εναγόμενοι 4 και 8 με την αίτηση τους, στοχεύουν στην αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, ενόψει ειδικής ρήτρας που εμπεριέχεται στη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων μερών, Τεκμ.7 στην αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ένσταση καταγράφοντας μια σειρά από λόγους που άπτονται, όπως οι ίδιοι το τοποθετούν, "δεδικασμένο και/ή νομικό διαδικαστικό εμπόδιο", που απορρέει από μια σειρά ενδιαμέσων αποφάσεων του Δικαστηρίου που προηγήθηκαν της εδώ αίτησης, τις οποίες επικαλούνται και οι αιτητές. Απαιτείται λοιπόν για σκοπούς κατάληξης, η αναφορά στην προϊστορία της υπόθεσης και της πορείας που πήραν τα πράγματα, ώστε να τεθεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκαν τα μέρη και να καταγραφούν τα διαδικαστικά διαβήματα που έχουν παρθεί εκατέρωθεν, ώστε να τοποθετηθεί το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση. Σημειώνεται πως το Δικαστήριο έχει ενώπιον του, πέρα από τα όσα έχουν τεθεί με τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και τα τεκμήρια που έθεσαν τα διάδικα μέρη, το περιεχόμενο του φακέλου και όσα καταγράφονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των ακολούθων αποφάσεων που εξεδόθηκαν σε διαδικασίες ενδιαμέσων αιτήσεων: Απόφαση στη Γενική Αίτηση 349/07 για παραμερισμό διατάγματος σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 23.6.
  14. Απόφαση για παραμερισμό διατάγματος για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 23.6.2009.. Απόφαση για παραμερισμό διατάγματος επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 5.10.
  15. Απόφαση για παραμερισμό διατάγματος του Δικαστηρίου σε σχέση με την άδεια επίδοσης του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας και/ή με υποκατάστατη επίδοση, ημερομηνίας 24.9.
  16. Παρατηρείται πως σε όλες τις πιο πάνω αιτήσεις, συμπεριλαμβανόταν ως θεραπεία και αναστολή εκτελέσεως της διαδικασίας. Ειδικότερα στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 249/07, οι εναγόμενοι 1 - 9 αιτητές πρόβαλαν, ανάμεσα σε άλλα, όπως με λεπτομέρεια φαίνεται στην απόφαση του Δικαστηρίου 23.6.2009, πως το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή: τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι το κατάλληλο «forum» για εκδίκαση της. Επικαλέσθηκαν δε την ύπαρξη της ρήτρας διαιτησίας, όχι για να στηριχθούν και να πετύχουν αναστολή στην αυτοτελή ύπαρξη της, αλλά για να επικαλεσθούν απόκρυψη γεγονότων: παράλειψη των αιτητών-εναγόντων να αναφερθούν στην ρήτρα διαιτησίας στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για άδεια σφράγισης του κλητηρίου. Καταγράφονται επίσης οι ημερομηνίες κατά τις οποίες οι εναγόμενοι ή κάποιος από αυτούς καταχωρίζουν τις εμφανίσεις τους υπό διαμαρτυρία για σκοπούς καλύτερης αντίκρισης του ζητήματος:
  17. 25.1.2008 εμφάνιση υπό διαμαρτυρία εναγομένων 3, 4, 5 και
  18. 27.2.2008 εμφάνιση υπό διαμαρτυρία εναγομένων 3 και
  19. 8.2.2008 εμφάνιση υπό διαμαρτυρία εναγομένων 1, 2, 7, 8 και
  20. 14.4.2010 εμφάνιση υπό διαμαρτυρία εναγομένων 3, 4, 5, 8 και
  21. 18.11.2010 επιστολή ότι ο κ. Αλέκος Μαρκίδης έχει παύσει να ενεργεί ως δικηγόρος των εναγομένων 1, 2, 6, 7, 10, 11 και
  22. Με σαφήνεια λοιπόν προκύπτει πως το μόνο ουσιαστικά αμφισβητούμενο ζήτημα, το οποίο θα πρέπει να ελεγχθεί και να αποφασιστεί, είναι κατά πόσο οι προηγούμενες ενέργειες και η όλη συμπεριφορά των εναγομένων, είναι τέτοιες, ώστε να εμποδίζουν τους τελευταίους να αξιώνουν τις θεραπείες που τώρα προωθούν. Στα πλαίσια της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.6.2009 στη Γενική Αίτηση 349/07, είχα προχωρήσει σε μια σειρά παρατηρήσεων και διαπιστώσεων τις οποίες κρίνω πως θα πρέπει να παραθέσω και να υιοθετήσω και για τους σκοπούς της εδώ αίτησης: «Η ρήτρα δικαιοδοσίας καθορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στο οποίο εγείρεται η διαφορά σε συνάρτηση πάντοτε με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων μερών, να εναποθέσουν στο συγκεκριμένο Δικαστήριο δικαιοδοσία. Το Δικαστήριο κατά κανόνα εφαρμόζει τη συμφωνία των διαδίκων έχοντας κατά νουν εκείνο το οποίο οι ίδιοι οι διάδικοι καθόρισαν, ως το πλέον ορθό και πλέον πρόσφορο, για την επίλυση της διαφοράς, με προσφυγή στο δικαστήριο συγκεκριμένης χώρας. Διαφορετικά επιδρά η ύπαρξη αναφοράς στο εφαρμοστέο Δίκαιο όπως καθορίζεται μέσα από τη Σύμβαση: Είναι δυνατό η διαφορά να οδηγείται προς επίλυση στο Δικαστήριο μιας συγκεκριμένης χώρας, αλλά το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει όσα προβλέπονται από τη συμφωνία και το Δίκαιο που καθορίζεται σε αυτή. Επομένως σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο είναι κατά πόσο το Δικαστήριο θα εφαρμόσει τη συμφωνία των μερών ή θα επιτρέψει να εκδικαστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια η υπόθεση. Eίναι πλέον πάγια νομολογιακή αρχή ότι το Δικαστήριο εφαρμόζει κατά κανόνα τη συμφωνία των διαδίκων για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία ή σε ξένο Δικαστήριο, εκτός εκεί όπου εισάγονται ισχυροί λόγοι που να δικαιολογούν την αντίθετη πορεία. Το βάρος απόδειξης και η στοιχειοθέτηση των πιο πάνω βαρύνει το διάδικο, ο οποίος επικαλείται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αποκλειστική ή άλλη, παρά την ύπαρξη αλλοδαπής ρήτρας διαιτησίας ή ρήτρας εκδίκασης της υπόθεσης σε αλλοδαπό Δικαστήριο. Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδ., Τόμος 2, σελ. 24-28, Τhe Eleftheria

(1969)2 All E.R. 641, Balkancarimpex Fto v. Leasco Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 815, Zeelan Navigation Co. Ltd v. Banque Worms
(2001)1 A.A.Δ., Mitsui & Co v. Rockwell Marine
(1989)1 A.A.Δ. 112 και P. T. Asuransi Tokio Marine Indonesia v. Seascope Navigation Ltd κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1142. Από την άλλη ο επικαλούμενος την αναστολή: φέρει το βάρος απόδειξης ώστε να πείσει το Δικαστήριο, ιδιαιτέρως εκεί όπου επικαλείται και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1168, The Eleftheria, πιο πάνω, και Λοίζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)Α.Α.Δ. 1316. ..................................» Και στις σελ.17-18: «Εκ των πραγμάτων τίθεται το ερώτημα κατά πόσο οι αιτητές έχουν τη δυνατότητα να κινούνται διαζευκτικώς γύρω από δυο αιτήματα: στην έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ρήτρα διαιτησίας και το forum non convenience, επιδιώκοντας αναστολή της διαδικασίας, και την ρήτρα διαιτησίας. Από τη στιγμή που υφίσταται όρος στη συμφωνία που καθορίζει την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία τίθεται εν αμφιβόλω η δυνατότητα έγερσης του ζητήματος του forum non convenience στη γενικότερη του μορφή». Στην δε απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.6.2009 για παραμερισμό διατάγματος, η οποία εκδικάστηκε διαδοχικά σε μια δικάσιμο και σε συνάρτηση με την αίτηση που καταχωρίστηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 349/07, το Δικαστήριο παραμερίζοντας τα διατάγματα επίδοσης προς τους εναγόμενους, για λόγους που με λεπτομέρεια φαίνονται στην απόφαση και συγκεκριμένα πως η ένορκη δήλωση δεν πρόσφερε το αναγκαίο υπόβαθρο για να διαγνώσει αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις της Δ.6 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σχολίασε, υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας τα όσα αποφασίστηκαν στην Γενική Αίτηση 349/07 πως: «Ειδικότερα είναι η διαπίστωση μου πως, για τους λόγους που έχω εξηγήσει με την πιο πάνω απόφαση, δεν είναι νοητό να γίνεται επίκληση αναστολής της περαιτέρω διαδικασίας χωρίς να προωθείται ως λόγος η ύπαρξη ρήτρας δικαιοδοσίας η οποία φαίνεται ότι έχει εγκαταλειφθεί, ούτε είναι νοητό και επιτρεπτό να επιφυλάσσεται δικαίωμα των εναγομένων να επανέλθουν επί του ζητήματος σε μεταγενέστερο στάδιο.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών απαντώντας στις θέσεις της άλλης πλευράς η οποία εισηγείται «δεδικασμένο», στηριζόμενη στην έκδοση προηγουμένων αποφάσεων του Δικαστηρίου, αλλά και ειδικότερα στο πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου, εισηγείται πως, η Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου αφορούσε άλλες διαδικασίες, και ειδικότερα ότι το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας λόγω του ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν ήταν το κατάλληλο δικαιοδοτικό βήμα: Η ύπαρξη και/ή επίκληση ρητρών διαιτησίας, είναι η θέση του συνηγόρου των αιτητών, δεν αποτέλεσε λόγο ένστασης στην αίτηση των εναγόντων και το θέμα της ρήτρας διαιτησίας δεν αποτέλεσε μέρος της απόφασης του Δικαστηρίου: είχαν αναφερθεί obiter, υπό μορφή σχολιασμού και ως εκ τούτου καμία βαρύτητα δεν έχουν σε σχέση με την παρούσα διαδικασία, ούτε και δύνανται να αποτελέσουν δεδικασμένο ή δικαστικό εμπόδιο. Πρέπει να σημειωθεί πως, παρόλο που και στις δυο αμέσως προηγούμενες αιτήσεις, επιζητείτο ως θεραπεία αναστολή της διαδικασίας που συνέτρεχε με τις θεραπείες παραμερισμού των επιδόσεων, πουθενά στις ένορκες δηλώσεις που συνόδευαν τις αιτήσεις δεν συμπεριλαμβανόταν οποιαδήποτε θέση ή λόγος αναστολής, πράγμα που οδήγησε το Δικαστήριο στην απόρριψη τους. Είναι ξεκάθαρα νομολογημένο ότι οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με τη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων, πρέπει να εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Στην υπόθεση G. J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064, εξετάστηκε η πρόνοια της Δ.16, θ.9, με την οποία προβλέπεται πως ένας εναγόμενος δικαιούται, χωρίς προηγουμένως να λάβει διαταγή του Δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρίσει εμφάνιση υπό αίρεση, να υποβάλει Αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης του Κλητηρίου. Εκεί εξετάστηκαν οι υποθέσεις Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136 και Παπακόκκινου ν. Landroke P/C
(1995)1 A.A.Δ. 1090. To Εφετείο συμφώνησε με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η εφεσείουσα είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, εφόσον όχι μόνο δεν πήρε την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει εμφάνιση υπό αίρεση, αλλά ούτε και προώθησε Αίτηση παραμερισμού του Κλητηρίου ταυτοχρόνως με την καταχώριση υπό αίρεση εμφάνισης, έστω και χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Απέρριψε επίσης τη θέση του δικηγόρου της εφεσειούσης πως εφόσον η τελευταία δεν είχε πάρει οποιοδήποτε νέο διάβημα στη διαδικασία, μπορούσε, μετά την καταχώριση της υπό αίρεση εμφάνισης, να προχωρήσει με την επίδικη Αίτηση ακύρωσης του Κλητηρίου. Το Εφετείο χαρακτήρισε την πρακτική αυτή ως απολήγουσα κατ' ουσίαν «σε απεριόριστο δικαίωμα του εναγομένου να ενεργεί κατά το δοκούν, ενώ εκκρεμεί εναντίον του καταχωρηθείσα αγωγή». Επεσήμανε ακόμα ότι η νομολογία αποσκοπεί «στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο». Τα διατάγματα του Δικαστηρίου και οι όροι που τίθενται σ' αυτό για την εμφάνιση ενός διαδίκου καθορίζουν το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλουν να κινηθούν οι εναγόμενοι. Maxana Oil Limited v. Poltava Petroleum Company
(2002)1(Β) 834. Και εδώ, όπως έχω παρατηρήσει οι εναγόμενοι παραλείπουν είτε να πάρουν προκαταρκτικά την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση εμφάνισης υπό όρους ή διαμαρτυρία, είτε να προχωρήσουν πάραυτα με καταχώριση αίτησης αναστολής της διαδικασίας. Η υποχρέωση ενός διαδίκου να αποταθεί για αναστολή γίνεται πάντοτε με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Space Video Games Ltd v. Πλοίου "Silver Paloma"
(1996)1 A.A.Δ. 119, «η Αίτηση αυτής της φύσεως δεν αποτελεί εφεδρικό βέλος στη δικονομική φαρέτρα του διαδίκου, στην περίπτωση που δεν τελεσφορούν προς όφελος του άλλα διαβήματα που έλαβε, όπως στην προκείμενη περίπτωση, θίχτηκε ανεπιτυχώς θέμα δικαιοδοσίας ή προωθήθηκε διαδικασία τροποποίησης δικογραφήματος .» Υιοθετώντας το λόγο της Magdon και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα υπόθεση, καταλήγω ότι οι αιτητές μέσα στην μακρά διαδρομή που ακολούθησε η υπόθεση με τις αιτήσεις που καταχωρίστηκαν και τις αποφάσεις του δικαστηρίου όπως τις έχω παραθέσει, κατά το καλύτερο δυνατό πιο πάνω, επιλέγουν να καταχωρίζουν διάφορες αιτήσεις, συγκαταλέγοντας ανάμεσα στις θεραπείες την αναστολή της διαδικασίας, χωρίς ουσιαστικά να την προσδιορίζουν ή να την αναφέρουν καν στις ενόρκους δηλώσεις τους συμπεριλαμβάνοντας την τυπικά ως μια από τις επιζητούμενες θεραπείες. Οι αιτητές είχαν υποχρέωση να θέσουν αμέσως και κατά προτεραιότητα την οποιαδήποτε πιθανή τους ένσταση, είτε για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας, είτε θεραπεία αναστολής της διαδικασίας για τους ίδιους λόγους, επέλεξαν όμως να εγείρουν το ζήτημα όποτε οι ίδιοι έκριναν και να το εγκαταλείπουν και πάλι κατά βούληση και κατά παράβαση και έξω από τα πλαίσια της νομολογίας. Η εισήγηση του πως ο χρόνος υποβολής της αίτησης για αναστολή της διαδικασίας, καθορίζεται από το άρθρο 8 του Κεφ.4, οπότε και ο αιτητής μπορεί οποτεδήποτε, μετά την εμφάνιση και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις, έχει δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας, δεν με βρίσκει απολύτως σύμφωνη. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 συμπληρώνονται: «.............................. δύναται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση, και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας αν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία σύμφωνα με το συνυποσχετικό και ότι ο αιτητής ήταν, όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας.» Για τις προϋποθέσεις που πηγάζουν από το άρθρο 8 σχετικά είναι και τα Αγγλικά συγγράμματα τα οποία ερμηνεύουν το αντίστοιχο Αγγλικό άρθρο. Russell on Arbitration, πιο πάνω, σελ. 175 και Βulfracht v. Third World Steel Co. Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 148. Οι δε παρατηρήσεις του συνηγόρου των αιτητών, σε σχέση με τα δικονομικά μέτρα που έχουν πάρει οι εναγόμενοι από την ημερομηνία καταχώρισης των σημειωμάτων εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, ότι δηλαδή αυτά αφορούσαν σε θέματα ορθής σφράγισης και/ή επίδοσης και/ή ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, χωρίς αυτά να συνιστούν ούτε γραπτές προτάσεις, αλλά ούτε και «άλλο στάδιο εμπλοκής των εναγομένων στην διαδικασία», εκβαραθρώνει πλήρως τις θέσεις των εναγομένων-αιτητών αντί να τις ενισχύει και οδηγεί τα πράγματα στο πλαίσιο και το λόγο της Magdon, πιο πάνω. Οι δε επικουρικές του θέσεις πως η επίκληση θεμάτων δικαιοδοσίας αφορούσε αποκλειστικά θέματα σφράγισης και/ή επίδοσης και/ή ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος, ζητήματα που δεν επέτρεπαν την παράλληλη προώθηση της αίτησης για παραπομπή σε διαιτησία, επίσης απολήγουν σε αναίρεση της αιτούμενης θεραπείας. Σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω, ότι μια τέτοια πορεία θα συνιστούσε αποδοχή της επίδοσης και θα καθιστούσε τις διαδικασίες ακύρωσης των διαταγμάτων για σφράγιση ή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, άνευ αντικειμένου. Ένας διάδικος έχει δικαίωμα, ευθύς αμέσως μετά την καταχώριση της αγωγής και της επίδοσης προς αυτόν του κλητηρίου, να επιδιώξει αναστολή της αγωγής επικαλούμενος την ρήτρα διαιτησίας, οπότε σε καμία περίπτωση η ενέργεια του αυτή θα εκλαμβανόταν ως αποδοχή εκ μέρους του στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Αρχή που συνάδει με τον Κανονισμό 24 του Κοινοτικού Κανονισμού 44/01, ο οποίος προνοεί πως η εμφάνιση ενώπιον Δικαστηρίου Κράτους Μέλους με αποκλειστικό σκοπό την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν συνεπάγεται αποδοχή της δικαιοδοσίας του. Κοινοπραξία και/ή Συνδικάτο Ασφαλιστών v. G.N. Ellinas Imports-Exports Ltd,
(2005)1 A.A.Δ.
  1. Adrian Briggs and Peter Rees: Civil Jurisdiction and Judgments, 4η Εκδ., σελ.
  2. Εάν και εφόσον οι εναγόμενοι με την καταχώριση της εμφάνισης υπό αίρεση επιθυμούσαν την παραπομπή του θέματος σε διαιτησία είχαν υποχρέωση να την προτάξουν ή να την συμπεριλάβουν στις επιζητούμενες θεραπείες και μέσα στα πλαίσια των αιτήσεων που εκδικάστηκαν. Παρατηρώ ότι ενώ σε όλες τις αιτήσεις συμπεριλαμβανόταν γενικό αίτημα αναστολής της διαδικασίας, το ζήτημα ούτε υποστηρίχθηκε με τις ενόρκους δηλώσεις, ούτε και προωθήθηκε από τους εναγόμενους. Το ζήτημα μπορεί να εγερθεί οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση και πριν ο διάδικος παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας. Η φράση «άλλο στάδιο» όπως εμφανίζεται στην Ελληνική μετάφραση του Κεφ.4 αποδίδουν την Αγγλική έκφραση «other steps», όπως εμφανίζεται στο Αγγλικό κείμενο. Έκφραση η οποία κατά την κρίση μου δεν αποδίδει και ούτε μεταφράζει ή μεταφέρει το πραγματικό νόημα του Αγγλικού κειμένου το οποίο Αγγλικό κείμενο στην παρούσα περίπτωση υπερισχύει του Ελληνικού. Όπως προκύπτει από τη νομολογία ο όρος «νέο διάβημα» είναι τεχνικός: και συμπεριλαμβάνει την καταχώριση κάποιας αίτησης. Σχετικά με το ζήτημα Russell on Arbitration, 19η Έκδ., σελ.182 και 183 και Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδ., Τόμος 2, παρ.
  3. Σε καμία περίπτωση και με τα δεδομένα της υπόθεσης, μπορώ να δεχθώ, πως η παρούσα αίτηση αποτελεί το πρώτο δικονομικό μέτρο που έχουν λάβει οι εναγόμενοι από την ημερομηνία έκδοσης των αποφάσεων του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.6.2009 και 24.9.2010 και εντός των χρονικών πλαισίων που προβλέπονται από το άρθρο 8 του Κεφ.
  4. Εδώ θέλω να παρατηρήσω πως η επιχειρηματολογία του συνηγόρου των αιτητών αγνοεί ή θέλει να αγνοήσει πώς τα πράγματα ξεκινούν πολύ πιο πίσω: Από τις 25.1.2008 οπότε οι εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 καταχωρίζουν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και ακολουθούν στις 7.2.2008, 8.2.2008 και 14.4.2008 νέες εμφανίσεις υπό διαμαρτυρία κατ' ακολουθία και ως συνέπεια των ενδιάμεσων αποφάσεων του Δικαστηρίου τις οποίες έχω παραθέσει πιο πάνω. Το Δικαστήριο θα ενεργούσε λανθασμένα αν εξέταζε το αίτημα στη βάση της τελευταίας εμφάνισης την οποία έχουν καταχωρίσει οι εναγόμενοι στις 14.4.2010 και όχι τη συνολική συμπεριφορά τους από τις 25.1.2008 και μετέπειτα. Το γεγονός ότι υπήρξε παραμερισμός των επιδόσεων προς τους εναγόμενους, οπότε και στη συνέχεια και αναλόγως των διαβημάτων των εναγόντων καταχώρισαν νέες εμφανίσεις υπό διαμαρτυρία, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ουδέποτε και σε καμιά από τις περιπτώσεις αυτές, έθεσαν ζήτημα αναστολής της διαδικασίας λόγω ρήτρας διαιτησίας. Και κάτι ακόμη: στις 17.11.2010 οι εναγόμενοι 3, 4, 5 και 8 καταχωρίζουν μονομερή αίτηση, με την οποία επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου για παράταση χρόνου καταχώρισης της υπεράσπισης τους, η οποία εν τέλει καταχωρίζεται στις 21.4.
  5. Γεγονός που επαναφέρει στο προσκήνιο, όχι μόνο το ζήτημα του νέου διαβήματος στη διαδικασία, αλλά και που τονίζει την επαμφοτερίζουσα και επιλεκτική στάση των εναγομένων 4 και 8-αιτητών, από την έναρξη της διαδικασίας μέχρι σήμερα. Σημειώνω ακόμα πως οι αιτητές θα πρέπει να ικανοποιήσουν ακόμα μια προϋπόθεση του άρθρου 8 ότι: ήταν και εξακολουθούν να είναι έτοιμοι και πρόθυμοι όπως η διαφορά παραπεμφθεί σε διαιτησία και πράξουν οτιδήποτε αναγκαίο και απαραίτητο για την διεξαγωγή της. Η αναφορά αυτή εμπεριέχεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Όμως καταλήγω πως η προϊστορία της υπόθεσης, με τις διαδοχικές αιτήσεις που έχουν καταχωρίσει οι αιτητές και τα νέα διαβήματα που έχουν πάρει στη διαδικασία, απογυμνώνουν την εν λόγω παράγραφο από κάθε ουσιαστικό περίβλημα και την καθιστούν απλή και φραστική δήλωση. Από την καταχώριση της αγωγής 6.12.2007 μέχρι 19.11.2010 δεν φαίνεται οι εναγόμενοι-αιτητές να κινούνται με οποιοδήποτε τρόπο, είτε με αποστολή επιστολής προς τους ενάγοντες ή άλλως πως, για να τους καλούν να ξεκινήσει η διαιτησία, παρά μόνο καταχωρίζουν μετά από πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος την παρούσα αίτηση, δηλώνοντας την ετοιμότητα τους. Εν όψει των πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου, πως οι αιτητές είχαν υποχρέωση να θέσουν αμέσως και κατά προτεραιότητα την οποιαδήποτε πιθανή τους ένσταση για δικαιοδοσία ή αναστολή της διαδικασίας λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας. Δόθηκε επανειλημμένως η ευκαιρία στους εναγόμενους να θέσουν το ζήτημα της ρήτρας διαιτησίας, αλλά δεν το έπραξαν. Ήγειραν θέματα άλλα και ενώ στηρίχθηκαν στη ρήτρα διαιτησίας για να επικαλεστούν ζητήματα απόκρυψης και μόνο, επιζητούσαν την αναστολή στη βάση άλλων όρων. Η καθυστέρηση που επιδείχθηκε εκ μέρους των αιτητών, δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Δεν δόθηκε κανένας καλός λόγος εκ μέρους των αιτητών γιατί δεν προώθησαν το αίτημα, ενώ είχαν στα χέρια τους όλα τα ουσιώδη γεγονότα και γιατί κινήθηκαν κατά τρόπο εξερχόμενο των δικονομικών τους υποχρεώσεων. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι οι εναγόμενοι-αιτητές, οι οποίοι φέρουν το βάρος απόδειξης, δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για χορήγηση των αιτουμένων θεραπειών. Η συμπεριφορά των αιτητών οι οποίοι κάθε φορά επανέρχονται με αίτημα αναστολής και στη συνέχεια το εγκαταλείπουν, δεν συνιστά απλώς νέο διάβημα στην διαδικασία αλλά και κατάχρηση της διαδικασίας και διαιώνιση μιας κατάστασης που δεν επιτρέπει στην αγωγή, από το 2007 που καταχωρίστηκε, μέχρι σήμερα, να προχωρήσει. Η τμηματική εκδίκαση των ζητημάτων π.χ. παραμερισμός της επίδοσης λόγω λήξης του κλητηρίου και εγκατάλειψη ή μη προώθηση του αιτήματος για αναστολή ή μη συμπερίληψη του πλήττει την αρχή της τελεσιδικίας. Στην υπόθεση K.S.R. Comercio e Industria de Papel S.A. & άλλων ν. Bluecoral Navigation Limited,
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ.309, ο Δικαστής Νικήτας προβαίνει στις εξής εύστοχες παρατηρήσεις: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου ή παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε τη τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα». Από την άλλη, οι καθ' ων η αίτηση, με τα όσα έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν ικανοποιήσει το αποδεικτικό βάρος που φέρουν ώστε να ασκηθεί η διακριτική μου ευχέρεια εναντίον της αιτούμενης αναστολής. Yalta Sea Trade Port v. Emed Chartering Ltd κ.α., Αγ. Ναυτ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 7 και W. Bruce Ltd v. J Strong
(1951)1 All E.R. 1021, 1026: Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για αναστολή διαδικασίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.