← Κύπρος

Άγγελου Αρτέμη Χειμώνα ν. Ειρήνης Ρολάνδου, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 110/10, 20 Μαΐου, 2011

Άγγελου Αρτέμη Χειμώνα ν. Ειρήνης Ρολάνδου, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 110/10, 20 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A155 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 110/10 Μεταξύ: Άγγελου Αρτέμη Χειμώνα Εφεσείοντα / Αιτητή και Ειρήνης Ρολάνδου Εφεσίβλητης/Καθ'ης η Αίτηση Ημερομηνία: 20 Μαΐου, 2011 Εμφανίσεις: Για τον Εφεσείοντα: κα. Παναγή Για την Εφεσίβλητη: κ. Αποστολίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Εφεσείοντας είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 491, Φ/Σχ. 52/61 δυνάμει της εγγραφής 0/24120, στην κοινότητα Πισσούρι, Επαρχία Λεμεσού. Η Εφεσίβλητη είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 488, Φ/Σχ. 52/61 δυνάμει εγγραφής 0/22155, επίσης στην κοινότητα Πισσούρι. Τα δύο ακίνητα είναι όμορα και στα πλαίσια του φακέλου του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με αριθμό Α2154/1973 παραχωρήθηκε στο ακίνητο της Εφεσίβλητης (στο εξής «το Δεσπόζον Ακίνητο») δικαίωμα διόδου από το ακίνητο του Εφεσείοντα (στο εξής «το Δουλεύον Ακίνητο») πλάτους 3,05 μέτρων κατά μήκος του βορείου συνόρου του Δουλεύοντος Ακινήτου. Με αίτησή του προς τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής ο «Διευθυντής») ημερομηνίας 18.4.2008 με αριθμό ΑΑΔ 74/2008 ο Εφεσείοντας ζήτησε την κατάργηση του πιο πάνω δικαιώματος διόδου και με επιστολή του ημερομηνίας 10.2.2010 ο Διευθυντής πληροφόρησε τους διαδίκους πως, για τους λόγους που αναφέρονται, το δικαίωμα διόδου δεν μπορεί να καταργηθεί. Με την παρούσα αίτηση - έφεση, η οποία καταχωρήθηκε στις 5.3.2010 δυνάμει του άρθρου 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224, ο Εφεσείοντας αιτείται την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 10.2.2010. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 12

(3), 80 και 85 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, στο άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, και με αυτήν προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ακύρωσης της απόφασης ημερομηνίας 10.2.2010:
  1. O Διευθυντής έλαβε την εν λόγω απόφαση καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχει ο περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ.
  2. Η απόφαση του Διευθυντή είναι παράνομη, αντισυνταγματική, εσφαλμένη και αυθαίρετη ως μη βασιζόμενη επί όλων των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης.
  3. Η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/ή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας αφού ουδεμία αναφορά γίνεται στους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη για τη λήψη της απόφασης.
  4. Ο Διευθυντής αγνόησε παντελώς τη μαρτυρία και τα πραγματικά γεγονότα με τα οποία σχετίζεται η εν λόγω απόφαση.
  5. Η επιτόπια εξέταση που έγινε από τον Διευθυντή και/ή τον αντιπρόσωπό του έγινε με τρόπο αυθαίρετο και/ή λανθασμένο και/ή αντικανονικό και δεν ακολουθήθηκε η ορθή και/ή κανονική διαδικασία και πρακτική.
  6. Ο Διευθυντής παρέλειψε να εξετάσει την αίτηση για κατάργηση του δικαιώματος διόδου τηρώντας και ακολουθώντας την ορθή και νενομισμένη διαδικασία και πρακτική και παράλειψε να τηρήσει τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης και να εξετάσει την αίτηση δίκαια.
  7. Ο Διευθυντής αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη ότι το Δεσπόζον Ακίνητο εφάπτεται σε εγγεγραμμένο δημόσιο δρόμο ως επίσης το γεγονός ότι τόσο το Δεσπόζον Ακίνητο όσο και το Δουλεύον Ακίνητο εμπίπτουν σήμερα στην οικιστική ζώνη.
  8. Πριν από την έκδοση της απόφασης του ο Διευθυντής δεν προέβη στη δέουσα έρευνα όσον αφορά τα πραγματικά και νομικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και η απόφασή του είναι αναιτιολόγητη.
  9. Ο Διευθυντής δεν έχει ερμηνεύσει ορθά τις πρόνοιες του άρθρου 12 του Κεφ.
  10. Η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη, αυθαίρετη και στηρίζεται σε πλάνη περί τα πράγματα και σε εσφαλμένα νομικά κριτήρια. Η αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του πατέρα του Εφεσείοντα κ. Αρτέμη Χειμώνα ημερομηνίας 5.3.2010 όπου επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι λόγοι έφεσης, όπως επίσης ότι κατά το 1973 που παραχωρήθηκε το δικαίωμα διόδου η χρήση των ακινήτων ήταν γεωργική ενώ σήμερα είναι οικιστική, και ότι στο μεταξύ το Δουλεύον Ακίνητο έχει αξιοποιηθεί εμπορικά και οικιστικά με την ανέγερση καταστημάτων και κατοικίας στον πρώτο όροφο. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η ύπαρξη του δικαιώματος διόδου εμποδίζει τον Εφεσείοντα να αξιοποιήσει τα ανεγερθέντα καταστήματα στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό επειδή η έκταση που καταλαμβάνει το δικαίωμα δεν μπορεί να τύχει εκμετάλλευσης από αυτόν, γεγονός που ο Διευθυντής δεν έλαβε υπόψη. Παράλληλα, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι ο Διευθυντής αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα την αλλαγή χρήσης των δύο ακινήτων, όπως επίσης το ότι η Εφεσίβλητη μπορεί να εισέρχεται στο κτήμα της χρησιμοποιώντας τον δημόσιο και εγγεγραμμένο και ασφαλτοστρωμένο δρόμο που εφάπτεται στο βόρειο μέρος αυτού. Στις 22.3.2010 ο Διευθυντής καταχώρησε Αιτιολογημένη Απόφαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 5
(3)των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: - Στις 18.4.2008 ο Εφεσείοντας υπέβαλε προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού αίτηση με αριθμό 74/2008 για κατάργηση του δικαιώματος διόδου που είναι εγγεγραμμένο προς όφελος του Δεσπόζοντος Ακινήτου για το λόγο ότι το Δεσπόζον Ακίνητο εφάπτεται δημόσιου ασφαλτοστρωμένου δρόμου και δεν υπάρχει λόγος να χρησιμοποιείται το αιτούμενο για κατάργηση δικαίωμα διόδου το οποίο παραχωρήθηκε και ενεγράφη με τον φάκελο Α2154/
  1. - Αφού ειδοποιήθηκαν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη με συστημένο ταχυδρομείο διενεργήθηκαν επιτόπιες εξετάσεις στις 24.9.2008 και 20.10.2008 στην παρουσία του κ. Αρτέμη Χειμώνα, πατέρα και πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Εφεσείοντα, της Εφεσίβλητης και του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου κ. Χρίστου Αριστείδου. - Κατά την επιτόπια εξέταση διαπιστώθηκε ότι το αιτούμενο προς κατάργηση δικαίωμα εξακολουθεί να εξασκείται από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του Δεσπόζοντος Ακινήτου. - Κατόπιν μελέτης όλων των σχετικών στοιχείων και γεγονότων της υπόθεσης και αφού λήφθηκε υπόψη ότι η πραγματική και νομική κατάσταση των επηρεαζόμενων κτημάτων και το καθεστώς που επικρατούσε κατά την εγγραφή του δικαιώματος διόδου δεν έχει αλλάξει, αποφασίστηκε ότι η κατάργηση του δικαιώματος διόδου δεν δικαιολογείται. Στις 31.5.2010 η Εφεσίβλητη καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης η οποία στηρίζεται στα άρθρα 12, 80 και 85 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στους Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, Κανονισμούς 2, 5 - 10 και 14 - 18, στο άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ. 3, 4 και 7 και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης που εγείρονται από την Εφεσίβλητη είναι οι εξής:
  2. Τα γεγονότα και η επί τόπου κατάσταση επί των οποίων στηρίχθηκε ο Διευθυντής και παραχώρησε το δικαίωμα διόδου προς όφελος του Δεσπόζοντος Ακινήτου δεν έχουν αλλάξει.
  3. Το δικαίωμα διόδου το οποίο είναι εγγεγραμμένο με τον Φάκελο Α2154/1973 προς όφελος του Δεσπόζοντος Ακινήτου εξακολουθεί να εξασκείται αδιαλείπτως από την Εφεσίβλητη, το σύζυγο, τους εξαρτώμενους, υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους της.
  4. Ο Εφεσείοντας δεν έχει εκθέσει τέτοιους λόγους στην Αίτηση- Έφεση ώστε να αποδεικνύεται ότι ο Διευθυντής έχει περιπέσει σε λάθος.
  5. Ο Εφεσείοντας δεν έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Κανονισμού 6 των Κανονισμών του 1956 που προβλέπει ότι ο εφεσείοντας οφείλει να καταχωρήσει και επιδώσει μαζί με την Αίτηση-Έφεση την Έκθεση των Λόγων της Απόφασης του Διευθυντή.
  6. Η απόφαση του Διευθυντή είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
  7. Ο Διευθυντής προέβη επανειλημμένα στη δέουσα έρευνα και στην επιτόπου εξέταση των ακινήτων και αφού στάθμισε ορθά όλα τα πραγματικά και νομικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση κατέληξε σε ορθά και δίκαια συμπεράσματα.
  8. Ο Εφεσείοντας εμποδίζεται να προχωρήσει στην παρούσα αίτηση λόγω κωλύματος λόγω συμπεριφοράς και/ή λόγω περιουσιακού κωλύματος. Ας σημειωθεί εδώ ότι στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας ο συνήγορος της Εφεσίβλητης απέσυρε τον λόγο ένστασης υπό στοιχείο
(4)πιο πάνω (λόγοι ένστασης υπ. αριθμούς 4 και 5 στο σώμα αυτής). Η Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του γιου της Εφεσίβλητης κ. Αντώνη Αντωνίου ημερομηνίας 31.5.2010, όπου γίνεται αναφορά στα σχετικά γεγονότα και τους λόγους για τους οποίους η εκκαλούμενη απόφαση του Διευθυντή είναι και πρέπει να κριθεί ορθή. Ειδικότερα και χωρίς περιορισμό ο Ενόρκως Δηλών αναφέρει ότι ως αντιπρόσωπος της μητέρας του ήταν παρών σε όλες τις επί τόπου εξετάσεις και έρευνες τις οποίες έκανε ο Διευθυντής για την εγγραφή της διόδου και εξ' όσων γνωρίζει και εξ' όσων πληροφορείται από τους γονείς του, οι συνθήκες βάσει των οποίων ο Διευθυντής παραχώρησε το δικαίωμα διόδου κατά το έτος 1973 δεν έχουν αλλάξει καθόλου. Το δικαίωμα διόδου είχε παραχωρηθεί το 1973 λόγω του ότι οι γονείς του είχαν ανεγείρει την κατοικία τους εντός του Δεσπόζοντος Ακινήτου και συγκεκριμένα στο νότιο μέρος αυτού και πλησίον της παραχωρηθείσας διόδου. Είναι επίσης η θέση του κ. Αντωνίου ότι κατά την εγγραφή του δικαιώματος διόδου ο πατέρας του κατέληξε σε ιδιωτική συμφωνία με τον Αρτέμη Χειμώνα που ήταν ο τότε ιδιοκτήτης του Δουλεύοντος Ακινήτου και αποζημιώθηκε με το ποσό των £80,00, με τρόπο ώστε ο σημερινός ιδιοκτήτης (Εφεσείοντας) να εμποδίζεται να προχωρήσει με την παρούσα αίτηση λόγω συμπεριφοράς και λόγω περιουσιακού κωλύματος. Σύμφωνα, επίσης, με τον κ. Αντωνίου από το 1973 η επί τόπου κατάσταση δεν έχει αλλάξει και το Δεσπόζον Ακίνητο είναι απροσπέλαστο από το βόρειο μέρος του γι' αυτό και οι γονείς του εξακολουθούν μέχρι σήμερα να χρησιμοποιούν την παραχωρηθείσα δίοδο. Προς τούτο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 Βεβαίωση του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Πισσουρίου κ. Χριστάκη Αριστείδου Φουτά, με την οποία επιβεβαιώνεται το γεγονός αυτό όπως επίσης ότι από το 1973 μέχρι σήμερα η επιτόπου κατάσταση δεν έχει αλλάξει. Σε σχέση με την αξιοποίηση του Δουλεύοντος Ακινήτου, είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι ο Εφεσείοντας έχει προβεί σε πολλές παρανομίες τις οποίες οι αρμόδιες αρχές έχουν επισημάνει και σε κάθε περίπτωση η ύπαρξη του δικαιώματος διόδου δεν επηρεάζει τα δικαιώματά του, ενώ αναφορικά με την προτεινόμενη δίοδο προς τον δημόσιο ασφαλτοστρωμένο δρόμο, ο κ. Αντωνίου ισχυρίζεται ότι αυτή δεν είναι εφικτή λόγω της ύπαρξης υψομετρικής διαφοράς μεταξύ του Δεσπόζοντος Ακινήτου και του δρόμου αυτού. Στην πορεία της υπόθεσης και με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, όπως τροποποιήθηκε με τον Διαδικαστικό Κανονισμό 2/2006[1], ο Εφεσείοντας καταχώρησε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 6.8.2010 του κ. Στάθη Περικλέους, Τοπογράφου - Αγρονόμου Μηχανικού και Αρμόδιου Χωρομέτρη, ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στο Ε.Τ.Ε.Κ. και από το 2008 διατηρεί γραφείο το οποίο ασχολείται με οριοθετήσεις ακινήτων, υψομετρήσεις, μηκοτομές και μελέτες αστικής οδοποίϊας. Στην Ένορκη Δήλωσή του ο κ. Περικλέους αναφέρει ότι έλαβε οδηγίες από τον Εφεσείοντα όπως εξετάσει κατά πόσον μπορεί να κατασκευαστεί δρόμος ο οποίος να ξεκινά από τον κύριο δρόμο Πισσουρίου - Πλατανίσκιας και να διέρχεται διαμέσου του Δεσπόζοντος Ακινήτου ώστε να καταλήγει στο σπίτι που υπάρχει στο νότιο μέρος αυτού. Ο ίδιος επισκέφθηκε την περιοχή όπου βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα και έχει διενεργήσει υψομετρήσεις και έχει αποτυπώσει την υφιστάμενη επί τόπου κατάσταση αναφορικά με το Δεσπόζον Ακίνητο και όπως έχει διαπιστώσει ο δρόμος αυτός μπορεί να κατασκευαστεί και προς τούτο επισυνάπτει σχετικό σχεδιάγραμμα, Παράρτημα Α. Αναφορικά με τη θέση του κ. Αντωνίου περί ύπαρξης υψομετρικής διαφοράς, ο κ. Περικλέους αναφέρει ότι η υψομετρική διαφορά που υπάρχει μεταξύ του δρόμου Πισσουρίου - Πλατανίσκιας και του νοτίου μέρους του Δεσπόζοντος Ακινήτου, η επιτόπου κατάσταση και η μορφολογία του εδάφους είναι παράγοντες που δεν εμποδίζουν με κανένα τρόπο την κατασκευή δρόμου που να χρησιμοποιείται από την Εφεσίβλητη ώστε να εισέρχεται στο σπίτι που υπάρχει στο νότιο μέρος του κτήματός της. Παράλληλα, προς περαιτέρω υποστήριξη της ένστασης της η Εφεσίβλητη, αφού επίσης έλαβε άδεια από το Δικαστήριο, καταχώρησε Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 8.10.2010 του κ. Γιώργου Βρωμοβρυσιώτη, Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού, εγγεγραμμένου στο Μητρώο Αρμοδίων Χωρομετρών του Κτηματολογίου. O κ. Βρωμοβρυσιώτης μελέτησε την Ένορκη Δήλωση του κ. Στάθη Περικλέους και το σχεδιάγραμμα, Παράρτημα Α, και προς αντίκρουση των ισχυρισμών του κ. Περικλέους αναφέρει τα ακόλουθα: - Ο σχεδιασμός που έχει επιχειρήσει ο κ. Περικλέους είναι ελλιπής και αόριστος καθότι αποκρύβει από το Δικαστήριο όλα τα στοιχεία ώστε να εξαχθούν τα ορθά συμπεράσματα, και συγκεκριμένα παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο την μηκοτομή, δηλαδή την πλάγια τομή του δρόμου που έχει σχεδιάσει ώστε να φανεί το ύψος των επιχωματώσεων και οι κλίσεις του. - Τα στοιχεία αυτά είναι σημαντικά και ουσιώδη διότι σύμφωνα με το νόμο και τους σχετικούς κανονισμούς κανένας δρόμος δεν μπορεί να έχει κλίση μεγαλύτερη του 8% και σε εξαιρετικές περιπτώσεις με παρέκκλιση το 10%, ενώ ο σχεδιασμός του δρόμου αυτού δεν μπορεί να είναι μέσα στα νόμιμα πλαίσια. - Ο κ. Περικλέους δεν ενημερώνει το Δικαστήριο αναφορικά με την υψομετρική διαφορά που θα δημιουργήσει η επιχωμάτωση του δρόμου που σχεδίασε με τα γειτονικά κτήματα σε περίπτωση ανάπτυξης τόσο του συγκεκριμένου κτήματος όσο και των γειτονικών, στοιχείο επίσης σχετικό αφού ο νόμος προβλέπει ότι δεν μπορούν να δημιουργούνται ανεπίτρεπτες υψομετρικές διαφορές με τα γειτονικά κτήματα και περιορίζει αυτές σε 1,20 μ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τον κ. Βρωμοβρυσιώτη, με τη λύση που προτείνει ο κ. Περικλέους δημιουργούνται υψομετρικές διαφορές πέραν του επιτρεπτού ορίου. - Ερχόμενος στο θέμα της ανάπτυξης του Δεσπόζοντος Ακινήτου, ο κ. Βρωμοβρυσιώτης αναφέρει ότι σε περίπτωση που υιοθετηθεί η άποψη του κ. Περικλέους, η οικοπεδοποίηση και η ανάπτυξή του τεμαχίου δεν θα είναι εφικτή με τρομερές οικονομικές απώλειες για την Εφεσίβλητη, ενώ σε περίπτωση ενιαίας ανάπτυξης του τεμαχίου, θα κατασκευαστούν κτίρια στο ύψος του δρόμου πλην όμως τα κτίσματα αυτά θα είναι και πάλι σε υψόμετρο ανεπίτρεπτο σε σχέση με τα γειτονικά τεμάχια. - Επιπρόσθετα, το οικονομικό κόστος κατασκευής του δρόμου είναι τόσο μεγάλο ώστε αυτή να καθίσταται ασύμφορη. Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των δύο πλευρών αφού δεν ζητήθηκε άδεια για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων ή οποιουδήποτε απ' αυτούς. Η επιχειρηματολογία των συνηγόρων είναι καταγεγραμμένη στα περιγράμματα αγορεύσεων τα οποία ετοίμασαν προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου και γι' αυτό δεν θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω. Αναφορά, ωστόσο, θα γίνεται όπου κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η παρούσα Αίτηση-Έφεση στηρίζεται κατά κύριο λόγο στα άρθρα 12
(3)και 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224. Η κατάργηση δικαιώματος διόδου διέπεται από το άρθρο 12
(3)του Κεφ.224, το οποίο προνοεί ως εξής: «Οσάκις το τοιούτο δικαίωμα είναι δικαίωμα διόδου, εάν συνεπεία διανοίξεως δημοσίας οδού ή ετέρας διόδου ή εξ άλλου λόγου δεν υφίσταται πλέον η ανάγκη αυτού, ο κύριος του δουλεύοντος η του δεσπόζοντος ακινήτου δικαιούται να απαιτήση την κατάργησιν αυτού, ο δε Διευθυντής ερευνά την υπόθεσιν, αποφασίζει εάν το δικαίωμα τούτο δέον να καταργηθή ή μή, γνωστοποιεί την απόφασιν αυτού προς άπαντας του ενδιαφερομένους και,εάν η απόφασις αυτού είναι ότι το δικαίωμα δέον να καταργηθή, χωρεί εις την κατάργησιν αυτού μετά πάροδον τριάκοντα ημερών από της ημερομηνίας της ρηθείσης γνωστοποιήσεως: Νοείται ότι, εάν υποβληθή οιαδήποτε αξίωσις δια την υπό του κυρίου του δουλεύοντος ακινήτου καταβολήν οιασδήποτε αποζημιώσεως διά την κατάργησιν του ρηθέντος δικαιώματος, ο Διευθυντής αφού λάβη υπ' όψιν τα γεγονότα εκάστης περιπτώσεως, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου χρήσεως του δικαιώματος καθορίζει την τυχόν καταβλητέαν αποζημίωσιν και γνωστοποιεί ταύτην εις άπαντας τους ενδιαφερομένους και δεν χωρεί εις την καταργησιν του δικαιώματος προτού ικανοποιηθή ότι η υπ' αυτού εκτιμηθείσα αποζημίωσις κατεβλήθη.» Στην υπόθεση Ρεβέκκα Χρ. Κανάρα ν. Χρυσούλλας Αντώνη Πρωτοπαπά
(1999)1 ΑΑΔ 801, αναφέρεται στη σελίδα 808 ότι σκοπός του εδαφίου
(3)του άρθρου 12 του Κεφ. 224 είναι η εξισορρόπηση περιουσιακών δικαιωμάτων των ιδιοκτητών όμορων κτημάτων, όπως επίσης ότι με την κατάργηση του δικαιώματος διόδου, ο σκοπός για τη δημιουργία του οποίου έπαυσε να υφίσταται, προάγεται το δημόσιο συμφέρον. Όπως έχει νομολογηθεί, η φύση και η έκταση της εξουσίας του Διευθυντή προκύπτει από τις ίδιες τις πρόνοιες του άρθρου 12
(3)του Κεφ. 224 και για να είναι επιτρεπτή η κατάργηση δικαιώματος διόδου θα πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί ως πραγματικό γεγονός ότι "συνεπεία διανοίξεως δημοσίας οδού ή ετέρας διόδου ή εξ άλλου λόγου δεν υφίσταται πλέον η ανάγκη αυτού." Στην υπόθεση Θεονίτσα Σωφρονίου Σολομώντος ν. Παναγιώτας Παπανεοκλή
(1992)1 ΑΑΔ 906 υποδεικνύεται ότι με το άρθρο 12
(3)του Κεφ. 224 ο νομοθέτης θέλησε να δημιουργήσει μηχανισμό έρευνας προς διαπίστωση του κατά πόσον ο περιορισμός που συνεπάγεται το δικαίωμα διόδου στο δουλεύον ακίνητο εξακολουθεί να είναι αναγκαίος έχοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα όπως αυτά εξελίσσονται και με αυτό τον τρόπο ο Διευθυντής δεν έχει εξουσία για την κατάργηση δικαιώματος διόδου παρά μόνο εάν διαπιστώνει μεταβολή των πραγματικών δεδομένων που μπορούν να συσχετισθούν προς την ανάγκη διατήρησης του. Η εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή για τον καθορισμό διόδου απορρέει από το άρθρο 80 του Κεφ.224 που παρέχει στο Δικαστήριο την ευχέρεια έκδοσης οποιασδήποτε απόφασης κρίνει δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, το Επαρχιακό Δικαστήριο αναθεωρώντας την απόφαση του Διευθυντή στα πλαίσια αίτησης έφεσης δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ.224 ακολουθεί τις αρχές πάνω στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο στη διοικητική του δικαιοδοσία κάνει δικαστικό έλεγχο πάνω σε διοικητικές πράξεις ή αποφάσεις στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Σε αντίθεση, όμως, με τη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος, η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται στην ορθότητα της και γενικότερα στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο του πράγματος. Όμως το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα υποκαταστήσει εύκολα τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή εκτός εάν υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι να αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι να συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση (Βλ. Peyiotis v. Polemidis (πιο πάνω), Γεωργούλλα Παύλου κ.ά. ν. Ελένη Νεοφύτου
(1995)1 ΑΑΔ 973, Μενέλαος Γεωργίου Αθανάση κ.ά. ν. Μάμα Βαρνάβα Χ''Μάμα κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 208, Τρύφωνας Πατσαλίδης ν. Μαρικκούς Κωστή Δαμάσκηνου κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 1248). Όπως, τέλος, προκύπτει από τη νομολογία, το βάρος απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή το φέρει ο εφεσείων (βλ. Ανδρέας Αριστοτέλους ν. Σωτήρη Ανδρέα Χ"Κυριάκου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 100 και Έλλη Μιχαήλ Κτωρίδη ν. Επάρχου Λεμεσού κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 541). Λόγοι Ακύρωσης της απόφασης του Διευθυντή Όπως αναφέρθηκε και στην εισαγωγή πιο πάνω, o Εφεσείοντας υποστηρίζει ότι η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 10.2.2010 θα πρέπει να ακυρωθεί ουσιαστικά για δυο λόγους: Πρώτον, λόγω του ότι η απόφαση του Διευθυντή στερείται της δέουσας και/ή οποιασδήποτε αιτιολογίας και δεύτερον, λόγω του ότι ο Διευθυντής αγνόησε την επιτόπου κατάσταση και ειδικότερα το ότι τα δύο ακίνητα εμπίπτουν πλέον στην οικιστική ζώνη ενώ κατά τον χρόνο εγγραφής του δικαιώματος διόδου ενέπιπταν στην γεωργική ζώνη, όπως επίσης το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης του Δεσπόζοντος Ακινήτου μπορεί να εισέρχεται στο ακίνητό του χρησιμοποιώντας τον δημόσιο εγγεγραμμένο και ασφαλτοστρωμένο δρόμο που εφάπτεται στο βορειο μέρος αυτού. Κρίνω ότι είναι ορθότερο να εξετάσω πρώτα την εισήγηση του Εφεσείοντα σε σχέση με το αναιτιολόγητο της προσβαλλόμενης απόφασης. Η υποχρέωση του Διευθυντή για αιτιολόγηση της απόφασής του απορρέει από την ίδια τη φύση της διαδικασίας που, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, είναι οιονεί δικαστική [βλ. Pioneer Candy Ltd v. Stelios Tryfon and Sons Ltd
(1981)1 CLR 540, Παύλου ν. Νεοφύτου (πιο πάνω) και Ελένη Νίκου Σάββα κ.ά. ν. Ουρανίας Γεωργίου Κώστα (πιο πάνω)]. Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Χατζηφεσσά
(1971)ΑΑΔ 58 αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ο αρμόδιος υπάλληλος του Κτηματολογίου ενεργεί υπό οιονεί δικαστική ιδιότητα και οι αποφάσεις του πρέπει να είναι αιτιολογημένες, όπως οι αποφάσεις των Δικαστηρίων. Ως προς το κατά πόσον μια δικαστική απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη παραπέμπω στις αποφάσεις Theodora Ioannidou ν. Charilaos Dikeos
(1969)1 ΑΑΔ 235, Stelios Petsas v. The Police
(1973)2 ΑΑΔ 84, Lydia Papageorghiou v. Marcos Hjipieras
(1981)1 ΑΑΔ 560 και Ελένη Θεοδώρου Κουντουρίδη ν. Χρυσήλιου Ιωάννου Νικολάου
(2008)1 ΑΑΔ 412). Περαιτέρω, παραθέτω ενδεικτικά το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Εταιρεία Σ. & Γ. Κολοκασίδη Λτδ ν. Κιμωνή
(1989)1 ΑΑΔ 132, στη σελίδα 143: «Ένα άλλο βασικό καθήκον κάθε Δικαστή, που είναι συνυφασμένο με το δικαστικό λειτούργημα και αναφορικά με το οποίο το άρθρο 30.2 του Συντάγματος μας έχει δημιουργήσει αντίστοιχο θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα των διαδίκων σε κάθε αστική ή ποινική διαδικασία, είναι το καθήκον που πηγάζει από την ανάγκη οι δικαστικές αποφάσεις να είναι αιτιολογημένες. Η έκταση της αιτιολογίας που απαιτείται εξαρτάται από τα περιστατικά και τα επίδικα θέματα της κάθε υπόθεσης. Όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο δικαστής αστικής διαφοράς έχει συμμορφωθεί με το πιο πάνω καθήκον αν με την απόφασή του: (α) δεν έχει προβεί σε ανάλυση της μαρτυρίας ενώπιον του υπό το φως των επίδικων θεμάτων όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις, (β) δεν έχει κάμει συγκεκριμένα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα για τα οποία υπάρχει αμφισβήτηση, και (γ) δεν προβεί σε δικαστική απαγγελία για το τελικό αποτέλεσμα της δίκης. Η περίμετρος της έκταση της απαραίτητης αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές διαφορές καθορίστηκε με τον πιο πάνω τρόπο στην υπόθεση Pioneer Candy Ltd. και άλλου ν. Στέλιου Τρύφωνα και Υιών Λτδ.
(1981)1 Α.Α.Δ. 540 και έχει υιοθετηθεί σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά αναφέρω την υπόθεση Μιχαήλ Χρίσου ν. Μαρίας Αγγελίδου (ανωτέρω). Δικαστική απόφαση που δεν περιέχει επαρκή αιτιολογία, όπως αναφέρεται πιο πάνω, υπόκειται σε ακύρωση και η υπόθεση στην οποία έχει εκδοθεί επανεκδικάζεται.» Παράλληλα, η ανάγκη για αιτιολόγηση των αποφάσεων του Διευθυντή υπαγορεύεται και από το λεκτικό του Κανονισμού 6 των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, το οποίο διαβάζεται ως εξής: «
(1)The Director shall, when so requested by a person aggrieved by any order, notice or decision of the Director made or given under the provisions of the Law, who signifies his intention to appeal against such order, notice or decision, furnish such person with a statement of his reasons therefore, which statement shall be filed with the Registrar together with the summons (Form 2).
(2)Where an office copy of the summons (Form 2) is served on the Director under the provisions of Rule 5, he shall, within fourteen days after the date of such service, file with the Registrar a statement of his reasons for the order, notice or decision appealed against, unless he shall have previously supplied such statement to the person aggrieved under the provisions of paragraph
(1)of this rule: Provided that the Director may, within the aforesaid period of fourteen days, apply to the Court ex parte for an extension of time, and shall forthwith give notice of any extension allowed by the Court to all parties to the proceedings.
(3)On filing his statement or reasons with the Registrar, the Director shall leave, for each party to the proceedings, a copy thereof for service plus a duplicate of such copy for the affidavit of service.» Από το λεκτικό του Κανονισμού 6
(1), προκύπτει ότι ένα πρόσωπο που είναι δυσαρεστημένο από μια απόφαση του Διευθυντή και διατυπώνει την πρόθεσή του να την εφεσιβάλει, μπορεί να ζητήσει από τον Διευθυντή να τον εφοδιάσει με την αιτιολογημένη απόφαση του, η οποία θα πρέπει να επισυναφθεί στην αίτηση-έφεση όταν αυτή θα καταχωρηθεί. Εάν, όμως, η αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή δεν δοθεί στον παραπονούμενο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 6
(1), τότε σε περίπτωση που καταχωρηθεί αίτηση - έφεση κατά της απόφασης του Διευθυντή και ο Διευθυντής δεν είναι διάδικος στην αίτηση με βάση τον Κανονισμό 5, τότε αντίγραφο της αίτησης επιδίδεται στον Διευθυντή (Βλ. Κανονισμό 5
(3)), ο οποίος εντός δεκατεσσάρων ημερών από την επίδοση της αίτησης, οφείλει να καταχωρήσει στο Πρωτοκολλητείο Έκθεση με τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε η εφεσιβαλλόμενη απόφαση. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Θάλεια Ιωάννου Κλεοβούλου ν. Ανδρέα Γιαννακού Χρ. Πελίδη
(2001)1 ΑΑΔ 46, από το περιεχόμενο των Κανονισμών 5 και 6 προκύπτει πως η αιτιολογία της απόφασης του Διευθυντή δεν απαιτείται από το Νόμο να περιέχεται στην κοινοποίηση της απόφασής του, αλλά θα πρέπει να δοθεί με τη δήλωσή του η οποία επακολουθεί μετά την καταχώρηση της έφεσης εναντίον της απόφασής του. Η αναγκαιότητα ύπαρξης δέουσας αιτιολογίας προκύπτει και από τις αρχές του διοικητικού δικαίου, με βάση τις οποίες η έλλειψη αιτιολογίας μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση μιας εκτελεστής διοικητικής πράξης. Στα πλαίσια αυτά, αναφορά θα πρέπει να γίνει καταρχήν στο άρθρο 26 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου Ν. 158(Ι)/1999το οποίο προνοεί τα εξής: «26.
(1)Οι διοικητικές πράξεις οι οποίες εκδίδονται έπειτα από άσκηση διακριτικής εξουσίας πρέπει να είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένες, ιδίως όταν πρόκειται για πράξεις οι οποίες - (α) Είναι δυσμενείς για το διοικούμενο· (β) είναι αντίθετες ως προς το περιεχόμενό τους με προηγηθείσα γνωμοδότηση, πρόταση, εισήγηση ή έκθεση αρμόδιου οργάνου ή με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου· (γ) είναι αντίθετες με χαραχθείσα πολιτική ή τακτική· (δ) συνιστούν εξαιρετικό μέτρο ενέργειας· (ε) είναι αιτιολογητέες από το νόμο.
(2)Η μορφή και η έκταση της επιβαλλόμενης αιτιολογίας ποικίλλουν ανάλογα με το θέμα που πραγματεύεται η πράξη και τις συνθήκες που την περιβάλλουν.» Στην απόφαση Φράγκου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 270, καθορίζεται με πληρότητα τι συνιστά αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελίδα 273: «Αιτιολογία μιας διοικητικής πράξεως αποτελεί την έκθεση των πραγματικών και νομικών λόγων που οδήγησαν τη διοίκηση στην απόφαση της καθώς και παράθεση των κριτηρίων βάσει των οποίων άσκησε η διοίκηση τη διακριτική της ευχέρεια. Η ανάγκη της αιτιολογίας των ατομικών διοικητικών πράξεων απορρέει από την έννοια του κράτους δικαίου. Εκ της φύσεως τους αιτιολογητέες είναι όλες οι πράξεις των οποίων ο έλεγχος είναι αδύνατος ή ατελής χωρίς την αναφορά των λόγων που τις στηρίζουν. Γενικά, αιτιολογία που δεν παρέχει στον δικαστή τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για την διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης ή είναι τόσο αόριστη και ασαφής ώστε να καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο, δεν είναι νόμιμη και οδηγεί στην ακύρωση της πράξης (Βλ. Κυριακίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 298, Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου
(1994)3 Α.Α.Δ. 574 και Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 3η έκδοση, 1992, παρα. 636, 646 και 647). Τότε μόνον είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη η διοικητική πράξη όταν παρέχεται στον ακυρωτικό δικαστή η δυνατότης να αντιληφθή επί τη βάσει ποιών στοιχείων κατέληξε η Διοίκηση στο συμπέρασμα που έγινε δεκτό (Βλ. Ιωάννη Σαρμά, Η Συνταγματική και Διοικητική Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σελ. 130). Το κατά πόσο μια διοικητική πράξη είναι αιτιολογημένη ή όχι εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της (Βλ. Πισσάς ν. Δημοκρατίας
(1974)3 Α.Α.Δ. 476). Η αιτιολογία δεν πρέπει να περιορίζεται σε γενικούς χαρακτηρισμούς που μπορούν να εφαρμοσθούν σε κάθε περίπτωση και δεν πρέπει να επαναλαμβάνει τις διατάξεις του Νόμου. Η επανάληψη των γενικών όρων του Νόμου ισοδυναμεί με ανύπαρκτη αιτιολογία. "Καθιστά αναιτιολόγητον την πράξιν αιτιολογία αόριστος καθιστώσα αδύνατον τον δικαστικόν αυτής έλεγχον, μή εκθέτουσα τα γεγονότα, εξ ών εμορφώθη, η κρίσις της Διοικήσεως, ή δυναμένη να εφαρμοσθή εις πάσαν περίπτωσιν" (Βλ. Πορίσματα Νομολογίας (πιο πάνω), σελ. 186-87, Πιπερίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 134, 141 και Κυριακίδης (πιο πάνω)).» Όπως επίσης αναφέρεται στο σύγγραμμα του Ν. Χαραλάμπους, Η Δράση και ο Έλεγχος της Δημόσιας Διοίκησης (2η έκδοση, 2004), στις σελίδες 257-258: «Η αιτιολογία μιας πράξης μπορεί να συμπληρωθεί ή να αναπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου όπως και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας. Όμως, η συμπλήρωση της αιτιολογίας των ευρημάτων της διοίκησης από το διοικητικό φάκελος επιτρέπεται μόνο όταν «τα απαιτούμενα στοιχεία προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο. Διαφορετικά, τα Δικαστήρια θα έπρεπε να υποκαθιστούν τη διοίκηση στην αναζήτηση και στάθμιση των στοιχείων αυτών.» Ειδικότερα, για να είναι δυνατή η συμπλήρωση της αιτιολογίας από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, θα πρέπει να προκύπτει από αυτό τι ακριβώς είχε υπόψη του το αποφασίζον όργανο όταν έπαιρνε την απόφαση. Θα πρέπει τα συγκεκριμένα στοιχεία του φακέλου να είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση έτσι που να μπορεί να λεχθεί ότι καταδεικνύουν αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν σ' αυτήν. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου η πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου και η διαμόρφωση κρίσης αναφορικά με το τι θα μπορούσε να επενεργήσει υπέρ ή εναντίον της όποιας προσέγγισης.» Η επάρκεια της αιτιολογίας μιας διοικητικής πράξης, η οποία καθιστά εφικτό τον δικαστικό έλεγχο, δεν είναι συνάρτηση της λεπτομέρειας, αλλά μπορεί να είναι λακωνική και περιεκτική. Στην απόφαση Παναγιώτης Κατσούρα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1989)3(Γ) ΑΑΔ 1728, το Ανώτατο Δικαστήριο υποδεικνύει τα ακόλουθα στις σελίδες 1735 και 1736: «Οι αποφάσεις των διοικητικών αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη, επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αποτελεί την έκθεση των πραγματικών και νομικών λόγων που οδήγησαν τη Διοίκηση στην απόφασή της, καθώς και παράθεση κριτηρίων με βάση τα οποία η Διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια - (Δαγτόγλου -Διοικητικό Δίκαιο α΄, β΄ έκδοση, σελ. 219· Παναγοπούλου - Περί της Αιτιολογίας των Διοικητικών Πράξεων, 1976, σελ. 25, 106). Η αιτιολογία μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η αιτιολογία δεν είναι αναγκαίο να είναι μακροσκελής. Μπορεί να είναι και λακωνική, ανάλογα με την περίπτωση. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος. (Βλ., μεταξύ άλλων, Stavros Rallis and Greek Communal Chamber (Director, Greek Education) 5 R.S.C.C. 11, στη σελ. 18, Pancyprian Federation of Labour (PEO) and 1. Board of Cinematograph Films Censors, 2, Minister of Interior of the Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 27, Sunshore Estates Ltd v. The Municipal Corporation of Famagusta
(1971)3 C.L.R. 440, Alona Co-Operative Society v. Republic
(1986)3 C.L.R. 222, Skaros v. The Republic
(1986)3 C.L.R. 2109, Nicolaides v. Municipality of Latsia
(1987)3 C.L.R. 1496, Κυπριακή Δημοκρατία, Μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας και Άλλος ν. Σταύρου Φιλιππίδη
(1989)3 Α.Α.Δ. 292). Η αιτιολογία είναι σαφής εφόσον αναφέρονται συγκεκριμένα τα στοιχεία στα οποία η Διοίκηση στήριξε την ουσιαστική κρίση της, ειδικά για την κρινόμενη περίπτωση, σε τρόπο ώστε να είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος. Η σαφήνεια αυτή δεν είναι συνάρτηση της λεπτομέρειας, αρκεί η αιτιολογία να είναι σαφής, έστω και περιληπτική, εφόσον τα επί μέρους στοιχεία υπάρχουν αναλυτικά στο φάκελο. Αιτιολογία που διατυπώνεται κατά γενικό και αόριστο τρόπο, ώστε να μην προκύπτει με ποια στοιχεία μορφώθηκε η κρίση ή πρόκριση της διοίκησης, είναι αόριστη, γιατί ο Δικαστής δεν έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένα στοιχεία επιδεκτικά δικανικής εκτίμησης και άσκησης του δικαστικού ελέγχου. Η αοριστία όμως καλύπτεται από τα στοιχεία του φακέλου όταν τα στοιχεία αυτά συμπληρώνουν την αοριστία, στην περίπτωση που το σφάλμα περιορίζεται στη διατύπωση της αιτιολογίας - (Οικονόμου - "Ο Δικαστικός Έλεγχος της Διακριτικής Εξουσίας" 1966, σελ. 235).» Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτουν τα εξής: - Στην επιστολή ημερομηνίας 10.2.2010 με την οποία κοινοποιήθηκε η απόφαση του Διευθυντή στον Εφεσείοντα υπάρχει αναφορά στο εγγεγραμμένο δικαίωμα διόδου, τις λεπτομέρειες των επηρεαζόμενων ακινήτων και στο ότι αφενός από την επιτόπια έρευνα εξακριβώθηκε ότι το αναφερόμενο δικαίωμα εξακολουθεί να εξασκείται από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του Δεσπόζοντος Ακινήτου και αφετέρου στο ότι η πραγματική και νομική κατάσταση των επηρεαζόμενων ακινήτων και το καθεστώς που επικρατούσε κατά την ημέρα εγγραφής του δικαιώματος δεν έχουν αλλάξει, με τρόπο ώστε να μη συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προνοεί το άρθρο 12
(3)του Κεφ. 224. - Η Αίτηση - Έφεση καταχωρήθηκε στις 5.3.2010 χωρίς να προηγηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στον Κανονισμό 6
(1)των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 και για το λόγο αυτό στις 22.3.2010 ο Διευθυντής καταχώρησε στο φάκελο του Δικαστηρίου έγγραφο με τίτλο «Αιτιολογημένη Απόφαση», σύνοψη του περιεχομένου της οποίας γίνεται πιο πάνω. Παρατίθενται, ωστόσο, αυτούσιες οι παραγράφοι 6 και 7 αυτής όπου, ουσιαστικά, διατυπώνεται και η θέση του Διευθυντή: «6.Κατά την επιτόπια έρευνα διαπιστώθηκε ότι το αιτούμενο προς κατάργηση δικαίωμα εξακολουθεί να εξασκείται από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του δεσπόζοντος ακινήτου όπως παραχωρήθηκε με το φάκελο Α2154/1973 και φαίνεται με κίτρινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται. 7. Κατόπιν μελέτης όλων των σχετικών στοιχείων και γεγονότων της υπόθεσης και αφού έλαβα υπόψη μου ότι η πραγματική ή νομική κατάσταση των επηρεαζόμενων κτημάτων και το καθεστώς που επικρατούσε κατά την ημέρα που ενεγράφει το δικαίωμα της διόδου δεν έχουν αλλάξει, ως εκ τούτου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προνοεί το άρθρο 12
(3)του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 και Τροποποιητικοί Νόμου άρθρο 3/60 μέχρι 165(Ι)/2007 αποφάσισα ότι δεν μπορώ να καταργήσω το δικαίωμα διάβασης.» Το ερώτημα, επομένως, το οποίο εγείρεται είναι κατά πόσον η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 10.2.2010 και η Αιτιολογημένη Απόφασή του ημερομηνίας 22.3.2010 αντέχουν στη δοκιμασία της πλήρους αιτιολογίας. Έχω διεξέλθει το περιεχόμενο της επιστολής του Διευθυντή ημερομηνίας 10.2.2010, όπως επίσης την Αιτιολογημένη Απόφασή του ημερομηνίας 22.3.2010, και το πρώτο πράγμα το οποίο διαπιστώνω είναι ότι το περιεχόμενο τους είναι ταυτόσημο και διαφορά εντοπίζεται μόνο στην διατύπωση. Πέραν τούτου, έχω την άποψη ότι από αυτές δεν προκύπουν οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που οδήγησαν τον Διευθυντή στην έκδοση της απόφασής του και δεν παρατίθενται τα κριτήρια με βάση τα οποία ο Διευθυντής αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος του Εφεσείοντα για κατάργηση του δικαιώματος διόδου. Και εξηγώ: Στην Αιτιολογημένη Απόφαση ο Διευθυντής αναφέρει ότι από την επιτόπια έρευνα την οποία έχει διενεργήσει έχει διαπιστώσει ότι το δικαίωμα διόδου εξακολουθεί να εξασκείται από τον εκάστοτε ιδιοκτήτη του Δεσπόζοντος Ακινήτου και ότι η πραγματική ή νομική κατάσταση των επηρεαζόμενων κτημάτων, όπως επίσης το καθεστώς που επικρατούσε κατά την ημέρα που ενεγράφη το δικαίωμα διόδου δεν έχουν αλλάξει, με τρόπο ώστε να μην δικαιολογείται η κατάργησή του. Ελλείπει όμως οποιαδήποτε εξειδίκευση ως προς το ποια ήταν η πραγματική ή νομική κατάσταση κατά την εγγραφή του δικαιώματος διόδου και το καθεστώς που ίσχυε τότε (τα οποία σύμφωνα με τη θέση του δεν έχουν αλλάξει) σε αντιδιαστολή με το τι ισχύει κατά την ημέρα εξέτασης του αιτήματος για κατάργηση το δικαιώματος διόδου ή αναφορά στα σχετικά γεγονότα και τους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη από τον Διευθυντή στην κατάληξή του για απόρριψη του αιτήματος, και σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται κατά πόσον ο Διευθυντής έλαβε υπόψη του ότι η χρήση των δυο κτημάτων άλλαξε από γεωργική και οικιστική ζώνη, γεγονός κοινώς παραδεκτό. Άλλωστε, όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, η μεταβολή ή μη των συνθηκών που επικρατούσαν κατά το χρόνο εγγραφής του δικαιώματος και αυτών που επικρατούν κατά το χρόνο εξέτασης αιτήματος για κατάργηση του δικαιώματος είναι στοιχείο ουσιαστικό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Διευθυντή και για το λόγο αυτό θα έπρεπε να γινόταν σχετική ειδική αναφορά. Επομένως, με βάση τα πιο πάνω, κρίνεται ότι η αιτιολογία η οποία περιέχεται στην απόφαση του Διευθυντή είναι αόριστη και ασαφής ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο δικαστικός έλεγχος. Επί τού θέματος αναφορά θα πρέπει να γίνει στην υπόθεση Κυριάκος Χαραλάμπους Αλέξη ν. Aristo Developers Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 834, όπου υποδεικνύεται ότι εκφράσεις όπως «αφού μελέτησε όλα τα σχετικά στοιχεία και γεγονότα», «υπό τις υφιστάμενες συνθήκες η επιλεγείσα δίοδος ήταν η μόνη κατάλληλη», «αφού έλαβε υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες και με σκοπό να προκληθεί η μικρότερη δυνατή ζημιά . . .» , είναι γενικές και αόριστες με τρόπο ώστε να μην μπορούν να αποτελέσουν αιτιολογία όπως απαιτείται από το Νόμο σε σχέση με τις αποφάσεις του Διευθυντή (βλέπε επίσης Δήμητρα Ανδρέου Δημόκριτου ν. Άνθιμου Αντώνη Κολοσιάτη κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 235). Κρίνεται, επομένως ότι από την επίδικη απόφαση του Διευθυντή ελλείπει η δέουσα αιτιολογία, με τρόπο ώστε αυτή να πρέπει να ακυρωθεί. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου, κρίνω ότι παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος ή λόγου ακύρωσης. Στην υπόθεση Γεωργούλλα Παύλου κ.ά. ν. Ελένη Νεοφύτου (πιο πάνω), το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει την αίτηση - έφεση των εφεσειόντων γιατί έκρινε ότι η απόφαση του Διευθυντή ήταν αιτιολογημένη και γιατί οι εφεσείοντες δεν προσκόμισαν μαρτυρία για να αποδείξουν την υπόθεσή τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση του Διευθυντή δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη και ενόψει της κατάληξης αυτής δεν υπεισήλθε στην εξέταση και στον έλεγχο της ορθότητας της απόφασης και ταυτόχρονα διέταξε την επανεξέταση της αίτησης από τον Διευθυντή. Ως εκ των πιο πάνω η Αίτηση - Έφεση επιτυγχάνει και η επίδικη απόφαση ημερομηνίας 10.2.2010 ακυρώνεται. Ο Διευθυντής να επανεξετάσει την αίτηση του Εφεσείοντα. Ενόψει της επιτυχίας της αίτησης, επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Εφεσείοντα - Αιτητή και εναντίον της Εφεσίβλητης - Καθ' ης η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Τελική/Απόρριψη αιτήματος για κατάργηση δικαιώματος διόδου [1] 10
(3)«Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.