GZF Poly Oil Limited κ.α. ν. Vladimir A Katic USA κ.α., Αγωγή Αρ. 6417/07, 27 Μαίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A163 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 6417/07 Μεταξύ: GZF Poly Oil Limited, από τη Λεμεσό
- Zoran Savicic, από ΗΠΑ
- Ocellus Co Limited, από Λεμεσό Εναγόντων - και -
- Vladimir A. Katic, USA
- Derren Katic, USA 3 Miroslav Vukovic, Germany
- Petar Vukovic, Germany
- Martina Vukovic, Germany
- Slavenko Badjura, Kazakhastan
- Pacific Energy Resources Ltd., U.S.A.
- Vuko GMBH Ltd Inc., Germany
- Vuko Tradind Company Ltd., Germany
- Kapital Partners, από το Kazakhastan
- CanadianTriton International Ltd., Canada
- Menlo Park Investment Inc., Virgin Islands Εναγομένων ------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 3.1.2011 εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και Ecolo Investments Ltd, καθ' ης η αίτηση 6 και Αλέκου Μαρκίδη, καθ' ου η αίτηση 7 27 Μαίου 2011 Για τους ενάγοντες-αιτητές: κ. Α. Μελάς Για τους εναγόμενους 3, 4, 5, 8 & 9: κ. Ν. Μακρίδης Για τους εναγόμενους 1, 2, 6 & 7: Καμιά εμφάνιση Για την καθ' ης η αίτηση 6: κα Τ. Λοφίτου Για τον καθ' ου η αίτηση 7: Καμιά εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 6.12.2007, οι ενάγοντες καταχωρίζουν το γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο αξιώνουν μια σειρά θεραπειών και διαταγμάτων, ανάμεσα στις οποίες, διατάγματα αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων, τραπεζικών καταστάσεων και άλλων, διαζευκτικώς, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για δόλια συνωμοσία και/ή εκβιασμό των εναγομένων ή/και ως συνέπεια παράβασης σχέσης εμπιστοσύνης των εναγομένων, με σκοπό, αμέσως ή εμμέσως, τον αποκλεισμό των εναγόντων από την καταβολή σε αυτούς περιουσίας, χρημάτων και/ή δικαιωμάτων, στα οποία οι ενάγοντες εδικαιούντο, και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνιών και/ή της συμφωνίας διευθέτησης ημερομηνίας 7.2.
- Απαιτείται για σκοπούς απόφασης, να εξεταστεί η πορεία που πήρε η υπόθεση και των διαδικαστικών διαβημάτων που έγιναν στο διάστημα που διέρρευσε, από την καταχώριση του Κλητηρίου εντάλματος μέχρι σήμερα. Με την ευκαιρία της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 17.5.2011, στην αίτηση των εναγομένων 4, 5, 8 και 9, για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, το Δικαστήριο είχε εξετάσει και εκεί το ζήτημα των δικαστικών διαβημάτων και των αποφάσεων που εκδόθηκαν: - Απόφαση ημερομηνίας 23.6.2009 στη Γενική Αίτηση 349/07 για παραμερισμό διατάγματος σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος. - Απόφαση για παραμερισμό διατάγματος για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 23.6.2009.. - Απόφαση για παραμερισμό διατάγματος επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 5.10.
- - Απόφαση για παραμερισμό διατάγματος του Δικαστηρίου σε σχέση με την άδεια επίδοσης του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας και/ή με υποκατάστατη επίδοση, ημερομηνίας 24.9.
- Καταγράφονται επίσης οι ημερομηνίες κατά τις οποίες οι εναγόμενοι, ή κάποιοι από αυτούς, καταχωρίζουν τις εμφανίσεις τους υπό διαμαρτυρία, για σκοπούς καλύτερης αντίκρισης του ζητήματος: - 25.1.2008 εμφάνιση υπό διαμαρτυρία εναγομένων 3, 4, 5 και
- - 27.2.2008 εμφάνιση υπό διαμαρτυρία εναγομένων 3 και
- - 8.2.2008 εμφάνιση υπό διαμαρτυρία εναγομένων 1, 2, 7, 8 και
- - 14.4.2010 εμφάνιση υπό διαμαρτυρία εναγομένων 3, 4, 5, 8 και
- - 18.11.2010 επιστολή ότι ο κ. Αλέκος Μαρκίδης έχει παύσει να ενεργεί ως δικηγόρος των εναγομένων 1, 2, 6, 7, 10, 11 και
- Οι ενάγοντες-αιτητές στις 2.11.2010, καταχωρίζουν την Έκθεση Απαιτήσεως τους, ενώ στις 17.11.2010, οι εναγόμενοι 3, 4, 5 και 8 καταχωρίζουν μονομερή αίτηση, με την οποία επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου για παράταση χρόνου καταχώρισης της υπεράσπισης τους, αίτημα το οποίο παραχωρείται. Η Υπεράσπιση καταχωρίζεται τελικώς στις 21.4.
- Μια μέρα μετά την καταχώριση της Έκθεσης Απαιτήσεως, στις 3.1.2011, καταχωρίζεται η υπο κρίση αίτηση, όπου συμπεριλαμβάνονται αξιώσεις και/ή θεραπείες ταυτόσημες με τις επιζητούμενες στην Έκθεση Απαιτήσεως, § Ι του Παρακλητικού. Η αίτηση στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 4 και 5, στα άρθρα 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.28, Δ.7, Θ.2, Δ.30, Θ.2, Δ.39, Δ.48, θ. 2-4, 8 - και 9, επί της Πρακτικής και των Γενικών Εξουσιών του Δικαστηρίου και στις αρχές της απόφασης Norwich Pharmacal Co. and Others v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R.
- Η ένορκη δήλωση της Ελπίδας Ασσιώτου, δικηγόρου στο γραφείο του δικηγόρου των εναγόντων η οποία υποστηρίζει την αίτηση, προβάλλει, σε μια πολυσέλιδη ένορκη δήλωση, τα γεγονότα από τα οποία, όσα δεν αμφισβητούνται, προκύπτει πως η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων πηγάζει κατά κύριο λόγο, από τις κατ' ισχυρισμό των εναγόντων παραβάσεις των συμφωνιών που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων μερών, τα έτη 1994 και 1998, Τεκμ.Σ1, Σ2 - Σ2Α - Σ2Β. Οι ενάγουσες 1 και 3 κατά τον ουσιώδη χρόνο διεξήγαγαν επιχειρήσεις ανάμεσα στις οποίες εκμετάλλευση πετρελαιοειδών, εμπόριο πετρελαίου και συναφών προϊόντων, αλλά και με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών συναφών με χρηματοδοτήσεις. Ο ενάγοντας 2 επιχειρηματίας, ασχολείτο ανάμεσα σε άλλα, με έργα ανέγερσης θερμοηλεκτρικών εγκαταστάσεων και ήταν μέτοχος και διευθυντής των εναγουσών 1 και
- Οι εναγόμενοι 1 και 2, είναι ή φέρονταν ως αξιωματούχοι και/ή μέτοχοι και των εναγομένων 11 και
- Οι εναγόμενοι 3 - 5 παρουσιάζονταν ως αξιωματούχοι και/ή μέτοχοι των εναγομένων 8 και 9, ενώ ο εναγόμενος 6 ως αξιωματούχος και/ή μέτοχος της εναγομένης 10 και/ή των εναγομένων εταιρειών 8 και
- Η εναγόμενη 7, ανήκε και/ή φερόταν να ανήκει, και/ή κατέχεται το σύνολο των μετοχών της, από τους εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή
- Ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με την επεξεργασία και/ή άντληση πετρελαίου και/ή φυσικού αερίου. Οι εναγόμενοι 1 - 6, χρησιμοποιώντας τα κέρδη από την υλοποίηση των πιο πάνω συμφωνιών, που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, δημιούργησαν και/ή αγόρασαν το μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης 7, μέσω της οποίας δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά. Οι εναγόμενοι 8 και 9 είναι και/ή παρουσιάζονταν ότι είναι, εταιρείες που ανήκουν και/ή ελέγχονται από τους εναγόμενους 3, 4 και
- Οι εναγόμενοι 8, αντιπροσωπευόταν στο Καζακστάν από τον εναγόμενο 6, ενώ η εναγομένη 10, φερόταν ως εταιρεία που ανήκει και ελέγχεται από τον εναγόμενο
- Η εναγόμενη 11, κατά τον ίδιο τρόπο, φερόταν να ανήκει, και/ή σημαντικό ποσοστό των μετοχών της, κατέχεται από τους εναγόμενους 1 και
- Οι εναγόμενοι 12 είναι και/ή παρουσιάζονταν ότι είναι εταιρεία που ανήκει στους εναγόμενους 1, 2, 3 και
- Η καθ' ης η αίτηση 6 κατέχει και/ή παρουσιάζεται ότι κατέχει το 85% του μετοχικού κεφαλαίου της Nations Energy Company Ltd, και ένας εκ των μετόχων της είναι η εναγόμενη 12 . Η ίδρυση της εν λόγω εταιρείας, σύμφωνα με τους ενάγοντες, έγινε με αποκλειστικό σκοπό να εξυπηρετήσει τη μεταφορά χρηματικών ποσών και μετοχών που ανήκαν στους εναγόμενους ή κάποιους από αυτούς, ώστε να αποτρέψουν τους ενάγοντες από οποιαδήποτε αξίωση, την οποία τυχόν θα είχαν, στη βάση των πιο πάνω συμφωνιών. Η αίτηση στρέφεται και εναντίον του Αλέκου Μαρκίδη, δικηγόρου καθ' ου η αίτηση 7, στον οποίο επιδόθηκα,ν κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου με υποκατάστατο επίδοση, το κλητήριο ένταλμα και/ή οποιοδήποτε άλλο δικόγραφο επακολούθησε, ως δικηγόρος αριθμού εναγομένων. Στις 18.11.2010 ο Αλέκος Μαρκίδης έπαυσε να ενεργεί ως δικηγόρος των εναγομένων 1, 2, 6, 7, 10, 11 και
- Στην αίτηση, εμφανίζονται μέσω δικηγόρου, οι εναγόμενοι 3, 4, 5, 8 και 9, οι οποίοι είναι και οι μόνοι που καταχωρίζουν ένσταση, επιδιώκοντας την απόρριψη της. Η κακή επιλογή του δικηγόρου των αιτητών, να παραθέσει τους καθ' ων η αίτηση σε διαφορετική σειρά και αρίθμηση από τη σειρά και την αρίθμηση που εμφανίζονται στον τίτλο της αγωγής, και η εμβόλιμη παράθεση της Ecolo Investments Ltd και του Αλέκου Μαρκίδη, ως καθ' ων 6 και 7 αντιστοίχως, περιέπλεξε τα πράγματα και δυσκόλεψε το Δικαστήριο στο σαφή προσδιορισμό της ταυτότητας των διαδίκων. Έτσι, για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης, θα γίνεται αναφορά σε αριθμό εναγόμενου, αντί αιτητή, με εξαίρεση την Ecolo, πιο πάνω, και τον Αλέκο Μαρκίδη, ως τρίτα μέρη, που καλούνται να παράσχουν πληροφορίες, οι οποίοι θα αναφέρονται ως καθ' ων η αίτηση 6 και
- Την ίδια πορεία ακολούθησε και ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση, ο οποίος αναφέρεται σε εναγόμενους, τόσο στην ένσταση, όσο και στην αγόρευση του. Στις 6.11.94 καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας 3, Ocellus Co Ltd, όπως εκπροσωπείτο από τον Ενάγοντα 2 Zoran Savicic, και της εναγόμενης 8, Vuko GMBH Ltd Inc., όπως εκπροσωπείτο από τον Petar Vucovic, εναγόμενο 4, με την οποία συνομολογήθηκε, ότι θα υπήρχε συνεργασία μεταξύ των συμβαλλομένων με πιθανό σκοπό την δημιουργία Κοινοπραξίας. 'Όλα τα έξοδα και τα κέρδη θα διαμοιράζονταν εξίσου μεταξύ των μερών Τεμκ. Σ1 της ένορκης δήλωσης. Κατά ή περί τον Δεκέμβριο του έτους 1994, η ενάγουσα 1, GZF Poly Oil Ltd όπως εκπροσωπείτο από τον Ενάγοντα 2, Zoran Savicic, από την μία πλευρά και η Εναγόμενη 11, Canadian Triton International Ltd, που εκπροσωπείτο από τον Εναγόμενο 1, Vladimir Katic από την άλλη, συνήψαν μεταξύ τους τρεις συμφωνίες: το Πρωτόκολλο Συμφωνίας (Memorandum of Agreement), την Συμφωνία Κοινοπραξίας (Joint Venture Agreement)και την Συμφωνία μη Παράκαμψης, μη Αποκάλυψης και Εργασίας(Νon-Circumvention, non Disclosure and Working Agreement). Οι συμφωνίες αυτές, μεταξύ άλλων, προνοούσαν ότι οι ενάγοντες-αιτητές μέσω των επαφών και διασυνδέσεων τους, θα βοηθούσαν τους Εναγόμενους στην εξασφάλιση συμφωνιών παραγωγής και συνεκμετάλλευσης πετρελαίου. Στη συνέχεια, θα καταρτιζόταν μεταξύ των μερών, κοινοπραξία με ποσοστά 50% ο κάθε ένας και τα κέρδη θα μοιράζονταν μεταξύ τους. Δεν θα αποδέχονταν ή επιδίωκαν να αναλάβουν οποιαδήποτε επιχείρηση που θα προερχόταν από νέες πηγές ή συνεργάτες του αντισυμβαλλόμενου μέρους, σε οποιοδήποτε χρόνο και με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς τη ρητή γραπτή άδεια του άλλου μέρους. Δεν θα παράκαμπταν ούτε θα επιχειρούσαν να παρακάμψουν ο ένας τον άλλο ή οποιοδήποτε άλλο μέρος, που θα είχε σχέση με οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή, στην οποία τα μέρη επιθυμούσαν να συμμετάσχουν. Τεκμ. Σ2, Σ2Α και Σ2Β της ένορκης δήλωσης Ασσιώτου. Στις 7.2.1998, με την υπογραφή μιας ακόμη συμφωνίας, μεταξύ των εναγόντων-αιτητών 1 και 2 και των Εναγομένων 1 και 11, συμφωνήθηκε η διευθέτηση όλων των θεμάτων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, που σχετίζονταν με τις αναφερόμενες συμφωνίες, Τεκμ. Σ2,Σ2Α και Σ2Β της ένορκης δήλωσης Ασσιώτου, με την μεταβίβαση στο όνομα του Ενάγοντα, 250.000 μετοχών της «TRITON-VUKO ENERGY GROUP LTD». Ακόμη, προνοούσε, ότι τα μέρη θα συνεργάζονταν με καλή πίστη με σκοπό την εκπλήρωση των διαδικασιών μεταβίβασης. Τεκμ. Σ8 της ένορκης δήλωσης Ασσιώτου. Οι εναγόμενοι, πάντοτε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων- αιτητών, παραβίασαν ουσιώδεις όρους των συμφωνιών ενεργώντας κακόπιστα και δόλια. Ως ισχυριζόμενο αποτέλεσμα των παρανόμων και αντισυμβατικών ενεργειών των εναγομένων, ήταν η αποξένωση μέρους ή όλων των περιουσιακών στοιχειών που έπρεπε να ανήκουν στην κοινοπραξία, και η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της τελευταίας και των μετοχών της, σε άλλες εταιρείες ή εταιρεία και ή στις εναγόμενες εταιρείες 7-
- Ακολουθεί, κατά τους ισχυρισμούς των αιτητών, συμφωνία διευθέτησης στις 7.2.1998, Τεκμ.Σ8 με την οποία οι εναγόμενοι παραδέχονται την παράβαση των συμφωνιών, Τεκμ.Σ1, Σ2 - ΣΑ, ΣΒ. Στη συνέχεια γίνεται καταγραφή και αναφορά στις δικαστικές διαδικασίες που έχουν εγερθεί από τα εμπλεκόμενα μέρη στην Κύπρο, αλλά και σε διάφορες χώρες στο εξωτερικό, αλλά και σε δόλιες παράνομες και αντισυμβατικές ενέργειες των εναγομένων, μεταφορές χρημάτων και μεταβιβάσεις μετοχών, αλλά και άλλες παράνομες και αντισυμβατικές ενέργειες των εναγομένων: όπως εκκαθαρίσεις εταιρειών: της εναγόμενης 11 ή της εναγόμενης 7, τις οποίες οι ενάγοντες θεωρούν ως ύποπτες, και για τις οποίες, επιδιώκεται η παροχή συγκεκριμένων πληροφοριών. Σημαντικό κρίνεται για σκοπούς της διαδικασίας από τους αιτητές, το Τεκμ.Σ11, ένορκη δήλωση του κ. Ο´Mara, ημερομηνίας 16.6.2006, από το οποίο εξάγονται, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις τους, παραδοχές του εναγομένου 1, σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες, αλλά και με ό,τι επακολούθησε. Οι εναγόμενοι 3-5, 8 και 9 με την ένσταση τους, και ειδικότερα με την § 12, προβαίνουν σε γενική άρνηση των ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της Ασσιώτου, προβάλλοντας μια σειρά από νομικές ενστάσεις. Η καθ' ης η αίτηση 6, την οποία οι ενάγοντες εμπλέκουν, ως το νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από τους εναγόμενους 1 - 6, μέσω αντιπροσώπων και εμπιστευματοδόχων εταιρειών (nominees), αλλά και ως βασικός μέτοχος της City Canada Petroleum Ltd, η οποία αθώα ή μη αναμείχθηκε σε αδικοπραξίες, και έχει υποχρέωση στη βάση των αρχών της επιείκειας, να αποκαλύψει τα απαιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες, προβάλλει, κατά κύριο λόγο, δεδικασμένο λόγω της Συμφωνίας Διευθέτησης στα πλαίσια της αγωγής 2535/06, αλλά και τη θέση ότι η καθ' ης 6, ουδέποτε ελεγχόταν ή ελέγχεται από τους εναγόμενους 1 -
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έθεσαν το ζήτημα στο πλαίσιο και στη βάση των αρχών της κλασσικής πλέον υπόθεσης Norwich Pharmacal, πιο πάνω, και σε αποφάσεις που ακολούθησαν από τα Αγγλικά Δικαστήρια, στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια. Στην Norwich, το Δικαστήριο παραχώρησε στους ενάγοντες το δικαίωμα να ζητήσουν αποκάλυψη από αθώο, τρίτο πρόσωπο, το οποίο είχε αναμειχθεί στην παράνομη πράξη και θεωρήθηκε πως είχε στην κατοχή του πληροφορίες, που θα επέτρεπαν στους ενάγοντες, να ταυτοποιήσουν τον παραβάτη. Εκεί, οι ενάγοντες, επιζητούσαν να πάρουν πληροφορίες ως προς τα στοιχεία των προσώπων που παραβίαζαν την ευρεσιτεχνία τους, με σκοπό να κινηθούν δικαστικώς εναντίον τους. Το Τελωνείο, το οποίο είχε εμπλακεί στη διαφορά, διατάχθηκε να αποκαλύψει την ταυτότητα του παραβάτη. Απέρριψε δε τη θέση των εναγομένων πως η ύπαρξη νομοθετικών διατάξεων και το δημόσιο συμφέρον, απαγορεύει την αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών, τονίζοντας ταυτοχρόνως, πως το συμφέρον της δικαιοσύνης, ως έκφανση του Δημοσίου συμφέροντος, υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων τρίτων, αδικοπραγούντων προσώπων. Με την υπόθεση Tournier v. National Provincial and Union Bank of England
(1923)All E.R. Rep. 550, που ακολούθησε, καθιερώθηκε πλέον η αρχή της υπεροχής του δημοσίου συμφέροντος έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη. Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που τονίστηκε τόσο στην Norwich, όσο και στις αποφάσεις που ακολούθησαν, British Steel Corp v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417, Harrington v. North Politechnic
(1984)3 All E.R. 666, είναι πως η θεραπεία της αποκάλυψης παρέχεται από το Δίκαιο της Επιείκειας, ως ένα όπλο υποβοήθησης ενός διαδίκου, σε εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία, εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή διευκόλυνσης στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν τα ίδια δεν έχουν προσωπική ευθύνη: "Discovery as a remedy in equity has a very long history. The chief occasion for its being ordered was to assist a party in an existing litigation. But this was extended at an early date to assist a person who contemplated litigation against the person from whom discovery was sough, if for various reasons it was just and necessary that he should have discovery at that stage. Such discovery might disclose the identity of others who might be joined as defendants with the person from whom discovery was sought. Indeed in some cases it would seem that the main object in seeking discovery was to find the identity of possible other defendants. It is not clear to me whether in all these cases the plaintiff had to undertake in some way to proceed against the person from whom he sought discovery if he found on discovery being ordered that it would suit him better to drop his complaint against that person and concentrate on his cause of action against those whose identity was disclosed by the discovery. But I would think that he was entitled to do this if he chose". Η εφαρμογή των νομικών αρχών της Νοrwich αναγνωρίστηκε και στην μεταγενέστερη Asworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193, όπου υιοθετήθηκε η θέση πως, τέτοια θεραπεία, επεκτείνεται και σε υποθέσεις που αφορούν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες ή εκεί, όπου ναι μεν, η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος είναι γνωστή, αλλά είναι αναγκαία η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών για την ετοιμασία και καταχώριση της απαίτησης ή εκεί όπου ο αιτητής αναζητεί το διάδικο εκείνο που απουσιάζει από την εικόνα της όλης υπόθεσης. Axa Equity & Law Life Assurance Society Plc v. National Westminster Bank Plc
(1998)CLC 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd´s Rep. 417 ή ακόμη και σε υποθέσεις όπου το πρόσωπο από το οποίο αναζητούνται πληροφορίες, το τρίτο πρόσωπο στην υπόθεση, ενδεχομένως να αποτελεί μέρος της αδικοπραξίας και να μην είναι αθώο. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)FSR 241. Με την Carlton Film Distributors Ltd v. VC Plc, VDC Ltd
(2003)EWHC 616 (Ch.) σημειώνεται πως, έχει πρωταρχική σημασία να μπορέσουν οι ενάγοντες να στοιχειοθετήσουν, ότι η αδικοπραξία, ή άλλο αγώγιμο δικαίωμα, πάνω στο οποίο στηρίζονται οι ενάγοντες, συντελέστηκε. Την έκταση της αδικοπραξίας, αλλά όχι και ποιος την έκανε, έστω και αν λείπουν «κομμάτια από το πάζλ». Παραμένει ως αναγκαιότητα να καταδειχθεί η εμπλοκή, αθώα ή μη, του καθενός από τα πρόσωπα εναντίον των οποίων επιζητείται η έκδοση διατάγματος. Ashworth, πιο πάνω. Σχετικές με το ζήτημα είναι και οι αποφάσεις Bankers Trust Co. v. Shapira and Others
(1980)3 All E.R. 355 η οποία έτυχε αποδοχής στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμος Εταιρεία κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 153. Στην υπόθεση Mitsui Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511 νομολογήθηκαν οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε να παρασχεθεί θεραπεία της φύσης Norwich, σελ. 518: "The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer, (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; And (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; And (
- b)able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued". ............................... Πιο κάτω στην ίδια σελίδα: "I consider first whether the second condition is satisfied. I proceed in this judgment on the basis that he claimant needs further information which the defendant is likely to be able to provide before it can fully a properly plead a breach of the first limb .. . In a word the information sought is necessary to enable the action to be brought". (Υπογραμμίσεις εκτός κειμένου). In my judgment despite the argument of Mr Carr QC that there is no authority directly in point, it is clear that the exercise of the jurisdiction of the court under Norwich Pharmacal against third parties who are mere witnesses innocent of any participation in the wrongdoing being investigated is a remedy of last resort. (It is claimant's case that the defendant is such an innocent third party.) The jurisdiction is only to be exercised if the innocent third parties are the only practicable source of information. The whole basis of the jurisdiction against them is that, unless and until they disclose what they know, there can be no litigation in which they can give evidence: see e g Lord Kilbrandon in Norwich Pharmacal
(1973)2 All ER 943 at 973, 975,
(1974)AC 133 at 203, 205. Whilst there is a public interest in achieving justice between disputing parties, there is also a public interest in not involving third parties if this can be avoided: se John Donaldson MR in Harrington v. North London Polytechnic
(1984)3 All E.R. 666 at 670-671,
(1984)1 WLR 1293 at 1299. The Jurisdiction is both exceptional and only to be exercised when it is necessary: Lord Woolf CJ in Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193 at
(75). The necessity required to justify exercise of this intrusive jurisdiction is a necessity arising from the absence of any other practicable means of obtaining the essential information". (Υπογραμμίσεις εκτός κειμένου). Από την Norwich και τις αποφάσεις των Αγγλικών Δικαστηρίων που ακολούθησαν, πιο πάνω, προκύπτουν οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται σε κάθε περίπτωση, για να καταστεί δυνατή η παροχή θεραπείας: (α) δεν πρέπει να υπάρχει παραβίαση του κανόνα του απλού μάρτυρα (mere witness rule). (β) ο καθ' ου η αίτηση, αθώα ή μη είναι αναμεμειγμένος ή εμπλέκεται ή διευκόλυνε την αδικοπραξία. (γ) το δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαίο να εκδοθεί το διάταγμα για σκοπούς εξυπηρέτησης της δικαιοσύνης. (δ) να είναι αναγκαίες οι πληροφορίες και γενικά η αποκάλυψη, είτε προκειμένου να έχει ο ενάγων την πλήρη εικόνα της αδικοπραξίας, για να είναι δυνατή η καταχώριση της Αγωγής ή της Έκθεσης Απαιτήσεως. Και τέλος η προσθήκη του όρου όπως διατυπώθηκε από το λόγο της Mitsui, πιο πάνω: (ε) το αθώο τρίτο μέρος να είναι η μόνη, πρακτικώς εφικτή, πηγή πληροφόρησης του ενάγοντα. Το Δικαστήριο θα εξετάσει στη βάση της νομολογίας το ζήτημα κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 και τις αρχές της επιείκειας για να αποδώσει ή όχι διατάγματα αυτής της φύσης. Αρχές που εφαρμόζονται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια εφόσον δεν υπάρχει διάφορη ρύθμιση από την εσωτερική νομοθεσία. Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση 1
(993)1 Α.Α.Δ.
- Η φύση και η δραστικότητα τέτοιων διαταγμάτων επιβάλλει στο Δικαστήριο μια πιο αυστηρή προσέγγιση για να καταλήξει να εγκρίνει ή όχι το αίτημα. Είναι σημαντικό να τονιστεί πως οι ενάγοντες, στην περίπτωση μας, έχουν ήδη καταχωρίσει από τις 2.11.2010, την Έκθεση Απαιτήσεως τους, δυο μήνες πριν από την καταχώριση της υπό εκδίκαση αίτησης, ενώ οι εναγόμενοι 3, 4, 5, 8 και 9 καταχώρισαν την Υπεράσπιση τους στις 21.4.
- Το ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώριση της αίτησης κατά την επιζήτηση θεραπειών, που στηρίζονται στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, πρόβαλαν με την ένσταση τους οι εναγόμενοι. Όντως είναι άξιο απορίας πως ενώ η αγωγή ξεκίνησε το 2007 με γενική οπισθογράφηση, και που στην ουσία συμπεριλαμβάνει ταυτόσημες θεραπείες με την παρούσα αίτηση, να καταχωρίζεται η υπό κρίση αίτηση, μετά από πάροδο τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος: τρία χρόνια και ένας μήνας. Οι αιτητές ανταπαντούν πως η καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης δεν οδηγεί σε απόρριψη των αιτουμένων θεραπειών: Η ανάγκη για παροχή των αιτούμενων θεραπειών και εγγράφων εξακολουθεί να υπάρχει, «μόλις αποκαλυφθούν τα απαραίτητα έγγραφα και λεπτομέρειες θα γίνει κατορθωτό, μέσω τροποποίησης της Έκθεσης Απαιτήσεως, να συμπεριληφθούν σε αυτήν, ορθά και ακριβέστατα, όλοι οι ισχυρισμοί που πρέπει να δικογραφηθούν και οι οποίοι θα πρέπει να αποδειχθούν ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη στην παρούσα υπόθεση, η οποία είναι υπόθεση δόλου και απόσπασης χρημάτων με δόλιο τρόπο.» Εισηγούνται στο τέλος της ημέρας, πως η αποκάλυψη πληροφοριών και εγγράφων, είναι απαραίτητη, ώστε να είναι δυνατή η ορθή και ακριβής δικογράφηση και η απόδειξη των ισχυρισμών και αξιώσεων, αλλά και να είναι εφικτός ο προσδιορισμός και ο υπολογισμός του μεγέθους και ύψους των αξιώσεων τους, ώστε να διεκδικήσουν δικαστικώς εκείνα που δικαιούνται. Έχω ήδη σημειώσει τις αιτήσεις που καταχωρίστηκαν στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε και των αποφάσεων του Δικαστηρίου, που έχουν εκδοθεί. Όλες οι προηγούμενες κινήσεις έγιναν από τους δικηγόρους των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι επεδίωκαν παραμερισμό των διαταγμάτων ή αναστολή της διαδικασίας, αναλόγως της φύσης της αίτησης. Στις 24.9.2010, εκδόθηκε απόφαση στην αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος, σε σχέση με την άδεια επίδοσης του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Ακολουθεί ένα κενό χρονικό διάστημα, οπότε και στις 19.11.2010, καταχωρίζεται η αίτηση για αναστολή της διαδικασίας λόγω ρήτρας διαιτησίας. Αίτηση η οποία εκδικάστηκε διαδοχικώς εντός της ιδίας ημέρας με την παρούσα, εφόσον ήταν διαδικαστικώς αναγκαίο να προηγηθεί η απόφαση της αίτησης για αναστολή. Στις 17.5.2011 το Δικαστήριο με απόφαση του, απέρριψε το αίτημα για αναστολή. Είναι λοιπόν φανερό, από τα όσα προηγήθηκαν, πως οι ενάγοντες από την καταχώριση της αγωγής, μέχρι την 3.1.2011, παραμένουν αδρανείς, αμυνόμενοι θα έλεγα, στα κατ' επιλογή των εναγομένων ενδιάμεσα δικαστικά διαβήματα. Είναι η κατάληξη μου πως, τίποτε δεν εμπόδιζε τους ενάγοντες να καταχωρίσουν την αίτηση τους ευθύς αμέσως με την καταχώριση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου: Οι αποφάσεις για παραμερισμό των επιδόσεων του Κλητηρίου, δεν έθεταν ανυπέρβλητο εμπόδιο σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Μόνο η αίτηση αναστολής λόγω ρήτρας δικαιοδοσίας ήταν ικανή να εκθεμελιώσει τη διαδικασία, αλλά και αυτή όπως είπα, καταχωρίστηκε στις 19.11.2010 και προηγήθηκε της εδώ αίτησης. Στην TBF (Cyprus) Ltd κ.α., πιο πάνω, όπου αναφέρθηκε και η Bankers Trust, οι εναγόμενοι ζήτησαν τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης, όπως ακριβώς συνέβηκε και εδώ. Οι ενάγουσες ζήτησαν πριν την ακρόαση της αίτησης και πέτυχαν την έκδοση διατάγματος για την αποκάλυψη εγγράφων για τους σκοπούς και μόνο εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού. Σημειώνεται πως δικαιοδοτικό βάθρο του αιτήματος στην υπόθεση TBF, ήταν η Δ.28 θ.11 για αποκάλυψη εγγράφων, που ταυτίζεται με την Αγγλική Διαταγή 19Α
(3). Αποφασίστηκε ότι: - Η κυπριακή νομολογία δεν διαφωτίζει το δικαιοδοτικό ζήτημα που εγείρεται. Η αγγλική νομολογία παίρνει θετική στάση απέναντι σ' αυτό. Ωστόσο αυτό το δικονομικό μέτρο δεν ενασκείται συχνά αλλά μόνο όταν καταδεικνύεται ότι το μέτρο είναι αναγκαίο για τη δίκαιη εκδίκαση της αίτησης. - Σε αιτήσεις για παραμερισμό του κλητηρίου, το δικαστήριο μπορεί να κάμει χρήση της διαδικασίας αποκάλυψης σε κατάλληλη περίπτωση. Είναι λοιπόν φανερό ότι οι αιτητές, αποτείνονται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση για να τους παρασχεθεί μια τέτοια δραστική θεραπεία και ενώ ήδη έχουν με πολλή και λεπτομερή ανάλυση παραθέσει και καταγράψει τις αξιώσεις τους εναντίον των εναγομένων και για τον καθένα ξεχωριστά στην Έκθεση Απαιτήσεως: Λεπτομέρειες καταγράφονται με την § 31 της Έκθεσης Απαιτήσεως, αλλά και λεπτομέρειες δόλου και/ή συνομωσίας των εναγομένων 1 - 6, § 34. Δεν διαφωνώ, ότι από αναδρομή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, σε συνδυασμό με τις αναφορές της Έκθεσης Απαίτησης, εξάγεται πως η καθ' ης η αίτηση 6, ενδέχεται να ελέγχεται από τους εναγόμενους ή κάποιους από αυτούς, ως τους πραγματικούς ιδιοκτήτες των μετοχών της ως εμπιστευματοδόχων εταιρειών ή φυσικών προσώπων, ή ότι ιδρύθηκαν άλλες εταιρείες και έγιναν μεταβιβάσεις των μετοχών που κατείχαν με σκοπό να ξεγελάσουν και/ή καταδολιεύσουν τους ενάγοντες, αποκρύβοντας τα ποσά ή τα κέρδη που έλαβαν, από την υλοποίηση των επίδικων συμφωνιών. Ότι η παροχή των αιτουμένων εγγράφων και πληροφοριών εξακολουθεί να υπάρχει, εξ ου και ταυτόσημες με την αίτηση θεραπείες αξιώνονται στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαιτήσεως. Όλα αυτά τα στοιχεία σφαιρικά και το καθένα ξεχωριστά θα πρέπει να εξεταστούν για να καταλήξει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση. Η καθυστέρηση στην καταχώριση μιας ενδιάμεσης θεραπείας συνιστά αφ' εαυτής, ζήτημα που επιβάλλεται να εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Ιδιαιτέρως σε περιπτώσεις αιτήσεων της δραστικής εμβέλειας όπως η υπό εκδίκαση. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου πως πρόκειται για αίτηση δια κλήσεως κάτω από τις σχετικές πρόνοιες που έθεσαν οι αιτητές. Η καθυστέρηση σε κάθε περίπτωση εξετάζεται πάντοτε και σε συνάρτηση με το ισοζύγιο ταλαιπωρίας κατά την εξέταση της πλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, αλλά και γενικότερα εφόσον πρόκειται για θεραπεία που στηρίζεται στο Δίκαιο της Επιείκειας, μέσα στις παραμέτρους της νομολογίας και των γενικών αρχών. Ένα ενδιάμεσο διάταγμα αποτελεί δυνητική θεραπεία και οποιαδήποτε ανεξήγητη καθυστέρηση, αποτελεί εμπόδιο στη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Αυτό καθαυτό το γεγονός της καθυστέρησης οδηγεί και υποστηρίζει, ότι ο ενάγων, δεν χρειάζεται άμεσα την εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από τα ενδιάμεσα διατάγματα της φύσης που επιζητούνται. Από την άλλη, θα πρέπει να εξετασθεί από το Δικαστήριο η έκταση της καθυστέρησης, τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης χωρίς να διατυπώνονται άκαμπτοι κανόνες. Απαιτείται λοιπόν αντιστάθμιση των συνεπειών της καθυστέρησης, τα επακόλουθα της στα δικαιώματα του αντιδίκου και από την άλλη οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. Δεν υπάρχει λοιπόν άκαμπτος κανόνας δικαίου ότι η καθυστέρηση πρέπει να οδηγεί απαραιτήτως σε απώλεια δικαιώματος ή σε απόρριψη του αιτήματος. Ωστόσο, εδώ είναι αναμφιβόλως εξόφθαλμο ότι οι ενάγοντες, γνώριζαν εξ υπαρχής, από την καταχώριση του Γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, την αναγκαιότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων. Αυτό μπορεί να επιβεβαιωθεί και με μια πρώτη ματιά από το φάκελο της υπόθεσης. Είχαν λοιπόν οι αιτητές την υποχρέωση να αποταθούν για τη λήψη ενός τέτοιου διατάγματος με την πρώτη δυνατή ευκαιρία, ούτως ώστε να διασφαλίσουν εγκαίρως τα δικαιώματα τους και να αντιμετωπίσουν ταυτοχρόνως την κωλυσιεργία η οποία παρατηρήθηκε εκ μέρους των εναγομένων και η οποία οδήγησε σε αλλεπάλληλες ακροαματικές διαδικασίες και στην έκδοση αντιστοίχων ενδιαμέσων αποφάσεων. Επιβεβλημένη εκ των πραγμάτων πορεία, αν ληφθεί, και που πρέπει να ληφθεί υπόψη, η φύση της αίτησης ως ένα όπλο το οποίο παρέχεται για να υποβοηθήσει ένα διάδικο εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες και μάλιστα εγκαίρως και δραστικά ώστε να μην εξαφανισθούν στοιχεία και έγγραφα. Για να δικαιολογηθεί μια τέτοια μεγάλη καθυστέρηση θα πρέπει να εισαχθούν ισχυροί λόγοι εκ μέρους του ενάγοντα ή τέτοιοι λόγοι που να δικαιολογούν ότι αυτό απολήγει προς το συμφέρον της δικαιοσύνης που αποτελεί το γνώμονα, σε κάθε περίπτωση, για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το έργο του προσδιορισμού των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση είναι πολυδιάστατο και σύνθετο. Κάτω από το ίδιο κεφάλαιο, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να εξασκείται λαμβάνοντας υπόψη ακόμα μια παράμετρο: την αποτροπή της κατάχρησης των διαδικασιών. Η εξουσία του Δικαστηρίου όπως τονίστηκε από το Λόρδο Diplock στην Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών. Κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις, λαμβάνω υπόψη μου ιδιαιτέρως το σημαντικό παράγοντα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας και αυτό ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, που επιτάσσει την διεξαγωγή και ολοκλήρωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Υποχρέωση που επιτείνεται ιδιαιτέρως, ενόψει των προνοιών του Περί Αποτελεσματικών Θεραπειών για Παραβίαση του Δικαιώματος σε Διάγνωση Αστικών Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων σε Εύλογο Χρόνο Νόμου του 2010, Ν.2
(1)/10 κάτω από τις οποίες η Κυπριακή Δημοκρατία είναι υπόλογος σε αποζημιώσεις για καθυστέρηση. Έχοντας κατά νουν τις πιο πάνω αρχές και προϋποθέσεις, κατά την ενάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως τα πιο κάτω: (α) Το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο καταχωρίστηκε στις 6.12.2007. (β) Έχει ήδη καταχωριστεί Έκθεση Απαιτήσεως 2.11.2010 και Υπεράσπιση 21.4.2011 με σαφή δικογράφηση των αξιώσεων των εναγόντων και των θεραπειών, πέρα από τα αιτούμενα της αυτής φύσης διατάγματα. Οι ενάγοντες δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι οι αιτούμενες αποκαλύψεις και πληροφορίες είναι απαραίτητες για την υποβοήθηση έγερσης της αγωγής. (γ) ότι στην Έκθεση Απαιτήσεως συμπεριλαμβάνονται ταυτόσημες θεραπείες με την παρούσα αίτηση, έστω και αν το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται να παράσχει ταυτόσημη θεραπεία με την ενδιάμεση αίτηση. Seamark Consultancy Services Limited v. I. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1 A.A.Δ. 163. Από τη στιγμή που οι θέσεις των εναγόντων στην Έκθεση Απαιτήσεως προβάλλουν με μεγάλη λεπτομέρεια τις απαιτήσεις τους εναντίον των εναγομένων, η αίτηση, οριακά έστω, ξεπερνά την κόκκινη γραμμή, αδυνατίζει τις θέσεις των εναγόντων και δημιουργεί αμφιβολίες, αν δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στοχεύει σε αλίευση μαρτυρίας. (δ) Οι ενάγοντες μπορούν να κινηθούν μέσα στα πλαίσια της Δ.30, θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, κλήση για οδηγίες μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, (απομένει τυχόν απάντηση των εναγόντων στην υπεράσπιση), και να πετύχουν την έκδοση αντίστοιχων διαταγμάτων αποκάλυψης και/ή λεπτομερειών, τουλάχιστον όσον αφορά στους εναγόμενους. (ε) Η μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης ενισχύει τη θέση ότι οι πληροφορίες δεν είναι και δεν ήταν άμεσα απαραίτητες στους ενάγοντες για να προωθήσουν την υπόθεση τους, στη βάση του ιστορικού που έχω παραθέσει πιο πάνω και ενόψει της ιδιαίτερης φύσης της αίτησης, και σε συνδυασμό με το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι σήμερα, καταλήγω, εξασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, να απορρίψω την αίτηση. Εφαρμόζοντας τις αρχές της νομολογίας, όπως τις συνόψισα κατά το δυνατό, και των όσων έχουν τεθεί στην υπόθεση Μαίρης Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980, το Δικαστήριο από τη στιγμή που διαπίστωσε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νομολογίας κατά το Δίκαιο της Επιείκειας, δεν θα υπεισέλθει να εξετάσει οποιοδήποτε άλλο κριτήριο του άρθρου 32, αλλά ούτε και τους άλλους τυπικούς λόγους ένστασης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών και υπέρ των εναγομένων 3, 4, 5, 8, 9 και της καθ' ης η αίτηση 6, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τους εναγόμενους 3, 4, 5, 8 και 9 τα έξοδα να καταβληθούν μετά το πέρας της διαδικασίας. Σε σχέση με της καθ' ης η αίτηση 6, η οποία δεν είναι διάδικος, τα έξοδα είναι άμεσα πληρωτέα. Όσον αφορά τους εναγόμενους 1, 2, 6 & 7 και τον καθ' ου η αίτηση 7, καμιά διαταγή. (Υπ.) ............... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: αίτηση αποκάλυψης εγγράφων - Norwich cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο