← Κύπρος

NAKAS MUSIC (CYPRUS) LTD ν. Βασίλη Αγαπίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1719/05, 30.5.2011

NAKAS MUSIC (CYPRUS) LTD ν. Βασίλη Αγαπίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1719/05, 30.5.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1719/05 Μεταξύ: NAKAS MUSIC (CYPRUS) LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και -

  1. Βασίλη Αγαπίου, από τη Λεμεσό
  2. Αγγέλας Αγαπίου, από τη Λεμεσό Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.1.2008 Μεταξύ: NAKAS MUSIC (CYPRUS) LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και - Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του Βασίλη Αγαπίου
  3. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας της Αγγέλας Αγαπίου Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - 30.5.2011 Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Τσάρκατζιης Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Π. Παυλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 είναι για ΛΚ80.512 (€137.562,91) δυνάμει γραμματίων και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους και/ή ανάληψης υποχρέωσης πληρωμής χρέους και/ή υπεξαίρεσης, ιδιοποίησης, απάτης, δόλου, κλοπής υπό αντιπροσώπου και/ή ως money had and received και/ή δυνάμει των αρχών αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επιπρόσθετα οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου 1 το ποσό των ΛΚ85.309,56 (€145.760,03) δυνάμει υπεξαίρεσης, ιδιοποίησης, απάτης, δόλου, κλοπής υπό αντιπροσώπου και/ή ως money had and received και/ή δυνάμει των αρχών αδικαιολόγητου πλουτισμού. Είναι δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι αποτελούν θυγατρική εταιρεία της Ελληνικής Εταιρείας Μουσικός Οίκος Φίλιππος Νάκας ΑΒΕ ΕΤΕ, νομότυπα εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ασχολείται με την πώληση μουσικών οργάνων και ηλεκτρονικών συσκευών. Διατείνονται οι Ενάγοντες ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν υπεύθυνος καταστήματος των Εναγόντων στη Λεμεσό για την περίοδο 1.9.2001 - 10.9.2004 και κατά διάφορα χρονικά διαστήματα και σε τακτική βάση από το 2002 μέχρι τέλη 2004, προέβη σε υπεξαίρεση και ιδιοποίηση και/ή παράνομη κατακράτηση χρημάτων των Εναγόντων τα οποία περιέρχοντο στην κατοχή του από πελάτες των Εναγόντων και τα λάμβανε προς όφελος τους. Τον Ιούλιο 2004 μετά από προκαταρκτικό έλεγχο που έγινε από το διευθυντή και μέτοχο των Εναγόντων Κώστα Γεωργίου, διαγνώστηκε μεγάλο έλλειμμα στο ταμείο του καταστήματος στη Λεμεσό και ο Εναγόμενος 1 παραδέχθηκε στον κ. Γεωργίου ότι υπεξαίρεσε μεγάλα χρηματικά ποσά. Μετά την παραδοχή του, έκδωσε και υπέγραψε προς όφελος των Εναγόντων γραμμάτια και δηλώσεις όπου ρητά παραδέχθηκε ότι υπεξαίρεσε και παράνομα ιδιοποιήθηκε χρήματα των Εναγόντων. Ειδικότερα ο Εναγόμενος 1, με την εγγύηση της συζύγου του, Εναγόμενης 2, στις 15.7.2004 και 10.9.2004 στη Λεμεσό έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος, υπέγραψε προς όφελος των Εναγόντων και εις διαταγή τους, γραμμάτια συνήθους τύπου και/ή γραπτές αναγνωρίσεις χρέους για ΛΚ52.072 και ΛΚ28.440 αντίστοιχα (σύνολο ΛΚ80.512). Περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 στις 15.7.2004 και 10.9.2004 υπέγραψε δηλώσεις με τις οποίες αναγνωρίζει ότι οφείλει στους Ενάγοντες το ποσό των ΛΚ80.512 ως και ότι θα ευθύνεται για οποιοδήποτε ποσό βρεθεί ότι υπολείπεται από τους λογαριασμούς των Εναγόντων σε σχέση με το κατάστημα της Λεμεσού. Μετά από έρευνα που έγινε από τους Ενάγοντες, αποκαλύφθηκε ότι το συνολικό ποσό που υπεξαίρεσε ο Εναγόμενος 1 ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ165.821,56 (ΛΚ80.512 + ΛΚ85.309,56) (€283.322,95). Οι Εναγόμενοι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγόντων, κανένα ποσό κατέβαλαν έναντι των γραμματίων και έναντι του χρέους μέχρι σήμερα. Γι΄ αυτό και ήγειραν την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνουν ως ανωτέρω. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους, αρνούνται ότι ο Εναγόμενος 1 προέβη σε υπεξαίρεση και/ή παράνομη κατακράτηση χρημάτων που ανήκαν στους Ενάγοντες. Ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε παραδέχθηκε στον Κώστα Γεωργίου ότι υπεξαίρεσε χρηματικά ποσά και αρνούνται ότι υπέγραψαν γραμμάτια και/ή δηλώσεις. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι τα επίδικα γραμμάτια και δηλώσεις είναι αποτέλεσμα απάτης, δόλου, ψευδών παραστάσεων και/ή άσκησης ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού των Εναγόντων προς αυτούς. Ειδικότερα διατείνονται ότι: (α) Η υπογραφή τους τέθηκε κάτω από απειλές και εκφοβισμό για καταγγελία του Εναγόμενου 1 στην Αστυνομία. (β) Οι Ενάγοντες απέσπασαν την υπογραφή τους υποσχόμενοι ότι δεν θα καταγγείλουν τον Εναγόμενο 1 στην Αστυνομία και θα τους παρείχετο το δικαίωμα να ελέγξουν τους λογαριασμούς του υποκαταστήματος στη Λεμεσό με δικό τους ελεγκτή. (γ) Εκμεταλλεύτηκαν την κλονισμένη σωματική και ψυχική υγεία της Εναγόμενης 2, η οποία ήταν έγκυος και γέννησε πρόωρα με κίνδυνο τη ζωή της και του παιδιού της. (δ) Η Εναγόμενη 2 απειλείτο από τους Ενάγοντες να μην αναφέρει στον Εναγόμενο 1 για τις επισκέψεις τους στο σπίτι της ως και το περιεχόμενο των συζητήσεων τους. (ε) Οτιδήποτε υπογράφηκε από τον Εναγόμενο 1, έγινε σε μία συνάντηση με τους Ενάγοντες στη Λεμεσό τον Ιούλιο του 2004, και οτιδήποτε υπογράφηκε από την Εναγόμενη 2 έγινε την 28.9.2004 στην οικία της στη Λεμεσό. (στ) Οι Ενάγοντες πλαστογράφησαν και/ή παραποίησαν τα έγγραφα που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι. Με την Ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι αξιώνουν: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι τα γραμμάτια συνήθους τύπου ημερομηνίας 15.7.2004 και 10.9.2004 είναι άκυρα και χωρίς οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι δηλώσεις ημερομηνίας 15.7.2004 και 10.9.2004 που υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 είναι άκυρες και χωρίς έννομα αποτελέσματα. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι αποτελέσματα δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και άσκησης ψυχικής πίεσης εκ μέρους των Εναγόντων. Κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 καταδικάστηκε μετά από δική του παραδοχή στην ποινική Υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 4092/05, για τα αδικήματα που παρουσιάζονται στο κατηγορητήριο (Τεκμήριο 48). Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών και ο Εναγόμενος 1 αποζημίωσε τους Ενάγοντες με το ποσό των ΛΚ10.
  4. Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσαν έξι μάρτυρες: Ο Κώστας Γεωργίου (Μ.Ε.1), ο Βασιλάκης Στυλιανός (Μ.Ε.2), ο Ντέμης Σουραϊλίδης (Μ.Ε.3), ο Παύλος Μπενάκης (Μ.Ε.4), ο Άριστος Σοφοκλέους (Μ.Ε.5) και ο Ελευθέριος Σκώττης (Μ.Ε.6). Για την πλευρά των Εναγομένων κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες: Η Αγγέλα Αγαπίου (Μ.Υ.1), ο Βασίλης Αγαπίου (Μ.Υ2), ο Μάριος Μελίδης (Μ.Υ.3) και ο Αντρέας Μιχαήλ (Μ.Υ.4). Ο (Μ.Ε.1) κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής και μέτοχος των Εναγόντων. Ανέφερε στη μαρτυρία του ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν υπάλληλος και υπεύθυνος καταστήματος στη Λεμεσό για περίοδο 1.9.2001 μέχρι μέσα Ιουλίου
  5. Παρέμεινε στην εταιρεία μέχρι 10.9.2004 με περιορισμένα καθήκοντα ενώ περί τα μέσα Ιουλίου παρέδωσε τα κλειδιά του καταστήματος. Τα καθήκοντα του ήταν η πώληση προϊόντων, η είσπραξη από τους πελάτες χρηματικών ποσών και η έκδοση αποδείξεων, η κατάθεση στην Τράπεζα των εισπράξεων είτε σε επιταγές είτε σε μετρητά και η παραλαβή από την Τράπεζα των επιταγών πελατών που επιστρέφοντο απλήρωτες. Περί τα τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου 2004, στην παρουσία του Εναγόμενου 1, βρήκε στο ταμείο του υποκαταστήματος Λεμεσού, επιταγή η οποία αντί να φέρει ως δικαιούχο το όνομα της εταιρείας, έφερε ως δικαιούχο το όνομα του Εναγόμενου
  6. Την ίδια ημέρα, βρήκε κι άλλες επιταγές χωρίς όνομα δικαιούχου. Αυτά του δημιούργησαν υποψίες και αμέσως έδωσε εντολή στο λογιστή της εταιρείας να διεξάγει οικονομικό έλεγχο για το τελευταίο εξάμηνο. Ο πρώτος έλεγχος επεκτάθηκε μέχρι τα μέσα Ιουνίου του 2004 και διαπιστώθηκε έλλειμμα στο ταμείο του καταστήματος της Λεμεσού. Μέσα Ιουνίου 2004 ενημέρωσε σχετικά τον Εναγόμενο 1 για το έλλειμμα που διαπιστώθηκε κατά το χρονικό διάστημα από τέλη Δεκεμβρίου 2003 μέχρι τα μέσα Ιουνίου 2004 και αυτός του παραδέχθηκε ότι υπεξαίρεσε χρήματα από το ταμείο του καταστήματος διότι, όπως του είπε, ήταν άρρωστο το μωρό του αδελφού του που έπασχε από όγκο στον εγκέφαλο. Ο λογιστής της εταιρείας συνέχισε τον οικονομικό έλεγχο για το κατάστημα της Λεμεσού και επεκτάθηκε πέραν των τελευταίων 7 μηνών, δηλαδή πέραν του Ιουνίου
  7. Μετά τα γεγονότα αυτά, μετέβηκε στην οικία του Εναγόμενου 1 όπου, στην παρουσία του Εναγόμενου 1, ενημέρωσε τη σύζυγο του Εναγόμενη 2 ότι ο Εναγόμενος 1 ιδιοποιήθηκε μεγάλο χρηματικό ποσό από τα ταμεία του καταστήματος Λεμεσού. Τότε η Εναγόμενη 2 ξέσπασε σε κλάματα. Τον Ιούλιο 2004 έδωσε εντολή στο δικηγόρο των Εναγόντων να συντάξει γραμμάτιο προς όφελος των Εναγόντων για ΛΚ52.072 (€88.970,29) το οποίο αντιπροσώπευε το έλλειμμα που είχε διαπιστωθεί κατά τον πρώτο οικονομικό έλεγχο στο κατάστημα της Λεμεσού και το οποίο απέσπασε ο Εναγόμενος
  8. Ο Εναγόμενος 1 του παραδέχθηκε ότι απέσπασε από τα ταμεία του καταστήματος το ποσό των ΛΚ52.072 και ότι οφείλει το ποσό αυτό στους Ενάγοντες γι΄ αυτό και στις 15.7.2004 στη Λεμεσό, στην παρουσία του και στην παρουσία δύο άλλων μαρτύρων, υπέγραψε σχετικό γραμμάτιο, ενώ η Εναγόμενη 2 στις 15.7.2004 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 που απορρέουν από το γραμμάτιο αυτό και υπέγραψε στην παρουσία του και στην παρουσία δύο μαρτύρων το εν λόγω γραμμάτιο (Τεκμήριο 2). Την ίδια ημέρα, 15.7.2004, ο Εναγόμενο 1 υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση (Τεκμήριο 13) με την οποία αναγνωρίζει ότι έχει λάβει από του Ενάγοντες κατά το χρονικό διάστημα από 22.12.2003 μέχρι 9.6.2004 το ποσό των ΛΚ52.072 χωρίς τη συγκατάθεση τους και ότι οφείλει να επιστρέψει το ποσό αυτό μέχρι 30.8.2004 δυνάμει του γραμματίου (Τεκμήριο 2). Περαιτέρω, την ίδια ημέρα 15.7.2004, ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε ενώπιον του υπεύθυνη δήλωση ότι θα ευθύνεται για οποιοδήποτε ποσό βρεθεί ότι θα υπολείπεται από το ταμείο του καταστήματος Λεμεσού για την περίοδο από 1.1.2003 - 31.12.2002 (Τεκμήριο 12). Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε διεξαχθεί έλεγχος για το έτος
  9. Η διενέργεια οικονομικού ελέγχου συνεχίστηκε και διαπιστώθηκε κι άλλο έλλειμμα στο ταμείο του καταστήματος Λεμεσού ποσού ΛΚ28.440 (€48.592,62) για την περίοδο μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου
  10. Όταν ανέφερε στον Εναγόμενο 1 ότι διαπιστώθηκε νέο έλλειμμα για ΛΚ28.440, αυτός του παραδέχθηκε ότι πήρε το ποσό αυτό από το ταμείο του καταστήματος Λεμεσού χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγόντων. Γι΄ αυτό και υπέγραψε σχετικό γραμμάτιο προς όφελος των Εναγόντων στις 10.9.2004 στη Λεμεσό (Τεκμήριο 3), στην παρουσία του και στην παρουσία δύο άλλων μαρτύρων για ποσό ΛΚ28.
  11. Την ίδια ημέρα η Εναγόμενη 2 υπέγραψε στην παρουσία του και στην παρουσία δύο άλλων μαρτύρων το εν λόγω γραμμάτιο (Τεκμήριο 3) ως εγγυήτρια. Την ίδια ημέρα, 10.9.2004, ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση με την οποία αναγνωρίζει ότι έλαβε από τους Ενάγοντες, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 μέχρι 7.9.2004, το ποσό των ΛΚ28.440, χωρίς τη συγκατάθεση τους και οφείλει να επιστρέψει το ποσό αυτό μέχρι 30.9.2004 δυνάμει του γραμματίου (Τεκμήριο 3) (Τεκμήριο 14). Οι Εναγόμενοι μέχρι σήμερα δεν εξόφλησαν τα γραμμάτια Τεκμήρια 2 και 3, παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις του Εναγόμενου 1 ότι θα λάμβανε δάνεια από Τράπεζες για να αποπληρώσει το χρέος του. Μετά από τα πιο πάνω, ο Κώστας Νάκας, διευθυντής της πιο πάνω Ελληνικής Εταιρείας, ήρθε στην Κύπρο και το Φεβρουάριο 2005 προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του Εναγόμενου 1 για κλοπή υπό αντιπροσώπου και υπεξαίρεση χρημάτων. Μαζί του ήρθε και ο Στέλιος Βασιλάκης, οικονομικός διευθυντής της Ελληνικής εταιρείας για να διεξάγει εκτενή λογιστικό έλεγχο στα ταμεία των Εναγόντων. Καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση 4092/05 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην οποία ο Εναγόμενος 1 παραδέχθηκε ενοχή. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι στο κατάστημα Λεμεσού εργαζόταν και ο υπάλληλος Γιώργος Αυλωνίτης, ο οποίος δεν είχε τα ίδια καθήκοντα με τον Εναγόμενο 1, που ήταν αρχαιότερος και με περισσότερη ευθύνη. Δέχθηκε ότι στην κατάθεση του στην Αστυνομία Τεκμήριο 15, ανέφερε ότι ο Γιώργος Αυλωνίτης προσελήφθηκε την 1.2.2004 ως υπεύθυνος καταστήματος, όμως, διευκρίνισε ότι όταν αυτός προσελήφθηκε, ο οποίος ήρθε από Ελλάδα, η εντολή από τους συνεταίρους του στην Ελλάδα ήταν να αναλάβει σταδιακά τα καθήκοντα του υπεύθυνου καταστήματος, δηλαδή να του δοθεί εύλογο χρονικό διάστημα για να προσαρμοστεί με τα καθήκοντα στην Κύπρο. Ισχυρίστηκε ότι εκτός από τον Εναγόμενο 1, έκδιδαν και άλλοι υπάλληλοι τιμολόγια, αποδείξεις, είσπρατταν χρήματα από πελάτες, όμως δεν έκαναν καταθέσεις στην Τράπεζα, τις οποίες διευθετούσε ο Εναγόμενος
  12. Στην κατάθεση του στην Αστυνομία Τεκμήριο 15 ανέφερε ότι οι καταθέσεις στην Τράπεζα ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα του Εναγόμενου
  13. Ωστόσο, περιήλθε στην αντίληψη του κατάθεση με υπογραφή άλλου πωλητή, όμως αυτό ήταν υπό την εποπτεία και έλεγχο του Εναγόμενου 1 και αυτό κατ΄ εξαίρεση και σε σπάνιες περιπτώσεις. Στο ταμείο είχαν πρόσβαση ο Εναγόμενος 1 και ο Γ. Αυλωνίτης, στην παρουσία του Εναγόμενου
  14. Κλειδιά του καταστήματος είχαν και τα δύο αυτά πρόσωπα και ο ίδιος. Στο τέλος της ημέρας, ο Εναγόμενος 1 ή ο Αυλωνίτης ετοίμαζαν και έστελλαν με φαξ μια κατάσταση στη Λευκωσία με τις εισπράξεις της ημέρας και αναλυτικά τα μετρητά, τις επιταγές και τις πιστωτικές κάρτες. Από τα μέσα Ιουλίου 2004, ο Εναγόμενος 1 παρέδωσε τα κλειδιά του καταστήματος και περιορίστηκαν τα καθήκοντα του, δηλαδή δεν θα έπρεπε να προβαίνει σε εισπράξεις από πελάτες. Ο ίδιος του είχε αναφέρει ότι δεν δικαιούτο να εισπράττει από πελάτες ή να έχει σχέση με τα οικονομικά του καταστήματος και αυτός του υποσχέθηκε ότι θα ήταν απόλυτα συνεργάσιμος. Ο πρώτος οικονομικός έλεγχος έδειξε έλλειμμα ΛΚ52.072 και ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε το Τεκμήριο 13 στις 15.7.2004 για την περίοδο από 22.12.2003 - 9.6.
  15. Ο δεύτερος οικονομικός έλεγχος έδειξε έλλειμμα ΛΚ28.440 και ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε το Τεκμήριο 14 στις 10.9.2004 για την περίοδο 1.1.2004 - 7.9.
  16. Από τα μέσα Ιουλίου 2004, ο Εναγόμενος 1 δεν είχε αρμοδιότητα να εισπράττει, όμως, αυτός δεν υπάκουσε στις εντολές των Εναγόντων και συνέχισε να εισπράττει ποσά και να μην τα καταθέτει προς όφελος των Εναγόντων, εφόσον ο δεύτερος έλεγχος συνέχισε μέχρι 7.9.
  17. Έγινα τρεις έλεγχοι από τους Ενάγοντες και προέκυψε ότι το συνολικό ποσό που οφείλει ο Εναγόμενος 1 ανέρχεται σε ΛΚ165.821,56 για την περίοδο από 1.7.2002 - 30.9.
  18. Ουδέποτε έδωσε εντολή στον Εναγόμενο 1 να εκδίδονται επιταγές πελατών στο όνομα του, να τις εξαργυρώνει και να καταθέτει τα μετρητά στο λογαριασμό των Εναγόντων. Σ΄ ότι αφορά τις ακάλυπτες επιταγές, είχε εξουσιοδοτήσει τον Εναγόμενο 1 ως υπεύθυνο του καταστήματος να τις επανακαταθέτει. Αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε τα Τεκμήρια 2 και 13 γιατί ο ίδιος τον απειλούσε ότι θα τον κατάγγελλε στην Αστυνομία. Ουδέποτε απείλησε τον Εναγόμενο 1 ούτε και του υποσχέθηκε ότι αν υπόγραφε τα Τεκμήρια 2 και 13 θα επέτρεπε σε δικό του λογιστή να ελέγξει τις καταστάσεις των Εναγόντων για το έλλειμμα, αφού ο ίδιος δεν έχει τέτοια εξουσιοδότηση. Ο Εναγόμενος 1 του παρουσίασε ιατρικά έγγραφα για ασθένεια του παιδιού του αδελφού του. Η αναφορά στο Τεκμήριο 13 για καταγγελία στην Αστυνομία δεν είναι απειλή. Το Τεκμήριο 2 υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο 1 στο γραφείο του δικηγόρου Μ.Ε.4, στην παρουσία δύο υπαλλήλων του που υπόγραψαν ως μάρτυρες, όπως και τα Τεκμήρια 3 και
  19. Μετέβηκε στο σπίτι των Εναγομένων όπου ενημέρωσε την Εναγόμενη 2 και της έδειξε τα γραμμάτια, τα οποία υπέγραψε στο γραφείο του Μ.Ε.
  20. Στο Τεκμήριο 15 ανέφερε ότι μετέβηκε στο σπίτι της Εναγόμενης 2 για να υπογράψει τα δύο γραμμάτια, όμως οι υπογραφές της τέθηκαν στο γραφείο του Μ.Ε.4 επί των Τεκμηρίων 2 και
  21. Και οι δύο Εναγόμενοι υπέγραψαν τα Τεκμήρια 2 και 3 στο γραφείο του Μ.Ε.4, στις ημερομηνίες 15.7.2004 και 10.9.2004 αντίστοιχα. Ουδέποτε απείλησε την Εναγόμενη 2 για να υπογράψει τα Τεκμήρια 2 και 3, και δεν της είπε ότι αν δεν τα υπέγραφε θα κατάγγελλε τον Εναγόμενο 1 στην Αστυνομία. Αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 του παραδέχθηκε ότι απέσπασε μόνο το ποσό των ΛΚ10.365 για το οποίο αποζημίωσε τους Ενάγοντες ως και ότι παρότρυνε τον Εναγόμενο 1 να υπογράψει τα Τεκμήρια 2, 3, 13 και 14 γιατί ήταν υπεύθυνος του καταστήματος μέχρι να καλύψουν το έλλειμμα και ουδέποτε προέβηκε σε ενέργειες μαζί με τον Εναγόμενο 1, για να καλύψουν το έλλειμμα και να εξασφαλίσουν δάνειο. Αρνήθηκε ότι από τα μέσα Ιουλίου 2004 μέχρι 5.8.2004 που η Εναγόμενη 2 γέννησε, της τηλεφωνούσε επανειλημμένα και την απειλούσε ότι αν δεν πληρώσει ο Εναγόμενος 1 το έλλειμμα θα τον καταγγείλει στην Αστυνομία ως και ότι λόγω των απειλών του η Εναγόμενη 2 γέννησε πρόωρα στις 5.8.
  22. Ισχυρίστηκε ότι πριν την υπογραφή των γραμματίων ο δικηγόρος των Εναγομένων Μ.Υ.3 ήταν ενήμερος και του είχαν παραδώσει τα δύο γραμμάτια, για να τα μελετήσουν και να αποφασίσουν αν θα τα υπογράψουν. Ο Εναγόμενος 1 είχε αίτημα να προβεί σε δικούς του ελέγχους, όμως ο ίδιος δεν ήταν αρμόδιος να του επιτρέψει και του ζήτησε να αποταθεί στους εγκεκριμένους λογιστές των Εναγόντων. Ο Μ.Ε.2 είναι οικονομικός διευθυντής της πιο πάνω Ελληνικής Εταιρείας, η οποία αποτελεί τη μητρική εταιρεία των Εναγόντων και λογιστής Α' Τάξης [Τεκμήρια 41

(1)
(2)]. Τον Ιανουάριο του 2005, με εντολή του κ. Κώστα Νάκα, μετέβηκε στην Κύπρο για να προβεί σε οικονομικό έλεγχο ώστε να εξακριβωθεί το οριστικό και ακριβές έλλειμμα που παρατηρείτο μετά από έλεγχο του λογιστή στην Κύπρο, στο ταμείο του υποκαταστήματος στη Λεμεσό, όπου υπεύθυνος ήταν ο Εναγόμενος
  1. Προς το σκοπό πήρε στην κατοχή του διάφορες αποδείξεις είσπραξης και καταστάσεις λογαριασμού από την τράπεζα και προέβηκε σε εκτενή οικονομικό έλεγχο, ο οποίος διακρίνεται σε τρεις περιόδους: (α) από 1.7.02 - 30.6.03, (β) από 1.7.03 - 30.6.04 και (γ) από 1.7.04 - 30.9.
  2. Διευκρίνισε ότι άρχισε τον οικονομικό έλεγχο από την 1.7.02, επειδή στις 30.6.02 είχε γίνει καταμέτρηση του ταμείου του καταστήματος στη Λεμεσό από το λογιστή των Εναγόντων κ. Σωτήρη Ηλιάδη και γνώριζε με βεβαιότητα το απόθεμα που είχε το ταμείο ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα (Τεκμήριο 17). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 17 στις 30.6.2002 στο ταμείο του καταστήματος Λεμεσού, υπήρχαν επιταγές ύψους ΛΚ14.233,10 (€24.318,69) και ΛΚ160 (€273,37) σε μετρητά. Οι επιταγές σημειωμένες με κόκκινο στο Τεκμήριο 17 κατατέθηκαν στο λογαριασμό των Εναγόντων προς είσπραξη από την 1.7.2002 και μεταγενέστερα. Από τον έλεγχο που έκαμε, διαπίστωσε ότι την 1.7.2002 τα μετρητά κατατέθηκαν στο λογαριασμό των Εναγόντων, ενώ από τις επιταγές, μόνο το ποσό των ΛΚ5.037,80 (€8.607,59) έχει κατατεθεί στο λογαριασμό των Εναγόντων, ενώ επιταγές ύψους ΛΚ9.195,30 (€15.711,10) δεν έχουν κατατεθεί. Αναφέρθηκε στην κατάσταση (Τεκμήριο 18) που εκτυπώθηκε από το ηλεκτρονικό σύστημα των Εναγόντων, και δείχνει τις ταμειακές κινήσεις του καταστήματος της Λεμεσού από 1.7.02-30.9.
  3. Το Τεκμήριο 18 (ταμειακή κατάσταση) παρουσιάζει τις εισπράξεις σε μετρητά από πελάτες, τα έξοδα της εταιρείας, τις εισπράξεις σε επιταγές ως και τις καταθέσεις στο λογαριασμό των Εναγόντων και βασίζεται αποκλειστικά στις πωλήσεις και στην έκδοση αποδείξεων. Με βάση το Τεκμήριο 18 διαπίστωσε ότι όσες επιταγές κατατέθηκαν στο λογαριασμό των Εναγόντων, δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες. Αναφέρθηκε επίσης στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 19) που αφορά τις ταμειακές κινήσεις του καταστήματος Λεμεσού για την περίοδο από 1.7.2002 - 30.6.
  4. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 19, στις 30.6.2003 θα έπρεπε να είχε κατατεθεί - με βάση τις αποδείξεις που είχαν εκδοθεί - στο ταμείο του καταστήματος σε μετρητά το ποσό των ΛΚ56.231,01 (€96.076,38). Αντί αυτού κατατέθηκε μόνο το ποσό των ΛΚ33.688,11 (€57.559,55). Αφού αφαιρεθεί το ποσό των μετρητών ΛΚ112,80 (€192,73) που είχε μέσα το ταμείο στις 30.6.2003, προκύπτει ότι το έλλειμμα του ταμείου στις 30.6.2003 είναι ΛΚ22.430,10 (€38.324,10). Στο ποσό αυτό του ελλείμματος, περιλαμβάνονται και οι επιταγές που κατατέθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες. Ισχυρίστηκε ότι μετά από μελέτη των πιο πάνω εγγράφων, έλεγχο και έρευνα στην οποία προέβηκε και πληροφορίες που πήρες από πελάτες του καταστήματος, προέκυψε ότι ο Εναγόμενος 1, σε τακτική βάση από το 2002 μέχρι τα τέλη του 2004 προέβη σε υπεξαίρεση και ιδιοποιήθηκε χρήματα των Εναγόντων που περιέρχοντο στην κατοχή του από πελάτες του καταστήματος Λεμεσού. Ο Εναγόμενος 1, συγκεκριμένα, λάμβανε επιταγές και μετρητά από πελάτες των Εναγόντων αλλά δεν κατέθετε, ως όφειλε, τις επιταγές και τα μετρητά στο λογαριασμό των Εναγόντων, παρόλο που ήταν αποκλειστικά εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες να προβαίνει σε καταθέσεις των μετρητών και επιταγών στο λογαριασμό των Εναγόντων στη Λαϊκή Τράπεζα. Επίσης ο Εναγόμενος 1, λάμβανε μετρητά και επιταγές πελατών και έκδιδε αποδείξεις στις οποίες ανέγραφε τα στοιχεία του πελάτη και τον τρόπο πληρωμής. Σε περίπτωση που η πληρωμή γινόταν με επιταγή, ο Εναγόμενος 1 έγραφε στην απόδειξη και τα στοιχεία της επιταγής (αριθμό και τράπεζα). Σε πολλές περιπτώσεις έγραφε ψευδή και παραπλανητικά στοιχεία επί των αποδείξεων και ιδιοποιείτο τα σχετικά ποσά. Κάποιες επιταγές που ο Εναγόμενος 1 λάμβανε από πελάτες, επιστρέφοντο απλήρωτες όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού των Εναγόντων στη Λαϊκή Τράπεζα (Τεκμήριο 20) για την περίοδο από 30.6.2002 -30.9.
  5. Ο Εναγόμενος 1 έπαιρνε στην κατοχή του τις επιταγές που επιστρέφοντο απλήρωτες και δεν τις επέστρεφε στους Ενάγοντες. Περαιτέρω, πολλές επιταγές που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 18, και έχουν επιστραφεί ως απλήρωτες, δεν αναγράφονται σε καμία απόδειξη που έκδωσε ο Εναγόμενος 1 στο όνομα πελατών. Συγκεκριμενοποιώντας τα πιο πάνω, ανέφερε ότι μετά από ενδελεχή οικονομικό έλεγχο που έκαμε τον Γενάρη - Φεβράρη του 2005 για την περίοδο από 1.7.02 - 30.6.03 διαπίστωσε ότι: Α. Ο Εναγόμενος 1 παραλάμβανε διάφορες επιταγές από πελάτες, δεν τις κατέθετε στο λογαριασμό των Εναγόντων και τις ιδιοποιείτο. Αυτό προκύπτει από αριθμό αποδείξεων επί των οποίων αναγράφονται διάφορες επιταγές που ουδέποτε κατατέθηκαν στο λογαριασμό των Εναγόντων. Σχετικές είναι οι αποδείξεις Τεκμήρια 21 - 28 και όπως προκύπτει από την κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού των Εναγόντων (Τεκμήριο 20), οι αναφερόμενες στις εν λόγω αποδείξεις επιταγές, δεν αναγράφονται στο Τεκμήριο 20 και συνεπώς δεν κατατέθηκαν στο λογαριασμό των Εναγόντων. Συνολικά, κατά την περίοδο από 1.7.02 μέχρι 30.6.03 δεν κατατέθηκαν προς είσπραξη επιταγές ύψους ΛΚ9.012,40 (€15.398,59). Β. Επιταγές οι οποίες επιστράφηκαν απλήρωτες από την τράπεζα, παραλήφθηκαν από τον Εναγόμενο 1 ο οποίος ουδέποτε τις παρουσίασε στους Ενάγοντες. Από το Τεκμήριο 19 (ταμειακές κινήσεις για περίοδο 1.7.2002 - 30.6.2003) προκύπτει ότι επιστράφηκαν επιταγές οι οποίες ουδέποτε ανευρέθηκαν και σημειώνονται στο Τεκμήριο 19 με κίτρινο χρώμα. Σχετικές για ορισμένες από αυτές τις επιταγές είναι οι αποδείξεις είσπραξης (Τεκμήρια 29, 30 και 31). Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, ανάφερε ότι: α) Για την περίοδο μεταξύ 30.6.2002 (που έγινε η απογραφή του ταμείου) μέχρι την 30.6.2003, δεν κατατέθηκαν επιταγές ύψους ΛΚ9.195,30 (€15.711,10) οι οποίες έχουν καταγραφεί στο Τεκμήριο 17 κατά την απογραφή στις 30.6.
  6. β) Με βάση τις αποδείξεις είσπραξης (πιο πάνω Τεκμήρια 21 - 28) παραλήφθηκαν από τον εναγόμενο 1 αλλά δεν κατατέθηκαν επιταγές ύψους ΛΚ9.012,40 (€15.398,59). γ) Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 19 στις 30.6.03 η διαφορά του ταμείου σε μετρητά και επιταγές που επιστράφηκαν απλήρωτες είναι ΛΚ22.430,10 (€38.516,83). Συνολικά για την πρώτη περίοδο από 30.6.2002 μέχρι 30.6.2003 το ταμείο του καταστήματος στη Λεμεσό παρουσίαζε έλλειμμα ΛΚ40.637,80 (€68.972,48). Διενήργησε επίσης δεύτερο οικονομικό έλεγχο για την περίοδο από 1.7.2003 - 30.6.2004 και ετοίμασε κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με τις ταμειακές κινήσεις που αφορούν το κατάστημα της Λεμεσού γι΄ αυτή την περίοδο (Τεκμήριο 32). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 32, στο ταμείο του καταστήματος στις 30.6.04 θα έπρεπε να είχε κατατεθεί - με βάση τις αποδείξεις που εκδόθηκαν - σε μετρητά το ποσό των ΛΚ132.243,02 (€225.950,61). Αντί αυτού κατατέθηκε μόνο το ποσό των ΛΚ75.632,13 (€129.225,16). Αφού αφαιρεθεί το ποσό των μετρητών ΛΚ3.326,40 (€5.683,49) που είχε μέσα το ταμείο στις 30.6.2004, το έλλειμμα του ταμείου είναι ΛΚ53.284,49 (€91.041,95). Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται και οι επιταγές που κατατέθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες. Για την περίοδο 1.7.2003 - 30.6.2004 διαπίστωσε ότι δεν κατατέθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό των Εναγόντων οι επιταγές που αναφέρονται στις αποδείξεις είσπραξης Τεκμήρια 33 (1-41). Συνολικά για την εν λόγω περίοδο 1.7.2003 - 30.6.2004 δεν κατατέθηκαν προς είσπραξη επιταγές που λήφθηκαν από πελάτες ύψους ΛΚ42.377,45 (€72.406,17). Το ποσό αυτό θα πρέπει να προστεθεί με το ποσό των ΛΚ53.284,49 (€91.041,95) (ανωτέρω) που αποτελεί το έλλειμμα του ταμείου για την περίοδο σε μετρητά και επιταγές που κατατέθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες. Επίσης, στο ποσό αυτό, θα πρέπει να προστεθεί η επιταγή λήξεως ημερομηνίας 10.8.2003 της Τράπεζας Κύπρου ποσού ΛΚ150 η οποία έχει απογραφεί στις 30.6.2002 (Τεκμήριο 17) και δεν κατατέθηκε προς είσπραξη. Ανέφερε ότι επιταγές που επιστράφηκαν απλήρωτες από την τράπεζα, παραλήφθηκαν από τον Εναγόμενο 1 και ουδέποτε τις παρουσίασε στους Ενάγοντες. Σε έλεγχο που έγινε στο κατάστημα της Λεμεσού, δεν ανευρέθηκαν οι επιταγές που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 32 ως και στις αποδείξεις είσπραξης (Τεκμήρια 33
(9), 34 (1,2), 35, 36, 37). Διενήργησε τρίτο οικονομικό έλεγχο και για την περίοδο από 1.7.2004 - 30.9.2004 και προέβηκε σε σύνταξη λογιστικής κατάστασης του ταμείου του καταστήματος Λεμεσού, όπου φαίνονται οι επιταγές που επιστράφηκαν απλήρωτες από την τράπεζα και οι οποίες λήφθηκαν από τον Εναγόμενο 1 αλλά ουδέποτε παρουσιάστηκαν στους Ενάγοντες (Τεκμήριο 38). Και τούτο έχοντας κατά νου ότι στα καθήκοντα του Εναγόμενου 1, ήταν να λαμβάνει τις επιταγές των πελατών που επιστρέφοντο απλήρωτες και να τις παρουσιάζει στους Ενάγοντες. Σε έλεγχο στο κατάστημα της Λεμεσού, δεν ανευρέθηκαν οι σχετικές επιταγές και σχετικές με ορισμένες από αυτές είναι οι αποδείξεις είσπραξης Τεκμήριο 39 (1 - 11). Περαιτέρω, για την ίδια περίοδο, διαπίστωσε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν κατέθεσε στο λογαριασμό των Εναγόντων τις επιταγές που αναφέρονται στις αποδείξεις είσπραξης [Τεκμήρια 40 (1, 2)]. Συνολικά, για την περίοδο από 1.7.2004 - 30.9.2004, οι επιστραφείσες επιταγές που έλαβε ο Εναγόμενος 1 αλλά ουδέποτε τις παρουσίασε στους Ενάγοντες και ουδέποτε τις επανακατάθεσε, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των ΛΚ28.791,82 (€49.193,74) και μαζί με τις επιταγές που λήφθηκαν αλλά δεν κατατέθηκαν ανέρχονται στο συνολικό ποσό των ΛΚ29.371,82 (€50.184,73). Πρόσθεσε ότι περί τα μέσα Φεβρουαρίου 2005 στη Λευκωσία, στο δικηγορικό γραφείο του Χρ. Πατσαλίδη, έγινε συνάντηση με τον Εναγόμενο 1, τον δικηγόρο του, τον κ. Χρ. Πατσαλίδη, Κώστα Νάκα, και ένα λογιστή για τον εναγόμενο
(1). Στην συνάντηση αυτή, ο ίδιος είπε στο συνάδελφο του ότι είναι πρόθυμος να του δώσει την έκθεση του για τον λογιστικό έλεγχο που είχε κάμει, για να την ελέγξει. Προσφέρθηκε να του δώσει την έκθεση του άμεσα, δηλαδή εκεί στο δικηγορικό γραφείο. Όμως παρενέβηκε ο δικηγόρος του Εναγόμενου
(1), και ζήτησε να πληροφορηθεί με ποιο τρόπο μπορεί να πληρωθεί το χρέος του Εναγόμενου
  1. Εκείνη την ημέρα, είχαν πάνω στο τραπέζι και τα γραμμάτια που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι, συζητώντας τον τρόπο εξόφλησης τους, χωρίς να τεθεί οποιοδήποτε θέμα, αναφορικά με τον τρόπο που υπογράφτηκαν ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφτηκαν. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι σε όλες του τις επισκέψεις στην Κύπρο, γνώριζε τον Εναγόμενο 1 ως υπεύθυνος του καταστήματος Λεμεσού. Εισπράξεις, εκδόσεις τιμολογίων και καταθέσεις στην Τράπεζα εγίνοντο και από άλλους υπαλλήλους, όμως την ευθύνη την είχε πάντοτε ο υπεύθυνος του καταστήματος. Σύμφωνα με οδηγίες των Εναγόντων, στο τέλος της ημέρας θα έπρεπε να ετοιμάζεται από το κατάστημα της Λεμεσού, μία κατάσταση με τις εισπράξεις και να αποστέλλεται στη Λευκωσία. Δεν ετοίμασε ο ίδιος το Τεκμήριο 17 αλλά ετοιμάστηκε από τον προηγούμενο λογιστή των Εναγόντων τον κ. Ηλιάδη ή τον κ. Σκώττη και αυτό αποτελεί τη βάση από την οποία άρχισε τον έλεγχο του. Το εξέλαβε σαν δεδομένο και δεν το έλεγξε. Οι επιταγές που είναι σημειωμένες με κόκκινο στο Τεκμήριο 17, κατατέθηκαν για είσπραξη στην Τράπεζα την 1.7.2002, είναι συνολικού ποσού ΛΚ2.057,80 και αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού της Τράπεζας (Τεκμήριο 20). Οι επιταγές που δεν είναι σημειωμένες με κόκκινο στο Τεκμήριο 17, έχουν ημερομηνία λήξεως μετά τις 30.6.
  2. Αυτές οι επιταγές θεώρησε ότι δεν κατατέθηκαν στην Τράπεζα διότι αν είχαν κατατεθεί, δεν θα συμφωνούσε ο λογαριασμός της Τράπεζας με τα βιβλία των Εναγόντων (Τεκμήριο 18). Το Τεκμήριο 18 είναι οι λογιστικές καταστάσεις του καταστήματος Λεμεσού και είναι αντίγραφο των λογιστικών βιβλίων των Εναγόντων από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Δεν γνωρίζει ποιος από το κατάστημα Λεμεσού καταχωρούσε τις αποδείξεις είσπραξης κάθε μέρα στο σύστημα, με το οποίο ενημερωνόταν έτσι αυτόματα το κεντρικό σύστημα. Όμως την ευθύνη καταχώρησης ή επίβλεψης της καταχώρησης είχε ο υπεύθυνος του καταστήματος και όλες οι αποδείξεις είναι σωστά καταχωρημένες στο Τεκμήριο
  3. Το Τεκμήριο 19 βασίζεται και αρχίζει από το Τεκμήριο 17 δηλαδή από 1.7.
  4. Επεξήγησε ότι στο συνολικό ποσό των ΛΚ56.231,01 (συνολικές εισπράξεις του ταμείου) περιλαμβάνονται και οι επιταγές που επιστράφηκαν απλήρωτες. Και τούτο γιατί σε περίπτωση που μία απλήρωτη επιταγή, τελικά πληρωνόταν, θα φαινόταν στο ταμείο ως μετρητά, ώστε να μπορούν να κατατεθούν τα χρήματα στο λογαριασμό στην Τράπεζα. Έτσι παρακολουθείτο σε μετρητά η είσπραξη των απλήρωτων επιταγών. Επεξήγησε ενώπιον του δικαστηρίου το Τεκμήριο 19 και κατέληξε ότι το υπόλοιπο που θα έπρεπε το ταμείο να έχει στις 30.6.2003 είναι ΛΚ22.542,
  5. Γνωρίζει από το Μ.Ε.1 ότι οι επιταγές που επιστρέφοντο απλήρωτες, τις παραλάμβανε ο Εναγόμενος 1 από την Τράπεζα, σύμφωνα με την εξουσιοδότηση που είχε. Εάν, αυτές οι απλήρωτες επιταγές διαβιβάζοντο στο κεντρικό κατάστημα στη Λευκωσία, αυτές θα ευρίσκοντο στο χαρτοφυλάκιο των Εναγόντων με την σύνταξη και υπογραφή σχετικού παραστατικού διακίνησης των επιταγών και θα εγίνετο καταχώρηση στα βιβλία της εταιρείας. Είχε εντοπίσει επιταγές που είχαν κατατεθεί στο λογαριασμό στην τράπεζα, επιστράφηκαν απλήρωτες και δεν είχαν μπει χρήματα στο ταμείο των Εναγόντων για να κατατεθούν αργότερα στην τράπεζα ως ήταν η εντολή που είχε ο Εναγόμενος
  6. Ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 1 παραδέχτηκε την ενοχή του, και προσπαθούσε να βρει τρόπο πληρωμής της οφειλής του προς τους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα, στη συνάντηση που είχαν στο γραφείο του δικηγόρου τους το Φεβρουάριο 2005, ζήτησε να παραχωρήσει το 50% ενός οικοπέδου που είχε με τον αδελφό του. Στη συνάντηση αυτή, ο ίδιος ήταν πρόθυμος να παραδώσει στον Εναγόμενο 1 την έκθεση του για να την ελέγξει , όμως κανένας δεν του ζήτησε εξηγήσεις. Ο Εναγόμενος 1 και ο δικηγόρος του είχαν μαζί τους τίτλο ιδιοκτησίας του οικοπέδου, το οποίο πρότειναν προς διευθέτηση του χρέους και έλεγαν ότι η αξία του ήταν ΛΚ90.
  7. Σ' ότι αφορά τις αποδείξεις είσπραξης που έκδωσαν άλλοι υπάλληλοι του καταστήματος (Τεκμήρια 23, 25 - 30), ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 1 έπρεπε να παραλάβει τα χρήματα και επιταγές και με ευθύνη δική του ως υπεύθυνος του καταστήματος να τα καταθέσει στην τράπεζα. Εάν διαπίστωνε ότι έλειπαν χρήματα, έπρεπε να ενημερώσει την διεύθυνση, ή να καλέσει την αστυνομία πράγμα που δεν έκαμε. Σ' ότι αφορά τα Τεκμήρια 33 (1, 2, 4, 5, 6, 8 - 11, 21, 25, 26 και 40) που δεν εκδόθηκαν από τον Εναγόμενο 1, ανάφερε ότι ήταν υπεύθυνος του καταστήματος, ήταν υπεύθυνος να του αποδίδουν το ταμείο και να καταθέτει τις επιταγές στην τράπεζα. Στο Τεκμήριο 33, υπάρχουν και πολλές αποδείξεις με δική του υπογραφή και οι επιταγές που αναγράφονται δεν κατατέθηκαν στην Τράπεζα. Το Τεκμήριο 32 στηρίζεται στο Τεκμήριο 18, στο Τεκμήριο 20 και σε όλες τις αποδείξεις είσπραξης που κατέθεσε ως τεκμήρια. Θεωρεί ότι η καταγραφή του ταμείου στις 30.6.2002 (Τεκμήριο 17) είναι ορθή. Όλες οι αποδείξεις είσπραξης στις οποίες αναφέρθηκε, είναι καταχωρημένες στα βιβλία των Εναγόντων και στο Τεκμήριο 18 που αναφέρεται στο ταμείο του καταστήματος Λεμεσού. Ο Μ.Ε.3 είναι πελάτης των Εναγόντων στο κατάστημα της Λεμεσού. Σύμφωνα με την απόδειξη είσπραξης Τεκμήριο 39
(6)αγόρασε προϊόντα τα οποία πλήρωσε με μετρητά και παρέδωσε τα χρήματα στον Εναγόμενο 1, που ήταν ο υπεύθυνος του καταστήματος, τον οποίο γνωρίζει πολύ καλά γιατί είναι μουσικός και επισκέπτετο το κατάστημα πολύ συχνά. Ουδέποτε είχε βιβλιάριο επιταγών και μέχρι σήμερα πληρώνει με μετρητά. Ο Μ.Ε.4 είναι δικηγόρος και κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως δικηγόρος των Εναγόντων. Σύνταξε τα Τεκμήρια 2, 3, 12, 13 και 14 όταν προέκυψε το έλλειμμα από το ταμείο του καταστήματος Λεμεσού. Συγκεκριμένα τον επισκέφθηκαν στο γραφείο του 4 - 5 φορές Μ.Ε.1, ο Εναγόμενος 1 και μια φορά ο λογιστής των Εναγόντων από τη Λευκωσία. Στην παρουσία του ο Εναγόμενος 1 παραδέχθηκε ότι πήρε τα χρήματα γιατί ήταν άρρωστο το παιδί του αδελφού του και ήθελε να βοηθήσει για να μεταβεί στο εξωτερικό για εγχείρηση. Τότε συμφωνήθηκε να γίνει έλεγχος από λογιστή για να βρεθεί το ακριβές ποσό του ελλείμματος. Όταν έγινε αυτό, συμφωνήθηκε ένα ποσό για μια συγκεκριμένη περίοδο και ετοιμάστηκε και υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο 1 στο γραφείο του, στην παρουσία του, το γραμμάτιο Τεκμήριο 2, με δύο μάρτυρες που είναι υπάλληλοι στο γραφείο του. Επειδή ο έλεγχος συνεχιζόταν, υπογράφτηκαν και οι δηλώσεις Τεκμήρια 12 και 13 μαζί με το Τεκμήριο 2 την ίδια ημέρα. Όταν κατέληξαν στο τελικό ποσό υπογράφτηκε και το γραμμάτιο (Τεκμήριο 3) μαζί με τη δήλωση Τεκμήριο
  1. Τα Τεκμήρια 3 και 14 υπογράφτηκαν στο γραφείο του, με μάρτυρες δύο υπαλλήλους του γραφείου του και ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε στην παρουσία του. Έγινε επίσης συζήτηση για να δοθεί κάποια εξασφάλιση από τον Εναγόμενο 1, και προτάθηκε ένα χωράφι στο χωριό Αγρίδια το οποίο δεν έγινε αποδεκτό από τους Ενάγοντες γιατί ήταν υποθηκευμένο. Γι΄ αυτό και ο Εναγόμενος 1 πρότεινε ως εγγυήτρια τη σύζυγο του Εναγόμενη 2 την οποία οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν. Η Εναγόμενη 2 δεν υπέγραψε στην παρουσία του γιατί αντιμετώπιζε προβλήματα με την εγκυμοσύνη της και συμφώνησαν να μεταβούν στο σπίτι της για υπογραφή. Και στις δύο περιπτώσεις έδωσε το γραμμάτιο και τις δηλώσεις στον Μ.Ε.1 για να μεταβούν στο σπίτι της Εναγόμενης 2 για υπογραφή. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου και κατά την ετοιμασία των εγγράφων από τον ίδιο, επικοινώνησε μαζί του ο δικηγόρος Μ.Υ.3 εκ μέρους του Εναγόμενου 1 και του ζήτησε να του στείλει τα έγγραφα για να λάβει γνώση, με φαξ ή με τον Εναγόμενο 1, πράγμα που έπραξε. Για την υπογραφή των Τεκμηρίων 2, 3, 12, 13 και 14, ο Εναγόμενος 1 επισκέφθηκε το γραφείο του δύο φορές για υπογραφή. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε ότι στην παρουσία του οι Ενάγοντες είπαν στον Εναγόμενο 1 ότι αν υπέγραφε τα έγγραφα (Τεκμήρια 2, 12, 13) δεν θα τον κατάγγελλαν στην αστυνομία. Το μόνο που ο Μ.Ε.1 είχε πει στον Εναγόμενο 1 ήταν ότι αν επέστρεφε τα χρήματα μέχρι μία ημερομηνία, δεν θα προχωρούσε με καταγγελία στην αστυνομία. Σ' ότι αφορά το Τεκμήριο 13, ανέφερε ότι ο έλεγχος συνεχιζόταν και ήταν δεδομένο ότι θα προέκυπτε επιπλέον έλλειμμα διότι ο Εναγόμενος 1 γνώριζε ότι είχε πάρει περισσότερα χρήματα. Με τη δήλωση του στο Τεκμήριο 13 ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι απέσπασε τα χρήματα και την δεύτερη παράγραφο τη ζήτησε ο Εναγόμενος 1 ή ο δικηγόρος του όπως και τη δεύτερη παράγραφο του Τεκμηρίου
  2. Οι δύο μάρτυρες ήταν υπάλληλοι στο γραφείο του και υπέγραψαν στα Τεκμήρια 2 και 3 ταυτόχρονα με τον Εναγόμενο
  3. Η Εναγόμενη 2 δεν προσήλθε στο γραφείο του, διότι είχε προβλήματα εγκυμοσύνης. Όπως ανέφερε ο Εναγόμενος 1, θα μετέβαιναν μαζί με τον Μ.Ε.1 στο σπίτι του για να υπογράψει η Εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια και ο ίδιος παρέδωσε τα έγγραφα στον Μ.Ε.
  4. Επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Μ.Υ.3 και όταν του ζήτησε να συναντηθούν για να υπογραφούν τα έγγραφα ή αν είχε κάποιες εισηγήσεις, αυτός του απάντησε ότι έπαυσε να ενεργεί πλέον ως δικηγόρος των εναγομένων. Δεν θυμάται χρονικά πότε έγινε αυτό, δηλαδή αν έπαυσε να τους εκπροσωπεί κατά την υπογραφή του πρώτου γραμματίου ή του δεύτερου γραμματίου. Είναι όμως βέβαιος ότι ο Μ.Υ.3 ήθελε να δει τα έγγραφα και του στάληκαν μέσω του Εναγόμενου
  5. Ο Μ.Υ.3 του είχε προτείνει όπως οι Ενάγοντες επιτρέψουν σε λογιστή του Εναγόμενου 1 να προβεί σε έλεγχο και οι Ενάγοντες μέσω του Μ.Ε.1 έκαμαν δεκτό το αίτημα και το μετέφερε στον Μ.Υ.
  6. Είναι σίγουρος ότι προτού ο Μ.Υ.3 τον ενημερώσει ότι έπαυσε να ενεργεί ως δικηγόρος των εναγομένων, ένα σετ εγγράφων του είχε στείλει. Δεν θυμάται όμως αν είναι τα Τεκμήρια 2, 12 και 13 ή τα Τεκμήρια 3 και 14, δηλαδή τα έγγραφα για την υπογραφή του πρώτου γραμματίου ή του δεύτερου γραμματίου. Ο Μ.Υ.3 ήταν ενήμερος ότι η Εναγόμενη 2 θα υπέγραφε ως εγγυήτρια αφού συζητούσαν για εξασφάλιση. Ο Μ.Ε.5 είναι πελάτης στο κατάστημα της Λεμεσού. Η απόδειξη είσπραξης Τεκμήριο 39
(11)αφορά το ποσό που πλήρωσε στους Ενάγοντες σε μετρητά και όχι με επιταγή όπως αναγράφεται σ' αυτήν. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε ΛΚ800 στον Εναγόμενο 1 και όχι ΛΚ860 που αναγράφεται. Σύμφωνα με δύο αποδείξεις που αυτός είχε στην κατοχή του (Τεκμήριο 42), και τις οποίες του έδωσε ο Εναγόμενος 1, αυτός πλήρωσε με μετρητά ΛΚ200 ως προκαταβολή και ΛΚ600 προς εξόφληση. Σύμφωνα με τιμολόγιο (Τεκμήριο 43) το ποσό ήταν ΛΚ800 και πλήρωσε τα χρήματα στον Εναγόμενο
  1. Ο Μ.Ε.6 είναι εγκεκριμένος λογιστής και ελεγκτής και από τον Ιανουάριο 2000 μέχρι Ιούνιο 2002 ενεργούσε ως ελεγκτής των Εναγόντων και από Ιούλιο 2002 μέχρι μέσα του 2005 ενεργούσε ως λογιστής των Εναγόντων. Για την περίοδο από 1.7.2001 - 30.6.2002 σαν ελεγκτής ετοίμασε οικονομικές καταστάσεις (Τεκμήριο 44). Με βάση τα λογιστικά βιβλία, στις 30.6.2002 παρουσιάζονται τα ταμεία όλων των καταστημάτων συμπεριλαμβανομένου και του ταμείου της Λεμεσού. Το ποσό των ΛΚ27.727 (Τεκμήριο 44) είναι το σύνολο των ταμείων όλων των υποκαταστημάτων, τα οποία συμφωνούν με τις λίστες απογραφής όλων των ταμείων των υποκαταστημάτων στις 30.6.2002 συμπεριλαμβανομένου του ταμείου Λεμεσού, τις οποίες κατάρτισε ο λογιστής Σωτήρης Ηλιάδης. Το Τεκμήριο 17 είναι η λίστα απογραφής του ταμείου του καταστήματος Λεμεσού στις 30.6.2002, το οποίο ετοίμασε ο εν λόγω λογιστής Ηλιάδης. Με βάση τον έλεγχο που ο ίδιος έκαμε, θεωρεί ότι το Τεκμήριο 17 είναι ορθό γιατί το συνολικό ποσό που φαίνεται σ' αυτό ΛΚ14.393,10 συμφωνεί με τα λογιστικά βιβλία των Εναγόντων. Υπήρχε μόνο μια μικρή διαφορά στα λογιστικά βιβλία για ΛΚ166 η οποία διορθώθηκε την 1.7.2002, με αποτέλεσμα το Τεκμήριο 17, να συμφωνεί απόλυτα με τα λογιστικά βιβλία των Εναγόντων στις 30.6.
  2. Το Τεκμήριο 18 δείχνει την κίνηση μετά τις 1.7.2002 και το υπόλοιπο στις 30.6.2002 (ΛΚ14.559,82 αφαιρουμένου του ποσού των ΛΚ166,72 που διορθώθηκε, προκύπτει το ποσό των ΛΚ14.393,10) συμφωνεί με τη λίστα απογραφής (Τεκμήριο 17) του ταμείου Λεμεσού στις 30.6.
  3. Υπό την ιδιότητα του ως λογιστής για την περίοδο 1.7.2002 μέχρι μέσα 2004, γνώριζε τον Εναγόμενο 1 ως τον υπεύθυνο του καταστήματος γιατί επικοινωνούσε μαζί του σχετικά με ό,τι αφορούσε τα λογιστικά βιβλία. Η πολιτική των Εναγόντων για τις ακάλυπτες επιταγές, ήταν ο εξουσιοδοτημένος υπεύθυνος του καταστήματος να τις παραλαμβάνει και τις επανακαταθέτει στην τράπεζα. Ο Εναγόμενος 1 όπως τον διαβεβαίωσε ο Μ.Ε.1, είχε εξουσιοδότηση να παραλαμβάνει τις ακάλυπτες επιταγές και αυτός αποφάσιζε τις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν με σκοπό την είσπραξη τους. Επίσης ο Εναγόμενος 1 όφειλε να ενημερώσει τον Μ.Ε.1 ως διευθυντή, αν δεν εισπράττοντο οι ακάλυπτες επιταγές. Συνάντησε τον Εναγόμενο 1 στο κατάστημα της Λεμεσού τον Ιούνιο 2004, όταν μετέβηκε με τον Μ.Ε.1 για να του ανακοινώσουν ότι υπήρχε έλλειμμα στο ταμείο. Ο Εναγόμενος 1 όταν ενημερώθηκε, παραδέχθηκε ότι πήρε τα λεφτά από το ταμείο και τα έδωσε στον αδελφό του που είχε άρρωστο παιδί και ότι είχε πρόθεση μεταγενέστερα να τα επιστρέψει στους Ενάγοντες. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι υπάλληλοι των καταστημάτων είχαν καθήκον να εκδίδουν τιμολόγια και αποδείξεις εισπράξεων, τα οποία καταχωρούσαν στο ηλεκτρονικό σύστημα. Οι εγγραφές στο Τεκμήριο 18 μέχρι τον Ιούλιο 2002 εγίνοντο από τον λογιστή κ. Σ. Ηλιάδη. Το Τεκμήριο 18 ενημερωνόταν από τους υπαλλήλους του καταστήματος στη Λεμεσό και το λογιστή κ. Ηλιάδη στα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Το Τεκμήριο 18 είναι το ταμείο της Λεμεσού από 1.7.02 και μεταγενέστερα και είναι εκτός της περιόδου του ελέγχου που διενήργησε. Ο ίδιος μπορεί να επιβεβαιώσει την ορθότητα του υπολοίπου στις 30.6.
  4. Από τον έλεγχο στον οποίο προέβηκε εξετάζοντας τις αποδείξεις και τα λογιστικά βιβλία, διαπίστωσε ότι το ταμείο της Λεμεσού στις 30.6.02 ήταν ορθό γιατί συμφωνούσε και με τη λίστα απογραφής του λογιστή (Τεκμήριο 17). Σαν ελεγκτής διαπίστωσε την ορθότητα του Τεκμηρίου 17, το οποίο συμφωνούσε απόλυτα με τα λογιστικά βιβλία. Το πρώτο έλλειμμα το ανακάλυψε ο ίδιος από έλεγχο που έκαμε στο ταμείο από τον Φεβρουάριο 2004 μέχρι Απρίλιο 2004 και το ανέφερε στον Μ.Ε.1 τέλος Απριλίου
  5. Μέχρι τα μέσα Ιουνίου 2004 ο Μ.Ε.1 του ανέθεσε να ελέγξει το ταμείο της Λεμεσού, τους τελευταίους 6 μήνες δηλαδή από τον Δεκέμβριο του 2003 μέχρι Ιούνιο
  6. Στο κατάστημα της Λεμεσού τις περισσότερες φορές μιλούσε με τον Εναγόμενο
  7. Η Μ.Υ.1 Εναγόμενη 2 είναι σύζυγος του Εναγόμενου 1 ο οποίος εργαζόταν στο κατάστημα των Εναγόντων στη Λεμεσό από τα μέσα του 2001, και τα καθήκοντα του οποίου δεν γνωρίζει επακριβώς. Ανέφερε στη μαρτυρία της ότι στις 4.8.2004 και ενώ βρισκόταν στον 7ο μήνα της εγκυμοσύνης της, της τηλεφώνησε ο Μ.Ε.1 που ήταν ο διευθυντής του Εναγόμενου 1 και της ανέφερε ότι μετά από έλεγχο που έγινε στο ταμείο του καταστήματος στη Λεμεσό βρέθηκε έλλειμμα περίπου ΛΚ30.000, πως το ποσό αυτό το είχε καταχραστεί ο Εναγόμενος 1 και ότι «θα πάει φυλακή». Επίσης της είπε ότι για να μην πάει φυλακή θα έπρεπε η ίδια να τον πείσει να σταματήσει από την εργασία του και να αποπληρώσει το ποσό που απέσπασε από τους Ενάγοντες, υποθηκεύοντας το σπίτι τους. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που είχε τέτοια πληροφόρηση, συγχύστηκε, φοβήθηκε και αγχώθηκε με αποτέλεσμα να έχει επιπλοκές στην εγκυμοσύνη της και να γεννηθεί πρόωρα το παιδί της την επόμενη ημέρα (Τεκμήριο 46). Μετά από μερικές μέρες μετά την επιστροφή της στο σπίτι από την κλινική όπου γέννησε, της τηλεφώνησε ο Μ.Ε.1 και της ζήτησε να την επισκεφθεί στο σπίτι της στην απουσία του Εναγόμενου 1 και χωρίς να τον ενημερώσει. Παρόλο που ήταν διστακτική, δέχθηκε γιατί όπως της είπε η κατάσταση ήταν πολύ άσχημη, ο Εναγόμενος 1 κινδύνευε να πάει φυλακή και έπρεπε να συναντηθούν για να τον βοηθήσουν. Αρχές Σεπτεμβρίου του 2004 την επισκέφθηκε ο Μ.Ε.1 στο σπίτι της ο οποίος την πίεζε να πείσει τον Εναγόμενη 1 να παραιτηθεί από τη δουλειά και να δανειστεί ή να πουλήσει κάποιο κτήμα που είχε για να πληρώσει το ποσό του ελλείμματος. Επίσης της ανέφερε ότι αν ο Εναγόμενος 1 δεν προέβαινε στα πιο πάνω, θα τον κατάγγελλαν στην αστυνομία και θα πήγαινε φυλακή. Παρόλο που δυσκολευόταν να πιστέψει όσα της ανέφερε ο Μ.Ε.1, δεν ανέφερε οτιδήποτε στον Εναγόμενο 1 για την συνάντηση της με αυτόν, αφού αυτή ήταν η παράκληση του Μ.Ε.
  8. Στη συνέχεια ο Μ.Ε.1 της τηλεφώνησε μερικές φορές λέγοντας της τα ίδια και συναντήθηκε ακόμα δυο φορές μαζί του, στην απουσία του Εναγόμενου
  9. Σ' αυτές τα συναντήσεις ο Μ.Ε.1 ήταν ακόμα πιο πιεστικός αναφορικά με το τι έπρεπε να πει στον Εναγόμενο 1 και τι έπρεπε να κάμει ο Εναγόμενος
  10. Επίσης την απειλούσε ότι αν δεν τα έπραττε ο Εναγόμενος 1, θα πήγαινε φυλακή. Στην τελευταία συνάντηση της με τον Μ.Ε.1 περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2004, ο Μ.Ε.1 της παρουσίασε δυο έγγραφα (Τεκμήρια 2 και 3) τα οποία της ζήτησε να υπογράψει. Η ίδια δεν ήθελε να τα υπογράψει όμως ο Μ.Ε.1 την απειλούσε ότι αν δεν τα υπέγραφε, θα κατάγγελλε τον Εναγόμενο 1 στην αστυνομία. Επίσης της είπε ότι δεν θα έπρεπε να φοβάται ότι αυτά τα έγγραφα θα της προκαλούσαν κακό ή ζημιά γιατί ήταν προς το συμφέρον του Εναγόμενου 1 να τα υπογράψει. Επειδή η ίδια επανειλημμένα έλεγε στο Μ.Ε.1 ότι έπρεπε να επιτρέψουν οι Ενάγοντες σε δικό τους λογιστή να ελέγξει τα βιβλία των Εναγόντων για επιβεβαίωση του ελλείμματος, ο Μ.Ε.1 της είπε ότι αφού υπέγραφε τα έγγραφα, θα επέτρεπε σε δικό τους λογιστή να κάνει έλεγχο στα βιβλία των Εναγόντων. Υπέγραψε τα Τεκμήρια 2 και 3 την ίδια ημέρα, στο σπίτι της, στην παρουσία μόνο του Μ.Ε.
  11. Υπέγραψε με το όνομα της ολογράφως όπως της ζήτησε ο Μ.Ε.
  12. Ο μόνος λόγος που τα υπέγραψε ήταν γιατί φοβόταν για τον Εναγόμενο 1 ενόψει των απειλών του Μ.Ε.1 ότι αν δεν τα υπέγραφε θα κατάγγελλε τον Εναγόμενο 1 στην αστυνομία και θα πήγαινε φυλακή. Ο Μ.Ε.1 με τα τηλεφωνήματα του και τις επισκέψεις του στο σπίτι της, της ασκούσε αφόρητη πίεση, της καλλιεργούσε ένα καθεστώς φόβου και τρόμου για το ότι ο Εναγόμενος 1 θα πήγαινε φυλακή, ώστε να την αναγκάσει να υπογράψει τα έγγραφα Τεκμήρια 2 και
  13. Επίσης ο Μ.Ε.1 εκμεταλλεύθηκε την άσχημη ψυχολογική κατάσταση στην οποία η ίδια βρισκόταν τον Σεπτέμβρη του 2004 λόγω του πρόωρου τοκετού, το ότι το βρέφος έμεινε για τρεις βδομάδες σε θερμοκοιτίδα και των προβλημάτων του Εναγόμενου 1 με τη δουλειά του. Έτσι την ανάγκασε με τις απειλές του και τις ψεύτικες υποσχέσεις του να υπογράψει τα Τεκμήρια 2 και
  14. Για τις επισκέψεις του Μ.Ε.1 και τα τηλεφωνήματα του, ως και για την υπογραφή των Τεκμηρίων 2 και 3 δεν είπε οτιδήποτε στον Εναγόμενο 1 παρά μόνο μετά την υπογραφή των Τεκμηρίων 2 και 3 γιατί φοβόταν για τον Εναγόμενο 1 αλλά και γιατί ο Μ.Ε.1 της το είχε ζητήσει. Ισχυρίστηκε ότι σε κάποια από τις συναντήσεις της με το Μ.Ε.1, της ανέφερε ότι θα βοηθούσε τον Εναγόμενο 1 να βρει τα χρήματα για να καλυφθεί το έλλειμμα. Οι Ενάγοντες δεν επέτρεψαν σε λογιστή του Εναγόμενου 1 να ελέγξει τα βιβλία τους, παρόλο που ο Μ.Ε.1 είχε αναφέρει στην ίδια ότι αν υπέγραφε τα έγγραφα θα επέτρεπαν σε δικό τους λογιστή να προβεί σε έλεγχο. Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει αν ο Εναγόμενος 1 ήταν υπεύθυνος του καταστήματος της Λεμεσού, όμως γνώριζε τον Μ.Ε.1 ως το διευθυντή του. Ο Μ.Ε.1 την απειλούσε συνέχεια και από το μεγάλο σιοκ και άγχος αρρώστησε με διαβήτη. Στην τελευταία συνάντηση της με το Μ.Ε.1 περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2004, της ζητούσε επίμονα να πείσει τον Εναγόμενο 1 να σταματήσει από τη δουλειά. Επέμενε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν γνώριζε ότι θα υπέγραφε ως εγγυήτρια, αλλά το πληροφορήθηκε μεταγενέστερα μετά την υπογραφή των Τεκμηρίων 2 και
  15. Ισχυρίστηκε ότι όταν ο Μ.Ε.1 της προσκόμισε τα Τεκμήρια 2 και 3 για να τα υπογράψει, αυτά δεν ήταν ήδη υπογραμμένα από τον Εναγόμενο 1, ο οποίος τα υπέγραψε μετά τη δική της υπογραφή. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν θυμάται αν κατά το χρόνο που υπέγραφε η ίδια τα Τεκμήρια 2 και 3 αυτά ήταν ήδη υπογραμμένα από τον Εναγόμενο
  16. Υπέγραψε τα Τεκμήρια 2 και 3 ως εγγυήτρια χωρίς να ρωτήσει τον Εναγόμενο 1 αν οι ισχυρισμοί του Μ.Ε.1 αληθεύουν, γιατί ο Μ.Ε.1 την απειλούσε ότι αν έλεγε οτιδήποτε στον Εναγόμενο 1 , θα τον κατάγγελλε στην αστυνομία. Όταν υπέγραφε τα Τεκμήρια 2 και 3 πίστευε ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν αθώος. Ο Εναγόμενος 1 φυλακίστηκε για 7 μήνες για κατάχρηση χρημάτων (ΛΚ10.000) από τους Ενάγοντες, όμως δεν γνωρίζει αν αυτός είχε παραδεχτεί στο Ποινικό Δικαστήριο. Ανέφερε ότι αν ο Μ.Ε.1 πραγματοποιούσε την υπόσχεση του να επιτρέψει σε δικό τους λογιστή να ελέγξει τα βιβλία της εταιρείας, δεν θα αποδεχόταν το χρέος που εγγυήθηκε. Δεν υπέγραψε τα Τεκμήρια 2 και 3 ως εγγυήτρια οικιοθελώς αλλά τα υπέγραψε ώστε να της δοθεί η ευκαιρία με δικό τους λογιστή να ελέγξουν τις κατηγορίες που ο Μ.Ε.1 καταλόγιζε στον Εναγόμενο
  17. Μίλησε τηλεφωνικώς με τον Μ.Υ.3 μετά που υπέγραψε τα Τεκμήρια 2 και 3 σχετικά με τις απειλές του Μ.Ε.1 τον οποίο δεν κατάγγειλε στην αστυνομία. Όταν ο Μ.Ε.1 της έφερε τα Τεκμήρια 2 και 3 για υπογραφή, δεν υπήρχε σ' αυτά υπογραφή του Εναγόμενου
  18. Ο Μ.Υ.2, Εναγόμενος 1, ανέφερε στη μαρτυρία του ότι την 1.9.2001 εργοδοτήθηκε από τους Ενάγοντες στο κατάστημα της Λεμεσού ως πωλητής μουσικών οργάνων. Επειδή ήταν ο αρχαιότερος υπάλληλος στο κατάστημα, σταδιακά και άτυπα του είχε δοθεί ο ρόλος του υπεύθυνου καταστήματος. Ωστόσο, όλοι οι υπάλληλοι είχαν τα ίδια καθήκοντα και ευθύνες και συγκεκριμένα όλοι είχαν κλειδιά του καταστήματος, όλοι έκαναν πωλήσεις, έκδιδαν τιμολόγια, εισέπρατταν χρήματα, τα κατέθεταν στο ταμείο του καταστήματος και έκαναν καταθέσεις στην Τράπεζα. Όταν ο ίδιος έλειπε από το κατάστημα, οι καταθέσεις στην Τράπεζα εγίνοντο από άλλους υπαλλήλους. Περί τα μέσα του 2002 για δύο μήνες καθημερινά πήγαινε σε κατάστημα των Εναγόντων στην Πάφο και δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τη λειτουργία του καταστήματος στη Λεμεσό. Το κλείσιμο του ταμείου γινόταν καθημερινά, δηλαδή γινόταν καταγραφή των εισπράξεων της ημέρας σε μετρητά, επιταγές και πιστωτικές κάρτες, από τον υπάλληλο που τύγχανε να πάει το πρωί πρώτος στο κατάστημα. Η κατάσταση ετοιμαζόταν από οποιοδήποτε υπάλληλο και αποστελλόταν την ίδια μέρα με φαξ στα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Ουδέποτε του δόθηκαν οδηγίες να ελέγξει το ταμείο για τις εισπράξεις και ουδέποτε του δόθηκε γραπτή ή προφορική εξουσιοδότηση για να παραλαμβάνει από την Τράπεζα τις επιταγές που επιστρέφοντο απλήρωτες ούτε παρέλαβε τέτοια επιταγή από την Τράπεζα. Οι επιταγές που επιστρέφοντο απλήρωτες αποστέλλοντο στα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε απέσπασε χρήματα από το ταμείο των Εναγόντων. Έγινε καταγγελία εναντίον του στην Αστυνομία, καταχωρήθηκε εναντίον του η ποινική υπόθεση 4092/05 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και αφορούσε κατηγορίες για συνολικό ποσό ΛΚ10.365 (€17.709,65) για το οποίο αποζημίωσε τους Ενάγοντες. Πέραν από το ποσό αυτό, δεν απέσπασε οποιοδήποτε άλλο ποσό από τους Ενάγοντες. Ανέφερε ότι αρχές Ιουλίου 2004, ο Μ.Ε.1 τηλεφωνικώς του ανέφερε ότι μετά από καταμέτρηση διαπιστώθηκε ότι έλειπαν χρήματα από το ταμείο του καταστήματος στη Λεμεσό. Την ίδια ημέρα ο Μ.Ε.1 μετέβηκε στο κατάστημα σε έξαλλη κατάσταση και του ανέφερε ότι υπήρχε έλλειμμα για ΛΚ30.000 για το οποίο έπρεπε να αναλάβει την ευθύνη ως υπεύθυνος του καταστήματος, διαφορετικά θα είχαν όλοι πρόβλημα με τον κ. Νάκα από την Ελλάδα. Ο Μ.Ε.1 του καταλόγιζε ότι είχε κλέψει τα χρήματα και του ζήτησε να επισκεφθούν το γραφείο του δικηγόρου του για να υπογράψει κάποια έγγραφα. Ο ίδιος αρνήθηκε ότι έκλεψε τα χρήματα και δεν ήθελε να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο. Τότε ο Μ.Ε.1 τον απείλησε ότι αν δεν πήγαινε στο δικηγόρο του να υπογράψει τα έγγραφα, θα τον κατάγγελλε στην Αστυνομία και τον διαβεβαίωσε ότι αυτά τα έγγραφα ήταν κάτι προσωρινό για να μην έχουν και οι δύο πρόβλημα με τον κ. Νάκα. Έτσι, την ίδια ημέρα (αρχές Ιουλίου 2004) πήγαν στο γραφείο του Μ.Ε.4 όπου υπέγραψε τα Τεκμήρια 2, 13 και 14 στην παρουσία του Μ.Ε.1 και στη παρουσία του κανένα πρόσωπο υπέγραψε ως μάρτυρας. Δεν υπέγραψε τα Τεκμήρια 3 και 14 στο γραφείο του Μ.Ε.4 αλλά περί το Σεπτέμβρη 2004 τα υπέγραψε στο κατάστημα στη Λεμεσό, σε συνάντηση του με τον Μ.Ε.
  19. Κατά την υπογραφή των Τεκμηρίων 3 και 14 δεν υπέγραψαν στην παρουσία του άτομα ως μάρτυρες. Καθ΄ όλο το διάστημα που υπέγραψε τα Τεκμήρια 2, 12, 13, 3 και 14 δεν είχε διορίσει δικηγόρο, παρά μόνο περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2004 διόρισε τον Μ.Υ.3 και τα εν λόγω τεκμήρια δεν αποστάληκαν στον Μ.Υ.3 προτού υπογραφούν. Καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα μέχρι και την υπογραφή των Τεκμηρίων 3 και 14 καθημερινά ο Μ.Ε.1 του ανέφερε ότι σαν υπεύθυνος του καταστήματος είχε την ευθύνη για το έλλειμμα, ότι θα έπρεπε να βρει χρήματα για να καλύψει το έλλειμμα, χωρίς να μαθευτεί η υπόθεση στον κ. Νάκα στην Ελλάδα γιατί θα είχε πρόβλημα και ο ίδιος. Επίσης ο Μ.Ε.1 του έλεγε ότι θα εύρισκε και αυτός ένα ποσό χρημάτων ώστε να καταθέσουν στο ταμείο και να μην υπάρξει πρόβλημα. Όταν ανέφερε στο Μ.Ε.1 ότι δεν προτίθεται να πληρώσει τα χρήματα γιατί δεν τα καταχράστηκε, αυτός τον απείλησε ότι αν δεν το έπραττε θα τον κατάγγελλε στην Αστυνομία. Όταν ο Μ.Ε.1 του παρουσίασε τα Τεκμήρια 3 και 14 για υπογραφή λέγοντας του ότι είχε βρεθεί επιπλέον έλλειμμα, του ανάφερε ότι δεν ήθελε να τα υπογράψει αφού δεν είχε καταχραστεί τα χρήματα. Ο Μ.Ε.1 επέμενε και τον απειλούσε ότι αν δεν τα υπόγραφε θα τον κατάγγελλε στην Αστυνομία. Φοβούμενος τις επιπτώσεις μιας τέτοιας καταγγελίας για τον ίδιο και την οικογένεια του, υπέγραψε τα Τεκμήρια 3 και 14 με τις διαβεβαιώσεις του Μ.Ε.1 ότι θα του παρουσίαζαν αναλυτικά τους ελέγχους που είχαν κάμει οι Ενάγοντες και θα επέτρεπαν σε δικό του λογιστή να ελέγξει τα βιβλία των Εναγόντων. Αν αποδεικνυόταν με τον έλεγχο του λογιστή του ότι δεν υπήρχε έλλειμμα, οι Ενάγοντες θα απέσυραν τα γραμμάτια και δεν θα ίσχυαν. Τον Ιούλιο 2004 και όταν υπέγραψε τα Τεκμήρια 2, 12 και 13 δεν ανέφερε τίποτε στην Εναγόμενη 2 γιατί ήταν έγκυος και δεν ήθελε να την αναστατώσει. Ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη 2 δεν υπέγραψε τα Τεκμήρια 2 και 3 τις ίδιες μέρες με τον ίδιο. Η Εναγόμενη 2 τον ενημέρωσε για τις συνομιλίες της και συναντήσεις της με τον Μ.Ε.1 το Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο
  20. Από το Σεπτέμβριο 2004 μέχρι και Φεβρουάριο 2005 που έγινε η καταγγελία στην Αστυνομία, ο ίδιος, ο πεθερός του και ο γαμπρός του είχαν επανειλημμένα συναντήσεις με τον Μ.Ε.1 και του ζητούσαν να τους παρουσιάσει στοιχεία του ελλείμματος και να επιτρέψει σε δικό τους λογιστή να ελέγξει τα βιβλία των Εναγόντων, όμως ο Μ.Ε.1 απέφευγε να το πράξει. Ό,τι ενδιέφερε τον Μ.Ε.1 ήταν να πουλήσει την περιουσία του και να δώσει τα χρήματα στους Ενάγοντες ή να δανειοδοτηθεί γι΄ αυτό το σκοπό. Σε κάποιο στάδιο ο Μ.Ε.1 εισηγήθηκε ότι ο ίδιος θα έβαζε τα μισά χρήματα του ελλείμματος για να γλυτώσουν από τον κ. Νάκα. Για 3 - 4 μήνες προσπαθούσαν να κάνουν δάνειο από κοινού με τον Μ.Ε.1 ή να πουλήσουν και οι δύο κάποια κτήματα για να πληρώσουν το έλλειμμα. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και μέχρι την καταγγελία στην Αστυνομία, ο Μ.Υ.3 επικοινώνησε μερικές φορές με τους Ενάγοντες για να τους πείσει να επιτρέψουν σε δικό τους λογιστή να ελέγξει τα βιβλία τους, όμως οι Ενάγοντες δεν συμφωνούσαν. Ο λόγος που προέβαινε στις πιο πάνω διαπραγματεύσεις με τους Ενάγοντες ήταν γιατί, κατόπιν συμβουλής του πεθερού του και του δικηγόρου του, ήθελε να διαπιστώσει με αποδείξεις αν όντως υπήρχε έλλειμμα και αν είχε ευθύνη ο ίδιος να την αναλάμβανε. Περί τα μέσα Φεβρουαρίου 2005, είχε συνάντηση στα γραφεία των Εναγόντων στη Λευκωσία, με τον κ. Νάκα, τον Μ.Ε.2, τον Μ.Ε.1 και ένα δικηγόρο των Εναγόντων. Ο ίδιος μετέβηκε μαζί με τον Μ.Υ.3 και ένα λογιστή που είχε φέρει μαζί του ο Μ.Υ.3, το όνομα του οποίου δεν γνωρίζει. Προσπάθησαν να πείσουν τους Ενάγοντες να τους επιτρέψουν να ελέγξουν τα βιβλία τους. Τους ανέφερε ότι είναι αξιόχρεος και ότι αν προέκυπτε έλλειμμα από τον έλεγχο του λογιστή τους θα το αποδεχόταν και θα πλήρωνε το ποσό στους Ενάγοντες. Ο κ. Νάκας αρνήθηκε να τους παραδώσει τα βιβλία για έλεγχο, και τους είπε ότι μέχρι την επόμενη ημέρα ήθελε να του καταβάλει ολόκληρο το ποσό του ελλείμματος, διαφορετικά θα τον κατάγγελλε στην Αστυνομία. Ο ίδιος δεν πλήρωσε τα χρήματα και την ίδια ημέρα οι Ενάγοντες τον κατάγγειλαν στην Αστυνομία. Ουδέποτε έκλεψε τα ποσά που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. Ευθύνεται μόνο για το ποσό των ΛΚ10.365 για το οποίο κατηγορήθηκε στην Ποινική Υπόθεση και το κατέβαλε στους Ενάγοντες. Ουδέποτε παραδέχθηκε στους Ενάγοντες ότι απέσπασε τα ποσά που ισχυρίζονται και υπέγραψε τα Τεκμήρια 2, 3, 12, 13 και 14 λόγω των απειλών του Μ.Ε.1 και τη διαβεβαίωση του ότι η υπογραφή τους ήταν για τυπικούς λόγους. Ισχυρίστηκε ότι οι αποδείξεις είσπραξης (Τεκμήρια 23, 25, 26, 27 και 28) δεν εκδόθηκαν από τον ίδιο και δεν φέρουν την υπογραφή του. Έκδωσε τα Τεκμήρια 21, 22 και 24 που φέρουν την υπογραφή του, όμως δεν οικειοποιήθηκε τις επιταγές που αναγράφονται επ΄ αυτών αλλά τις έβαλε στο ταμείο. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 30, 31, 34 (1,2) 35, 36, 39 (1-11), ανέφερε ότι δεν είχε εξουσιοδότηση να παραλαμβάνει από την Τράπεζα απλήρωτες επιταγές. Σ΄ αυτό το διάστημα ο ίδιος δεν είχε βιβλιάριο επιταγών. Οι αποδείξεις είσπραξης [Τεκμήρια 33 (1 - 6, 8 - 11, 21, 25, 26 και 39 (3, 4, 5)] δεν εκδόθηκαν και δεν υπογράφτηκαν από τον ίδιο. Δεν οικειοποιήθηκε τις επιταγές που αναγράφονται σ΄ αυτές, αλλά ούτε και τις επιταγές που αναγράφονται στις υπόλοιπες αποδείξεις του Τεκμηρίου 33 που εκδόθηκαν από τον ίδιο. Όσες επιταγές παρέλαβε με την έκδοση των αποδείξεων, τις τοποθετούσε στο ταμείο. Είσπραξε το ποσό του Τεκμηρίου 37 και το έβαλε στο ταμείο. Σ΄ ότι αφορά το Τεκμήριο 38 ανέφερε ότι δεν είχε εξουσιοδότηση να παραλαμβάνει απλήρωτες επιταγές. Το Τεκμήριο 38 αφορά το κατάστημα στη Λευκωσία και οι απλήρωτες επιταγές επιστρέφοντο στα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Από τα μέσα Ιουλίου 2004 και μετά την υπογραφή των Τεκμηρίων 2, 12 και 13 ο Μ.Ε.1 του περιόρισε τα καθήκοντα του σε απλού πωλητή και όχι υπεύθυνου καταστήματος. Επομένως από τις 15.7.2004 δεν ήταν υπεύθυνος καταστήματος ούτε έπαιρνε τις καταθέσεις στην Τράπεζα. Επομένως, δεν παρέλαβε τις επιταγές που επιστράφηκαν απλήρωτες μετά τις 15.7.2004 και που αναγράφονται στο Τεκμήριο
  21. Δεν έκδωσε την απόδειξη Τεκμήριο 40
(1)και στο Τεκμήριο 40
(2)δεν μπορεί να διακρίνει την υπογραφή του, όμως δεν οικειοποιήθηκε τα ποσά που αναφέρονται. Έκδωσε την απόδειξη αρ. 05155 (Τεκμήριο 42) όμως δεν έκδωσε την απόδειξη αρ. 05154 (Τεκμήριο 42) η οποία δεν φέρει την υπογραφή του. Το ποσό της απόδειξης αρ. 05155 το εισέπραξε και το κατέθεσε στο κατάστημα. Για την απόδειξη Τεκμήριο 39
(11)δεν μπορεί να θυμηθεί τι έγινε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι παραδέχθηκε τις 18 κατηγορίες του κατηγορητηρίου (Τεκμήριο 48) εναντίον του. Ωστόσο, ισχυρίστηκε ότι δεν έκλεψε τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται. Η Αστυνομία εντόπισε τα λάθη που έγιναν στους Ενάγοντες και του τα χρέωσε γιατί ήταν υπεύθυνος του καταστήματος. Ο λόγος που παραδέχτηκε και πλήρωσε το ποσό των ΛΚ10.365 ήταν για να μην αρχίσει η ακροαματική διαδικασία διότι δεν είχε την οικονομική ευχέρεια να πληρώνει δικηγόρους. Γνωρίζει ότι εδικαιούτο νομικής αρωγής, όμως δεν θα είχε την ανάλογη υποστήριξη. Έκδωσε και υπέγραψε τις αποδείξεις είσπραξης Τεκμήρια 21, 22 και 24, όχι όμως τις επιταγές που αναγράφονται σ΄ αυτές, αφού δεν είχε βιβλιάριο επιταγών. Παρέλαβε από τους πελάτες τις επιταγές και τις έβαλε στο ταμείο χωρίς να τις οικειοποιηθεί. Σχετικές με τα Τεκμήρια 21, 22 και 24 είναι οι κατηγορίες 1, 2, 4 και 5 στις οποίες παραδέχθηκε, όμως δεν έκλεψε τα αναφερόμενα ποσά. Έκδωσε τις αποδείξεις Τεκμήρια 34 (1, 2) στις οποίες αναφέρεται ο ίδιος αριθμός επιταγής 00848306 της ίδιας Τράπεζας, ίδιας ημερομηνίας και ίδιου ποσού και αφορούν διαφορετικούς πελάτες και εκδότες της επιταγής. Ίσως, είπε, να έγινε κάποιο λάθος. Έκδωσε την απόδειξη [Τεκμήριο 39
(11)] (κατηγορία 12 Τεκμηρίου 48), όμως δεν έκδωσε την επιταγή που αναφέρεται. Έκδωσε και την απόδειξη [Τεκμήριο 39
(10)] στην οποία αναφέρεται ο ίδιος αριθμός επιταγής με αυτόν που αναφέρεται στο Τεκμήριο 39
(11), ίδιας Τράπεζας και πρόκειται, είπε, για λάθος. Το ίδιο λάθος έγινε και με τις αποδείξεις Τεκμήρια 39 (1,2) που έκδωσε και οι οποίες αναφέρονται στην ίδια επιταγή της ίδιας Τράπεζας διαφορετικών πελατών. Ισχυρίστηκε ότι ο ένας πελάτης, πλήρωσε και το λογαριασμό του άλλου πελάτη. Πρόσθεσε ότι δεν ήταν στα καθήκοντα του να περνά τις αποδείξεις, αλλά τις έστελλαν στη Λευκωσία και τις περνούσε ο λογιστής. Ανέφερε ότι ο αριθμός της επιταγής αρ. 95998136 της Ελληνικής Τράπεζας που αναφέρεται στο Τεκμήριο 39
(3), είναι συνέχεια του ίδιου βιβλιαρίου επιταγών απ΄ όπου προήλθε η επιταγή με αρ. 95998124 που αναφέρεται στα Τεκμήρια 39 (1,2). Δεν γνωρίζει αν ο ίδιος πελάτης έκδωσε τις επιταγές των Τεκμηρίων 39 (1, 2, 3). Λογικά, είπε, πρέπει να είναι ο ίδιος εκδότης αφού και οι δύο επιταγές εκδόθηκαν από το ίδιο βιβλιάριο επιταγών. Ο ίδιος δεν έκδωσε το Τεκμήριο 39
(3). Το Τεκμήριο 38 αφορά επιταγές που επιστρέφοντο απλήρωτες για το κατάστημα της Λεμεσού και σ΄ αυτό αναφέρονται οι πιο πάνω επιταγές. Η κατηγορία 8 του Τεκμηρίου 48 αφορά την απόδειξη [Τεκμήριο 39
(6)] που φέρει την υπογραφή του. Ο πελάτης ήταν ο Μ.Ε.3 και δεν θυμάται αν πλήρωσε με μετρητά. Όμως για να αναγράφεται στο Τεκμήριο 39
(6)ότι πληρώθηκε με επιταγή, σημαίνει ότι αυτό έγινε. Δεν έκλεψε το ποσό ΛΚ2.075 του Τεκμηρίου 39
(6), παρόλο που παραδέχθηκε την κατηγορία 8 και στο ποσό των ΛΚ10.365 που πλήρωσε στους Ενάγοντες συμπεριλαμβάνετο και το ποσό των ΛΚ2.075. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 38, η επιταγή που αναφέρεται στο Τεκμήριο 39
(6)επιστράφηκε απλήρωτη. Μέσα Ιουλίου 2004, ο Μ.Ε.1 του περιόρισε τα καθήκοντα του, όμως δεν θυμάται αν είσπραττε από πελάτες. Πιθανόν, είπε, να εισέπραξε με την άδεια του Μ.Ε.1 ή του κ. Αυλωνίτη. Ο Μ.Ε.1 δεν ήθελε να φύγει ο ίδιος από τη δουλειά γιατί έκαναν προσπάθειες για να βρεθούν τα χρήματα και να κατατεθούν στο λογαριασμό των Εναγόντων. Έκδωσε την απόδειξη Τεκμήριο 39
(7), όπου αναφέρεται ο αριθμός επιταγής 02591072 και φαίνεται στο Τεκμήριο 38, όπου παρουσιάζονται επίσης συνεχόμενοι αριθμοί επιταγών 02591070 και 02591071, των οποίων λογικά πρέπει να είναι ο ίδιος εκδότης. Δεν γνωρίζει γιατί δεν ανευρέθηκαν αποδείξεις είσπραξης για τις εν λόγω δύο επιταγές και αρνήθηκε ότι είναι δικές του αφού δεν είχε βιβλιάριο επιταγών. Ο αριθμός επιταγής 1645003 (Τεκμήριο 38) είναι ο ίδιος που αναγράφεται στα Τεκμήρια 39 (10, 11), τα οποία ο ίδιος έκδωσε. Ίσως, είπε, οι πελάτες, που είναι διαφορετικοί, να ψώνισαν μαζί και η εν λόγω επιταγή δεν είναι δική του. Οι επιταγές με αρ. 00848305 που αναγράφεται στο Τεκμήριο 35 και αρ. 00848306 που αναγράφεται στα Τεκμήρια 34
(1)και 34
(2), μάλλον εκδόθηκαν από το ίδιο βιβλιάριο επιταγών, δεν το γνωρίζει και δεν θυμάται τι έγινε, όμως έκδωσε το Τεκμήριο 34(1,2) και 35. Ο εκδότης της επιταγής αρ. 00848305 που αναγράφεται στο Τεκμήριο 35, ίσως δεν είναι ο ίδιος με τον εκδότη της επιταγής αρ. 00848312 που αναγράφεται στο Τεκμήριο 36, και είναι της ίδιας Τράπεζας. Δεν γνωρίζει αν οι δύο αυτές επιταγές εκδόθηκαν από το ίδιο βιβλιάριο επιταγών και δεν αντικατέστησε τα λεφτά που εισέπραξε από πελάτες με δικές του επιταγές. Η κατηγορία 17 (Τεκμηρίου 48) αφορά την απόδειξη Τεκμήριο 33
(1)που δεν έκδωσε ο ίδιος. Παραδέχθηκε αυτή την κατηγορία όμως δεν παραδέχεται όσα του καταλογίζει το κατηγορητήριο. Έκδωσε την απόδειξη Τεκμήριο 21 και οι επιταγές που αφορά έχουν εισπραχθεί και έπρεπε να είχαν κατατεθεί στο λογαριασμό των Εναγόντων. Ισχυρίσθηκε ότι οι επιταγές αυτές είναι μεταχρονολογημένες και αποστέλλοντο για κατάθεση στη Λευκωσία. Εισέπραξε τις επιταγές που αναφέρονται στα Τεκμήρια 22, 24 και 27 όμως αρνήθηκε ότι δεν κατέθεσε τα ποσά τους στο λογαριασμό των Εναγόντων. Το Τεκμήριο 17 δεν συντάχθηκε μετά από δική του τηλεφωνική επικοινωνία με το λογιστή κ. Ηλιάδη σε σχέση με το ταμείο του στις 30.6.
  1. ισχυρίστηκε ότι οι επιταγές που αναφέρονται στο Τεκμήριο 17 (6η, 8η, 11η - 13η, 22η - 26η γραμμή) των οποίων τα ποσά δεν έχουν κατατεθεί στο λογαριασμό των Εναγόντων, δεν τα έκλεψε αλλά οι επιταγές μεταφέρθηκαν στη Λευκωσία για κατάθεση. Οι επιταγές που επιστρέφοντο απλήρωτες, αποστέλλοντο στο κεντρικό κατάστημα στη Λευκωσία. Εάν ο πελάτης έφερνε τα χρήματα στο κατάστημα στη Λεμεσό, του επέστρεφε την επιταγή του. Οι περισσότερες απλήρωτες επιταγές εισπράττοντο από τη Λευκωσία. Δεν ήταν ο αποκλειστικά υπεύθυνος και εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες για να καταθέτει τις εισπράξεις του καταστήματος Λεμεσού στην Τράπεζα και να παραλαμβάνει από την Τράπεζα τις απλήρωτες επιταγές. Όλοι οι υπάλληλοι έκαμναν καταθέσεις στην Τράπεζα και οι απλήρωτες επιταγές αποστέλλοντο στο κεντρικό κατάστημα στη Λευκωσία. Όλοι οι υπάλληλοι κρατούσαν κλειδιά του καταστήματος και όλοι έκαναν πωλήσεις, εισπράξεις και καταθέσεις. Δεν ήταν υπεύθυνος του καταστήματος αλλά ο αρχαιότερος. Έκδωσε τις αποδείξεις είσπραξης Τεκμηρίου 39 (6-11)μετά τα μέσα Ιουλίου 2004 και εισέπραξε τα ποσά, μετά που ο Μ.Ε.1 του είχε περιορίσει τα καθήκοντα του κατόπιν αδείας. Οι κατηγορίες 7 και 8 του Τεκμηρίου 48 αφορούν την ημερομηνία 31.7.2004 μετά τον περιορισμό των καθηκόντων του. Αρχές Ιουλίου 2004 υπέγραψε τα Τεκμήρια 2, 12 και
  2. Υπέγραψε τα Τεκμήρια 2, 3, 12, 13 και 14 σε δύο συναντήσεις και όχι σε μια συνάντηση τον Ιούλιο
  3. Η πρώτη συνάντηση ήταν στο γραφείο του Μ.Ε.4 και δεν υπήρχαν δύο μάρτυρες κατά την υπογραφή των Τεκμηρίων 2, 12 και
  4. Υπέγραψε τα Τεκμήρια 3 και 14 στο κατάστημα της Λεμεσού χωρίς μάρτυρες. Δέχθηκε ότι το Μάιο 2004, ο Μ.Ε.1 είχε βρει στο ταμείο μια επιταγή με δικαιούχο τον ίδιο. Ισχυρίστηκε ότι είναι μουσικός, ψώνιζε από το κατάστημα και είχε ανοιχτό λογαριασμό. Γι΄ αυτό είχε βάλει στο ταμείο επιταγή άλλου προσώπου με δικαιούχο τον ίδιο, για να εξοφλήσει το χρέος ή να μείνει υπόλοιπο. Αρνήθηκε ότι είχε προτείνει ένα χωράφι του στα Αγρίδια για εξασφάλιση των Εναγόντων, το οποίο ήταν ήδη υποθηκευμένο. Μετά από την πίεση του Μ.Ε.1 για να υπογράψει τα γραμμάτια και την επιθυμία του να υπογραφούν από εγγυητή, ο ίδιος πρότεινε τη σύζυγο του, Εναγόμενη
  5. Υπέγραψε τα γραμμάτια χωρίς να γνωρίζει ακριβώς τι ήταν. Υπόγραψε το πρώτο γραμμάτιο για ΛΚ30.000 την ίδια ημέρα που ο Μ.Ε.1 τον ενημέρωσε για το έλλειμμα των ΛΚ30.000 και δεν ήξερε τι υπέγραφε. Ωστόσο, δέχθηκε ότι το πρώτο γραμμάτιο που υπέγραψε στις 15.7.2004 ήταν για ΛΚ52,072 (Τεκμήριο 2). Δεν θυμάται αν κατά το χρόνο που υπέγραψε το δεύτερο γραμμάτιο ήταν ήδη υπογραμμένο από την Εναγόμενη
  6. Στο πρώτο γραμμάτιο υπέγραψε πρώτος ο ίδιος. Ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Ε.1 πήρε το δικό του αυτοκίνητο στη Λευκωσία να το πουλήσει για να κατατεθούν τα λεφτά και να μην μάθει ο κ. Νάκας για το έλλειμμα. Αρνήθηκε ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 2, 3, 12, 13, 14 με ελεύθερη βούληση και δεν ανέφερε στον Μ.Ε.1 ως δικαιολογίες ότι ήταν άρρωστο το παιδί του αδελφού του, ούτε παραδέχθηκε στον Μ.Ε.1 ότι έκλεψε τα χρήματα. Αντίθετα ο Μ.Ε.1 τον απείλησε ότι θα πήγαινε φυλακή και τον τρομοκράτησε. Διόρισε τον Μ.Υ.3 ως δικηγόρο του μετά από προτροπές του πεθερού και κουνιάδου του και δεν τον διόρισε πριν τα τέλη Σεπτεμβρίου
  7. Μετά το Σεπτέμβριο 2004 ενημέρωσε αναγκαστικά τη σύζυγο του, Εναγόμενη 2, διότι τον πίεζε ο Μ.Ε.1 και έπρεπε να υπογράψει η Εναγόμενη
  8. Έκαμε προσπάθειες για να πουλήσει κάποια κτήματα και αν έπαιρνε δάνεια από Τράπεζες θα πλήρωνε το έλλειμμα. Το χωράφι ήταν υποθηκευμένο και ήδη χρωστούσε χρήματα σε Τράπεζες σε προσωπικά του δάνεια. Ακόμα χρωστά και είναι πτωχεύσας. Η συνάντηση που έγινε στη Λευκωσία ήταν για να του υποδείξουν οι Ενάγοντες το έλλειμμα, γι΄ αυτό και πήρε μαζί του λογιστή και αν ευθυνόταν για το έλλειμμα θα μπορούσε να βρει χρήματα γιατί θα τον βοηθούσε ο πεθερός και ο κουνιάδος του. Αρνήθηκε ότι έκλεψε από τους Ενάγοντες συνολικά το ποσό των ΛΚ165.821,56 (€283.322,95). Ο Μ.Υ.3 είναι δικηγόρος. Γνώρισε τον Εναγόμενο 1 μέσω του πεθερού του και συναντήθηκαν στο γραφείο του το Σεπτέμβρη ή Οκτώβρη
  9. Του ανέφερε ότι εργαζόταν ως υπεύθυνος καταστήματος των Εναγόντων στη Λεμεσό και ότι μετά από έλεγχο διαπιστώθηκε έλλειμμα. Ήδη ο Εναγόμενος 1 είχε κάποιες συναντήσεις και διαπραγματεύσεις με τους Ενάγοντες για αποπληρωμή του ελλείμματος. Επικοινώνησε με τον Μ.Ε.1 με τον οποίο συναντήθηκαν στο γραφείο του. Ο Μ.Ε.1 του ανέφερε ότι θεωρούσαν τον Εναγόμενο 1 ως υπεύθυνο για το έλλειμμα και γι΄αυτό είχε υπογράψει γραμμάτια και άλλα έγγραφα. Ο ίδιος προσπάθησε να συζητήσει το οφειλόμενο ποσό το οποίο ο Εναγόμενος 1 ισχυριζόταν ότι δεν ήταν αυτό που υπέγραψε ότι όφειλε. Ο Μ.Ε.1 συζητούσε τον τρόπο πληρωμής του ποσού, δηλαδή χρήματα μετρητά ή ικανοποιητική ακίνητη περιουσία, πιέζοντας τον Εναγόμενο 1 να εκποιήσει περιουσιακά στοιχεία και να καλύψει το ποσό που θα κατέληγαν μεταξύ τους. Η συζήτηση είχε αρχίσει συζητώντας ένα χαμηλό ποσό ΛΚ30.000 - ΛΚ40.000 και έφτασαν μέχρι τις ΛΚ90.
  10. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες, συναντήσεις και τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν, οι Ενάγοντες αμελούσαν ή δεν ήθελαν να δώσουν τα στοιχεία για να τα εξετάσουν ώστε να διαπιστώσουν αν είχε οποιαδήποτε ευθύνη ο Εναγόμενος
  11. Τον Ιανουάριο ή Φεβρουάριο 2005 έγινε μια συνάντηση στο γραφείο του δικηγόρου κ. Πατσαλίδη στη Λευκωσία. Παρόντες ήταν ο ίδιος, ο Εναγόμενος 1, ο ελεγκτής Γιάννης Μιχαηλίδης, ο κ. Πατσαλιδης, ο κ. Νάκας, ο Μ.Ε.1 και κάποιος λογιστής από την Ελλάδα εκ μέρους των Εναγόντων. Η θέση του εκ μέρους του Εναγόμενου 1 ήταν ότι αν βρεθεί οποιοδήποτε ποσό ως έλλειμμα που προήλθε από ενέργειες του Εναγόμενου 1 και εφόσον τους δοθούν όλα τα απαραίτητα στοιχεία, τα εξετάσουν και αποδεχτούν το ποσό, θα συζητούσαν τον τρόπο εξόφλησης του ποσού. Ο κ. Νάκας ήταν απόλυτος, δεν συζητούσε ποσά και ήθελε άμεσο τρόπο πληρωμής του ποσού που οι Ενάγοντες ισχυρίζονταν ότι ο Εναγόμενος 1 όφειλε να πληρώσει. Ζήτησαν από τους Ενάγοντες στοιχεία και αυτοί αρνήθηκαν, δεν συνεργάζονταν και τους είπαν ότι θα πήγαιναν την ίδια στιγμή στην Αστυνομία για να καταγγείλουν τον Εναγόμενο
  12. Ισχυρίστηκε ότι δεν έλαβε γνώση των γραμματίων και εγγράφων που υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 πριν τα υπογράψει, δεν είχε σχέση με την κατάρτιση τους και δεν του κοινοποιήθηκαν. Κατά τις συζητήσεις που είχε με τον Μ.Ε.1 για το ποσό που θα κατέληγαν και τον τρόπο πληρωμής του, μίλησε και με τον Μ.Ε.4 ο οποίος του ανέφερε ότι δεν είχε καμιά σχέση με την εκπροσώπηση των Εναγόντων αλλά ο ίδιος γνώριζε προσωπικά τον Μ.Ε.1 και προσπαθούσε να τον βοηθήσει. Οι Ενάγοντες ζητούσαν την υποθήκη της κατοικίας όπου διέμεναν τα πεθερικά του Εναγόμενου 1, για εξασφάλιση του ποσού που θα κατέληγαν και ένα χωράφι που είχαν οι γονείς του Εναγόμενου 1 στο χωριό Αγρίδια να εκποιηθεί ή να μεταβιβαστεί στο όνομα των Εναγόντων. Όμως, ακόμα δεν είχαν καταλήξει στο ποσό γιατί δεν συνεργάζοντο οι Ενάγοντες και δεν τους έδιδαν τα στοιχεία. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πόσα γραμμάτια υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 ούτε γνωρίζει ότι υπέγραψε γραμμάτια και δηλώσεις το Σεπτέμβριο
  13. Δεν κατάρτισε ούτε διαπραγματεύτηκε οτιδήποτε για τα γραμμάτια και ο Εναγόμενος 1 ήρθε στο γραφείο του μετά την υπογραφή των γραμματίων. Η τηλεφωνική συνομιλία του με τον Μ.Ε.4 έγινε δύο φορές και αφορούσε την εξασφάλιση του πληρωτέου ποσού που θα κατέληγαν. Ο Μ.Ε.1 έδειξε μια περίεργη συμπεριφορά διότι ήθελε να βρεθεί μια διευθέτηση το συντομότερο και είχε σαν δικηγόρο τον φίλο του Μ.Ε.4 και όχι δικηγόρο των Εναγόντων. Στη συνάντηση στη Λευκωσία, ζητούσαν στοιχεία γι΄ αυτό πήρε μαζί του το λογιστή Γιάννη Μιχαηλίδη. Εάν κατέληγαν σε ποσό, τότε θα συζητούσαν την πληρωμή του. Δεν θυμάται αν τα γραμμάτια ήταν πάνω στο τραπέζι. Ο Εναγόμενος 1 δεν συμφωνούσε με τα ποσά των γραμματίων και γι΄ αυτό ζητούσαν τα στοιχεία και για οποιοδήποτε ποσό διαπιστώνετο ότι είχε ευθύνη, ήταν έτοιμος να το πληρώσει. Ο Μ.Υ.4 είναι πατέρας της Εναγόμενης 2 και πεθερός του Εναγόμενους
  14. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου αρχές Οκτωβρίου 2004, ο Εναγόμενος 1 τον ενημέρωσε ότι τον κατηγορούσαν για κατάχρηση και πως είχε υπογράψει έγγραφα. Μαζί επισκέφθηκαν το δικηγόρο (Μ.Υ.3) και διευθετήθηκε μια συνάντηση στο γραφείο του Μ.Υ.3 μέσα Οκτωβρίου 2004 στην οποία ήταν παρόντες ο ίδιος, ο Μ.Υ.3, ο Εναγόμενος 1 και ο Μ.Ε.
  15. Ο Μ.Ε.1 ζητούσε την υποθήκευση του σπιτιού όπου διαμένουν οι Εναγόμενοι, όμως αυτό ήταν ήδη υποθηκευμένο και εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της συζύγου του. Ο Μ.Ε.1 είχε προτείνει στον Εναγόμενο 1 να βρει ένα ποσό ΛΚ90.000 - ΛΚ100.000 και ο Μ.Ε.1 θα συμπλήρωνε τα υπόλοιπα για να κλείσει η υπόθεση. Στη συνάντηση στη Λευκωσία δεν ήταν παρών. Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς υπόψη τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τα επιχειρήματα - εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Ο Μ.Ε.6 είναι εγκεκριμένος λογιστής και ελεγκτής. Εξέτασα τη μαρτυρία του και έχοντας κατά νου ότι η εν λόγω ιδιότητα του δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά, θεωρώ ότι είναι εμπειρογνώμονας και η μαρτυρία του θα προσεγγισθεί με βάση τις αρχές της υπόθεσης Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ.
  1. Παρατηρήθηκε σχετικά ότι καθήκον των μαρτύρων αυτών, είναι να εφοδιάσουν το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους, έτσι ώστε ο Δικαστής να καταστεί ικανός να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση, με εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Ο Μ.Ε.6 ετοίμασε για την περίοδο από 1.7.01 - 30.6.02, υπό την ιδιότητα του σαν ελεγκτής των Εναγόντων οικονομικές καταστάσεις (Τεκμήριο 44), στις οποίες παρουσιάζονται τα ταμεία όλων των καταστημάτων των Εναγόντων, συμπεριλαμβανομένου και του ταμείου του καταστήματος της Λεμεσού, τα οποία (ταμεία) συμφωνούν με τις λίστες απογραφής που κατάρτισε ο λογιστής Σωτήρης Ηλιάδης. Το Τεκμήριο 17 είναι η λίστα απογραφής του ταμείου του καταστήματος της Λεμεσού στις 30.6.02 το οποίο ετοίμασε ο κ. Ηλιάδης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων εισηγήθηκε ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 στο οποίο βασίζεται το Τεκμήριο 44, δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο διότι αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία - αφού ο εκδότης του δεν κατέθεσε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου - και για την ορθότητα του περιεχομένου του δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να την επιβεβαιώνει. Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ο Μ.Ε.6 τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του, με θετικότητα και σαφήνεια ανέφερε ότι προέβηκε ο ίδιος σε έλεγχο των αποδείξεων και των λογιστικών βιβλίων των Εναγόντων και διαπίστωσε ότι το ταμείο της Λεμεσού στις 30.6.02 ήταν ορθό γιατί συμφωνούσε και με το Τεκμήριο
  2. Με άλλα λόγια ο Μ.Ε.6, προέβηκε ο ίδιος σε έλεγχο και οι διαπιστώσεις του συμφωνούν με το Τεκμήριο 17 και με τα λογιστικά βιβλία των Εναγόντων. Βρίσκω ικανοποιητική τη μαρτυρία του με την οποία επιβεβαιώνεται η ορθότητα του περιεχομένου του Τεκμηρίου 17, το οποίο και αποδέχομαι ως ορθό. Και τούτο, ανεξάρτητα από την επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είναι ο Μ.Ε.6 που ετοίμαζε κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα τα λογιστικά βιβλία των Εναγόντων. Είναι σημαντικό ότι αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.6, ούτε του ζητήθηκε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα λογιστικά βιβλία των Εναγόντων, ούτε και του υποδείχθηκε ότι τα λογιστικά βιβλία για τη συγκεκριμένη περίοδο, δεν ετοιμάστηκαν ορθά για συγκεκριμένους και εξειδικευμένους λόγους που η υπεράσπιση όφειλε να του υποδείξει. Είναι επίσης σημαντικό ότι η υπεράσπιση παρέλειψε να ζητήσει με την ορθή διαδικασία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας την ένορκη αποκάλυψη των λογιστικών βιβλίων των Εναγόντων και παρέλειψε επίσης να αντεξετάσει ειδικά και συγκεκριμένα το Μ.Ε.6 επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 44 που ο ίδιος ετοίμασε και το οποίο, όπως ανέφερε, παρουσιάζει τα ταμεία όλων των καταστημάτων στις 30.6.2002, με βάση τα λογιστικά βιβλία των Εναγόντων. Ως εκ τούτου το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 44, το οποίο περιλαμβάνει και το Τεκμήριο 17 και το οποίο συμφωνεί με τα λογιστικά βιβλία των Εναγόντων, παρέμεινε αναντίλεκτο και αναμφισβήτητο και κατ' επέκταση ως τέτοιο γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο. Ο Μ.Ε.6, μου έκαμε ως μάρτυρας πολύ καλή εντύπωση, κρίνεται ως αντικειμενικός και αμερόληπτος μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της, ως μαρτυρία που δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση και ανταποκρίνεται πλήρως στην αλήθεια. Είναι σημαντικό ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.6, επιβεβαιώνει και τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, ότι τον Ιούνιο 2004, μαζί (Μ.Ε.1 και Μ.Ε.6) ενημέρωσαν τον Εναγόμενο 1 για το έλλειμμα που είχε διαπιστωθεί στο ταμείο του καταστήματος Λεμεσού και ο Εναγόμενος 1 είχε παραδεχθεί ότι αυτός υπεξαίρεσε τα χρήματα για να βοηθήσει το άρρωστο παιδί του αδελφού του. Προχωρώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.2, που είναι ο πλέον σημαντικός μάρτυρας των Εναγόντων σε σχέση με τον οικονομικό έλεγχο που διεξήγαγε, ώστε να εξακριβώσει το οριστικό και ακριβές έλλειμμα στο ταμείο του καταστήματος στη Λεμεσό. Ο Μ.Ε.2 είναι οικονομικός διευθυντής της Ελληνικής εταιρείας Μουσικός Οίκος, Φίλιππος Νάκας ΑΒΕ ΕΤΕ, που είναι η μητρική εταιρεία των Εναγόντων και είναι λογιστής Α' τάξης. Εξέτασα τη μαρτυρία του και έχοντας κατά νου τα προσόντα και την πείρα του, θεωρώ ότι και αυτός είναι εμπειρογνώμονας και η μαρτυρία του θα προσεγγισθεί με βάση την πιο πάνω νομολογία Φιλίππου ν. Οδυσσέως. Σ' ότι αφορά την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων, σχετικά με το Τεκμήριο 17, το οποίο αποτελεί σύμφωνα με το Μ.Ε.2, τη βάση από την οποία άρχισε το δικό του έλεγχο, το Δικαστήριο αποδέχθηκε την ορθότητα του περιεχομένου του, στη βάση της μαρτυρίας του Μ.Ε.6, η οποία αξιολογήθηκε αμέσως πιο πάνω. Έγινε περαιτέρω εισήγηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων ότι το Τεκμήριο 18 επί του οποίου στηρίζει επίσης τον έλεγχο του ο Μ.Ε.2, δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί α) η ορθότητα του Τεκμηρίου 18 στηρίζεται στην ορθότητα του Τεκμηρίου 17, αφού αρχίζει από την 1.7.2002, δηλαδή μετά την 30.6.2002 όπου σταματά το Τεκμήριο 17 και β) η ορθότητα του Τεκμηρίου 18 εξαρτάται από το αν οι υπάλληλοι των Εναγόντων προέβαιναν σε ορθές καταχωρήσεις στο σύστημα σχετικά με τις αποδείξεις και τιμολόγια του καταστήματος Λεμεσού. Στη βάση των πιο πάνω, έγινε εισήγηση ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 18, αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και δεν θα πρέπει να δοθεί σ' αυτό καμιά βαρύτητα από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με το Μ.Ε.2, το Τεκμήριο 18 αποτελεί τις λογιστικές καταστάσεις του καταστήματος Λεμεσού για την περίοδο από 1.7.2002 - 31.10.2004 και αποτελεί αντίγραφο των λογιστικών βιβλίων των Εναγόντων από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Παρουσιάζει τις εισπράξεις σε μετρητά, σε επιταγές, τις καταθέσεις στο λογαριασμό των Εναγόντων και βασίζεται αποκλειστικά στις πωλήσεις και στην έκδοση αποδείξεων. Οι αποδείξεις είσπραξης κάθε μέρας καταχωρούντο στο ηλεκτρονικό σύστημα από τους υπαλλήλους του καταστήματος Λεμεσού και ενημερωνόταν έτσι αυτόματα το κεντρικό σύστημα. Όμως, τόνισε ότι την ευθύνη καταχώρησης ή επίβλεψης της καταχώρησης είχε ο υπεύθυνος του καταστήματος. Στη βάση των επεξηγήσεων που ο Μ.Ε.2 έδωσε για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 18, δεν συμφωνώ με τις πιο πάνω εισηγήσεις της Υπεράσπισης. Κατ' αρχήν διευκρινίζεται ότι το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο Εναγόμενος 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και ενεργούσε ως υπεύθυνος του καταστήματος. Σχετικές επί του θέματος αυτού είναι οι επισημάνσεις του Δικαστηρίου πιο κάτω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Ε.1, Μ.Ε.2, Μ.Ε.3 και Μ.Ε.6 αλλά και της μαρτυρίας των Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.
  3. Επομένως, εκείνο που έχει σημασία είναι το γεγονός ότι είτε ο Εναγόμενος 1 είτε οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος προέβαινε στις σχετικές καταχωρήσεις στο ηλεκτρονικό σύστημα των Εναγόντων ώστε να προκύψει το Τεκμήριο 18, ο Εναγόμενος 1 είχε την ευθύνη της καταχώρησης των αποδείξεων εισπράξεως ή της επίβλεψης της καταχώρησης από άλλο πρόσωπο, ως ο υπεύθυνος του καταστήματος. Κατ' επέκταση, η ορθότητα των καταχωρήσεων στο Τεκμήριο 18 ήταν αποκλειστική ευθύνη του Εναγόμενου 1, ο οποίος, όπως πολύ ορθά επεσήμανε ο Μ.Ε.2 κατά την αντεξέταση, εάν ο Εναγόμενος 1 διαπίστωνε ότι έλειπαν χρήματα από το ταμείο, όφειλε να ενημερώσει το διευθυντή (Μ.Ε.1) ή και να καλέσει την αστυνομία, πράγμα που ουδέποτε έπραξε. Επομένως, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 18, δεν αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, αφού οι καταχωρήσεις σ' αυτό εγίνοντο από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1 ή σε περίπτωση που εγίνοντο από άλλο υπάλληλο θα έπρεπε να γίνονται κάτω από τη δική του επίβλεψη και έλεγχο. Σ' ότι αφορά την εισήγηση ότι η ορθότητα του Τεκμηρίου 18, στηρίζεται στην ορθότητα του Τεκμηρίου 17, αυτή δεν γίνεται αποδεκτή αφού το Δικαστήριο, όπως ανέφερα πιο πάνω, έχει αποδεχτεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 ως ορθό. Σ' ότι αφορά την εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου των Εναγομένων ότι δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο γραπτή εξουσιοδότηση των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο 1, που να τεκμηριώνει τη θέση του Μ.Ε.2, αλλά και του Μ.Ε.1, ότι οι Ενάγοντες είχαν εξουσιοδοτήσει τον Εναγόμενο 1 να παραλαμβάνει από την τράπεζα τις ακάλυπτες επιταγές που επιστρέφοντο απλήρωτες και να τις επανακαταθέτει, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.1 επί του θέματος. Και τούτο γιατί, όπως ο Μ.Ε.1 ανέφερε στη μαρτυρία του - η αξιολόγηση της οποίας γίνεται πιο κάτω - ο ίδιος είχε εξουσιοδοτήσει τον Εναγόμενο 1 να ενεργεί ως πιο πάνω, ως υπεύθυνο του καταστήματος. Περαιτέρω, η υπεράσπιση σχολίασε τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, ότι ο Εναγόμενος 1 λάμβανε μετρητά από πελάτες, τα οποία δεν κατέθετε στο λογαριασμό των Εναγόντων και έκδιδε δικές του επιταγές τις οποίες κατέθετε στο λογαριασμό των Εναγόντων, οι οποίες με τη σειρά τους επιστρέφοντο απλήρωτες, τις παραλάμβανε και τις εξαφάνιζε. Έγινε εισήγηση ότι οι Ενάγοντες καμιά μαρτυρία προσκόμισαν στο Δικαστήριο από οποιαδήποτε τράπεζα, προκειμένου να αποδείξουν στο Δικαστήριο τον πιο πάνω ισχυρισμό του Μ.Ε.2 και να διαψεύσουν τον Εναγόμενο 1 ότι δεν είχε βιβλιάριο επιταγών. Έχω την άποψη ότι η μη παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν επηρεάζει το αξιόπιστο της μαρτυρίας του Μ.Ε.
  4. Και τούτο γιατί, εκείνο που έχει σημασία, είναι ο εντοπισμός από τον Μ.Ε.2, του ακριβούς ποσού του ελλείμματος, με τον σαφή και συγκεκριμένο τρόπο που ο Μ.Ε.2 ανέφερε και επεξήγησε στη μαρτυρία του, παρουσιάζοντας συγκεκριμένα τεκμήρια, για τα οποία υπεύθυνος θεωρήθηκε ο Εναγόμενος 1 ως υπεύθυνος του καταστήματος, και ο οποίος για συγκεκριμένες ενέργειες του, παρέλειψε να δώσει εύλογες εξηγήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την αντεξέταση του. Περαιτέρω σχόλια, γίνονται από το Δικαστήριο πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου
  5. Η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι θα μπορούσαν να κλέψουν και άλλοι υπάλληλοι, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Και τούτο γιατί ναι μεν, σύμφωνα με το Μ.Ε.1, στο ταμείο είχε πρόσβαση ο Εναγόμενος 1 και ο Αυλωνίτης, όμως ο τελευταίος μόνο στην παρουσία του Εναγόμενου
  6. Εξάλλου, υπεύθυνος του καταστήματος ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Εναγόμενος 1, ο οποίος ουδέποτε κατάγγειλε στους Ενάγοντες ότι διαπίστωσε οποιοδήποτε έλλειμμα στο ταμείο, ουδέποτε κατάγγειλε οποιοδήποτε άλλο υπάλληλο για κλοπή, αλλά αντίθετα παραδέχθηκε με τον πιο ρητό και σαφή τρόπο, όπως αναφέρω πιο κάτω, ότι αυτός είναι που υπεξαίρεσε τα χρήματα από το ταμείο του καταστήματος. Έχω εξετάσει με προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Ε.
  7. Αυτός με κάθε σαφήνεια, θετικότητα και λεπτομερείς εξηγήσεις, επεξήγησε στο Δικαστήριο τους τρεις οικονομικούς ελέγχους στους οποίους προέβηκε, κατέθεσε σωρεία αποδείξεων εισπράξεων τις οποίες επεξήγησε αναλυτικά στο Δικαστήριο, ως και άλλα σχετικά έγγραφα και αποδέχομαι την κατάληξη και διαπίστωση του σε σχέση με το ακριβές ποσό του ελλείμματος που διαπίστωσε ότι υπήρχε στο ταμείο του καταστήματος της Λεμεσού κατά τις τρεις περιόδους που αναφέρθηκε δηλαδή συνολικά για τη χρονική περίοδο από 1.7.2002 μέχρι 30.9.2004, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των ΛΚ165.821,56, και ανάλογο είναι και το εύρημα του Δικαστηρίου. Τονίζεται ότι η αξιοπιστία του καθόλου δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση, απαντούσε με σαφήνεια όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο και συμφωνώ με την εύλογη τοποθέτηση του κατά την αντεξέταση, ότι σε σχέση με τις αποδείξεις είσπραξης που είχαν εκδώσει άλλοι υπάλληλοι του καταστήματος (Τεκμήρια 23, 25-30 και Τεκμήρια 33 (1, 2, 4, 5, 6, 8-11, 21, 25, 26, 40)), ο Εναγόμενος 1 όφειλε, ως υπεύθυνος του καταστήματος, να παραλαμβάνει τα χρήματα και τις επιταγές, ήταν υπεύθυνος να του αποδίδουν το ταμείο και να τα καταθέτει στην τράπεζα. Αν διαπίστωνε έλλειμμα όφειλε να ενημερώσει τη διεύθυνση, κάτι που ουδέποτε έπραξε. Για όλα τα πιο πάνω η μαρτυρία του Μ.Ε.2 γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια και στην πραγματικότητα. Οι Μ.Ε.3 και Μ.Ε.5 κρίνονται ως αντικειμενικοί και αμερόληπτοι μάρτυρες και η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της, ως μαρτυρία που καθόλου δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση. Είναι σημαντικό ότι ο Μ.Ε.3 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι επισκεπτόταν πολύ συχνά το επίδικο κατάστημα και γνωρίζει τον Εναγόμενο 1 ως τον υπεύθυνο του καταστήματος. Έχω εξετάσει με προσοχή τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ο οποίος επίσης κρίνεται ως σημαντικός μάρτυρας για τους Ενάγοντες. Αυτός μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι πεπεισμένη ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Με θετικότητα, σαφήνεια, και αυθορμητισμό απαντούσε σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο και η μαρτυρία του καθόλου δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση. Πέραν της υποκειμενικής εντύπωσης που αποκόμισα για το Μ.Ε.1 σημειώνω περαιτέρω και τα εξής:
  8. Ο ισχυρισμός του ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ο υπεύθυνος του καταστήματος της Λεμεσού, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 σύμφωνα με τον οποίο σε όλες τις επισκέψεις του στην Κύπρο, γνώριζε τον Εναγόμενο 1 ως υπεύθυνο του καταστήματος της Λεμεσού. Επίσης, σύμφωνα με το Μ.Ε.3, συχνό πελάτη στο κατάστημα Λεμεσού, ο Εναγόμενος 1 ήταν ο υπεύθυνος του καταστήματος. Περαιτέρω, ο Μ.Ε.6 υπό την ιδιότητα του ως λογιστής κατά τον ουσιώδη χρόνο, γνώριζε τον Εναγόμενο 1 ως τον υπεύθυνο του καταστήματος και είναι με αυτόν που επικοινωνούσε για οτιδήποτε είχε σχέση με την τήρηση των λογιστικών βιβλίων. Η πιο πάνω θέση του Μ.Ε.1 επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1 (με κάποια από τις εκδοχές του) αλλά και από το Μ.Υ.3, δικηγόρο του Εναγόμενου 1, σύμφωνα με τον οποίο, ο Εναγόμενος 1 του είχε αναφέρει ότι εργαζόταν στο κατάστημα της Λεμεσού, ως υπεύθυνος καταστήματος. Το γεγονός ότι στην κατάθεση του στην αστυνομία Τεκμήριο 15, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι από 1.2.2004 είχε προσληφθεί ο Γ. Αυλωνίτης ως υπεύθυνος καταστήματος, δεν κλονίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του Μ.Ε.
  9. Και τούτο γιατί αποδέχομαι την εύλογη εξήγηση που έδωσε στο Δικαστήριο, ότι η εντολή που είχε από τους συνεταίρους του στην Ελλάδα ήταν αυτός να αναλάβει σταδιακά τα καθήκοντα του υπεύθυνου καταστήματος. Πέραν τούτου, είναι σημαντικό ότι ο Μ.Ε.1 δεν ανέφερε στη μαρτυρία του ότι η πρόσληψη του Αυλωνίτη, αφαιρούσε συγχρόνως και την ιδιότητα του Εναγόμενου 1 από υπεύθυνου του καταστήματος. Επίσης, ο Μ.Ε.1 είχε αναφέρει στο Τεκμήριο 15 ότι οι καταθέσεις στην τράπεζα ήταν αποκλειστική ευθύνη και αρμοδιότητα του Εναγόμενου
  10. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι περιήλθε στην αντίληψη του και κατάθεση με υπογραφή άλλου πωλητή, όμως αυτό εγίνετο υπό την εποπτεία και έλεγχο του Εναγόμενου 1 και σε σπάνιες περιπτώσεις. Στο ταμείο είχε πρόσβαση ο Εναγόμενος 1 και ο Αυλωνίτης στην παρουσία όμως του Εναγόμενου
  11. Οι διευκρινίσεις αυτές όχι μόνο δεν επηρεάζουν την αξιοπιστία του Μ.Ε.1 αλλά αντίθετα αποδεικνύουν την ειλικρίνεια του ενώπιον του Δικαστηρίου.
  12. Ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 ότι ο Εναγόμενος 1 είχε παραδεχθεί, περί τα μέσα Ιουνίου 2004, στην παρουσία του ότι είχε υπεξαιρέσει τα χρήματα από το ταμείο του καταστήματος, προβάλλοντας ως δικαιολογία το άρρωστο παιδί του αδελφού του, επιβεβαιώνεται από τους Μ.Ε.4 και Μ.Ε.6, στην παρουσία των οποίων ο Εναγόμενος 1 προέβηκε στην ίδια παραδοχή.
  13. Ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 περί παραδοχή εκ μέρους του Εναγόμενου 1 για υπεξαίρεση χρημάτων από το ταμείο του καταστήματος, επιβεβαιώνεται και από τις ενέργειες του ίδιου του Εναγόμενου
  14. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε τα γραμμάτια Τεκμήρια 2 και 3 για ΛΚ52.072 και ΛΚ28.440 αντίστοιχα. Περαιτέρω, υπέγραψε τις δηλώσεις Τεκμήρια 13 και 14 με τις οποίες παραδέχεται ρητά ότι απέσπασε τα πιο πάνω χρηματικά ποσά από τους Ενάγοντες, χωρίς τη συγκατάθεση και έγκριση τους, και με την υπογραφή του Τεκμηρίου 12 ημερομηνίας 15.7.2004 παραδέχθηκε ότι θα ευθύνετο για οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ήθελε ευρεθεί ότι υπολείπετο από τους λογαριασμούς των Εναγόντων σε σχέση με το επίδικο κατάστημα Λεμεσού για την περίοδο 1.1.2003 - 31.12.
  15. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής των εν λόγω τεκμηρίων και απορρίπτω τη σχετική μαρτυρία των Εναγομένων 1 και 2 για τους λόγους που εξειδικεύω πιο κάτω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. Κατ' επέκταση, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν τα πιο πάνω τεκμήρια οικιοθελώς και με ελεύθερη βούληση αποδεχόμενη τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, ότι ουδέποτε απείλησε τον Εναγόμενο 1 ότι θα τον κατάγγελλε στην αστυνομία ούτε του υποσχέθηκε ότι αν υπόγραφε τα Τεκμήρια 2 και 3 θα επέτρεπε σε δικό του λογιστή να ελέγξει τις καταστάσεις των Εναγόντων για το έλλειμμα αφού δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση. Σε σχέση με τον τόπο όπου υπογράφηκαν τα Τεκμήρια 2 και 3 από την Εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια, αποδέχομαι σχετικά τη μαρτυρία του Μ.Ε.4 σύμφωνα με τον οποίο αυτά υπογράφτηκαν στο σπίτι της Εναγόμενης 2 και όχι στο γραφείο του Μ.Ε.
  16. Ως εκ τούτου δεν αποδέχομαι το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 ότι τα Τεκμήρια 2 και 3 υπογράφτηκαν από την Εναγόμενη 2 στο γραφείο του Μ.Ε.4, αφού τέτοια ήταν και η θέση του Μ.Ε.1 στην κατάθεση του στην αστυνομία Τεκμήριο
  17. Ωστόσο κρίνω ότι η μη αποδοχή από το Δικαστήριο, αυτού του μέρους της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του ως και τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Και τούτο γιατί, εκείνο που έχει σημασία, είναι η υπογραφή των Τεκμηρίων 2 και 3 από την Εναγόμενη 2, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση και όχι ο τόπος υπογραφής τους. Είναι περαιτέρω, θέση του Δικαστηρίου ότι η υπογραφή των δηλώσεων (Τεκμήρια 13 και 14) από τον Εναγόμενο 1, συμπεριλαμβανομένης της δεύτερης παραγράφου ότι σε περίπτωση μη πληρωμής των ποσών των δυο γραμματίων Τεκμήρια 2 και 3 μέχρι 30.8.2004 και 30.9.2004, αντίστοιχα, οι Ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα να καταγγείλουν την υπόθεση στην αστυνομία, δεν αποτελούσε απειλή για τον Εναγόμενο
  18. Αντίθετα, αποτελούσε αναφαίρετο δικαίωμα των Εναγόντων να προβούν σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία αλλά και υποχρέωση τους για εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
  19. Επιβεβαίωση της οικιοθελούς παραδοχής του Εναγόμενου 1 προς τα πιο πάνω πρόσωπα για το έλλειμμα, είναι και η παραδοχή του στην Ποινική Υπόθεση αρ.4092/05, έστω και για το ποσό των ΛΚ10.365 το οποίο παραδέχθηκε ότι απέσπασε από τους Ενάγοντες. Για όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι το Μ.Ε.1 ως αξιόπιστο μάρτυρα ως και τη μαρτυρία του ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια και στην πραγματικότητα, εξαιρούμενου του σημείου που προσδιορίστηκε πιο πάνω. Ο Μ.Ε.4 μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση και είμαι πεπεισμένη ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Πέραν από τα σχόλια σχετικά με τη μαρτυρία του Μ.Ε.4, που έγιναν από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση των πιο πάνω μαρτύρων και που επιβεβαιώνουν μέρος της μαρτυρίας του, αναφέρω ότι ο Μ.Ε.4 απαντούσε με ειλικρίνεια, σαφήνεια, θετικότητα και χωρίς υπεκφυγές και ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο και η μαρτυρία του καθόλου δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 (Μ.Υ.1 και 2) δεν μου έκαμαν καλή εντύπωση και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι απέκρυψαν από το Δικαστήριο και παραποίησαν την αλήθεια. Και τούτο γιατί, εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία τους σε κρίσιμα ζητήματα, σε τέτοιο βαθμό, που και οι δυο καθίστανται πλήρως αναξιόπιστοι. Και εξηγώ:
  20. Η Εναγόμενη 2 επέμενε ότι ο Μ.Ε.1, τόσο κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία στις 4.8.04 όσο και στη συνάντηση τους αρχές Σεπτεμβρίου 2004 αλλά και κατά την τελευταία συνάντηση τους περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2004, της ζητούσε επίμονα να πείσει τον Εναγόμενο 1 να σταματήσει από την εργασία του. Ωστόσο η θέση της αυτή δεν συνάδει τόσο με το αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 είχε ήδη αποχωρήσει από την εργασία του από την 10.9.2004 όσο και με τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 ο οποίος επέμενε ότι ο Μ.Ε.1 δεν επιθυμούσε να αποχωρήσει ο ίδιος από την εργασία του, διότι προέβαιναν από κοινού σε προσπάθειες για εξεύρεση των χρημάτων ώστε να κατατεθούν στο λογαριασμό των Εναγόντων.
  21. Αδυνατώ να δεχθώ και δεν δέχομαι ότι η Εναγόμενη 2 δεν γνωρίζει ποια ήταν τα καθήκοντα του Εναγόμενου 1 στο κατάστημα της Λεμεσού. Θεωρώ ότι πρόκειται για εμφανή υπεκφυγή της για να βοηθήσει τον Εναγόμενο 1 στην αλλοπρόσαλλη θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου, σχετικά με το κατά πόσο αυτός ήταν ο υπεύθυνος του καταστήματος. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος 1 στη μαρτυρία του δέχθηκε κατά την κυρίως εξέταση του ότι του είχε δοθεί ο ρόλος του υπεύθυνου καταστήματος. Κατά την αντεξέταση, διαφοροποίησε τη θέση του και ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν υπεύθυνος του καταστήματος αλλά ο αρχαιότερος. Η άρνηση του αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.3, ο οποίος επιβεβαιώνει ότι ο Εναγόμενος 1 του είχε αναφέρει στην πρώτη συνάντηση τους ότι ήταν ο υπεύθυνος του καταστήματος στη Λεμεσό.
  22. Αδυνατώ να δεχθώ και δεν δέχομαι τον ισχυρισμό της Εναγόμενης 2 ότι για τις επισκέψεις του Μ.Ε.1 και τα τηλεφωνήματα του, ως και για την υπογραφή των Τεκμηρίων 2 και 3 δεν ανέφερε οτιδήποτε στον Εναγόμενο 1, παρά μόνο μετά την υπογραφή των Τεκμηρίων 2 και
  23. Τέτοιος ισχυρισμός στερείται κάθε λογικής και σοβαρότητας και ως τέτοιος απορρίπτεται. Και τούτο γιατί η εξήγηση που έδωσε στο Δικαστήριο δεν υποστηρίζει λογικά τον ισχυρισμό της. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ο λόγος που δεν ενημέρωσε πριν την υπογραφή των Τεκμηρίων 2 και 3 τον Εναγόμενο 1, ήταν γιατί φοβόταν τις απειλές του Μ.Ε.1 ότι ο Εναγόμενος 1 θα πήγαινε φυλακή αλλά και γιατί της το ζήτησε ο Μ.Ε.
  24. Έχω την άποψη ότι εάν πράγματι η Εναγόμενη 2 δεχόταν απειλές εκ μέρους του Μ.Ε.1 για φυλάκιση του Εναγόμενου 1 και πράγματι πίστευε, όπως ισχυρίστηκε, ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν αθώος, η λογική και άμεση αντίδραση της, θα ήταν η ενημέρωση του Εναγόμενου 1 προκειμένου να τον προστατεύσει και όχι η υπογραφή των Τεκμηρίων 2 και 3 με τα οποία εγγυήθηκε το χρέος που αναγνώριζε ο Εναγόμενος 1 προς τους Ενάγοντες. Περαιτέρω, θα αναμένετο λογικά να προέβαινε σε καταγγελία εναντίον του Μ.Ε.1 στην αστυνομία για απειλές και εκβιασμό εκ μέρους του, κάτι όμως που δεν έπραξε. Επιπρόσθετα η θέση αυτή της Εναγόμενης 2 δεν συνάδει με τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι αναγκαστικά ενημέρωσε την Εναγόμενη 2 το Σεπτέμβρη του 2004, διότι τον πίεζε ο Μ.Ε.1 και έπρεπε να υπογράψει η Εναγόμενη
  25. Ενημέρωσε δηλαδή την Εναγόμενη 2 προτού αυτή υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο. Επίσης αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος 1, ανέφερε ότι μετά από την πίεση του Μ.Ε.1 να υπογράψει τα γραμμάτια και την επιθυμία του να υπογραφούν από εγγυητή, ο ίδιος πρότεινε την Εναγόμενη
  26. Θεωρώ ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις της και κατασκεύασμα της φαντασίας της, ώστε να τεκμηριώσει - ανεπιτυχώς - τους ισχυρισμούς της περί απειλών εκ μέρους του Μ.Ε.
  27. Λογικής στερείται και ο ισχυρισμός της Εναγόμενης 2 ότι ο Μ.Ε.1 της είχε πει πως αφού υπέγραφε τα Τεκμήρια 2 και 3 θα επέτρεπε σε δικό τους λογιστή να κάμει έλεγχο στα βιβλία των Εναγόντων για επιβεβαίωση του ελλείμματος. Θεωρώ ότι η ενέργεια της να υπογράψει πρώτα τα Τεκμήρια 2 και 3 με τα οποία ήδη εγγυήθηκε το χρέος του Εναγόμενου 1, δεν συνάδει λογικά με ισχυριζόμενη υπόσχεση του Μ.Ε.1 για εκ των υστέρων έλεγχο του ελλείμματος, από δικό τους λογιστή. Για τον ίδιο λόγο, δεν γίνεται δεκτός ούτε ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 3 και 14 μετά από διαβεβαιώσεις του Μ.Ε.1 ότι θα επέτρεπε δικό του λογιστή να ελέγξει τα βιβλία των Εναγόντων. Αδυνατώ να δεχθώ ότι και οι δυο Εναγόμενοι δεσμεύτηκαν με την υπογραφή τους επί των Τεκμηρίων 2, 3 και14 για τόσο μεγάλο χρέος, μετά από διαβεβαιώσεις του Μ.Ε.1 για εκ των υστέρων έλεγχο από δικό τους λογιστή. Δεν γίνεται επίσης αποδεκτός ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 ότι, ο Μ.Ε.1 τον είχε διαβεβαιώσει ότι αν αποδεικνυόταν με έλεγχο του λογιστή του ότι δεν υπήρχε έλλειμμα, οι Ενάγοντες θα απέσυραν τα γραμμάτια (Τεκμήρια 2 και 3) και δεν θα ίσχυαν. Τέτοιος ισχυρισμός στερείται κάθε σοβαρότητας και μόνο από κάποιο πρόσωπο αφελές και αδαή θα εγίνετο πιστευτός ο Μ.Ε.1, ο δε Εναγόμενος 1 κάθε άλλο παρά αφελής θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.
  28. Η Εναγόμενη 2, ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενη ότι όταν ο Μ.Ε.1 της προσκόμισε τα Τεκμήρια 2 και 3 για να τα υπογράψει, αυτά δεν ήταν ήδη υπογραμμένα από τον Εναγόμενο 1, ο οποίος τα υπόγραψε μετά τη δική της υπογραφή. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν θυμάται αν ήταν ήδη υπογραμμένα από τον Εναγόμενο 1 όταν η ίδια τα υπέγραψε. Όμως στη συνέχεια διαφοροποίησε τη θέση της και ισχυρίστηκε ότι όταν υπέγραψε τα Τεκμήρια 2 και 3 δεν υπήρχε σ'αυτά υπογραφή του Εναγόμενου
  29. Οι πιο πάνω αλλοπρόσαλλοι ισχυρισμοί της Εναγόμενης 2, έρχονται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1, σύμφωνα με τον οποίο υπέγραψε το γραμμάτιο (Τεκμήριο 2) πρώτος ο ίδιος.
  30. Ο Εναγόμενος 1 προέβαλε τον ισχυρισμό κατά την κυρίως εξέταση ότι ουδέποτε απέσπασε χρήματα από το ταμείο του καταστήματος Λεμεσού. Ωστόσο, δέχτηκε στη συνέχεια ότι πέραν του ποσού των ΛΚ10.365 που αφορούσαν οι κατηγορίες στην Ποινική Υπόθεση 4092/05 (Τεκμήριο 48), τις οποίες παραδέχτηκε και αποζημίωσε τους Ενάγοντες, δεν απέσπασε οποιοδήποτε άλλο ποσό από τους Ενάγοντες. Κατά την αντεξέταση, διαφοροποίησε τη θέση του και ισχυρίστηκε ότι παρόλο που παραδέχθηκε τις 18 κατηγορίες του Τεκμηρίου 48, δεν έκλεψε τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται. Αδυνατώ να δεχθώ και δεν δέχομαι ότι ο Εναγόμενος 1 θυσιάστηκε στην ουσία και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 12 μηνών με δική του παραδοχή για ποσά που δεν έκλεψε. Τέτοιος ισχυρισμός δεν συνάδει με τη λογική και απορρίπτεται. Η δε εξήγηση που έδωσε ότι παραδέχτηκε και πλήρωσε το ποσό των ΛΚ10.365 στους Ενάγοντες, ήταν γιατί η οικονομική του κατάσταση δεν του επέτρεπε να πληρώνει δικηγόρο για να τον υπερασπιστεί, ο δε διορισμός δικηγόρου με νομική αρωγή δεν θα τον υποστήριζε επαρκώς, στερείται κάθε λογικής και σοβαρότητας και δεν γίνεται αποδεχτός από το Δικαστήριο.
  31. Αδυνατώ να δεχτώ και δεν δέχομαι τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 1 ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 2, 3, 13, 14, 12 γιατί τον απείλησε ο Μ.Ε.1 ότι θα τον κατάγγελλε στην αστυνομία και τον διαβεβαίωσε ότι ήταν κάτι προσωρινό ως και ότι η υπογραφή των εν λόγω εγγράφων ήταν για τυπικούς λόγους. Μόνο άτομο αφελές θα υπέγραφε τα εν λόγω τεκμήρια κάτω από αυτές τις συνθήκες και ο Εναγόμενος 1 όχι μόνο δεν μου έδωσε την εντύπωση αφελούς ατόμου αλλά αντίθετα η εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο είναι ότι πρόκειται για έξυπνο και μεθοδικό άτομο που γνώριζε πάρα πολύ καλά τα έγγραφα που υπέγραφε και το περιεχόμενο τους, που κάθε άλλο παρά τυπικό μπορεί να χαρακτηριστεί.
  32. Δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 1 ότι υπέγραψε τα γραμμάτια Τεκμήρια 2 και 3 στην παρουσία μόνο του Μ.Ε.1 και στην παρουσία του δεν υπέγραψε κανένα πρόσωπο ως μάρτυρας. Και τούτο γιατί τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στην Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων ως λόγος μη εγκυρότητας των γραμματίων. Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Μ.Ε.4, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι στα γραμμάτια Τεκμήρια 2 και 3, στην παρουσία του και στην παρουσία του Εναγόμενου 1, υπέγραψαν ως μάρτυρες δυο υπάλληλοι του γραφείου του.
  33. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Ε.1 τον πίεζε να βρει τα χρήματα για να καλύψει το έλλειμμα, χωρίς να ενημερωθεί ο κ. Νάκας στην Ελλάδα γιατί θα αντιμετώπιζε πρόβλημα και ο ίδιος. Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Ε.1 του έλεγε ότι θα κατέθετε και ο ίδιος ο Μ.Ε.1 ένα ποσό χρημάτων στο ταμείο της Λεμεσού. Πρόσθεσε ότι σε κάποιο στάδιο, ο Μ.Ε.1 του εισηγήθηκε ότι ο ίδιος ο Μ.Ε.1 θα κατέθετε τα μισά χρήματα του ελλείμματος για να γλυτώσουν από τον κ. Νάκα και για 3 - 4 μήνες προσπαθούσαν από κοινού να δανειοδοτηθούν ή να πουλήσουν και οι δυο κτήματα για να πληρώσουν το έλλειμμα. Δεν αποδέχομαι τέτοιους ισχυρισμούς που κρίνονται παντελώς παράλογοι και μη σοβαροί. Αδυνατώ να δεχθώ ότι ο Μ.Ε.1 - του οποίου τη μαρτυρία το Δικαστήριο ήδη αποδέχθηκε - ως διευθυντής και μέτοχος των Εναγόντων, προέβαινε από κοινού με τον Εναγόμενο 1 σε ενέργειες για πληρωμή του ελλείμματος, χωρίς καμιά λογική εξήγηση. Ο Μ.Ε.2 στη μαρτυρία του, με κανένα τρόπο δεν ενέπλεξε το Μ.Ε.1 στο διαπιστωθέν έλλειμμα και επομένως κρίνεται ως παράλογη και αφύσικη η πιο πάνω θέση του Εναγόμενου 1, «για να γλυτώσουν από τον κ. Νάκα». Εύλογα εγείρεται το ερώτημα για ποιες ενέργειες του θα γλύτωνε ο Μ.Ε.1 από τον κ. Νάκα. Καμιά λογική εξήγηση έδωσε στο Δικαστήριο ο Εναγόμενος
  34. Κρίνω ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις του Εναγόμενου 1 που δεν γίνονται αποδεχτές και απορρίπτονται.
  35. Ο Εναγόμενος 1, αντεξετάστηκε επί μακρώ επί σωρεία εγγράφων και ειδικότερα επί αποδείξεων εισπράξεων, οι οποίες σχετίζονται και με κατηγορίες που παραδέχτηκε στην Ποινική Υπόθεση (Τεκμήριο 48). Σχετικά είναι τα πιο πάνω σχόλια του Δικαστηρίου σε σχέση με την παραδοχή του στο Ποινικό Δικαστήριο και δεν θα τα επαναλάβω. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να δώσει εύλογες εξηγήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με αποδείξεις είσπραξης στις οποίες αναφέρεται ο ίδιος αριθμός επιταγής (Τεκμήριο 34 (1, 2), Τεκμήριο 39
(11)
(10), Τεκμήριο 39(1, 2), Τεκμήριο 38) και απλά ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για λάθος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ίσως οι πελάτες που είναι διαφορετικοί, να ψώνισαν μαζί ή ακόμα ο ένας πελάτης να πλήρωσε και το λογαριασμό του άλλου πελάτη. Πρόκειται βεβαίως για αόριστους αλλά και μη σοβαρούς ισχυρισμούς που δεν γίνονται αποδεκτοί. Επίσης καμία εύλογη εξήγηση έδωσε σε σχέση με την απόδειξη Τεκμήριο 39
(6)για την οποία έδωσε μαρτυρία ο Μ.Ε.3, αν και σχετική με αυτή είναι η κατηγορία 8 του Τεκμηρίου 48. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι δεν έκδωσε ο ίδιος όλες τις αποδείξεις είσπραξης που κατατέθηκαν ως τεκμήριο, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η κατηγορία 17 του Τεκμηρίου 48, αφορά την απόδειξη Τεκμήριο 33
(1)που δεν έκδωσε ο ίδιος. Επίσης, σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι από 15.7.04 είχαν περιοριστεί τα καθήκοντα του και επομένως δεν ήταν υπεύθυνος του καταστήματος ούτε έπαιρνε τις καταθέσεις στην τράπεζα, σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι κατηγορίες 7 και 8 του Τεκμηρίου 48, αφορούν την ημερομηνία 31.7.04, μετά δηλαδή τον περιορισμό των καθηκόντων του, στις οποίες όμως παραδέχθηκε ενοχή. Επίσης είναι σημαντικό ότι αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι έκδωσε τις αποδείξεις είσπραξης (Τεκμήριο 39 (6 -11) μετά τον περιορισμό των καθηκόντων του και εισέπραξε τα ποσά.
  1. Αντεξεταζόμενος, δέχθηκε ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 2, 3, 12, 13 και 14 σε δυο συναντήσεις και όχι σε μια συνάντηση τον Ιούλιο
  2. Τονίζεται ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης προβάλλεται η θέση ότι, οτιδήποτε υπέγραψε ο Εναγόμενος 1, αυτό έγινε σε μια συνάντηση του με τους Ενάγοντες τον Ιούλιο
  3. Αυτός ο ισχυρισμός της Έκθεσης Υπεράσπισης δεν υποστηρίχθηκε με μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού η εκδοχή του Εναγόμενου 1 είναι παντελώς διαφορετική και επομένως δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο.
  4. Ο ισχυρισμός του σε σχέση με την επιταγή που ο Μ.Ε.1 βρήκε στο ταμείο τον Μάιο 2004 με δικαιούχο τον ίδιο, ότι είναι μουσικός και είχε ανοικτό λογαριασμό με τους Ενάγοντες, δεν γίνεται αποδεκτός αφού ο Μ.Ε.1 δεν αντεξετάστηκε σχετικά ώστε να δώσει τη δική του θέση.
  5. Αδυνατώ να δεχτώ και δεν δέχομαι τη θέση του Εναγόμενου 1 ότι υπέγραψε τα γραμμάτια Τεκμήρια 2 και 3 χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς ήταν, αφού όπως ανέφερα πιο πάνω, η εικόνα του στο Δικαστήριο ήταν αυτή ατόμου που γνώριζε πολύ καλά τις ενέργειες του ως και το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραφε. Αυτός βεβαίως ήταν και ο λόγος που προέβαινε σε διαπραγματεύσεις με τους Ενάγοντες και κατέβαλλε προσπάθειες για εξεύρεση τρόπου αποπληρωμής του ελλείμματος. Προκειμένου δε, να πείσει - ανεπιτυχώς - το Δικαστήριο για το ότι δεν ήξερε τι υπέγραφε, ισχυρίστηκε ότι το πρώτο γραμμάτιο (Τεκμήριο 2) ήταν για ποσό ΛΚ30.000 ενώ δέχθηκε στη συνέχεια ότι αυτό αφορούσε το ποσό των ΛΚ52.
  6. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι Εναγόμενοι 1 και 2 κρίνονται ως παντελώς αναξιόπιστοι και η μαρτυρία τους απορρίπτεται στο σύνολο της. Ο Μ.Υ.3 κρίνω ότι με τη μαρτυρία του προσπάθησε να βοηθήσει τους Εναγόμενους στην υπόθεση τους, και εξηγώ: Ισχυρίστηκε ότι στη συνάντηση που είχε με το Μ.Ε.1 το Σεπτέμβρη ή Οκτώβρη του 2004, συζήτησαν τον τρόπο πληρωμής του ελλείμματος και άρχισαν τη συζήτηση για ένα ποσό ΛΚ30.000 - ΛΚ40.
  7. Θεωρώ παντελώς παράλογο τέτοιο ισχυρισμό και αδυνατώ να δεχθώ ότι ο Μ.Ε.1 συζητούσε για τέτοιο χαμηλό ποσό όταν ήδη οι Εναγόμενοι είχαν υπογράψει τα δυο γραμμάτια ποσών ΛΚ52.072 και ΛΚ28.440 (Τεκμήρια 2 και 3). Αδυνατώ επίσης να δεχθώ τον ισχυρισμό του Μ.Υ.3, ότι στη συνάντηση που έγινε το Γενάρη ή Φεβράρη 2005 η θέση του Εναγόμενου 1 ήταν ότι μόνο αν του εδίδοντο προς έλεγχο τα απαραίτητα στοιχεία και αφού τα εξέταζε και αποδεικνύετο ότι το έλλειμμα προήλθε από δικές του ενέργειες, θα συζητούσαν τον τρόπο εξόφλησης του ποσού. Πρόσθεσε επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 σ' αυτή τη συνάντηση δεν συμφωνούσε με τα ποσά των γραμματίων. Το Δικαστήριο ήδη αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ο οποίος ήταν παρών στην εν λόγω συνάντηση και σύμφωνα με τον οποίο τα γραμμάτια (Τεκμήρια 2 και 3) ήταν πάνω στο τραπέζι και δεν τέθηκε κανένα θέμα αναφορικά με τις συνθήκες που υπογράφτηκαν αλλά η συζήτηση περιορίστηκε στον τρόπο εξόφλησης τους. Περαιτέρω, το Δικαστήριο ήδη αποδέχθηκε, σύμφωνα με το Μ.Ε.2, ότι αυτός στην εν λόγω συνάντηση προθυμοποιήθηκε να παραδώσει άμεσα στο λογιστή των Εναγομένων την έκθεση του, όμως ο δικηγόρος του Εναγόμενου 1 παρενέβηκε ζητώντας τον τρόπο πληρωμής του χρέους και κανένας δεν του ζήτησε εξηγήσεις. Επομένως, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη θέση του Μ.Υ.3 ότι οι Ενάγοντες αρνήθηκαν και δεν συνεργάζοντο επί του θέματος. Δεν έχω εντοπίσει καμιά λογική στη θέση του Μ.Υ.3 περί άρνησης των Εναγόντων να παραδώσουν τα στοιχεία του ελλείμματος στο λογιστή των Εναγομένων, έχοντας κατά νου το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα δυο γραμμάτια Τεκμήρια 2 και 3 είχαν ήδη υπογραφεί, όπως και τα Τεκμήρια 12, 13 και 14 αλλά και γιατί όλα τα τεκμήρια που έχει ο Μ.Ε.2 καταθέσει στο Δικαστήριο, δείχνουν με κάθε λεπτομέρεια το ποσό του ελλείμματος. Επομένως, δεν βρίσκω κανένα λόγο που θα δικαιολογούσε τέτοια στάση των Εναγόντων. Απεναντίας η στάση και συμπεριφορά των Εναγομένων μέχρι τότε, δηλαδή η υπογραφή των Τεκμηρίων 2, 3, 12, 13 και 14, η ρητή παραδοχή του Εναγόμενου 1 και προφορικά, ότι αυτός ευθύνετο για το έλλειμμα αλλά και οι διαπραγματεύσεις στις οποίες προέβαινε για πληρωμή του ελλείμματος, επιβεβαιώνουν τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι το θέμα της συζήτησης το Φεβρουάριο 2005 ήταν μόνο ο τρόπος αποπληρωμής. Επιπρόσθετα, δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του Μ.Υ.3 ότι δεν έλαβε γνώση των γραμματίων και εγγράφων που υπέγραψε ο Εναγόμενος 1, πριν να υπογράψει και αυτά δεν του κοινοποιήθηκαν. Και τούτο, όχι μόνο γιατί το Δικαστήριο, ήδη αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Μ.Ε.4 που τον διαψεύδει αλλά και γιατί κατά την αντεξέταση, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν γνωρίζει πόσα γραμμάτια υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 ούτε γνωρίζει ότι υπέγραψε τέτοια έγγραφα. Αδυνατώ να δεχθώ και δεν δέχομαι τέτοιο ισχυρισμό. Μου φαίνεται αδιανόητο να παρευρέθηκε σε συνάντηση με τους Ενάγοντες τον Φεβρουάριο του 2005 εκπροσωπώντας τους Εναγόμενους και να μην γνώριζε ότι ήδη οι Εναγόμενοι είχαν υπογράψει γραμμάτια και δηλώσεις. Εξάλλου, όπως ο ίδιος ανέφερε, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, στην εν λόγω συνάντηση, ο Εναγόμενος 1 δεν συμφωνούσε με τα ποσά των γραμματίων γι' αυτό και ζητούσαν τα στοιχεία για έλεγχο από το λογιστή. Εύλογα τίθεται το ερώτημα πώς ο Μ.Υ.3 μπορεί να ισχυρίζεται κάτι τέτοιο και συγχρόνως να μην γνωρίζει πόσα γραμμάτια υπογράφτηκαν και άρα ούτε τα ποσά τους. Θεωρώ την απάντηση του - συνεκτιμώντας τα πιο πάνω - ότι δεν θυμάται αν τα γραμμάτια ήταν πάνω στο τραπέζι, ως υπεκφυγή για να βοηθήσει τους Εναγόμενους, έχοντας κατά νου ότι ο Μ.Ε.2 τον διαψεύδει, σύμφωνα με τον οποίο τα γραμμάτια ήταν πάνω στο τραπέζι και η συζήτηση αφορούσε τον τρόπο εξόφλησης τους. Για όλους τους πιο π άνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.3 και την απορρίπτω στο σύνολο της. Ο Μ.Υ.4 δεν μου έκαμε καλή εντύπωση και κρίνω ότι προσήλθε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο για να εξυπηρετήσει τους Εναγόμενους, που είναι στενοί συγγενείς του και όχι προς εξυπηρέτηση της αλήθειας. Δεν αποδέχομαι ειδικότερα, τον ισχυρισμό του ότι στην παρουσία του ο Μ.Ε.1 τον Οκτώβρη του 2004 είχε προτείνει στον Εναγόμενο 1 να βρει ποσό ΛΚ90.000 - ΛΚ100.000 και ο ίδιος ο Μ.Ε.1 θα συμπλήρωνε τα υπόλοιπα χρήματα. Επαναλαμβάνω ότι οι Εναγόμενοι ήδη είχαν υπογράψει τα Τεκμήρια 2, 3, 12, 13, 14 και θεωρώ τέτοιο ισχυρισμό παράλογο και μη σοβαρό. Για όλα τα πιο πάνω, απορρίπτω τη μαρτυρία του Μ.Υ.4 στο σύνολο της. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα και τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ειδικότερα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι: (α) Ο Εναγόμενος 1 ως υπεύθυνος του καταστήματος των Εναγόντων στη Λεμεσό για την περίοδο από 1.7.2002 μέχρι 30.9.2004, υπεξαίρεσε, ιδιοποιήθηκε και κατακράτησε παράνομα χρήματα των Εναγόντων τα οποία εισέπραττε από πελάτες για λογαριασμό και προς όφελος των Εναγόντων συνολικού ποσού ΛΚ165.821,
  8. (β) Μετά από παραδοχή του Εναγόμενου 1 στον Μ.Ε.1 για τις πιο πάνω ενέργειες του, ο Εναγόμενος 1 έναντι του πιο πάνω ποσού, υπέγραψε προς όφελος των Εναγόντων γραμμάτια συνήθους τύπου και δηλώσεις (Τεκμήρια 2, 3, 12, 13 και 14) ημερομηνίας 15.7.2004 και 10.9.2004, με την εγγύηση της Εναγόμενης 2 για τα ποσά ΛΚ52.072 και ΛΚ28.440, δηλαδή συνολικά για ΛΚ80.
  9. Ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε τα γραμμάτια στην παρουσία δύο μαρτύρων και τόσο αυτός όσο και η Εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια τα υπέγραψαν οικιοθελώς, με ελεύθερη βούληση και χωρίς πιέσεις και απειλές εκ μέρους του Μ.Ε.
  10. (γ) Οι Ενάγοντες το Φεβρουάριο 2005 κατάγγειλαν τον Εναγόμενο 1 στην Αστυνομία για τις πιο πάνω ενέργειες του και εναντίον του καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση αρ. 4092/05 (Τεκμήριο 48), στην οποία παραδέχθηκε ενοχή. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών και αποζημίωσε τους Ενάγοντες για το ποσό των ΛΚ10.
  11. Με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 78 και 80 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 που διέπουν τα γραμμάτια συνήθους τύπου, το περιεχόμενο ενός γραμματίου συνήθους τύπου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σ΄ αυτό, εφόσον αποδειχθούν και γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο τα ουσιώδη στοιχεία του γραμματίου που περιγράφονται στο άρθρο
  12. Είναι νομολογημένο ότι το γραμμάτιο συνήθους τύπου είναι εκ του νόμου έγγραφο τυπικό. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται αυστηρή εφαρμογή των προνοιών του νόμου καθ΄ όσον αφορά το λεκτικό του κειμένου και την κατάρτιση του εγγράφου. Οι πρόνοιες του άρθρου 78 θα πρέπει να ακολουθούνται και εφαρμόζονται με αυστηρότητα προτού το έγγραφο θεωρηθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου (βλ. Λοϊζος Κώστα Λοϊζίδης ν. Ανδρέα Μιχαήλ Τσιακλή κ.α.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1418, Loukis Papastratis v. Economou 1 C.L.R. 11, Βαρνάβας Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483, Νίκος Λάρκου ν. Ελένης Παναγή
(1996)1 Α.Α.Δ.80). Εφόσον ο οφειλέτης αμφισβητεί τη νομική υπόσταση εγγράφου ως γραμματίου συνήθους τύπου, επικαλούμενος προς τούτο λόγους οι οποίοι άπτονται της σωστής κατάρτισης του εγγράφου, το πρώτιστο καθήκον του πιστωτή είναι να αποδείξει ότι η κατάρτιση του εγγράφου έγινε σύμφωνα και κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 78 του Κεφ.
  1. Η μετάθεση του βάρους απόδειξης από το διάδικο που επικαλείται γραμμάτιο συνήθους τύπου, στο διάδικο που προβάλλει ως υπεράσπιση ένα ή και περισσότερους από τους λόγους που προβλέπει το άρθρο 80 του νόμου, γίνεται αφού πρώτα αποδειχθεί ότι το λεκτικό του κειμένου και η κατάρτιση του εγγράφου συνάδουν προς τα οριζόμενα από το άρθρο 78 του νόμου στοιχεία και προϋποθέσεις. Η παράλειψη του πιστωτή να αποδείξει τη σωστή κατάρτιση του εγγράφου, αποτελεί από μόνη της λόγο για την αποτυχία της υπόθεσης του (βλ. Λοϊζίδης ν. Τσιακλή (ανωτέρω)). Με βάση τα ευρήματα στα οποία το Δικαστήριο κατέληξε η κατάρτιση των Τεκμηρίων 2 και 3 έγινε σύμφωνα και κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 78 του Κεφ.
  2. Είναι σημαντικό να τονιστεί, όπως ανέφερα και πιο πάνω, ότι οι Εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους δεν αμφισβητούν τη νομική υπόσταση των Τεκμηρίων 2 και 3 ως γραμμάτια συνήθους τύπου. Δεν επικαλέστηκαν προς τούτο στην Υπεράσπισή τους, λόγους που άπτονται της σωστής κατάρτισης των Τεκμηρίων 2 και 3 και ειδικότερα την υπογραφή τους στην απουσία δύο μαρτύρων, ανίκανων προς το συμβάλλεσθαι, λόγους που οι Εναγόμενοι προέβαλαν για πρώτη φορά στη μαρτυρία τους και στους οποίους το Δικαστήριο καμιά βαρύτητα μπορεί να προσδώσει αφού δεν είναι δικογραφημένοι. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο αξιολογώντας τη μαρτυρία των Εναγόντων ικανοποιείται ότι αυτά υπογράφτηκαν στην παρουσία δύο μαρτύρων, και επομένως καταρτίστηκαν νομότυπα και είναι καθ΄ όλα έγκυρα, αφού αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι υπογράφτηκαν με την ελεύθερη βούληση των Εναγομένων και χωρίς καμιά άσκηση ψυχικής πίεσης, απειλών, ψευδών παραστάσεων, απάτης, δόλου και εξαναγκασμού από τους Ενάγοντες. Για όλα τα πιο πάνω, η αγωγή επιτυγχάνει, η δε ανταπαίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον: (α) των Εναγομένων 1 και 2 για €137.562.91 (ΛΚ80.512) με τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού €88.970,29 (ΛΚ52.072) από 15.7.2004 μέχρι εξόφλησης και τόκο 9% ετησίως επί ποσού €48.592,62 (ΛΚ28.440) από 10.9.2004 μέχρι εξόφλησης, και (β) του Εναγόμενου 1 για το ποσό των €145.760,03 (ΛΚ85.309,56) με νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται περαιτέρω, έξοδα προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Γραμμάτια - Γραπτή αναγνώριση χρέους cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.