← Κύπρος

ARIZONA TRADING CO LTD ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ (ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ΛΤΔ, Αρ. Αγ.: 3339/2007, 18/05/2011

ARIZONA TRADING CO LTD ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ (ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ΛΤΔ, Αρ. Αγ.: 3339/2007, 18/05/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A151 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 3339/2007 Μεταξύ: ARIZONA TRADING CO LTD από τη Λεμεσό Εναγόντων και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ (ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ΛΤΔ από τη Λεμεσό Εναγομένων ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 18/05/

  1. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Μάριος Χρ. Χαραλάμπους Για τον Εναγόμενο: κ. Γεώργιος Γεωργίου για κα Φοίβη Ηρακλέους. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή αξιώνουν εναντίον των εναγομένων το ποσό των £1,610 ως οφειλόμενο από την πώληση εμπορευμάτων και/ή προσφορά υπηρεσιών που έγινε κατόπιν εντολής και/ή παρακλήσεως των εναγομένων και/ή των αντιπροσώπων τους κατά ή περί τις 25/04/
  2. Οι εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε κατά τον ισχυριζόμενο χρόνο συνήψαν συμφωνία με τους ενάγοντες και ουδέποτε οι ενάγοντες τους πώλησαν και παρέδωσαν οποιαδήποτε εμπορεύματα. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους, οι ενάγοντες κάλεσαν ως μάρτυρες τον κ. Αντωνάκη Λοϊζου (Μ.Ε.1) και τον κ. Δημήτρη Αντωνίου (Μ.Ε.2). Για λογαριασμό της υπεράσπισης κατέθεσε ο κ. Παναγιώτης Χριστοφίδης (Μ.Υ.) Επίσης, κατά τη δίκη κατατέθηκαν συνολικά τρία τεκμήρια στα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω και εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο. Όλο το μαρτυρικό υλικό έχει καταγραφεί και σημειωθεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτό αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα γίνει όμως, μια περιληπτική αναφορά στο περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου από τους μάρτυρες για να διαφανούν οι εκδοχές των διαδίκων. Ο κ. Αντωνάκης Λοϊζου (Μ.Ε.1) ανέφερε αρχικά, ότι οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ο ίδιος διευθυντής και κατέθεσε σχετικό πιστοποιητικό σύστασης της ως τεκμήριο
  3. Ακολούθως εξήγησε την φύση των εργασιών των εναγόντων οι οποίοι όπως είπε ασχολούνται με την πώληση ξυλουργικών μηχανημάτων, την παροχή τεχνικής υποστήριξης προς τους πελάτες - αγοραστές τέτοιων μηχανημάτων καθώς επίσης και με την πώληση εξαρτημάτων. Αναφορικά με την σχέση των εναγόντων με τους εναγομένους ανέφερε ότι πώλησαν στους τελευταίους ξυλουργικά μηχανήματα γύρω στο 1990 και τους εξυπηρέτησαν αρκετές φορές. Για την επίδικη συναλλαγή, ανέφερε ότι το 2003 του τηλεφώνησε ο κ. Παναγιώτης Χριστοφίδης, διευθυντής των εναγομένων και του ανέφερε ότι μια μηχανή και συγκεκριμένα ένας δίσκος καθέτου κοπής πλακάζ είχε πρόβλημα. Οι ενάγοντες έστειλαν τεχνικό όπου επιθεώρησε το μηχάνημα, διαπίστωσε ποιό ήταν το πρόβλημα και τι είδους εξαρτήματα χρειάζονταν για να επιδιορθωθεί. Ακολούθως, ο κ. Χριστοφίδης τον παρακάλεσε να του στείλει τα εν λόγω εξαρτήματα για να επιδιορθωθεί η μηχανή και o μάρτυρας του απάντησε ότι δεν τα είχαν σε απόθεμα (stock) και ότι έπρεπε να τα παραγγείλει. Αφού συμφώνησαν και ο μάρτυρας ανέφερε στον κ. Χριστοφίδη και το κόστος, προχώρησε στην παραγγελία των εν λόγω εξαρτημάτων τα οποία έφεραν από εργοστάσιο του εξωτερικού και εγκατέστησαν στο μηχάνημα των εναγομένων. Ακολούθως, εκδόθηκε το τιμολόγιο με αρ. 14655 ημερομηνίας 25/04/2003 για το συνολικό ποσό των £1,610 το οποίο αντιπροσώπευε το ποσό των £1,400 που ήταν η αξία του εξαρτήματος και των εργατικών εγκατάστασης στη μηχανή στο εργοστάσιο των εναγομένων πλέον £210 Φ.Π.Α. Το εν λόγω τιμολόγιο κατατέθηκε από τον εν λόγω μάρτυρα ως τεκμήριο
  4. Κατά την αντεξέταση του, ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο δέσμη από τέσσερα έγγραφα ως τεκμήριο 3, τα οποία σκοπό είχαν να αποδείξουν την αγορά και εισαγωγή του εξαρτήματος που τοποθέτησαν στο μηχάνημα των εναγομένων. Τα πρώτα τρία έγγραφα αφορούν τιμολόγιο των εκτελωνιστών ημερομηνίας 22/05/2002, έγγραφο εκτελώνισης και έγγραφο που αποδεικνύει ότι τα εν λόγω εξαρτήματα ήρθαν με courier. Το τέταρτο έγγραφο αφορά τιμολόγιο του εργοστασίου ημερομηνίας 21/05/2002 το οποίο περιγράφει τα εμπορεύματα τα οποία αποστάληκαν προς τους ενάγοντες. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι όλα τα εξαρτήματα τα οποία αναφέρονται στο εν λόγω τιμολόγιο εγκαταστάθηκαν στην μηχανή των εναγομένων για να λειτουργήσει. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι ενάγοντες όχλησαν επανειλημμένως τους εναγομένους για πληρωμή του εν λόγω τιμολογίου χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Τον πρώτο χρόνο οι οχλήσεις ήταν πιο συχνές και ακολούθως πιο αραιές. Ο πωλητής της εταιρείας επισκέφθηκε τους εναγομένους επανειλημμένως για να τους τιμολογήσουν χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού αρνούνταν να αποδεκτούν το τιμολόγιο. Ο κ. Δημήτρης Αντωνίου (Μ.Ε.2) κατέθεσε ότι εργάζεται στους ενάγοντες ως πωλητής από το 2002 και μέσα στα καθήκοντα του είναι να τιμολογεί και πελάτες στους οποίους παρέχεται τεχνική υποστήριξη. Γνωρίζει τους εναγόμενους και τον κ. Παναγιώτη Χριστοφίδη καθότι μετά από την τοποθέτηση συγκεκριμένου εξαρτήματος στο μηχάνημα τους, τον επισκέφθηκε για να τον τιμολογήσει. Αρχικά ο κ. Χριστοφίδης του ζήτησε δύο μήνες χρόνο για να δουλέψει το μηχάνημα και να πεισθεί ότι αυτό ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι τον επισκέφθηκε ξανά μετά πάροδο δύο μηνών περίπου και ο κ. Χριστοφίδης πάλι αρνιόταν να δεχθεί το τιμολόγιο. Ο μάρτυρας είπε ότι συνέχισε να τον επισκέπτεται κάθε τρεις εβδομάδες με ένα μήνα, με σκοπό να τιμολογήσει τους εναγόμενους αλλά δυστυχώς αρνιούνταν να τιμολογηθούν, οπότε ανέφερε στους ενάγοντες να αναλάβουν αυτοί την τιμολόγηση του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν εκδόθηκε τιμολόγιο για αρκετό χρονικό διάστημα μετά την προσφορά των υπηρεσιών προς τους εναγόμενους δια το λόγο ότι οι τελευταίοι αρνούνταν. Δεν γνώριζε να αναφέρει πότε τελικά εκδόθηκε το εν λόγω τιμολόγιο αφού δεν ήταν ο ίδιος που το εξέδωσε. Εκδόθηκε είπε, σίγουρα μετά από πάροδο κάποιων μηνών, μπορεί να ήταν 10 - 20 μήνες μετά. Ο κ. Παναγιώτης Χριστοφίδης (Μ.Υ.) ανέφερε ότι γνώρισε τους ενάγοντες γύρω στο 1991 όταν αγόρασε μια μηχανή από κοντά τους. Μετά από ένα χρόνο περίπου είπε, η μηχανή είχε πρόβλημα και οι ενάγοντες του είπαν ότι για να επιδιορθωθεί χρειαζόταν περίπου £2,000 κάτι το οποίο αρνήθηκε. Το έτος 2003 ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες δεν τον επισκέφθηκαν ούτε επιδιόρθωσαν την μηχανή του και ούτε του ζήτησαν να τους πληρώσει για κάποιες υπηρεσίες που του πρόσφεραν. Οι συνήγοροι των διαδίκων με τις γραπτές αγορεύσεις τους που καταχώρησαν ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστήριξαν την εκδοχή των πελατών τους με αναφορά ουσιαστικά στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η μεν πλευρά των εναγόντων ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να κάνει αποδεκτή όλη την μαρτυρία που προσκομίστηκε από τους ενάγοντες και με βάση αυτή να εκδώσει απόφαση υπέρ τους. Η δε πλευρά του εναγομένου, με αναφορά στο περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων που κατέθεσαν για λογαριασμό των εναγόντων, ισχυρίστηκε ότι με αυτή δεν αποδεικνύεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο προσφέρθηκαν οι κατ' ισχυρισμό υπηρεσίες και ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία και τους ισχυρισμούς που έχουν παραμείνει αναντίλεκτοι ή που δεν έχουν αμφισβητηθεί, τα πιο κάτω αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων: Οι ενάγοντες αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ενεγράφηκε στον Έφορο Εταιρειών το 1970 και διευθυντής και μέτοχος της είναι ο κ. Αντωνάκης Λοϊζου. Οι ενάγοντες ασχολούνται με την εισαγωγή και πώληση ξυλουργικών μηχανημάτων και την τεχνική υποστήριξη στους πελάτες τους μετά την πώληση των εν λόγω μηχανημάτων, όποτε τους το ζητήσουν. Οι εναγόμενοι αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και μέτοχος της είναι ο κ. Παναγιώτης Χριστοφίδης ο οποίος παρουσιαζόταν και ως διευθυντής. Κατά ή περί το 1990 - 1991 οι ενάγοντες πώλησαν στους εναγομένους μια ξυλουργική μηχανή. Πέρα από τα πιο πάνω αντίθετες ήταν οι εκδοχές των διαδίκων αναφορικά με το κατά πόσο οι ενάγοντες κατά ή περί τις 25/04/2003 πώλησαν και προσέφεραν στους εναγόμενους οποιοδήποτε εξάρτημα ή υπηρεσίες. Επομένως, το κύριο και βασικό επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή είναι κατά πόσο οι ενάγοντες κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα προσέφεραν τις πιο πάνω υπηρεσίες. Ως εκ τούτου επιβάλλεται να προβώ στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας με σκοπό την διατύπωση σχετικών ευρημάτων. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνω υπόψη μου τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την αξιοπιστία ενός μάρτυρα και τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας του ( ενδεικτικά αναφέρομαι στην Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367 και Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Ο Μ.Ε. 1 κατέθεσε ότι οι ενάγοντες πώλησαν και εγκατέστησαν στο μηχάνημα των εναγομένων ένα εξάρτημα. Αυτό έγινε ανέφερε κατόπιν παράκλησης του κ. Παναγιώτη Χριστοφίδη μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν κατά το έτος
  1. Έστειλε τους τεχνικούς των εναγόντων οι οποίοι επιθεώρησαν το μηχάνημα των εναγομένων και διαπίστωσαν ότι χρειαζόταν ένα εξάρτημα που ήταν μια καδένα πλήρης με τα καλώδια. Επειδή οι ενάγοντες δεν το είχαν σε απόθεμα αναγκάστηκαν να το παραγγείλουν από εργοστάσιο του εξωτερικού, αφού πρώτα πήραν την έγκριση των εναγομένων και τους ανέφεραν και το κόστος. Στη συνέχεια παράγγειλαν το εν λόγω εξάρτημα και όταν ήρθε, οι τεχνικοί της εταιρείας το εγκατέστησαν στο μηχάνημα των εναγομένων. Κατέθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 3 στο οποίο φαίνεται το συγκεκριμένο εξάρτημα καθώς και όλα τα σχετικά έγγραφα αναφορικά με τον εκτελωνισμό του. Επέμενε ότι όλα τα εξαρτήματα που αναγράφονται στον εν λόγω τεκμήριο εγκαταστάθηκαν στο μηχάνημα των εναγομένων. Εκείνο που προκύπτει από το τεκμήριο 3 είναι ότι στο τελευταίο αναγράφεται ως ημερομηνία εκτελωνισμού του η 22α/05/2002 και επίσης το τιμολόγιο του εργοστασίου φέρει ημερομηνία 21/05/
  2. Ο μάρτυρας κατά την προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι συμφώνησε με τους εναγόμενους όπως παραγγείλει το εν λόγω εξάρτημα κατά το έτος 2003 και όταν αφίχθηκε εγκαταστάθηκε στο μηχάνημα των εναγομένων. Αν και ο μάρτυρας αυτός απαντούσε με αμεσότητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και προσπάθησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα με πλήρη λεπτομέρεια, εντούτοις εντοπίζεται μια σοβαρή αντίφαση της προφορικής του μαρτυρίας με την έγγραφη μαρτυρία που ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφορικά με τον χρόνο πώλησης και εγκατάστασης του εν λόγω εξαρτήματος στο μηχάνημα των εναγομένων. Πώς είναι δυνατό να είχε συναφθεί η συμφωνία το 2003, όπως προφορικά ανέφερε και το εξάρτημα να είχε παραγγελθεί και αφιχθεί το
  3. Ο μάρτυρας επέμενε ότι το εξάρτημα που αναγράφεται στο τεκμήριο 3 είναι αυτό που τοποθετήθηκε στο μηχάνημα των εναγομένων. Αυτό όμως δεν συνάδει χρονολογικά με τα όσα ο ίδιος προφορικά ανέφερε. Επίσης, η μαρτυρία αυτή δεν συνάδει και με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων. Ισχυρίζονται στην Έκθεση Απαίτησης ότι προσέφεραν τις εν λόγω υπηρεσίες κατά ή περί τις 25/04/
  4. Η μαρτυρία όμως του μάρτυρα αυτού δεν καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Ισχυρίστηκε ότι συμφώνησε με τους εναγόμενους για την παροχή αυτών των υπηρεσιών το έτος 2003 αλλά δεν τοποθετεί χρονικά πότε τελικά αυτές παρασχέθηκαν στους εναγομένους. Επίσης, αυτή η θέση έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την έγγραφη μαρτυρία που ο ίδιος κατέθεσε, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω και συγκεκριμένα με το τεκμήριο 3, που ισχυρίστηκε ότι είναι αυτό το συγκεκριμένο εξάρτημα που τοποθέτησε στη μηχανή των εναγομένων, το οποίο όμως φαίνεται να παραγγέλθηκε και παραλήφθηκε τον Μαϊο του
  5. Πέραν τούτου, στην Έκθεση Απαίτησης δικογραφείται ότι στις 25/04/2003 εκδόθηκε και το τιμολόγιο, τεκμήριο
  6. Προκύπτει δηλαδή, ότι την ίδια ημερομηνία παροχής των εν λόγω υπηρεσιών εκδόθηκε και το σχετικό τιμολόγιο. Ο μάρτυρας όμως στην μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι αρνούνταν να τιμολογηθούν παρόλες τις οχλήσεις του πωλητή τους για κάποιο χρονικό διάστημα. Επομένως, διαφαίνεται ότι το σχετικό τιμολόγιο εκδόθηκε σε κάποιο χρόνο μεταγενέστερα της παροχής των εν λόγω υπηρεσιών. Η ημερομηνία που φέρει το τιμολόγιο δεν συνάδει χρονολογικά με την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών και την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Το εν λόγω τιμολόγιο είναι ανυπόγραφο και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεξάρτητη συμφωνία και βάση αγωγής. Δεν έχει από μόνο του αποδεικτική δύναμη και θα πρέπει να συνεκτιμηθεί με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1Β Α.Α.Δ. 962). Στο εν λόγω τιμολόγιο μπορεί να σημειώνονται και να αναγράφονται οι λεπτομέρειες του εν λόγω εξαρτήματος και των υπηρεσιών που οι ενάγοντες πρόσφεραν στους εναγόμενους όπως ο μάρτυρας ανέφερε, αλλά ο χρόνος έκδοσης του και εν γένει ο χρόνος παροχής των εν λόγω υπηρεσιών δεν συνάδει με την υπόλοιπη του μαρτυρία. Επομένως, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο εν λόγω τιμολόγιο αναφορικά με τον χρόνο σύναψης και εκτέλεσης της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Ούτε το εν λόγω τιμολόγιο μπορεί από μόνο του να αποδείξει ότι οι εν λόγω υπηρεσίες προσφέρθηκαν κατά τον δικογραφημένο χρόνο. Οι εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνούνται ότι κατά τον χρόνο που αναφέρεται στην αγωγή, οι ενάγοντες τους προσέφεραν οποιεσδήποτε υπηρεσίες. Με την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν προκύπτει πότε οι εν λόγω υπηρεσίες προσφέρθηκαν. Οι ισχυρισμοί του μάρτυρα αυτού είναι αντιφατικοί και δεν συνάδουν χρονολογικά με τα όσα ο ίδιος ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου ο Μ.Ε 2 που κατέθεσε για λογαριασμό των εναγόντων, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος για μεγάλο χρονικό διάστημα επισκεπτόταν τους εναγομένους με σκοπό να τους εκδώσει το τιμολόγιο χωρίς να το έχει καταφέρει. Αντεξεταζόμενος πότε τελικά εκδόθηκε σχετικό τιμολόγιο ανέφερε σίγουρα μετά από πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος από την προσφορά των υπηρεσιών και καθόρισε το χρόνο αυτό σε 10, ίσως και 20 μήνες μετά. Η μαρτυρία αυτή γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο καθότι η κύρια θέση και εκδοχή του μάρτυρα αυτού ότι επισκέφθηκε επανειλημμένα να τιμολογήσει τους εναγομένους δεν αμφισβητήθηκε. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι έλεγε ψέματα στο Δικαστήριο ή σκοπό είχε να βοηθήσει την εκδοχή των εναγόντων αναφορικά με τις ενέργειες που ο ίδιος έκανε σχετικά με την τιμολόγηση των εναγομένων. Άρα η θέση των εναγόντων όπως δικογραφείται αναφορικά με το χρόνο προσφοράς των εν λόγω υπηρεσιών και έκδοσης του σχετικού τιμολογίου δεν συμβαδίζει με την όλη προσκομισθείσα μαρτυρία από πλευράς εναγόντων. Εκείνο που διαφαίνεται από την όλη μαρτυρία εκ μέρους των εναγόντων είναι ότι ίσως αυτοί να προσέφεραν τις ισχυριζόμενες υπηρεσίες στους εναγομένους σε κάποιο άλλο προγενέστερο χρόνο από αυτό που δικογραφείται. Δεν υπάρχει σαφής και ξεκάθαρη μαρτυρία αναφορικά με το πότε επήλθε η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με τις ισχυριζόμενες προσφερθείσες υπηρεσίες. Η μαρτυρία είναι αντιφατική και δεν συνάδει χρονολογικά. Εν όψει των πιο πάνω το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με το πότε επήλθε η εν λόγω συμφωνία και τελικά πότε υλοποιήθηκε από τους ενάγοντες. Eπίσης, η δικογραφημένη θέση ότι κατόπιν παράκλησης και/ή εντολής των εναγομένων που έγινε κατά ή περί τις 25/04/2003, προσφέρθηκαν οι εν λόγω υπηρεσίες δεν αποδεικνύεται από την προσαχθείσα μαρτυρία. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε εικασίες αναφορικά με το χρόνο προσφοράς των εν λόγω υπηρεσιών δεδομένου μάλιστα της σαφής άρνησης των εναγομένων ότι κατά την δικογραφημένη χρονική περίοδο δεν παρασχέθηκαν οποιεσδήποτε υπηρεσίες. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία των μαρτύρων των εναγόντων και με βάση αυτή να προβεί σε ασφαλή και σαφή ευρήματα αναφορικά με το πότε επήλθε και πότε υλοποιήθηκε η συμφωνία μεταξύ των μερών για την επιδιόρθωση και εγκατάσταση του εν λόγω εξαρτήματος στο μηχάνημα των εναγομένων. Από την άλλη ο Μ.Υ. δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Δεν απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με ευθύτητα και αμεσότητα και πολλές φορές δεν απαντούσε τις ερωτήσεις αλλά έλεγε άλλα πράγματα. Η μαρτυρία του δεν ήταν σαφής και ξεκάθαρη και σε αρκετά σημεία της αντιφατική. Κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να εκθέσει τα πραγματικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν αναφορικά με την επίδικη συναλλαγή που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι έλαβε χώρα μεταξύ των διαδίκων. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι γνωρίζει τους ενάγοντες καθότι περί το έτος 1991 αγόρασε από αυτούς μια μηχανή και ότι αυτή η μηχανή είχε κάποιο πρόβλημα ένα περίπου χρόνο μετά που την αγόρασε και έκτοτε δεν είχε καμία σχέση και επαφή με τους ενάγοντες, κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι η παρούσα αγωγή είναι εκδικητική καθότι οι ενάγοντες προσπαθούσαν να του πουλήσουν μια μηχανή και αυτός δεν δεχόταν γι αυτό κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Ισχυρίστηκε δηλαδή, ότι από το 1992 περίπου που έγινε αυτό οι ενάγοντες αποφάσισαν το 2007 να εγείρουν την παρούσα αγωγή ένεκα της άρνησης του να αγοράσει καινούργια μηχανή από κοντά τους. Στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι η μηχανή που οι ενάγοντες του πούλησαν είχε πρόβλημα, όχι πολύ πρόβλημα και αναγκάστηκε ο ίδιος να την επιδιορθώσει καλώντας δικό του ηλεκτρολόγο τον οποίο πλήρωσε. Ερωτούμενος κατά πόσο η μηχανή του είχε πρόβλημα το 2003, απάντησε «είχε πρόβλημα, έφερα δικό μου ηλεκτρολόγο, μου την επιδιόρθωσε. Ακολούθως, ανέφερε ότι η μηχανή παρουσίασε πρόβλημα ένα χρόνο μετά που την αγόρασε και όχι το 2003. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι είναι αντιφατική αλλά και ορισμένες φορές εκτός δικογράφων. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση το ερώτημα είναι κατά πόσο οι ενάγοντες, που έχουν και το βάρος απόδειξης κατάφεραν να το αποσείσουν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Είναι προφανές ότι απέτυχαν να το πράξουν και η αγωγή τους δεν μπορεί να επιτύχει. Η μαρτυρία που παρουσίασαν, όπως έχει αξιολογηθεί ανωτέρω, δεν αποδεικνύει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχαν τις ισχυριζόμενες υπηρεσίες στους εναγομένους. Ίσως αυτό να έγινε σε κάποιο προγενέστερο χρόνο τον οποίο δεν μπόρεσαν να καθορίσουν με ακρίβεια στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε εικασίες αλλά θα ήταν και ανεπίτρεπτο να καταλήξω ότι οι εν λόγω υπηρεσίες έλαβαν χώρα σε χρόνο ο οποίος δεν δικογραφείται. Άλλωστε, δεν προκύπτει από την όλη μαρτυρία και πότε προσφέρθηκαν αυτές οι υπηρεσίες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιλύει τα επίδικα ζητήματα τα οποία εγείρονται από τις έγγραφες προτάσεις. Το ζήτημα εδώ είναι κατά πόσο στις 25/04/2003 και/ή μετέπειτα προσφέρθηκαν οι κατ' ισχυρισμό υπηρεσίες. Από την προσφερθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Tέλος και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα πρέπει να αποφασιστεί και κατά πόσο οι ενάγοντες θα πρέπει να αποζημιωθούν για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στους εναγομένους, δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο αρχές του αδικιαολόγητου πλουτισμού εμπεριέχονται στο άρθρο 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149. Όπως έχει λεχθεί και στην Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ., το άρθρο αυτό προβλέπει για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και την ανταπόδοση εκτός και ανεξάρτητα οποιουδήποτε συμβατικού πλαισίου ή όπου το συμβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει. Το άρθρο αυτό ενσωματώνει τις αρχές του Δικαίου της Επιείκιας γνωστές ως αδικαιολόγητος πλουτισμός και αποκατάσταση (restitution). Δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής αλλά εντάσσεται στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το Δίκαιο της Επιείκιας για να συμπληρώσουν τις ατέλειες και ελλείψεις του Κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικό πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας όταν το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο να διατάξει επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας (βλ. Minerva Finance Investment Ltd v. Γεώργιου Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173). Για να δημιουργηθεί δικαίωμα αγωγής βάσει του αδικαιολόγητου πλουτισμού πρέπει να συντρέχουν τέσσερις προϋποθέσεις. Η πράξη να έχει γίνει νόμιμα, για κάποιο άλλο πρόσωπο, από πρόσωπο που δεν είχε πρόθεση να ενεργήσει χαριστικά και το πρόσωπο για το οποίο έγινε η πράξη να απολαμβάνει τα οφέλη της (βλ. Ismini Kyriakou Hajiloizi & Others v. Irini Iona
(1963)2 CLR 11). Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από πλευράς εναγόντων, δεν προκύπτει ότι οι ενάγοντες πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στους εναγόμενους κατά τον επίδικο για την παρούσα αγωγή χρόνο. Ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα αδικαιολόγητου πλουτισμού των εναγομένων κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε θεραπεία στους ενάγοντες. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Πολιτική / prosfora ipiresion cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.