← Κύπρος

ΑLPHA BANK LTD ν. Φίλιππου Ραπτόπουλου κ.α., Αγωγή αρ. 2256/04, 31.5.11

ΑLPHA BANK LTD ν. Φίλιππου Ραπτόπουλου κ.α., Αγωγή αρ. 2256/04, 31.5.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A167 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2256/04 Μεταξύ: ΑLPHA BANK LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και -

  1. Φίλιππου Ραπτόπουλου, από τη Λεμεσό
  2. Γιώργου Κουλλαπή, από τη Λεμεσό
  3. Χριστίνας Περικλέους, από τη Λεμεσό
  4. Χαρίκλεια Αντωνίου, από τη Λεμεσό Εναγομένων ------------------- 31.5.11 Για τους ενάγοντες: κος Καρατζής για κ. Ν. Αναστασιάδη Για τους εναγόμενους: κος Δ. Μιχαήλ Εναγόμενος 2 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή αξιώνεται εναντίον όλων των εναγομένων έκδοση απόφασης για ποσό ΛΚ34.653,59 ως υπόλοιπο δανείου το οποίο παρασχέθηκε από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους 1 και 2 με την εγγύηση των εναγομένων 3 και
  5. Aξιώνονται επίσης: "Γ. Διάταγμα και/ή αναγνωριστική απόφαση για το ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε κεφαλοποίηση των τόκων του λογαριασμού δανείου των Εναγομένων 1 & 2 με αριθμό 316-01479-4202-3 και τώρα 516-36000-31496 ανά εξάμηνο ήτοι κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου για εξαργύρωση της Ασφάλειας Ζωής του Εναγομένου 2 με αριθμόν 1-115894-6 στην UNIVERSAL LIFE INSURANCE CO. LTD προς όφελος των Εναγόντων δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 20/11/2001 ως αναφέρεται ανωτέρω και εξασκήσουν το δικαίωμα πωλήσεως της ασφάλειας είτε με ιδιωτική συμφωνία είτε με δημόσιο πλειστηριασμό.» Σύμφωνα με την έκθεση Απαιτήσεως τα γεγονότα που συνθέτουν τη διαφορά όπως περιγράφονται σε αυτή είναι: Κατόπιν εγγράφου συμφωνίας ημερ. 20.12.2001 μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 και 2, οι τελευταίοι ζήτησαν και οι ενάγοντες αποδέχθησαν να παραχωρήσουν και όντως παραχώρησαν σε αυτούς δάνειο για το ποσό των ΛΚ35.000 με όρους που η εν λόγω συμφωνία διελάμβανε. Οι όροι αφορούσαν την αποπληρωμή του δανείου, το επιτόκιο και τους τόκους υπερημερίας. Με άλλη έγγραφη συμφωνίας ημερομηνίας 20.12.01 οι εναγόμενες 3 και 4 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και
  6. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 2, ο εναγόμενος 2 εκχώρησε τα δικαιώματα του που πήγαζαν από την ασφάλεια Ζωής που είχε με την εταιρεία Universal Life Insurance Company Ltd για το ποσό των ΛΚ50.
  7. Δεδομένου ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν ανταποκρίθησαν προς τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 7.4.03 τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου με αρ. 316-01479-4202-3 και κάλεσαν τους εναγομένους σε άμεση εξόφληση του λογαριασμού. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, παραδέχονται την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και την παροχή του δανείου προς τους εναγόμενους 1 και 2 και την παραχώρηση από τις εναγόμενες 3 και 4, των εγγυήσεων δυνάμει συμφωνίας ημερ. 20.12.
  8. Παραδέχονται επίσης την εκ μέρους του εναγόμενου 2 εκχώρηση της ασφάλειας ζωής του προς όφελος των εναγόντων. Ισχυρίζονται όμως ότι οι ενάγοντες είχαν ενημερώσει τους εναγόμενους 1 και 2 ότι προς εξασφάλιση της συμφωνίας δανείου, υπήρχε ενεχυρίαση 44.000 μετοχών της Sharelink Financial Services Ltd προς όφελος των εναγόντων ιδιοκτησίας της εναγομένης
  9. Ως εκ τούτου, είναι ο περαιτέρω ισχυρισμός του ότι παροτρύνθηκαν, παρασύρθηκαν και επηρεάστηκαν να συμφωνήσουν και υπογράψουν την επίδικη συμφωνία λόγω ψευδών παραστάσεων και απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων και λόγω πλάνης αναφορικά με τα γεγονότα της επίδικης συμφωνίας. Ακολουθεί παράθεση λεπτομερειών, ψευδών παραστάσεων και πλάνης και απάτης των εναγομένων με τις οποίες αποδίδουν στους ενάγοντες απόκρυψη του γεγονότος ότι κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δεν υπήρχε η εξασφάλιση των 44.000 μετοχών. Ότι διαβεβαίωσαν τους εναγόμενοςυ 1 και 2 ότι οι μετοχές αυτές ήταν δεσμευμένες και ήταν υφιστάμενη εξασφάλιση ενεχυρίασης, κάτι όμως που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Αποδίδεται επίσης στους ενάγοντες αμέλεια και παράλειψη καθήκοντος, να διαπιστώσουν την ύπαρξη ή όχι της ενεχυρίασης αυτής, και ότι επέτρεψαν σε άλλους να προξενήσουν βλάβη και απώλεια των μετοχών ενώ αυτοί οι ενάγοντες ήσαν οι θεματοφύλακες των μετοχών. Αποτελεί τη θέση των εναγομένων, ότι λόγω της επιδειχθείσας αμέλειας των εναγόντων και λόγω της ύπαρξης ψευδών παραστάσεων, η επίδικη συμφωνία δεν είναι δεσμευτική ούτε παράγει έννομα αποτελέσματα, και αξιώνεται η ακύρωση τόσο της συμφωνίας δανείου, όσο και της συμφωνίας εγγύησης. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε χρεώσεις τόκων και επιβαρύνσεων πέραν του επιτρεπομένου επιτοκίου. Με το δικόγραφο της Απάντησης οι ενάγοντες, θέτουν τα εξής σε σχέση με το θέμα αυτό που εγέρθηκε από τους εναγόμενους: «Στην Επιστολή προσφοράς και αποδοχής (Letter of Order and acceptance) ημερ. 20.12.2001, η οποία υπεγράφη από τους Ενάγοντες και τους Εναγόμενους 1 και 2 και συγκεκριμένα στην παράγραφο Β κάτω από τον τίτλο «ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ» αναφέρεται ότι στα πλαίσια της επίδικης Συμφωνίας Δανείου ενεχυριάστηκαν 44.000 μετοχές της Sharelink Financial Services Ltd προς όφελος των Εναγόντων καθώς επίσης και ότι αυτή η εξασφάλιση ήταν υφιστάμενη. Η Εναγόμενη 3 κατά ή περί την 22.02.2000 υπέγραψε έγγραφο ενεχυρίασης 4.000 μετοχών με το οποίο ενεχυρίαζε τις εν λόγω μετοχές στους Ενάγοντες. Κατά ή περί την 03.03.2000 η εταιρεία Sharelink Financial Services Ltd με επιστολή της πιστοποίησε την ενεχυρίαση των μετοχών προς όφελος των Εναγόντων. Κατά ή περί την 21.03.2000 οι ενάγοντες αφού εξασφάλισαν την ενεχυρίαση των μετοχών ετοίμασαν νέα επιστολή προσφοράς και αποδοχής (Letter of Offer and acceptance) στην οποία συμπεριλαμβανόταν ως εξασφάλιση για το Δάνειο Τακτής Προθεσμίας ημερ. 29.11.1999 η ενεχυρίαση των 4.000 μετοχών και η οποία υπεγράφη από τους Ενάγοντες και τους Εναγομένους 1 και 2 . Κατά ή περί την 30.06.2000 η εταιρεία Sharelink Financial Services Ltd με ανακοίνωση της παραχώρησε 10 επιπρόσθετες μετοχές για κάθε μια μετοχή την οποία κατείχαν οι μέτοχοι της (bonus shares) κατά συνέπεια οι ενεχυριασθείσες μετοχές τις οποίες κατείχαν οι Ενάγοντες προς όφελος τους αυξήθηκαν σε 44.
  10. Συνεπώς, οι Ενάγοντες είχαν στη διάθεση τους ως υφιστάμενη εξασφάλιση τις ενεχυριασθείσες μετοχές αφού αυτές προϋπήρχαν της επίδικης συμφωνίας και είχαν δοθεί ως εκ των υστέρων εξασφάλιση για τη συμφωνία παροχής Δανείου Τακτής Προθεσμίας η οποία είχε καταρτιστεί μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 και 2 στις 29.11.1999 και συνέχισαν να είναι ως εξασφάλιση και για την παρούσα επίδικη συμφωνία δανείου.» Ισχυρίζονται ότι για πρώτη φορά πληροφορήθηκαν στις 2.6.03 ότι οι μετοχές αποδεσμεύτηκαν περί τον Ιούνιο του
  11. Μοναδικά επομένως επίδικα θέματα τα οποία παραμένουν προς εκδίκαση είναι το έγκυρο της συμφωνίας και το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Η υπόθεση των εναγόντων προσφέρθηκε με δύο μάρτυρες, η μαρτυρία των οποίων παρατίθεται κατωτέρω. Ο Νεόφυτος Παρέας (Μ.Ε.1) ανήκει στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων των εναγόντων από το
  12. Είναι ένας από τους Λειτουργούς στον οποίο ανατέθηκε ο χειρισμός και ο έλεγχος του λογαριασμού της παρούσας υπόθεσης. Υπό την ιδιότητα του αυτή είχε και κατέθεσε στο Δικαστήριο τα Τεκμήρια 1 μέχρι και Τεκ.13 τα οποία περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων την επίδικη συμφωνία (Τεκ.4), την επιστολή προσφοράς (Τεκ.3), τη συμφωνία εγγύησης (Τεκ.6), την εκχώρηση της ασφάλειας του εναγόμενου 2 (Τεκ.7), την ενεχυρίαση των μετοχών (Τεκ.9). Στις 14.12.01 οι εναγόμενοι 1 και 2 υπέβαλαν αίτηση με την οποία ζητούσαν να τους παρασχεθεί και ανανεωθεί από τους ενάγοντες η παροχή δανείου, πίστωσης και άλλες διευκολύνσεις (Τεκ.2). Οι ενάγοντες αποδέχτηκαν την πρόταση και παραχώρησαν δάνειο ύψους €59.801,05 (ΛΚ35.000) υπό την προϋπόθεση ότι θα παρήχοντο ως εξασφαλίσεις (α) ενεχυρίαση 44.000 μετοχών της Sharelink Financial Services Ltd, (β) εκχώρηση της ασφάλειας ζωής του εναγομένου 2 και (γ) προσωπικές, αλληλέγγυες και κεχωρισμένες εγγυήσεις απεριορίστου ποσού των εναγομένων 3 και
  13. Της Αίτησης και της Προσφοράς ακολούθησε η υπογραφή εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 της Συμφωνίας Δανείου ημερ. 20.12.01 (Τεκ.4). Να σημειωθεί ότι κατατέθηκαν αντίγραφα και όχι τα πρωτότυπα των εν λόγω τεκμηρίων, καθόσον είχαν ήδη κατατεθεί ως τεκμήρια όταν η ακρόαση της υπόθεσης είχε ξεκινήσει ενώπιον Επαρχιακού Δικαστή και για λόγους που φαίνονται στο σχετικό πρακτικό, αποφασίσθηκε η de novo εκδίκαση της και παραπέφθηκε για εκδίκαση με οδηγίες του Προέδρου ενώπιον Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή. Η επίδικη συμφωνία, περιλάμβανε μεταξύ άλλων τον τρόπο πληρωμής, και επιβολή επιτοκίου τόκου υπερημερίας και διαφόρων άλλων δικαιωμάτων τα οποία θα εξεταστούν κατωτέρω όταν εξετάζεται το θέμα του επιτοκίου. Το ποσό του δανείου το οποίο παραχωρήθηκε από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους 1 και 2, μεταφέρθηκε με το Έντυπο Μεταφοράς (transfer voucher) (Tεκ.5) στο λογαριασμό δανείου των εναγομένων 1 και 2 με αριθμό 316-014779-4202-
  14. Οι εναγόμενες 3 και 4 εγγυήθηκαν αυθημερόν (τεκμήριο 6) όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και 2 προς τους ενάγοντες. Ταυτόχρονα ο εναγόμενος 2 εκχώρησε τα δικαιώματα επί της ασφάλειας ζωής ύψους ΛΚ50.000 (Τεκ.7). Η εναγόμενη 3 συμφώνησε με τους ενάγοντες να συνεχίσουν να κατέχουν ως εξασφάλιση τις 4.000 ενεχυριασθείσες μετοχές της εταιρείας Sharelink Financial Services Ltd τις οποίες είχε ήδη ενεχυριάσει προς όφελος των εναγόντων βάσει προγενέστερης πιστωτικής διευκόλυνσης προς τους εναγόμενους 1 και 2, δυνάμει εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών ημερ. 22.2.00 (Τεκ.9). Η ενεχυρίαση αυτή των μετοχών έγινε για εξασφάλιση δανείου ύψους ΛΚ80.000 το οποίο παραχωρήθηκε το Νοέμβριο του 1999 προς τους εναγόμενους 1 και
  15. (Τεκ.14Α, 14Β, 14Γ). Η εναγόμενη 3 είχε παραχωρήσει τότε προς τους ενάγοντες το τίτλο των μετοχών της (Τεκ.16) και πληρεξούσιο ημερ. 22.2.00 (Τεκ.17). Οι ενάγοντες τότε είχαν αποστείλει προς την εταιρεία Sharelink επιστολή ημερομηνίας 22.2.00 (Τεκ.10) με τη οποία γνωστοποιούσαν στην εν λόγω εταιρεία την ενεχυρίαση των μετοχών αυτών, ιδιοκτησίας της εναγομένης
  16. Στο κάτω μέρος της επιστολής αυτής υπάρχει απάντηση της εταιρείας Sharelink ημερ. 3.3.000 με την οποία πιστοποιείται ότι η ενεχυρίαση των μετοχών αυτών έχει καταχωρηθεί κατάλληλα στο Μητρώο Μελών. Συνεπεία της μη ομαλής λειτουργίας του λογαριασμού δανείου των εναγομένων 1 και 2, οι ενάγοντες με σχετικές επιστολές (Τεκ.11) τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού και κάλεσαν τους εναγόμενους να εξοφλήσουν όλο το χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο ανερχόταν τότε σε €59.209,17 (ΛΚ34.653.59) πλέον τόκους. Επιστολές στάλησαν και προς τις εναγόμενες 3 και 4 ως εγγυήτριες (Τεκ.12Α και 12Β). Εξηγώντας τη τύχη των μετοχών, ανέφερε ότι το έτος 2003 με 2004, περιήλθε εις γνώση τους ότι οι μετοχές αποξενώθηκαν. Απέστειλαν σχετική επιστολή στη Sharelink αλλά δεν έλαβαν οποιαδήποτε απάντηση. Τις πληροφορίες για αποξένωση των μετοχών έλαβε ο ίδιος προσωπικά από τους εναγόμενους χωρίς όμως να είναι σε θέση να θυμηθεί από ποιον συγκεκριμένα. Κατατέθηκε εκ μέρους του Μ.Ε.1 πιστοποιητικό και καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες εμφαίνεται το τελευταίο, σύμφωνα με τους δικούς τους υπολογισμούς, υπόλοιπο των εναγομένων το οποίο ανέρχεται σε €109.009,89 (ΛΚ63.800,65), πλέον τόκους προς 8% επί ποσού (104.996,69 (ΛΚ61.451,83) από 21.6.10 μέχρι εξόφλησης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι 4.000 μετοχές έγιναν 44.000 μέσω κάποιας διαδικασίας του Χρηματιστηρίου την οποία δεν γνώριζε να καθορίσει, καθ' όσων ανέφερε, δεν είναι χρηματιστής. Δέχθηκε όμως ότι ενδεχομένως να δόθησαν τα λεγόμενα bonus shares. Δέχθηκε ότι η αποδέσμευση μιας εξασφάλισης μπορεί να γίνει με τη συμφωνία των μερών, όμως ήταν η θέση του πως στη συγκεκριμένη περίπτωση της αποξένωσης των μετοχών, δεν έδωσαν τέτοιες οδηγίες. Μετά την πληροφόρηση που έλαβαν οι ενάγοντες για την αποξένωση των μετοχών της εναγομένης 3, ανατέθηκε στην Κατερίνα Ελευθερίου (Μ.Ε.2) να αποστείλει και απέστειλε επιστολή μέσω ταχυδρομίού στην εταιρεία Sharelink με την οποια ζητούσαν να τους πληροφορήσει γραπτώς πως είχε επιτραπεί η πώληση των μετοχών χωρίς τη συγκατάθεση των εναγόντων (Τεκ.19). Η εν λόγω μάρτυρας δήλωσε ότι λόγω της εμπεριίας της γνωρίζει ότι για να επιτευχθεί αποδέσμευση ενεχυριασθεισών μετοχών θα πρέπει να δοθούν ρητές γραπτές οδηγίες από τη διεύθυνση των εναγόντων και ακολούθως να συμπληρωθεί κατάλληλα το ειδικό έντυπο Αποδέσμευσης των μετοχών. Μετά τη λήψη αυτών των δύο εγγράφων από τη Χρηματιστηριακή Εταιρεία, τότε αυτή είναι υπόλογη να τις αποδεσμεύσει. Ακολούθως ο ιδιοκτήτης των μετοχών έχει το δικαίωμα να τις πωλήσει. Επιβεβαίωσε η μάρτυρας, ότι στην παρούσα περίπτωση οι ενάγοντες για πρώτη φορά περί τις αρχές του 2003, γύρω στο Μάρτιο, είχαν πληροφορηθεί ότι η εναγόμενη 3 είχε πωλήσει τις μετοχές αυτές και ότι η πράξη πώλησης έγινε κατά το Μάιο του
  17. Δήλωσε η Μ.Ε.2 ότι η διεύθυνση των εναγόντων ουδέποτε έδωσε ρητές οδηγίες προς την εταιρία Sharelink και ουδέποτε υπεγράφη από τους ενάγοντες οποιονδήποτε έντυπο αποδέσμευσης αναφορικά με τις επίδικες μετοχές. Θέλοντας να διαψεύσει τις θέσεις των εναγομένων για την ισχυριζόμενη πλάνη στην σύναψη της συμφωνίας, παρουσίασε επιστολή του εναγομένου 1 ημερομηνίας 24.6.08 (Τεκ. 18) με την οποία υπέβαλε πρόταση για διευθέτηση του επίδικου χρέους. ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση δόθηκαν μέσα από τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 Γιώργου Κουλλαπή (Μ.Υ.2) που ανέφερε τα ακόλουθα: Τόσο ο ίδιος όσος και ο εναγόμενος 1 είχαν συνεργαστεί με τους ενάγοντες και πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Συγκεκριμένα κατά/ή περί την 29/11/1999 τους παραχωρήθηκε δάνειο για το ποσό των Λ.Κ. 80,000 για επενδυτικούς σκοπούς δηλαδή για την αγορά μετοχών, με ημερομηνία λήξης του εν λόγω δανείου την 31/10/
  18. Κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2000, έδωσαν στους ενάγοντες ως εξασφάλιση για το εν λόγω δάνειο 4000 μετοχές ιδιοκτησίας της Χριστίνας Περικλέους, η οποία υπέγραψε κατά ή περί την 22/2/2000 σχετικό έντυπο ενεχυρίασης (Τεκμ. 9) και πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμ. 17). Κατά ή περί τα μέσα Νοεμβρίου του 2001, μετά από πρόταση των εναγόντων συναντήθηκαν στο γραφείο του κ. Γ. Καμπουρίδη στο υποκατάστημα των εναγόντων στην περιοχή του μώλου, μαζί με τον εναγόμενο 1 για να συζητήσουν για το υφιστάμενο δάνειο το οποίο είχε ημερομηνία λήξης στις 31/10/
  19. Τους ανέφερε ότι το εν λόγω δάνειο πρέπει οπωσδήποτε να κλείσει πριν το τέλος του χρόνου και τους εισηγήθηκε να γίνει ένα νέο δάνειο, μέχρι 5 χρόνια διάρκεια, με μια λογική μηνιαία δόση, συν μια δόση πληρωτέα πριν ή στην λήξη του δανείου. Ως εξασφάλιση του νέου δανείου, τους εισηγήθηκε να χρησιμοποιήσει τις υφιστάμενες εξασφαλίσεις που είχε ήδη η τράπεζα, δηλ. την υφιστάμενη ενεχυρίαση των 44,000 μετοχών της Sharelink Financial Services Ltd, την υφιστάμενη προσωπική εγγύηση από την Χριστίνα Περικλέους και Χαρίκλεια Αντωνίου Περικλέους και εκχώρηση ασφάλειας ζωής από ένα από τους εναγομένους 1 και 2 Η εισήγηση και πρόταση αυτή έγινε αποδεκτή από τους εναγομένους 1 και
  20. Ο ίδιος ο εναγόμενος 2 (Μ.Ε.2) πρότεινε ότι η ασφάλεια ζωής που θα εκχωρηθεί θα είναι δική του. Και έτσι έγινε. Αποτελεί τη θέση του Μ.Υ.2 ότι η ύπαρξη των 44,000 ενεχυριασμένων μετοχών ήταν απαραίτητη προϋπόθεση γι' αυτούς για την παραχώρηση του νέου δανείου των Λ.Κ. 35,000 το οποίο είχε πρόγραμμα αποπληρωμής που περιλάμβανε μειωμένη δόση ώστε να δοθεί χρόνος να ανεβεί η αξία της τιμής των ενεχυριασμένων μετοχών ώστε να πωληθούν και να εξοφληθεί πλήρως το νέο δάνειο. Κατά την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου ημερ. 20.12.2001 αμφότεροι οι εναγόμενοι 1 και 2 αλλά και ο κ. Καμπουρίδης υπάλληλος της τράπεζας είχαν υπόψη ότι η αξία των μετοχών ανερχόταν περίπου στο ποσό των Λ.Κ.16,
  21. Αναφέρθηκε στην συνέχεια ο μάρτυρας για την ετοιμασία των εγγράφων που αφορούσαν το νέο επίδικο δάνειο, την επιστολή προσφοράς Τεκμ. 3 και τις εξασφαλίσεις οι οποίες προνοούνταν. Μετά την υπογραφή εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 της συμφωνίας δανείου και των υπολοίπων εγγράφων κάλεσαν και τις εναγόμενες 3 και 4 οι οποίες υπόγραψαν το εγγυητήριο έγγραφο (Τεκμ. 6). Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι εάν οι ενάγοντες κατά την ημερομηνία σύναψης του επίδικου δανείου (ημερ. 20.10.2001) τους ενημέρωναν ότι δεν υπήρχαν οι ενεχυριασμένες μετοχές δεν θα προχωρούσαν στην σύναψη του δανείου. Καταλογίζει με την μαρτυρία του ευθύνη στην τράπεζα, τους ενάγοντες οι οποίοι όφειλαν σύμφωνα με τον ίδιο να ελέγξουν και να γνωρίζουν για την ύπαρξη και την τύχη των εν λόγω μετοχών. Σύμφωνα με τον μάρτυρα το επίδικο δάνειο εκταμιεύθηκε περί τις 31.12.
  22. Ακολούθως προέβησαν (οι εναγόμενοι 1 και 2) σε δύο καταθέσεις το 2002 ύψους ΛΚ1500 εκάστη στις 27.3.2002 και 24.10.2002 αντίστοιχα. Συνεπεία δυσκολιών που είχαν το 2002 για την ομαλή αποπληρωμή των μηνιαίων δόσεων δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε άλλο ποσό. Περί τον Ιανουάριο του 2003 είχε ο ίδιος τηλεφωνική επικοινωνία με τον κ. Καμπουρίδη από τον οποίο ζήτησε να επιδείξουν υπομονή αναφορικά με τις καθυστερημένες μηνιαίες δόσεις. Πλην όμως οι ενάγοντες αρχές Απριλίου του 2003 προχώρησαν με τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου αποστέλλοντας τους σχετική επιστολή (Τεκμ. 11). Για αντιμετώπιση της κατάστασης στην οποία βρέθηκαν επισκέφθηκαν τον δικηγόρο κ. Α. Παπαντωνίου από τη Λευκωσία ο οποίος μετά από μελέτη των σχετικών εγγράφων που του παρέδωσαν καταχώρησε αγωγή εναντίον της Τράπεζας κατά το Νοέμβριο του
  23. Ο μάρτυρας δηλώνει ότι ούτε περί τον Νοέμβριο του 2003 αλλά ούτε και τον Απρίλιο του 2004 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή εναντίον τους, γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν οι ενεχυριασμένες προς όφελος της Τράπεζας 44,000 μετοχές. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι είχε είτε ο ίδιος είτε ο εναγόμενος 2 οποιαδήποτε επαφή με οποιοδήποτε υπάλληλο των εναγόντων και ουδέποτε αναφέρθηκε στους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ότι οι μετοχές είχαν πωληθεί και δεν υπήρχαν πλέον. Το γεγονός της μη ύπαρξης των μετοχών ο Μ.Υ.1 το πληροφορήθηκε αρχές Νοεμβρίου του 2007 όταν είχε συνάντηση του με τον δικηγόρο κ. Παπαντωνίου ο οποίος τον ενημέρωσε ότι οι ενάγοντες πρόσφατα ισχυρίστηκαν ότι δεν υπάρχουν οι μετοχές. Επειδή λόγω του επαγγέλματος του γνωρίζει ότι δεν μπορούν να πωληθούν ενεχυριασμένες μετοχές χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του ενεχυριούχου δανειστή ή χωρίς την εκ των προτέρων αποδέσμευση του με οδηγίες του ενεχυριούχου δανειστή ζήτησε να πληροφορηθεί από την εναγόμενη 3 και τον πρώην πεθερό του Βασίλη Περικλέους ο οποίος χειριζόταν το λογαριασμό της εναγομένης 3 κατά πόσο γνωρίζουν αν πωλήθηκαν οι μετοχές κατά ή περί τον Μάιο του
  24. Η μεν εναγόμενη 3 δήλωσε άγνοια ο δε πρώην πεθερός του ο οποίος τότε αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας δεν θυμόταν κάτι επί του θέματος. Για να πληροφορηθεί τι πραγματικά συνέβηκε με τις μετοχές απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 7.11.2007 προς την εταιρεία SFS Custodian Trust Services Ltd, την εταιρεία που διατηρούσε το μητρώο των μετόχων της εταιρείας Sharelink Financial Services Ltd την εν λόγω περίοδο. Η ανωτέρω εταιρεία σε επιστολή ημερ. 15.11.2007 που του απέστειλε ανέφερε ότι η εναγόμενη 3 δεν κατείχε οποιεσδήποτε μετοχές στις 20.12.
  25. Ακολούθησαν η αποστολή και άλλων επιστολών τόσο προς την ανωτέρω εταιρεία όσο και προς την εταιρεία Sharelink σκοπός των οποίων ήταν η πληροφόρηση για το πώς επιτεύχθηκε η αποξένωση των μετοχών και με ποιου τις οδηγίες αυτή έγινε. Δεδομένης της άρνησης και/ή της παράλειψης των ανωτέρω εταιρειών να απαντήσουν και να πληροφορήσουν τους εναγόμενους σχετικά με το εν λόγω θέμα ο εναγόμενος 2 ετοίμασε επιστολή προς την επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και προς το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ημερ. 29.12.08 την οποία υπέγραψε η εναγόμενη 3, με την οποία κατάγγελε την άρνηση των εν λόγω εταιρειών να παραχωρήσουν τις πληροφορίες που ζητούσαν και περί τα μέσα Φεβρουαρίου του 2009 έλαβαν τη πληροφόρηση που επιζητούσαν με επιστολή που τους απέστειλε η S.F.S. Custodian Trust & Services Ltd από την οποία φαινόταν ότι η αποδέσμευση των μετοχών έγινε περί τον Ιούνιο του
  26. Συνεπώς είναι η θέση του μάρτυρα ότι οι ενάγοντες όταν δήλωναν με την επιστολή προσφοράς, Τεκμ. 3 ότι υπήρχε η εξασφάλιση των 44,000 μετοχών της εταιρείας παραπλανούσαν τους εναγόμενους. Εν κατακλείδι ο Μ.Ε.2 δηλώνει με την γραπτή του δήλωση η οποία αποτέλεσε την κυρίως εξέταση το πιο κάτω. (Παρατίθεται αυτολεξεί η σχετική θέση του): «Λόγω των πιο πάνω αναφερομένων, δηλαδή τόσο της ψευδής, λανθασμένης και αντινομικής παράστασης των εναγόντων για την ύπαρξη στις 20/12/01 ενεχυριασμένων μετοχών προς εμάς, παράσταση που μας ώθησε στο να συνάψουμε την επίδικη συμφωνία όσο και η καταφανής αμέλεια των Εναγόντων να έχουν δεσμευμένες τις 44.000 μετοχές είναι η θέση μου ότι η επίδικη συμφωνία ημερ. 20/12/01 είναι άκυρη χωρίς οποιαδήποτε νομική ισχύ και πρέπει να παραμεριστεί ως άκυρη, όπως και οι εγγυήσεις των εναγομένων 3 και 4 και η εκχώρηση ασφάλειας ζωής του εναγομένου 2». Αναφέρθηκε ο Μ.Υ.2 και στην επιστολή (Τεκ. 18) την οποία απέστειλε ο εναγόμενος 1 και προσπάθησε να εξηγήσει ότι ο εναγόμενος 1 προέβη στην πρόταση αυτή διότι η ύπαρξη της αγωγής εναντίον του τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, θα επιδρούσε αρνητικά στην ανέλιξη του και στην προσπάθεια επαγγελματικής του αποκατάστασης. Για υπεράσπιση των εναγομένων κλήθηκε ο κ. Χαράλαμπος Αλεξάνδρου (Μ.Υ.1) ο οποίος από το Μάρτιο του 1999 μέχρι το 2002 εργαζόταν στην εταιρεία Sharelink ως υπεύθυνος του γραφείου στη Λάρνακα. Γνωρίζει τους εναγομένους Γ. Κουλλαπή και Χριστίνα Περικλέους οι οποίοι διετέλεσαν πελάτες του και δήλωσε ότι τους λογαριασμούς τους χειριζόταν αρχικά ο κ. Κουλλαπής αλλά μετά λόγω διαφορών που είχε με την σύζυγο Χριστίνα Περικλέους τον λογαριασμό της τον χειριζόταν ο πατέρας της. Στην ερώτηση με ποιο τρόπο γίνεται η ενεχυρίαση μετοχών απάντησε ότι δεν γνωρίζει διότι αυτά τα θέματα τα χειρίζονται στα κεντρικά γραφεία. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση να εξηγήσει ποια είναι η διαδικασία για να πωλήσει κάποιος τις συγκεκριμένες μετοχές αφού είδε το Τεκμ. 16 που είναι ο τίτλος των μετοχών απάντησε ότι δεδομένου ότι ήταν καταχωρημένο στο μητρώο της εταιρείας μόνο κατόπιν εντολών του κατόχου θα γινόταν προσπάθεια για πώληση τους. Ερωτηθείς εάν γνωρίζει αν η Χριστίνα Περικλέους προέβη σε πώληση των μετοχών του τίτλου της απάντησε και πάλι ότι δεν θυμόταν. Επεσήμανε αντεξεταζόμενος πως οιαδήποτε πράξη αναφορικά με τη διαχείριση των μετοχών, θα μπορούσε να επιτευχθεί κατόπιν εντολών του ατόμου που έχει πληρεξούσιο έγγραφο να διαχειρίζεται τις μετοχές. Θεωρώ σκόπιμο προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, να εξετάσω τη νομική πτυχή του ζητήματος που εγείρεται με την Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ H υπεράσπιση των εναγομένων, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, επικαλείται το άκυρο της επίδικης συμφωνίας, αφού αυτή συνάφθηκε υπό το κράτος ψευδών παραστάσεων και απάτης. Τα σχετικά άρθρα 17 και 18 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, προδιαγράφουν και επεξηγούν τους ορισμούς της απάτης και ψευδών παραστάσεων. Η απόδειξη των γεγονότων αυτών ελκύει τις συνέπειες του άρθρου 19 του νόμου, δηλαδή το ακυρώσιμο των συμφωνιών που συνάπτονται χωρίς ελεύθερη συναίνεση. Στην κρινόμενη περίπτωση, αυτό που καταλογίζεται στους ενάγοντες είναι η παρουσίαση ως αληθούς γεγονότος κάτι που δεν ήταν. Η παρουσίαση ως υφιστάμενης ενεχυρίασης 44.000 μετοχών, ενώ κατά τον επίδικο χρόνο οι μετοχές δεν υφίσταντο. Είναι η θέση του συνηγόρου των εναγομένων πως εφαρμογής τυγχάνει η παράγραφος (α) του άρθρου 18 του Κεφ.
  27. Ότι δεν έχει σημασία αν οι ενάγοντες ηθελημένα ή αθέλητα παρουσίασαν το γεγονός, το οποίο ήταν ψευδές και ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 συμβλήθηκαν βασιζόμενοι σε τούτο. Από την αντίπερα όχθη ο συνήγορος των εναγόντων, ενέταξε το γεγονός αυτό κάτω από το άρθρο 17

(1)(β) του περί Συμβάσεων Νόμου, το οποίο όμως αναφέρεται σε ενεργόν απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινού γεγονότος, κάτι που δεν συνάδει με την παρούσα περίπτωση και δεν εφαρμόζεται. Συναφώς η υπόθεση Fredericou Schools Co. Ltd. Κ.ά. ν. ACUAC INC
(2002)1 (Γ) A.A.Δ. 1527 και το σχετικό κείμενο που αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Αναφέρθηκε περαιτέρω ο συνήγορος στις προϋποθέσεις δόλου και παρέπεμψε και πάλι στην ανωτέρω απόφαση Fredericou (ανωτέρω). Aξίζει όμως εδώ να σημειωθεί ότι στην κρινόμενη περίπτωση δεν γίνεται επίκληση δόλου ούτε δικογραφούνται τέτοιοι ισχυρισμοί και συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα τους εξετάσει. Στο σύγγραμμα Pollock & Mulla: "The Indian Contract and Specific Relief Acts, 9th edition, όπου εξετάζονται η έννοια των ψευδών παραστάσεων, επισημαίνεται ότι: «The Common Law recognises a general duty not to make statements which are in fact untrue, with the intent that a person to whom they are made shall act upon them to the damage of a person so acting, and without any belief that they are true» Θα πρέπει επίσης να υπομνησθεί η νομική αρχή ότι η παράλειψη εκμετάλλευσης της ευκαιρίας να ανακαλύψει ο αθώος συμβαλλόμενος την αλήθεια, με άσκηση εύλογης επιμέλειας, δεν συνιστά εμπόδιο για τη διεκδίκηση θεραπείας (της ακύρωσης της σύμβασης), νοουμένου ότι ο αθώος συμβαλλόμενος εύλογα βασίστηκε στη ψευδή παράσταση του αντισυμβαλλόμενου (Δέστε¨Redgrave v. Hurd
(1881)20 Ch.D. 1 και Laurence v. Lexcour Holdings Ltd
(1978)1 W.L.R. 1128. Δέστε επίσης Treitel, The Law of Contract, 8th edition, p.p. 303 and 304) (βλ. Γεωργίου κ.ά. Alpha Concrete Ltd
(2009)1 (B)
  1. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι εναγόμενοι έχουν με την υπεράσπιση τους προβάλει αντιφατικούς μεταξύ τους ισχυρισμούς σε σχέση με το θέμα της αποδέσμευσης των μετοχών. Από το κείμενο του δικογράφου της υπεράσπισης, αποδίδεται στους εναγόμενους με τις λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων άγνοια της εκποίησης των μετοχών, με τις λεπτομέρειες όμως αμελείας αποδίδεται σε αυτούς γνώση του γεγονότος αυτού, το οποίο δεν κατάφεραν να το αποτρέψουν και ή επέτρεψαν να γίνει. Και η γενικότερη όμως προώθηση της υπεράσπισης ενείχε στοιχεία αντιφατικότητας. Συγκεκριμένα, έγινε υποβολή προς τον Μ.Ε.1 ότι «εσείς αποξενώσατε τις μετοχές και εσείς πήρατε το ποσό της εκποίησης τους». Τέτοιο γεγονός δεν προωθήθηκε από τον εναγόμενο 2 (Μ.Υ.2) ο οποίος αντίθετα μάλιστα, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ούτε αυτός ούτε οι λοιποί εναγόμενοι ποιος εισέπραξε το ποσό της εκποίησης των μετοχών. Παρά ταύτα το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει όλους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και για αυτό προβαίνει κατωτέρω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες και τους διαδίκους να καταθέτουν και έχω ενδιατρίψει με προσοχή στη μαρτυρία τους συσχετίζοντας αυτή με την όλη υπόθεση και τα κατατεθέντα τεκμήρια. Αποδέχομαι χωρίς ενδοιασμό τη δοθείσα από τους ενάγοντες μαρτυρία της Μ.Ε.
  2. Κατέθεσε χωρίς ασάφειες και περιστροφές ό,σα θέματα τελούσαν υπό τη δική της γνώση και ό,σα απέρρεαν από την εμπειρία και πρακτική που ακολουθείται στην Τράπεζα κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών. Η εμπλοκή της αφορούσε κυρίως την πληροφόρηση της για την αποξένωση των μετοχών και την επιστολή (Τεκ.19) που η ίδια απέστειλε. Ο Μ.Ε.1, φάνηκε σε κάποια θέματα να προσπαθεί να δώσει απαντήσεις, οι οποίες είτε ήταν αόριστες, είτε έρχονταν σε αντίθεση με τα τεκμήρια που κατέθεσε, όπως π.χ., δεν ήταν βέβαιος για τα άτομο που τον πληροφόρησε για την αποξένωση των μετοχών, αναφέροντας σε μια απάντηση του, τον εναγόμενο 1 και στην αμέσως επόμενη τον εναγόμενο
  3. Ανέφερε ότι οι εναγόμενοι δεν πλήρωσαν καμία δόση έναντι του χρέους τους, ενώ από το Τεκ.13, τις καταστάσεις λογαριασμού που ο ίδιος ποιστοποίησε ως αληθείς και ορθούς, καταδεικνύονται δύο πιστωτικές σημειώσεις από ΛΚ1.500 η κάθε μια. Ήταν εν ολίγοις, απροετοίμαστος και αβέβαιος θα μπορούσε να λεχθεί, αλλά όχι αναξιόπιστος, αφού η όλη εικόνα που παρουσίασε στην υπόλοιπη μαρτυρία δεν κατέδειξε κάτι τέτοιο. Το γεγονός πως η Μ.Ε.2 κατέθεσε ότι η ίδια είχε τηλεφωνικώς ενημερωθεί από τον εναγόμενο 1 για την αποξένωση των μετοχών, δεν καθιστά αναξιόπιστο άνευ άλλου τινός τον Μ.Ε.1, αφού το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Αποτελεί εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων πως οι ενάγοντες δεν πρόσφεραν την καλύτερη δυνατή μαρτυρία για τα γεγονότα της σύναψης του επιδίκου δανείου και πως για το ζήτημα των μετοχών και τις παραστάσεις που έγιναν παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία του εναγομένου 2 (Μ.Υ.2). Αποτελεί γεγονός πως στο Δικαστήριο δεν προσφέρθηκε εκ μέρους των εναγόντων μαρτυρία για τα διαμειφθέντα κατά την σύναψη του δανείου, αφού οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ανέλαβαν τον λογαριασμό των εναγομένων 1 και 2 μετά τη σύναψη του. Όμως: Η συμφωνία δανείου είναι γραπτή. Δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους. Από το Τεκμήριο 3 (Επιστολή Τράπεζας) καταδεικνύεται ότι οι ενάγοντες παρουσίασαν ως υφιστάμενες μετοχές, οι οποίες είχαν ήδη πωληθεί. Συνεπώς, η απουσία του Γ. Καμπουρίδη από το εδώλιο, δεν διαφοροποιεί τα γεγονότα, αφού ήδη τέθηκαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου. Εκείνο που η απουσία του κ. Καμπουρίδη στερεί από το Δικαστήριο, αφορά τις τυχόν εκφρασθείσες από τους εναγομένους 1 και 2 προθέσεις ή επιφυλάξεις, σε σχέση με τις μετοχές και την υπογραφή του δανείου. Το γεγονός όμως, πως, η μια πλευρά δεν προβάλει μαρτυρία για ένα γεγονός δεν καθιστά άνευ άλλου τινός αξιόπιστη την αντίδικη (Μουζέ ν. Λαμπρή
(1994)1 ΑΑΔ σελ. 674 και Πέτρου ν. Θεμιστοκλέους
(2003)1 ΑΑΔ
  1. Έχει λεχθεί στις ανωτέρω αποφάσεις ότι η αξιοπιστία μάρτυρα μπορεί να εκτιμηθεί αυτοτελώς ως εκ του περιεχομένου των ισχυρισμών του. Δεν υπάρχει κανόνας, ανεξάρτητα από το πόσο αναξιόπιστη ή αν φαίνεται μια μαρτυρία, το Δικαστήριο οφείλει να την δεχθεί εφόσον η άλλη πλευρά δεν προσάξει αντίθετη μαρτυρία πάνω στα σημεία που κάλυψε. Ο Μ.Υ.1 δεν βοήθησε ιδιαίτερα το Δικαστήριο, αφού στα πλείστα θέματα παρέπεμψε στις οδηγίες και στην πρακτική που ακολουθείτο στα Κεντρικά Γραφεία της Sharelink. Κρίνεται γενικότερα ως άτομο που προσήλθε για να βοηθήσει τους εναγομένους, αφού σε ερωτήσεις κατά την αντεξέταση που αφορούσαν τους εναγόμενους και ιδίως εάν γνωρίζει αν η εναγόμενη 3 προέβη σε πώληση των μετοχών του τίτλου της και εάν τις έχει αποδεσμεύσει, απαντούσε ότι δεν θυμόταν και ότι δεν μπορούσε να πάρει θέση επί των γεγονότων αυτών. Ο εναγόμενος 2 (Μ.Υ.2), ενώ για τις γενικότερες σχέσεις του με τους ενάγοντες και τη σύναψη του, προηγούμενου του επίδικου χρέους, δανείου έχει αναφέρει ορθά τα γεγονότα, όμως για το συγκεκριμένο επίδικο θέμα της αποδέσμευσης των μετοχών, θέλησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο και παρουσίασε εικόνα ανθρώπου που εμπιστεύθηκε απόλυτα χωρίς οποιοδήποτε έλεγχο τον υπάλληλο της τράπεζας. Χωρίς να ελέγξει και διευκρινίσει οτιδήποτε. Παρά το ότι είναι ο ίδιος τραπεζικός υπάλληλος και σε αρκετές ερωτήσεις του κατά την αντεξέταση, δήλωνε ότι έχει αρκετή εμπειρία στα θέματα τραπεζών και ακόμη και σε θέματα χρηματιστή. Θέλησε δε, να πείσει το Δικαστήριο πως η τράπεζα δεν θα του έδιδε πληροφορίες ακόμα και να ρωτούσε για τις μετοχές γιατί αυτές αφορούσαν τρίτο πρόσωπο. Δέχθηκε όμως σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση πως αυτό το τρίτο πρόσωπο ήταν η σύζυγος του, Χριστίνα Περικλέους. Επέμενε επικαλούμενος και πάλιν την εμπειρία του πως για αποδέσμευση των μετοχών ήτο απαραίτητη μόνο η έγκριση των εναγόντων, ενώ από το Τεκ.27 το οποίο είναι επιστολή της εταιρεία SFS Custodian & Trust Services Ltd, καταδεικνύεται πως η αποδέσμευση δεν μπορούσε να γίνει παρά με τις οδηγίες των εμπλεκομένων μερών. Δεν καθορίζει βεβαίως ποια θεωρεί εμπλεκόμενα μέρη, αλλά σίγουρα δεν αναφέρεται μόνο στον ενεχυριούχο που ήταν οι ενάγοντες. Τα γεγονότα αυτά καταγράφονται όχι διότι εναποτίθεται στον εναγόμενο 2 ευθύνη ή υποχρέωση για πληροφόρηση και έρευνα δική του σχετικά με τις μετοχές, αλλά καταδεικνύεται προσπάθεια του να παρουσιάσει αλλοιωμένη εικόνα στο Δικαστήριο. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι ανέμενε με τη ενεχυρίαση των μετοχών προς όφελος της τράπεζας να εξοφληθεί το δάνειο. Σε σχέση με τούτο, παρατηρούνται διαφορές τόσο με τη δικογραφημένη θέση, όσο και με τα παρουσιασθέντα τεκμήρια. Συγκεκριμένα, με την παράγραφο 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης, αναφέρεται ότι τόσο στις 22.2.00, όσο και στις 21.12.01 (ημερομηνίες που λήφθησαν τα δύο δάνεια) η αξία των 4.000 μετοχών που είχαν ενεχυριαστεί προς όφελος της τράπεζας ήταν μεγαλύτερη του ποσού που λάμβαναν ως δάνειο. Εννοείται επομένως μεγαλύτερη του ποσού των ΛΚ80.000 και ΛΚ35.000, ποσά που λήφθηκαν ως δάνειο στις ανωτέρω ημερομηνίες αντίστοιχα. Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι ανέμενε κατά τη λήξη του χρέους, του οποίου η λήξη ήταν σε πέντε χρόνια από το 2001, να καλυφθεί η αξία του με τις μετοχές. Από το Τεκ.28 το οποίο παρουσίασε ο Μ.Υ.2, διαπιστώνεται ότι στις 20.12.01 η αξία των μετοχών ανερχόταν στις ΛΚ15.
  2. Δεδομένου ότι η αξία των μετοχών δεν ήταν πάντοτε σταθερή, ούτε μπορούσε να γνωρίζει αν θα μειώνετο ή θα αυξανόταν η τιμή κα η αξία των μετοχών κατά τη λήξη του δανείου, κρίνω ότι οι αιτιάσεις των εναγομένων, ότι η ενεχυρίαση των μετοχών αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση γι' αυτούς για να συνάψουν τη συμφωνία δανείου, και ότι δεν θα συνήπταν την επίδικη σύμβαση δανείου, αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις. Εξάλλου παρατηρείται ότι δεν υπάρχει μαρτυρία εκ μέρους των εναγομένων ότι κατέστησαν σαφές στον υπάλληλο των εναγόντων Γ. Καμπουρίδη, ό,τι είχαν κατά νου για τις μετοχές. Οι φράσεις του Μ.Υ.2 «το σκεπτικό για το δάνειο» ή «είχαμε κατά νου» δεικνύουν σκέψεις και όχι δηλώσεις. Από την ανωτέρω μαρτυρία εύρημα αποτελεί και αποτελεί αποδεκτό πλέον γεγονός, ότι οι ενεχυριασθείσες μετοχές είχαν ήδη αποδεσμευθεί από τον Ιούνιο του 2000 (Τεκ.27). Στις 20.12.01, ημερομηνία σύναψης της επίδικης συμφωνίας δανείου, η εναγόμενη 3 Χριστίνα Περικλέους δεν ήταν κάτοχος των μετοχών (Τεκ.20). Το ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι εάν με τούτο το δεδομένο οι ενάγοντες θεωρούνται ότι είναι υπόλογοι υποβολής ψευδών παραστάσεων προς τους εναγόμενους 1 και
  3. Το σχετικό κείμενο του Νόμου αναφέρει: "18 "Ψευδής παράσταση» περιλαμβάνει - (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές.» Σημαντική πρόνοια από τον ορισμό της «ψευδής παράστασης» είναι η φράση «κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει». Το πρόσωπο που βεβαίωνε ήταν οι ενάγοντες. Είχαν κατά την ημερομηνία κατά την οποία βεβαίωναν, το έγγραφο ενεχυρίασης των μετοχών (Τεκ.9), την επιστολή προς την εταιρεία Sharelink και την απάντηση από την εταιρεία με τη βεβαίωση της ότι η ενεχυρίαση είχε καταχωρηθεί κατάλληλα στο μητρώο μελών της εταιρείας (Τεκ.10). Με αποδεκτή τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, εύρημα αποτελεί ότι η τράπεζα ουδέποτε έδωσε οδηγίες αποδέσμευσης των μετοχών και ούτε παρείχε συγκατάθεση προς τούτο. Δεν προβλήθηκε και ούτε ετέθη ισχυρισμός πως η εταιρεία Sharelink πληροφόρησε τους ενάγοντες για την αποδέσμευση των μετοχών. Κρίνεται συνεπώς πως οι πληροφορίες και τα στοιχεία που οι ενάγοντες κατείχαν, συνέτειναν στη βεβαίωση με θετικό τρόπο τις ύπαρξης και όχι της ανυπαρξίας των μετοχών. Επομένως, όταν οι ενάγοντες βεβαίωναν για την ύπαρξη των μετοχών, οι πληροφορίες που είχαν δικαιολογούσαν αυτή την επιβεβαίωση. Πέραν τούτων, όπως σαφώς αναφέρεται στο Indian Court (ανωτέρω) σελ. 160: «a false representation by one party in regard to a material fact made for the purpose of inducing the other party to enter into a contract, and actually induce in the latter to enter into a contract, returns the contract voidable». Στην κρινόμενη περίπτωση η ενεχυρίαση των μετοχών δεν αφορούσε ουσιώδη όρο αυτής ταύτης της συμφωνίας δανείου. Αποτελούσε εξασφάλιση μεν, της πληρωμής του δανείου, όχι όμως τη μοναδική εξασφάλιση. Αν αυτή η εξασφάλιση είχε τόση σημασία και τόση αξία όπως ανέφερε ο εναγόμενος 2, θα ήταν η μόνη εγγύηση. Όμως υπήρχαν και άλλες περαιτέρω εξασφαλίσεις της πληρωμής του δανείου, όπως η σύμβαση εγγύησης των εναγομένων 3 και 4 και η εκχώριση ασφάλειας ζωής του εναγομένου
  4. Αποτελούσε μεν όπως ανέφερε στη μαρυτρία του ο Μ.Ε.1, (και υπέδειξε με την αγόρευση του ο συνήγορος των εναγομένων) προϋπόθεση της συμφωνίας δανείου, αλλά ήταν εξασφάλιση για τους ενάγοντες. Γι' αυτούς αφορούσε προϋπόθεση, που θα παρείχαν το δάνειο και όχι για τους εναγόμενους. Το Τεκ.2 το οποίο είναι η επίδικη συμφωνία, ουδόλως περιλαμβάνει ως όρο αποπληρωμής την ενεχυρίαση των μετοχών, το δε Τεκ.3, το οποίο αποτελεί την έγκριση της τράπεζας στην αίτηση των εναγομένων 1 και 2 για παραχώριση δανείου με τις εξασφαλίσεις που εκεί αναφέρει μεταξύ των οποίων και την ενεχυρίαση των μετοχών, περιλαμβάνει ως τελευταίο όρο και παράγραφο το εξής: "η παρούσα επιστολή δεν δημιουργεί οποιαδήποτε νομική υποχρέωση στην τράπεζα και η σχέση σας με την τράπεζα θα διέπονται από τους όρους των διαφόρων συμβάσεων που έχετε υπογράψει ή που θα υπογράψετε». Συναφώς οι όροι της συμφωνίας δανείου κα συμφωνίας εγγύησης είναι εκείνοι που περιλαμβάνονται στα σχετικά έγγραφα. Άλλη προϋπόθεση που θα πρέπει να πληρείται είναι ο αντισυμβαλλόμενος να ενήργησε στη βάση της ψευδής παράστασης εις βάρος των συμφερόντων του. Έχει ανωτέρω, κατά την αξιολόγηση καταγραφεί, ότι ο εναγόμενος 1 δεν συνήψε τη συμφωνία βασιζόμενος στην παράσταση της ύπαρξης των μετοχών, ούτε έγινε δεκτό ότι δεν θα υπέγραφε εάν γνώριζε ότι ο μετοχές δεν υφίσταντο. Στο σύγγραμμα "Contract Law' Evan McKendrick, 15th ed. σελ. 276 αναφέρεται πως «a representation is a statement of fact induces the other party to enter into a contract or otherwise act to his detriment". H επίδικη συμφωνία δανείου έχει εκτελεσθεί πλήρως εκ μέρους των εναγόντων. Οι εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν το όφελος του δανείου, έλαβαν ολόκληρο το ποσό, με το οποίο εξόφλησαν προϋπάρχον χρέος τους προς τους ενάγοντες. Συνεπώς κρίνεται πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για απόδειξη ψευδής παράστασης. Κρίνεται σημαντικό να επισημανθεί πως: Παρά τη θέση του εναγομένου 2 ότι η υφιστάμενη ενεχυρίαση μετοχών αποτελούσε προϋπόθεση τόσον για τον ίδιο όσον για τον εναγόμενο 1 να συνάψει τη συμφωνία δανείου, αλλά για τις εναγόμενες 3 και 4 να υπογράψουν τη συμφωνία εγγύησης (Τεκ.6), όμως τέτοια μαρτυρία δεν δόθηκε εκ μέρους των ενδιαφερομένων. Όχι μόνο δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο να καταθέσουν την εκδοχή τους, αλλά αντίθετα, το Τεκ.18, η επιστολή που ο εναγόμενος 1 απέστειλε στους ενάγοντες, εκ πρώτης όψεως φανερώνει πρόθεση αποδοχής και εξόφλησης του χρέους. Η δικαιολογία που προέβαλε ο εναγόμενος 2 δεν μπορεί βέβαια να γίνει αποδεκτή αφού αποτελεί τη δική του εκδοχή, ερμηνευτική της πράξης του εναγόμενου
  5. Συνεπώς, ακόμη και να γινόταν αποδεκτή η θέση του εναγομένου 2 περί προβολής ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγόντων οι οποίες τους οδήγησαν να υπογράψουν τη συμφωνία δανείου και τη συμφωνία εγγύησης, οι συμβάσεις είναι ακυρώσιμες κατ' επιλογή του αθώου μέρους και οι εναγόμενοι 1, 3 και 4 δεν έχουν εκφράσει τη δική τους θέση και δικές τους προθέσεις που είχαν όταν υπέγραφαν αυτή τη συμφωνία. Δεν έχει αποδειχθεί ότι και αυτοί οι εναγόμενοι έχουν ωθηθεί από την παράσταση αυτή να υπογράψουν και να συμβληθούν. Το τι ανέφερε ο εναγόμενος 1 για εκείνο που είχαν κατά νου οι εναγόμενοι 1, 3 και 4, δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη. ΠΛΑΝΗ Αποτελεί εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων πως με εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 21, Κεφ. 149 η σύμβαση πρέπει να κηρυχθεί άκυρη διότι «είναι ξεκάθαρο ότι στις 20.12.01 και οι 2 πλευρές, τελούσαν σε πλάνη σχετικά με τις ενεχυριασμένες μετοχές, ουσιώδες γεγονός στην επίδικη συμφωνία». Η δήλωση αυτή, αντιμάχεται τις λοιπές θέσεις, οι οποίες θέλουν τους ενάγοντες να είναι αμελείς, να παραβαίνουν το καθήκον τους και να έχουν προβεί οι ίδιοι στη πώληση των μετοχών. Οι ισχυρισμοί περί πλάνης δεν εφαρμόζονται, αφού όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, δεν αφορούν όρο της συμφωνίας δανείου. Αφορούν όρο της συμφωνίας ενεχυρίασης. ΑΜΕΛΕΙΑ/ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ/ΘΕΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑΣ Αποτελεί τη διαζευκτική θέση των εναγομένων, πως οι ενάγοντες ευθύνονται έναντι τους διότι προξένησαν βλάβη και απώλεια και/ή επέτρεψαν σε άλλους να προξενήσουν βλάβη και απώλεια των μετοχών αφού οι ενάγοντες, ήταν οι θεματοφύλακες και/ή οι ενεχυροδανειστές και/ή οι εμπιστευματοδόχοι (trustees) και/ή οι αντιπρόσωποι (agent) και έπρεπε να τηρούν τις εκ του Νόμου υποχρεώσεις τους. Ειδικότερα για το θέμα της αμέλειας, ο συνήγορος των εναγομένων, επικεντρώθηκε στον ισχυρισμό για ανακριβή δήλωση και παρέπεμψε στην Premier Chemical Co. Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1951 στην οποία έγινε αναφορά στη Hedley Byrne & Co. v. Heller & Partners
(1964)A.C. 465. Αναφέρθηκε στην ανωτέρω υπόθεση: «Σύμφωνα με την αρχή αυτή, αν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών του ένα πρόσωπο ζητήσει πληροφορίες ή συμβουλές από ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο δεν υπέχει έναντί του συμβατική ή άλλη ευθύνη να του δώσει πληροφορίες ή συμβουλές, κάτω από τέτοιες συνθήκες που ένα λογικός άνθρωπος θα έπρεπε εύλογα να γνωρίζει ότι του δίδεται εμπιστοσύνη, ότι, δηλαδή, εκείνος που επιζητεί τις πληροφορίες ή τις συμβουλές βασίζεται στην εξειδικευμένη κατάρτιση και κρίση του, και αποφασίζει να παράσχει τις πληροφορίες ή τις συμβουλές, χωρίς να καθιστά σαφές ότι πληροφορεί ή συμβουλεύει χωρίς ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης, τότε το πρόσωπο αυτό έχει νομική υποχρέωση να επιδείξει την υπό τις περιστάσεις απαιτούμενη επιμέλεια προτού δώσει τις απαντήσεις του. Η δε τυχόν παράλειψή του να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια στοιχειοθετεί το αδίκημα της αμέλειας αν, λόγω των απαντήσεων που έδωσε, το άλλο άτομο ενήργησε με αποτέλεσμα να υποστεί οικονομική απώλεια (economic loss)». Με όλη την εκτίμηση προς τον συνήγορο, η θέση και απόφαση αυτή θα εφαρμόζεται στα γεγονότα την παρούσας υπόθεσης. Όπως ανωτέρω αναλύθηκε, οι ενάγοντες είχαν κάθε καλό λόγο να πιστεύουν περί της ύπαρξης των μετοχών, αφού κατείχαν τα έγγραφα ενεχυρίασης και αφού ουδέποτε προέβησαν σε αποδέσμευση τους. Εν πάση περιπτώσει καμιά συμβουλή οι ενάγοντες έδωσαν στους εναγομένους ούτε οι τελευταίοι βασίζοντο σε εξειδικευμένες γνώσεις των εναγόντων για να συμβληθούν και να ενεργήσουν. Από την αντίπερα όχθη, η εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων είναι πως η ενεχυρίαση των μετοχών κατέστησε τους ενάγοντες ενεχυριοδανειστές και όχι θεματοφύλακες. Υποδεικνύει δε πως το έγγραφο ενεχυρίασης ορίζει ρητά ότι έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 138
(2)του Κεφ.
  1. Ο συνήγορος των εναγομένων δεν ανέπτυξε το θέμα τούτο, όμως δεδομένου ότι εγείρεται στην έκθεση υπεράσπισης, οφείλει το Δικαστήριο να το εξετάσει. Η σύσταση ενεχύρου διέπεται από τα άρθρα 130 κ. επ. του περί Συμβάσεων Ν. Κεφ.
  2. Η παράδοση αγαθών, ως ενέχυρο αποσκοπεί στην εξασφάλιση της πληρωμής του χρέους που ρητά καθορίζεται στο έγγραφο ενεχυρίασης. Οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που πηγάζουν από τη συμβατική αυτή σχέση αφορούν την εξασφάλιση της πληρωμής του συγκεκριμένου αυτού χρέους. Ο ενεχυριούχος δανειστής δεν καθίσταται εμπιστευματοδόχος μετοχών που έχουν ενεχυριαστεί (China and South Sea Bank v. Tan
(1989)3 All E.R. 839, Μ. Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 315/07 ημερ. 12.7.19) (Marketrends Finance Ltd v. A. Περδίκου
(2006)1Β ΑΑΔ 1042). Από την μελέτη του εγγράφου ενεχυρίασης (Τεκμ. 9) αλλά και του πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμ. 17) προκύπτει σαφέστατα πως οι ενάγοντες είχαν περιορισμένο δικαίωμα επί των μετοχών για τον συγκεκριμένο σκοπό. (Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ Πολ. Εφ. 21/08, ημερ. 14.7.2010). Τα δικαιώματα που είχε η Τράπεζα βάσει του συμβολαίου ενεχυρίασης (Τεκμ. 9) ήταν η είσπραξη μερίσματος, το οποίο να καταβάλλεται έναντι του χρέους και σε περίπτωση μη πληρωμής από τον πρωτοφειλέτη των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται με την ενεχυρίαση αυτή κατόπιν αξίωσης της τραπέζης, η τράπεζα θα έχει το απόλυτο δικαίωμα και εξουσιοδότηση να πωλεί αμέσως ήτοι με πλειστηριασμό είτε με απευθείας συνεννόηση με πιθανούς αγοραστές τις ενεχυριασμένες μετοχές, το δε προϊόν από τέτοια πώληση η τράπεζα μπορεί να το χρησιμοποιήσει έναντι ή για εξόφληση οποιασδήποτε από τις υποχρεώσεις που εξασφαλίζοντο με τον ενεχυρίαση (όρος 8, Τεκμ. 9). Οι προβαλλόμενοι στην έκθεση υπεράσπισης ισχυρισμοί περί αμέλειας των εναγόντων να διαχειρίζονται ορθά τις μετοχές ή να τις πωλήσουν έγκαιρα, όταν ο λογαριασμός των εναγομένων έγινε παθητικός δεν προωθήθηκαν καθόλου κατά τη μαρτυρία. Για το λόγο τούτο, δεν θα εξεταστούν. Συνακόλουθα κρίνεται πως τόσον η συμφωνία δανείου όσο και η συμφωνία εγγύησης, συνήφθησαν με την ελεύθερη συναίνεση των εναγομένων και είναι καθόλα έγκυρες και δεσμευτικές. Η μη τήρηση των όρων τους και η μη πληρωμή ποσού πέραν των ΛΚ3000 αλλά και ο τερματισμός τους έγινε αποδεκτός. Το γεγονός της καταβολής δύο δόσεων ύψους ΛΚ1.500 εκάστη, αποδεικνύεται από τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκ.13) τις οποίες ο ίδιος ο Μ.Ε.1 κατέθεσε και πιστοποίησε την αλήθεια και ορθότητα τους. Το αξιούμενο με την έκθεση απαίτησης ποσό είναι Λ.Κ.34,653.59 πλέον τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των ΛΚ.34,653.59 σεντ από 1/1/2003 μέχρι 7/4/2003 και επί του ιδίου ποσού τόκο προς 12% από 8/4/2003 μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Το εν λόγω ποσό, όπως ανέφερε ο Μ.Ε.1 και εμφαίνεται στο Τεκ.13, ανήλθε στο ποσό των €109.009,89 (ΛΚ63.800,65) το οποίο και αξιώνεται, πλέον τόκους 8% επί ποσού €104.996,69 από 21.6.10 μέχρι εξόφλησης. Παρά τη δικογραφημένη θέση ότι υπήρξαν παράνομες χρεώσεις και τόκος πέραν του νομίμου, κατά την ακροαματική διαδικασία δεν προωθήθηκε αυτή η θέση. Υποβλήθηκε μόνο στον Μ.Ε.1 ότι επεβλήθη τόκος και χρεώσεις μη νόμιμες, ενώ ο εναγόμενος 2 (Μ.Ε.2) όντας τραπεζικός υπάλληλος, δεν ασχολήθηκε με το θέμα τούτο. Ανέφερε μόνο σε ερώτηση κατά την αντεξέταση όταν του υπεβλήθη πως το ποσό των €80.000 που πρότεινε ο εναγόμενος 1 για εξόφληση, ήταν μικρότερο του τότε οφειλόμενου, το οποίο στις 30.6.08 ανερχόταν στο ποσό των €93.162.-, πως «μπορεί οι καταστάσεις να περιλαμβάνουν χρεώσεις και τόκους πέραν του επιτρεπτού». Αξίζει εδώ να υπομνησθεί πως με το Ν.160
(1)/99, δεν υπάρχει όριο στο επιτόκιο, όπως παλαιότερα, που οποιοδήποτε επιτόκιο πέραν του καθοριζομένου ήταν μη νόμιμο. Στην παρούσα περίπτωση λαμβάνεται υπόψη η συμφωνία των μερών, βάσει του όρου 4(γ) της οποίας η Τράπεζα δικαιούται να αυξομειώνει το επιτόκιο, με την απόφαση της να δεσμεύει τον οφειλέτη στον οποίο ανακοινώνεται είτε με επιστολή, είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο. Στην κρινόμενη περίπτωση η σχετική πληροφόρηση έγινε με επιστολή ημερ. 7.4.03 (Τεκ.11), όπως και στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.α.)
(2009)1 Α.Α.Δ. 479. Πέραν τούτου όμως και του γεγονότος ότι το χρεωστικό υπόλοιπο δεν έτυχε αμφισβήτησης, ούτε και εξετάστηκε κατά την αγόρευση του συνηγόρου των εναγομένων, από τις καταστάσεις του Τεκ.13 καταδεικνύεται ότι το επιτόκιο με το οποίο ο λογαριασμός χρεώθηκε, ήταν τουλάχιστον από τις 31.12.03 αυτό του 8%. Συνεπώς, κρίνεται πως το οφειλόμενο προς τους ενάγοντες υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό που ο Μ.Ε.1 κατέθεσε, όπως έχει διαμορφωθεί, ποσό που το Δικαστήριο οφείλει και δικαιούται να επιδικάσει. Η ίδια συμφωνία (άρθρο 4(γ)) προνοεί επίσης για δικαίωμα των εναγόντων για κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 6 μήνες κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Δεδομένου ότι η σύμβαση συνομολογήθηκε στις 20.12.01, όταν ήδη ετέθη σε ισχύ ο Νόμος
(160)
(1)/99 (περί Φιλελευθεροποίησης του επιτοκίου) οι ενάγοντες διατηρούν το δικαίωμα αυτό (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.α. (ανωτέρω)). Η εκχώρηση της ασφάλειας ζωής του εναγομένου 2 προς τους ενάγοντες δεν αμφισβητήθηκε και επιμαρτυρείται από τα Τεκ.7 και
  1. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 4 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για ποσό €109.009,89 με τόκο 8% ετησίως επί ποσού €104.966,69 από 21.6.10 μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα των εναγόντων σε κεφαλαιοποίηση των τόκων του λογαριασμού δανείου των Εναγομένων 1 & 2 με αριθμό 316-01479-4202-3 και τώρα 516-36000-31496 ανά εξάμηνο ήτοι κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Εκδίδεται διάταγμα για εξαργύρωση της Ασφάλειας Ζωής του Εναγομένου 2 με αριθμόν 1-115894-6 στην UNIVERSAL LIFE INSURANCE CO. LTD προς όφελος των Εναγόντων και το δικαίωμα πωλήσεως της ασφάλειας είτε με ιδιωτική συμφωνία είτε με δημόσιο πλειστηριασμό. Σε περίπτωση πώλησης των μετοχών και είσπραξης ποσού μεγαλύτερου του χρεωστικού υπολοίπου, κάθε υπόλοιπο να καταβληθεί στον εναγόμενο
  2. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των εναγόντων και εναντίον όλων των εναγομένων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει της αποτυχίας των εναγομένων να αποδείξουν ότι η συμφωνία ήταν άκυρη, η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα αφού αγωγή και ανταπαίτηση εκδικάστηκαν μαζί. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final) (Aναφορά: Υπόλοιπο τραπεζικού λογαριασμού) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.