Επί τοις αφορώσι την Ραφαέλλα Οικονομίδου, Αρ. Αίτησης: 119/11, 26.05.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A160 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 119/11 Σε πτώχευση Επί τοις αφορώσι την Ραφαέλλα Οικονομίδου, από τη Λεμεσό --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26.05.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κα Μ. Πιριλίδου Καθ ΄ ης η αίτηση: κ. Α. Χαραλάμπους (κα Αποστόλου για να ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί στις 17.03.2011 και οι αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο όπως εκδώσει διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της καθ΄ ης η αίτηση. Το βάθρο της αίτησης εκτίθεται στις παραγράφους 1-4 της αίτησης. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Πολύδωρου Νεοφυτίδη ο οποίος ως αναφέρει είναι στην υπηρεσία των εναγόντων-αιτητών και είναι εξουσιοδοτημένος για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στην παράγραφο 2 περιγράφει την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της καθ΄ ης η αίτησης από τους αιτητές στις 23.05.2005 στην αγωγή υπ΄ αριθμό 850/05 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην παράγραφο 3 αναφέρει ότι μετά την έκδοση της απόφασης η καθ΄ ης η αίτηση δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Επισυνάπτει δε στην ένορκη του δήλωση φωτοαντίγραφο απόφασης ημερομηνίας 23.03.2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αγωγή 850/
- Η καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 15.04.2011 στην οποία περιλαμβάνονται 20 λόγοι ένστασης οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι:
- Η Αίτηση πτώχευσης πάσχει για το λόγο ότι δεν αναγράφεται επί του τίτλου της Αίτησης ο νόμος με βάση τον οποίο καταχωρήθηκε και προσδίδει την αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ούτε περιλαμβάνει οποιοδήποτε νομικό υπόβαθρο.
- Οι Αιτητές U.S.B. Bank PLC (Universal Bank Limited) όπως αναγράφονται στην Αίτηση, δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα Αίτηση.
- Διαζευκτικά οι Αιτητές παρέλειψαν να υποβάλουν Αίτηση στην αγωγή 850/2005 επί της οποίας εδράζεται η ειδοποίηση πτώχευσης για έκδοση διατάγματος και λήψη αδείας του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης και η οποία εξεδόθη στο όνομα της Universal Bank Ltd, στη νέα τους ονομασία U.S.B. Bank PLC.
- Οι Αιτητές αξιώνουν ποσά τα οποία δεν υποστηρίζονται από την απόφαση στην αγωγή 850/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, την εκτέλεση της οποίας επιδιώκουν να εισπράξουν.
- Οι Αιτητές αξιώνουν ποσά πέραν των οφειλομένων με βάση την απόφαση, καθ΄ ότι παρέλειψαν να καταλογίσουν έναντι πληρωμές τις οποίες έκανε η καθ΄ ης η αίτηση ή ο πρωτοφειλέτης.
- Οι ενάγοντες αιτητές στην παρούσα, εμποδίζονται δυνάμει των προνοιών του περί Προστασίας ορισμένης κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, να καταχωρήσουν και προωθήσουν εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση την παρούσα, την αίτηση πτώχευσης με αριθμό 119/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού / τμήμα πτωχεύσεων, γιατί η απόφαση στην αγωγή 850/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αφορούσε δάνειο το οποίο οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο αρ. 1 στην εν λόγω αγωγή και η εναγόμενη αρ. 3 στην εν λόγω αγωγή ήταν εγγυητής του εναγόμενου αρ. 1, πρωτοφειλέτη και οι ενάγοντες / καθ΄ ων η αίτηση όφειλαν πριν την καταχώρηση της αίτησης πτώχευσης εναντίον του αιτητή ή την προσπάθεια εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης, να αποταθούν εναντίον του πρωτοφειλέτη στην εν λόγω αγωγή και αφού εξαντλήσουν τα εκτελεστικά μέτρα εναντίον του, τότε θα νομιμοποιούντο να στραφούν εναντίον των εγγυητών και της καθ΄ ης η αίτηση την παρούσα εάν και εφόσον η απόφαση παρέμενε ανικανοποίητη.
- Ο πρωτοφειλέτης Θεοχάρης Οικονομίδης, εναγόμενος αρ. 1 στην αγωγή 850/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία, τέτοια ώστε να μπορούν οι ενάγοντες καθ΄ ων η αίτηση την παρούσα να εισπράξουν το λαβείν τους. Μάλιστα οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει memo σε ακίνητη περιουσία του πρωτοφειλέτη.
- Η αίτηση είναι αντικανονική και/ή άκυρη και/ή παράτυπη καθότι δεν παραθέτει το νομικό υπόβαθρο και/ή νόμο κατά παράβαση του Κανονισμού 16 και/ή δεν τηρήθηκαν οι προθεσμίες των κανονισμών πτώχευσης.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν βεβαιώνει αυτολεξεί ως έπρεπε τα ισχυριζόμενα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται και το λεκτικό της δεν περιλαμβάνει όσα οι Κανονισμοί 44-50 προβλέπουν.
- Η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη, καταπιεστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου γιατί η απόφαση επί της οποίας εδράζονται εξεδόθη 6 χρόνια πριν και επιχειρείται ο εκβιασμός της καθ΄ ης η αίτηση και των υπολοίπων εναγομένων για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους.
- Δεν τηρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος που απαιτούνται από το άρθρο 5 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.
- Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την αίτηση είναι γενικό και/ή ελλιπές και/ή ανεπαρκές και/ή δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Οι ενάγοντες Αιτητές είναι εξασφαλισμένοι με memo σε ακίνητο ιδιοκτησίας τόσο εναντίον της περιουσίας του πρωτοφειλέτη όσο και άλλων εγγυητών.
- Η απόφαση στην αγωγή 850/05 παραβιάζει τον περί Τόκου Νόμο και της ίδιας της συμφωνίας δανείου που υπέγραψαν οι εναγόμενοι αναφορικά με το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου και δεν είναι εφαρμόσιμη μέσω της διαδικασίας της αίτησης πτώχευσης ενώ με τον τρόπο που είναι συνταγμένη η αίτηση και η απαίτηση των αιτητών ζητά ποσά πέραν των νόμιμων τόκων και χρεώσεων που μπορούσαν να επιβάλουν οι αιτητές.
- Οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές με καταχώρηση memo επί ακινήτου περιουσίας του πρωτοφειλέτη και εγγυητών και η ειδοποίηση πτώχευσης γίνεται εκδικητικά και καταχρηστικά.
- Η αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και πέραν των τριών μηνών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης.
- Η αίτηση για τους αιτητές υπογράφεται από δικηγόρο αντί από τους ίδιους τους αιτητές μέσω εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου και/ή διευθυντή τους πράγμα αντίθετο με βάση τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο.
- Το πρόσωπο που υπογράφει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν φαίνεται να είναι εξουσιοδοτημένο από τους αιτητές καθ΄ ότι ουδεμία εξουσιοδότηση παρουσίασε ούτε ανήκει στο Διοικητικό Συμβούλιο των αιτητών και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της Νομολογίας για καταχώρηση και προώθηση έγκυρης αίτησης.
- Η καθ΄ ης η αίτηση δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία και δεν αναμένεται να αποκτήσει στο μέλλον οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία ώστε να απαιτείται η προστασία της προς όφελος των πιστωτών με βάση τον περί Πτωχεύσεως Νόμο. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Θεοχάρη Οικονομίδη που όπως αναφέρει είναι γιος της καθ΄ ης η αίτηση και ότι η καθ΄ ης η αίτηση λόγω της ηλικίας της δεν μπορεί να προσέλθει στο Δικαστήριο για καταχώρηση της ένστασης. Είναι δε εξουσιοδοτημένος από την ίδια να προβεί στην ένορκη δήλωση. Μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να αναφερθούν στα ποσά που έχει καταβάλει έναντι της αξίωσης και συγκεκριμένα ότι πλήρωσε σε διάφορες ημερομηνίες στις 06.11.2007 το ποσό των ΛΚ745,26, στις 11.10.2007 το ποσό των ΛΚ400, στις 26.03.2007 το ποσό των ΛΚ500 και στις 22.02.2008 το ποσό των €3.
- Ως εκ τούτου ισχυρίζεται ότι είναι λανθασμένο και/ή υπερβολικό το ποσό που ζητείται για την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι με τη σύνθετη ονομασία που καταχωρήθηκε τόσο η ειδοποίηση πτώχευσης όσο και η αίτηση πτώχευσης και αφορά το όνομα των αιτητών είναι ονομασία η οποία δεν υφίσταται και είναι και διαφορετική από την ονομασία από την οποία εξεδόθη απόφαση. Περαιτέρω αναφέρει ότι οι αιτητές δεν ζήτησαν άδεια από το Δικαστήριο για εκτέλεση της απόφασης και με βάση έρευνα που έκαμε στον Έφορο δεν υφίσταται νομικό πρόσωπο με τη σύνθετη ονομασία USB BANK PLC (Universal Bank Ltd). Στη συνέχεια αναφέρει ότι το πρόσωπο που υπογράφει την ένορκη δήλωση δεν φαίνεται να είναι εξουσιοδοτημένο από τους αιτητές γιατί δεν παρουσίασε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση. Θεωρεί ότι η καθ΄ ης η αίτηση λόγω του ότι είναι υπέργηρη και δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία και δεν αναμένεται να αποκτήσει στο μέλλον δεν απαιτείται η προστασία της προς όφελος των πιστωτών με βάση τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο. Τέλος ισχυρίζεται ότι η αίτηση γίνεται καταχρηστικά, καταπιεστικά και εκδικητικά με σκοπό να πιεστούν οι πρωτοφειλέτες να καταβάλουν τα αξιούμενα ποσά. Οι Αιτητές για να αποδείξουν την υπόθεση τους κάλεσαν δύο μάρτυρες και κατέθεσε και ενόρκως ο Θεοχάρης Οικονομίδης εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση. Με βάση τη στάση που τήρησε η υπεράσπιση κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας δεν έχει αμφισβητηθεί η καταχώρηση της ειδοποίησης πτώχευσης και ότι η ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 42/11 η οποία καταχωρήθηκε στις 17.01.2011 έχει επιδοθεί στην καθ΄ ης η αίτηση προσωπικά στις 18.01.
- Εκ μέρους των αιτητών κατέθεσε ο Πολύδωρος Νεοφυτίδης ο οποίος στην γραπτή του δήλωση πέραν των όσων αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρει ότι στις 11.07.2007, στις 12.10.2007 και στις 06.01.2007 πληρώθηκαν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους το ποσό των ΛΚ250, ΛΚ400 και ΛΚ745,26 αντίστοιχα και ότι σήμερα η καθ΄ ης η αίτηση οφείλει το συνολικό ποσό των €11.053,49 στο οποίο περιλαμβάνονται τόκοι και οι πιο πάνω πληρωμές έναντι του εξ αποφάσεως χρέος πλέον τόκους 12,5% ετησίως από 03.05.2011 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €4.928 έξοδα συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ και τόκους μέχρι 02.05.2011 πλέον τόκο προς 12,5% από 03.05.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Κατέθεσε ως τεκμήριο 4 κατάσταση λογαριασμού. Ο Θεοχάρης Οικονομίδης εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση κατέθεσε και αυτός γραπτή δήλωση στην οποία επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και κατέθεσε ως τεκμήριο 6 κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνονται οι πληρωμές που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση. Στο στάδιο των αγορεύσεων η ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών αφού ανέλυσε το νομικό βάθρο της αίτησης εισηγήθηκε ότι έχουν αποδειχθεί όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και ως εκ τούτου θα πρέπει να εκδοθεί το διάταγμα παραλαβής. Όσον αφορά την τροποποίηση του ονόματος της εταιρείας είναι η θέση της ότι η αλλαγή ονόματος δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εταιρείας ούτε καθιστά ελαττωματικά τα νομικά διαβήματα. Δεν είναι αναγκαία η άδεια για εκτέλεση της απόφασης καθότι η πτωχευτική διαδικασία δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης. Για τα υπόλοιπα θέματα θέτει ότι αποτελούν μικροαιτιάσεις της χρεώστιδας και όχι έγκυρα επιχειρήματα τα οποία να οδηγούν στην κατάρρευση της αίτησης. Ως εκ τούτου θα πρέπει να εκδοθεί το διάταγμα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση κατά το στάδιο των αγορεύσεων απέσυρε τον 1ον , τον 14ο, τον 15ο και τον 17ο λόγο της ένστασης του και επί των υπολοίπων ανέφερε ότι αποτελεί σημαντικό σφάλμα το οποίο καθιστά θνησιγενή την αίτηση η υπογραφή της αίτησης από δικηγόρο και όχι από τον αιτητή καθ΄ ότι παραβιάζει το Άρθρο 46 των περί Πτωχεύσεως Νόμου ότι ο ενόρκως δηλών δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση με την οποία να εξουσιοδοτείται να προχωρήσει στην ένορκη δήλωση και ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει ο μάρτυρας των αιτητών δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο ποσό το οποίο οφείλει η καθ΄ ης η αίτηση από τη στιγμή που έγιναν πληρωμές πριν την καταχώρηση της αίτησης και δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά. Εισηγήθηκε ότι εν όψει και του γεγονότος ότι η καθ΄ ης η αίτηση δεν έχει περιουσία και ούτε πρόκειται να αποκτήσει θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί. Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου θα εξετάσω τους λόγους ένστασης που άπτονται νομικών θεμάτων. Ο 2ος και 3ος λόγος ένστασης μετά την απόσυρση του λόγου που αφορά την έλλειψη νομικού υπόβαθρου είναι ότι οι αιτητές USB BANK PLC (Universal Bank Limited) δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα αίτηση και συγκεκριμένα ότι οι αιτητές παρέβηκαν να προβούν σε αίτηση στην αγωγή 850/05 για έκδοση διατάγματος και λήψη άδειας του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης η οποία εξεδόθη στο όνομα της Universal Bank Ltd με τη νέα τους ονομασία USB Bank PLC. Είναι γεγονός ότι στην ειδοποίηση πτώχευσης οι αιτητές στην ένορκη δήλωση επισύναψαν φωτοαντίγραφα από τον Έφορο Εταιρειών στα οποία αναφέρονται οι αλλαγές των ονομάτων των αιτητών κατά διάφορα χρονικά διαστήματα. Σε σχέση με το θέμα αυτό φαίνεται ότι οι αιτητές παρά την αλλαγή του ονόματος τους τόσο πριν την έκδοση της απόφασης στην αγωγή 850/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όσο και μετά την έκδοση της απόφασης δεν προχώρησαν σε οποιοδήποτε διάβημα για την μετονομασία τους με βάση τη διαδικασία που προνοείται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή του ονόματος των αιτητών με βάση διάταγμα Δικαστηρίου. Το άρθρο 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμος Κεφ. 113 αναφέρει: «19.
(4)Αλλαγή ονόματος από εταιρεία που έγινε βάσει του άρθρου αυτού δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα ή υποχρεώσεις της εταιρείας ή καθιστά ελαττωματική οποιαδήποτε νομική διαδικασία από ή εναντίον της και οποιαδήποτε νομική διαδικασία που δυνατό να συνεχίζεται ή άρχισε εναντίον της με το προηγούμενο της όνομα, δύναται να συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της με το νέο της όνομα». Παρά το δικαίωμα που δίδει το πιο πάνω άρθρο και τα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών που επισυνάφθηκαν στην ειδοποίηση πτώχευσης δεν μπορούν να καλύψουν την αναγκαιότητα τροποποίησης του τίτλου και του ονόματος των πιστωτών. Όμως θεωρώ το θέμα ως μια απλή αντικανονικότητα που δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακυρότητα της αίτησης πτώχευσης στη βάση του άρθρου 102 του Κεφ. 6 και με συγκεκριμένες οδηγίες και/ή διατάγματα θα μπορούσε να διορθωθεί η αντικανονικότητα. Το ίδιο ισχύει και για το θέμα που αφορά την πρόσθεση στο όνομα των αιτητών σε παρένθεση του προηγούμενου ονόματος της εταιρείας. Οι λόγοι 7 και 8 σε σχέση με το γενικό ισχυρισμό ότι υπάρχει κατάχρηση στην διαδικασία λόγω του ότι θα έπρεπε να προσπαθήσουν να εκτελέσουν την απόφαση εναντίον του πρωτοφειλέτη και ότι ο πρωτοφειλέτης διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία που θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει την απόφαση τους και συγκεκριμένα ότι έχουν καταχωρήσει memo σε ακίνητη περιουσία του. Στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις εκδίδονται ομού και/ή κεχωρισμένως ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι ελεύθερος να επιδιώξει την απόφαση του εναντίον οποιουδήποτε χρεώστη πόσο μάλλον στην περίπτωση της παρούσας αίτησης που η διαδικασία εναντίον του συγκεκριμένου χρεώστη ξεκίνησε σχεδόν έξι χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης. Ως εκ τούτου οι λόγοι ένστασης δεν μπορούν να τύχουν επιτυχίας. Με βάση τα πιο πάνω συμπαρασύρεται και ο 16ος λόγος ένστασης που αφορά το γεγονός ότι οι πιστωτές με την καταχώρηση memo επί της κινητής περιουσίας του πρωτοφειλέτη και εγγυητών είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές. Όσον αφορά τον 18ο λόγο ένστασης δηλαδή το γεγονός ότι υπογράφεται από δικηγόρο αντί από τους ιδίους τους αιτητές με βάση το Άρθρο 46
(1)των περί Πτωχευτικών Κανονισμών και όχι του Άρθρου 46 του περί Πτωχεύσεως Νόμου όπως έκαμε αναφορά ο συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση αναφέρει ότι η αίτηση πτώχευσης πρέπει να υπογραφεί από το πρόσωπο που την υποβάλλει. Η υπογραφή της αίτησης από το δικηγόρο και όχι από τον ίδιο τον αιτητή δεν μπορεί να αποτελέσει μια θνησιγενή πράξη καθότι ο δικηγόρος σε μια πράξη με νομική συνέπεια που δρα εμφανώς κατόπιν εξουσιοδότησης, κάτι που δεν έχει αμφισβητηθεί, λειτουργεί ως να είναι ο πιστωτής αφού και ως αντιπρόσωπος του μπορεί να νοηθεί με δικαίωμα να υποβάλει την αίτηση γι΄ αυτόν σύμφωνα με το νόμο. Η αναφορά του άρθρου ότι θα πρέπει να υπογραφεί από το πρόσωπο που την υποβάλλει δεν μπορεί να έχει τέτοια δυναμική ώστε να εκμηδενίζει την υπογραφή δικηγόρου για πελάτη του ως ανύπαρκτη. Ως εκ τούτου και αυτός ο λόγος απορρίπτεται. Ο 20ος λόγος ένστασης ότι η καθ΄ ης η αίτηση δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία και δεν αναμένεται να αποκτήσει στο μέλλον οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία ώστε να απαιτείται η προστασία της προς όφελος των πιστωτών, η ηλικία της καθ΄ ης η αίτηση από μόνη της δεν μπορεί να αποτελέσει και αποτρεπτικό λόγο ώστε η καθ΄ ης η αίτηση να στερείται του δικαιώματος να αποκτήσει οποιαδήποτε κινητή και ακίνητη περιουσία. Ως εκ τούτου και αυτός ο λόγος απορρίπτεται. Όσον αφορά τον 19ο λόγο ένστασης για τον οποίο ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση έχει κάμει ιδιαίτερη αναφορά και συγκεκριμένα αν ο ενόρκως δηλών που υπογράφει τόσο την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση όσο και τη δήλωση που κατέθεσε κατά την προφορική του μαρτυρία και εν όψει του γεγονότος ότι δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση εκ μέρους των αιτητών που να του δίνει το δικαίωμα διαπιστώνεται ότι κάτι αντίστοιχο θα πρέπει να συμβεί και με τον ενόρκως δηλούνται στην ένσταση καθώς και το ίδιο πρόσωπο που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου εφόσον ούτε κι αυτός έχει προσκομίσει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση τόσο για την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όσο και προσωπικά ενώπιον Δικαστηρίου. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο ενόρκως δηλών Πολύδωρος Νεοφυτίδης με βάση την ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι είναι ένας εκ των προϊσταμένων υπηρεσίας δανειοδοτήσεως των αιτητών χωρίς φυσικά αυτό να αμφισβητείται και συνεχίζει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση. Με βάση αυτή του τη δήλωση το Δικαστήριο μπορεί να κάμει αποδεχτή τη μαρτυρία του. Κάτι αντίστοιχο θα συμβεί και με τον ενόρκως δηλούνται στην ένσταση Θεοχάρη Οικονομίδη αφού και ο ίδιος ως ισχυρίζεται είναι ο πρωτοφειλέτης στην αγωγή 850/05 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με βάση την οποία προχώρησε η παρούσα αίτηση. Το άρθρο 126
(2)των περί Πτωχεύεσεων Κανονισμών επί του θέματος αυτού αναφέρει: «
(2)A bankruptcy petition against or bankruptcy notice to any debtor to a limited company or other corporation may be presented or sued out by any officer thereof duly authorised in that behalf on his filing an affidavit stating that he is such officer and that he is duly authorised to present the petition or sue out the notice». Σε μετάφραση: «
(2)Αίτηση πτωχεύσεως εναντίον οφειλέτη, ή ειδοποίηση πτωχεύσεως σε οφειλέτη εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ή άλλου νομικού προσώπου δύναται να ληφθεί ή εναχθεί από οποιοδήποτε λειτουργό αυτού ου εξουσιοδοτείται για το σκοπό αυτό, καταχωρώντας ένορκο δήλωση που να δηλώνει ότι είναι λειτουργός και ότι εξουσιοδοτήθηκε κανονικά να υποβάλλει την αίτηση ή να λάβει αυτή». Στην υπόθεση Σαββίδης ν. Χρηματοδοτήσεις «Πάνθηρας Λτδ»
(2001)1 Α.Α.Δ. 1411 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε πως οι διατάξεις του κανονισμού ικανοποιούνται γιατί στην ένορκη δήλωση ρητά αναφέρεται πως ο ομνύων ήταν στην υπηρεσία των εφεσίβλητων και εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους τους. Συνεπώς και ο 14ος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Το ίδιο ισχύει και για τους λόγους ένστασης υπ΄ αριθμό 9, 10, 12 και 13 εφόσον δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παραβίαση των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών και/ή του περί Πτωχεύσεως Νόμου και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Αυτό που παραμένει προς εξέταση είναι οι λόγοι ένστασης 4 και 5 και αν οι αιτητές έχουν ουσιαστικά αποδείξει το οφειλόμενο ποσό που οφείλει η καθ΄ ης η αίτηση. Επί του σημείου αυτού θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί εκ μέρους των διαδίκων καθότι μπορώ να πω είναι το μόνο σημείο που ουσιαστικά έχει αμφισβητηθεί. Ο Πολύδωρος Νεοφυτίδης ο οποίος έχει καταθέσει εκ μέρους των αιτητών έχει και υπογράψει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση αναφέρει ότι η οφειλέτιδα δεν πλήρωσε κανένα ποσό μέχρι σήμερα και εξακολουθεί να οφείλει ολόκληρο το ποσό πλέον τόκους και έξοδα. Στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι σε τρεις ημερομηνίες πληρώθηκαν τα ποσά των ΛΚ250 στις 11.07.2007, ΛΚ400 στις 12.10.2007 και ΛΚ745,26 στις 06.01.2007 και χωρίς περαιτέρω να επεξηγεί στο Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το σημερινό υπόλοιπο είναι €11.053,49 πλέον τόκοι 12,5% ετησίως από 03.05.2011 πλέον έξοδα €4.928,14 πλέον τόκοι 12,5% από 03.05.2011. Δεν ήταν σε θέση να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις τόσο για την αναφορά της καθ΄ ης η αίτηση ότι έχει πληρωθεί ακόμη ένα μεγαλύτερο ποσό και δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πως κατέληξαν οι αιτητές σ΄ αυτό το ποσό. Είναι δε άξιο απορίας πως ενώ στα επιδικασθέντα έξοδα με βάση την απόφαση Δικαστηρίου στην υπόθεση 850/05 η οποία αποτελεί το βάθρο της παρούσας αίτησης ο τόκος επί των εξόδων ήταν 8% ενώ στην ένορκη δήλωση του ζητά τόκο επί των εξόδων 12,5%. Κατέθεσε ως τεκμήριο 4 κατάσταση λογαριασμού η οποία αν και είναι δυσκατανόητη διαπιστώνονται ότι αρκετές χρεώσεις έχουν προστεθεί στο εξ αποφάσεως χρέος και αφορούν δικηγορικά έξοδα χωρίς να επεξηγούνται εάν τα έξοδα αυτά είναι με βάση διατάγματα Δικαστηρίου ή όχι και αν αφορούν τη συγκεκριμένη καθ΄ ης η αίτηση. Επί του θέματος αυτού ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιεσδήποτε απαντήσεις και από μόνη της η καταχώρηση της κατάστασης λογαριασμού που βγάζει ένα υπόλοιπο πολύ διαφορετικό από την εκδοθείσα απόφαση δεν δίνει το δικαίωμα στο Δικαστήριο να καταλήξει ότι σήμερα η καθ΄ ης η αίτηση οφείλει το ποσό όπως ανωτέρω περιγράφεται. Επί του θέματος αυτού η μαρτυρία του απορρίπτεται. Πιο φυσική θεωρείται η μαρτυρία του ενόρκως δηλούνται στην ένσταση ο οποίος ξεκάθαρα ανέφερε στο Δικαστήριο ότι έγιναν συγκεκριμένες πληρωμές αφού υπάρχουν στην κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε ως τεκμήριο 6 όμως ο ίδιος δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί πιο είναι το σημερινό υπόλοιπο. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Νόμου, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται είναι οι ακόλουθες: «5
(1)Πιστωτής δε θα δικαιούται να υποβάλει αίτηση πτωχεύσεως εναντίον οφειλέτη, εκτός αν: (α) το χρέος που οφείλεται από τον οφειλέτη προς τον αιτητή πιστωτή, ή, αν δύο ή περισσότεροι πιστωτές υποβάλλουν από κοινού την αίτηση, το συνολικό ποσό των χρεών που οφείλεται στους διάφορους αιτούντες πιστωτές συμποσούμαι σε πεντακόσιες λίρες, και, (Ν.49/85). (β) το χρέος είναι εκκαθαρισμένο ποσό, πληρωτέο είτε αμέσως είτε σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, και (γ) η πράξη πτωχεύσεως στην οποία στηρίζεται η πτώχευση επισυνάφθηκε μέσα σε τρεις μήνες πριν την υποβολή της αίτησης, και (δ) ο οφειλέτης κατοικεί στη Δημοκρατία ή, μέσα σε περίοδο ενός χρόνου πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, είχε τη συνήθη διαμονή, ή είχε τόπο διαμονής ή τόπο εργασίας στη Δημοκρατία ή διεξήγαγε εργασίες στη Δημοκρατία μέσω εταίρου ή εταίρων ή με αντιπρόσωπο ή διευθυντή, ή είναι ή μέσα στην περίοδο που αναφέρθηκε ήταν μέλος οίκου ή ομορρύθμου ή ετερορρύθμου εταιρείας που διεξήγαγε εργασίες στη Δημοκρατία μέσω εταίρου ή εταίρων ή αντιπροσώπου ή διευθυντή». Το άρθρο 6
(2)του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «6
(2)Κατά την ακρόαση της αίτησης, το Δικαστήριο θα απαιτεί απόδειξη του χρέους που οφείλεται προς τον αιτούντα πιστωτή, της επίδοσης της αίτησης, και της πράξης πτωχεύσεως, ή, αν στην αίτηση προβάλλεται ισχυρισμός για τέλεση περισσοτέρων από μία πράξεις πτωχεύσεως, μιας από τις ισχυριζόμενες πράξεις πτωχεύσεως και το Δικαστήριο αν ικανοποιηθεί με τέτοια απόδειξη, θα εκδίδει διάταγμα παραλαβής σύμφωνα με την αίτηση». Τα γεγονότα επομένως που οφείλει να αποδείξει ο πιστωτής με βάση το άρθρο 6
(2)είναι το οφειλόμενο χρέος, την επίδοση της αίτησης πτώχευσης και την πράξη πτώχευσης. Για την επίδοση της αίτησης πτώχευσης και την πράξη πτώχευσης δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Αυτό που πρέπει οι αιτητές να αποδείξουν είναι το χρέος που οφείλεται προς τον αιτούντα πιστωτή. Το άρθρο 6
(2)του νόμου καθορίζει συγκεκριμένα ότι κατά την ακρόαση της αίτησης θα πρέπει οι αιτητές να αποδείξουν το χρέος που οφείλεται προς τον αιτούντα πιστωτή. Οι αιτητές κάτι τέτοιο δεν έχουν πράξει και ούτε μαρτυρία έχουν προσκομίσει η οποία να αποδεικνύει το ποσό που οφείλει η καθ΄ ης η αίτηση. Η αίτηση τους αναφέρει για συγκεκριμένο ποσό σύμφωνα με την απόφαση στην αγωγή 850/05 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ενώ μέσα από τη μαρτυρία διαπιστώνονται πληρωμές και χρεώσεις χωρίς να δίδονται περαιτέρω επεξηγήσεις. Με βάση τα όσα πιο πάνω έχω αναφέρει και συγκεκριμένα τη μη απόδειξη του χρέους που οφείλεται προς τον αιτούντα πιστωτή το Δικαστήριο είναι αναγκασμένο να απορρίψει την αίτηση και ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντιγραφόν Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Bankruptcy/Final Αναφορά: Πολιτική - πτώχευση - έκδοση διατάγματος παραλαβής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο