← Κύπρος

Helen Frantzis ν. Τhe Russian Commercial Bank (Cyprus) Ltd., Αγωγή Αρ. 4507/06, 6 Ιουνίου 2011

Helen Frantzis ν. Τhe Russian Commercial Bank (Cyprus) Ltd., Αγωγή Αρ. 4507/06, 6 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A176 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 4507/06 Μεταξύ: Helen Frantzis, από τη Λεμεσό Ενάγουσας - και - Τhe Russian Commercial Bank (Cyprus) Ltd., από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------------------------- 6 Ιουνίου 2011 Για την ενάγουσα: κ. Α. Κυπρίζογλου Για τους εναγόμενους: κ. Γ. Χριστοδούλου με τον κ. Κ. Χατζηκωστή Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αξιώσεις της ενάγουσας για αποζημιώσεις, πηγάζουν από τις κατ' ισχυρισμό, παράνομες και αντισυμβατικές ενέργειες των εναγομένων, οι οποίοι την απέλυσαν από τα καθήκοντα της: διευθύνουσα του Τμήματος Διεύθυνσης και Διοίκησης (Head of Management and Administration), και ως διευθύνουσα του τομέα της διοίκησης (Administrator) της τράπεζας. Η υπεράσπιση αρνείται το παράνομο της απόλυσης και αποδίδει το δικαιολογημένο των ενεργειών της, στις πλημμελείς εκτελέσεις των καθηκόντων της εναγούσης, η οποία, παρά τις πολλές γραπτές και προφορικές προειδοποιήσεις, τις συστάσεις και επιπλήξεις των προϊσταμένων της, παραβίαζε συστηματικά τους κανόνες εργασίας: παρέλειπε να επιδεικνύει την αρμόζουσα συνεργασία και τον πρέποντα σεβασμό προς προϊσταμένους και υφισταμένους της, με αποτέλεσμα να παραβιάζει τους όρους της σύμβασης εργοδότησης της. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων μερών ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε στην υπηρεσία της εναγόμενης με γραπτή σύμβαση εργοδότησης ημερομηνίας 25.2.2003, Τεκμ.1, ως "Personal Assistance". Θέση την οποία διατήρησε από 1.3.2003 μέχρι 30.10.2005. Την 1.3.2006 υπογράφεται τροποποιητική, όπως χαρακτηρίζεται συμφωνία, Τεκμ.2, που διαφοροποίησε μόνο τους όρους μισθοδοσίας της ενάγουσας, τηρουμένων των λοιπών όρων της αρχικής σύμβασης.. Ουσιαστικώς καθορίζεται ο μισθός της ενάγουσας στο ποσό Λ.Κ.1.400 το μήνα πλέον φιλοδώρημα, Λ.Κ.350 για κάθε μήνα, υπό την προϋπόθεση ότι η ενάγουσα δεν θα υποπέσει σε οποιοδήποτε παράπτωμα ή άλλως πως θα παραβιάσει τις υποχρεώσεις της έναντι της εργοδότριας τράπεζας ή τους εσωτερικούς κανονισμούς, οι οποίοι ίσχυαν στην τράπεζα. Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του ως μοναδική μαρτυρία αυτή της ενάγουσας. Ο λόγος: τη δεύτερη μέρα της ακροαματικής διαδικασίας τόσο η ενάγουσα, όσο και ο δικηγόρος της δεν εμφανίστηκαν κατά την καθορισμένη ώρα ακρόασης. Έτσι η διαδικασία συνεχίστηκε στην απουσία τους, οπότε η εναγόμενη Τράπεζα επέλεξε να μη προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία. Στη βάση πλέον της μοναδικής μαρτυρίας την οποία έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, αυτή της ενάγουσας και του εμπράγματου υλικού Τεκμ.1 - 12, καλείται να αποφασίσει κατά πόσο η απόλυση της ενάγουσας ήταν υπό τας περιστάσεις αδικαιολόγητη ή όχι και αν η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική, να προχωρήσει στην επιδίκαση αποζημιώσεων καθορίζοντας το ύψος τους. Με την αγόρευση του ο κ. Κυπρίζογλου κάλεσε το Δικαστήριο να αποδώσει στην ενάγουσα αποζημιώσεις στη βάση των αξιώσεων της: αποζημιώσεις λόγω απώλειας εισοδημάτων και σταδιοδρομίας για Λ.Κ.216.000,00 που αντιπροσωπεύουν μισθούς 10 χρόνων, πλέον αναλογία 13ου μισθού, καθώς και τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Από την άλλη πλευρά, φυσιολογικώς, υποστηρίχθηκαν αντίθετες θέσεις: Η πληρωμή αντί προειδοποίησης που δόθηκε στην ενάγουσα δυνάμει του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, καθώς και τα ποσά που καταβλήθηκαν χαριστικώς κατά την εισήγηση του κ. Χριστοδούλου, στην ενάγουσα Λ.Κ:1.615,38 που αντιπροσωπεύει πέντε εβδομάδων μικτά αντί προειδοποίησης, καθώς και το ποσό των Λ.Κ.1.938,00 ως αποζημιώσεις που ισοδυναμεί με έξη εβδομάδων μισθό δυνάμει του ιδίου νόμου, τα οποία κατετέθησαν στο λογαριασμό της τελευταίας, συνιστούν επαρκείς αποζημιώσεις. Και αυτό, χωρίς επηρεασμό της προβαλλόμενης θέσης της εναγόμενης, ότι η ενάγουσα κωλύεται λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct), στη διεκδίκηση οποιωνδήποτε αποζημιώσεων. Το βάρος απόδειξης ότι η διαγωγή του εργοδοτουμένου είναι τέτοια ώστε να δικαιολογεί απόλυση το φέρει η εναγόμενη τράπεζα. Στην υπόθεση Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου

(2003)1 Α.Α.Δ. 318, εξετάστηκε ανάμεσα στ' άλλα το λογικό ή μη της απόλυσης όπου υιοθετήθηκε η αρχή που διατυπώθηκε στις συνεκδικασθείσες εφέσεις Αγγλικών Δικαστηρίων Foley v. Post Οffice και HSBC Bank pl.c. v. Madden, Times ημερ. 17.8.00: Η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Το Δικαστήριο διαπράττει σφάλμα, αν αντικαταστήσει την τράπεζα ως εργοδότη με τον εαυτό του κατά την εκτίμηση της ποιότητας και της αξίας της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για τη πεποίθηση της ότι ο εργοδοτούμενος της υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σε καμιά περίπτωση δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμών Λτδ,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1478, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 665 Στην Galatariotis, πέρα από το πιο πάνω ζήτημα εξετάστηκε και το κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτουμένου, ανάμεσα στα άλλα, δημιούργησαν στην εργοδότρια εταιρεία την εύλογη πεποίθηση πως δεν ήταν δυνατή η συνέχιση της εργασιακής σχέσης, της οποίας συστατικός όρος είναι η καλή πίστη. O τερματισμός της εργασιακής σχέσης δικαιολογείται όταν η συμπεριφορά του εργοδοτουμένου κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης, ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχιση της, η οποία εξαρτάται και στηρίζεται στην ύπαρξη κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών. Οποιαδήποτε ασυμβίβαστη συμπεριφορά με τα πιο πάνω, δίδει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει τη Σύμβαση. Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 C.L.R. 103. Η άμεση απόλυση σε τέτοιες περιπτώσεις κρίνεται ως δραστικό μέτρο και θα πρέπει να λαμβάνεται εκεί μόνο όπου το δικαιολογούν ιδιαίτερες περιστάσεις. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ ν. Γιώργου Κόγια,
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1227, Kanika Developments Ltd v. Louka
(2004)1 A.A.Δ. 603. Στη Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου
(2002)1(Β) 1000, εξετάστηκε ανάμεσα σε άλλα, υποχρέωση υπακοής του εργοδοτουμένου έναντι των εργοδοτών του, καθώς και τα δικαιώματα και η προστασία των συμφερόντων του πρώτου έναντι του εργοδότη και το βάρος απόδειξης του τελευταίου ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών του υπαλλήλου έγινε νομίμως για ένα από τους λόγους που εισάγονται περιοριστικά με την υπεράσπιση αναφέρονται στο άρθρο 5 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67. Κατ' εφαρμογή της γενικής αρχής του δικαίου της απόδειξης: σε περίπτωση που διατυπώνεται κατηγορία εκτός δικαστηρίου κατά διαδίκου, η απάντηση του, είτε προφορική είτε διά συμπεριφοράς, δυνατό να αποτελεί παραδοχή στο βαθμό που αποτελεί αναγνώριση ολόκληρης της κατηγορίας ή μέρους του. Η σιωπή μπορεί να εκληφθεί ως παραδοχή, αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες, που λογικά αναμένεται κάποια εξήγηση ή ακόμη και άρνηση. Όπως αναφέρεται στην Sea island Travel & Tours Ltd κ.α. ν. Αγαθαγγέλου κ.α.
(1999)1 A.A.Δ. 1687, η κατάληξη ενός Δικαστηρίου με την οποία γίνεται αποδεκτή η ένορκη εκδοχή ενός των διαδίκων, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ένορκη εκδοχή, δεν είναι εύκολο να ανατραπεί. Εφόσον βεβαίως η μαρτυρία είναι εκείνου του επιπέδου που ικανοποιεί το Δικαστήριο, τόσο ως προς την αξιοπιστία, όσο και ως προς το λογικό της συνοχής της. Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Barry Wynne v. David Costakis Mavronicolas ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα, ανίκανου προσώπου,
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138, επαναβεβαιώθηκε ότι, εκεί όπου υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, εξετάζεται κατά πόσο αυτά είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο, στην απουσία βεβαίως εγγενών δυσκολιών στην παρουσιαζόμενη από το μάρτυρα εκδοχή και αξιοπιστία του. Η εναγόμενη πλαισίωσε τις θέσεις της όπως προβάλλουν από την Υπεράσπιση η οποία όμως: «.. συνιστά δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του ενάγοντα. Η δικογραφία επενεργεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Δεν συνιστά μαρτυρία ούτε αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών.» Πανίκκος Νεοφύτου κ.α. ν. Ανδρέα Γερακιώτη, Π.Ε. 79/2008, ημερομηνίας 22.1.2010 και Μαυρομιχάλη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Προέχει λοιπό να εξεταστεί ο λόγος της ενάγουσας και να ελεγχθεί η αξιοπιστία της εκδοχής της. Γίνεται φανερό από την αλληλογραφία που αντάλλαξαν οι διάδικοι, πως η ενάγουσα δεν αποδίδει την πραγματική εικόνα όταν ισχυρίζεται πως δεν της έγιναν οποιεσδήποτε προηγούμενες συστάσεις για την συμπεριφορά της και/ή τις παραλείψεις της, ως προς την εκτέλεση ή την μη ικανοποιητική εκτέλεση των καθηκόντων της. Η θέση της, όταν της υποδείχθηκαν οι εν λόγω επιστολές, οπότε και κλήθηκε να σχολιάσει το περιεχόμενο τους Τεκμ.4(α)-4(στ), Τεκμ.5, 6 και 10, πως αυτό δεν το θεωρεί η ίδια παράπονο ή "warning" δεν αλλάζει τα πράγματα. Από αντικειμενική και απλή γραμματική εξέταση του περιεχομένου των επιστολών, γίνεται φανερό πως οι εναγόμενοι, και ιδιαίτερα ο Vladimir Popov, Διευθυντής του Οικονομικού Τμήματος (Chief Financial Officer), παρατηρούσε ήδη από τις 29.3.2006, Τεκμ.4(β), την άρνηση της ενάγουσας να εκτελέσει τα καθήκοντα που της ανατέθηκαν, η ενάγουσα δεν εξασκούσε τον απαιτούμενο έλεγχο ή miss management, ή όπως αλλού απροθυμία της ενάγουσας να αναλάβει τις ανακαινίσεις οι οποίες διενεργούνταν στα κτίρια των εναγομένων, Τεκμ.4(α), κάτι που συνιστούσε παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων ή διευθυντικών οδηγιών ή με την επιστολή 10.4.
  2. Ερμηνεύοντας η ενάγουσα τις επιστολές, όπως το Τεκμ.5, πάντοτε κατά τη δική της κρίση επανέλαβε τη θέση: η εναγόμενη έψαχνε δικαιολογίες για να την απολύσει. Ο Popov συγκεκριμένα, ήταν εκείνος, ο οποίος προσπαθούσε να την οδηγήσει σε εθελούσια έξοδο, κάτι που δεν πέτυχε. Έτσι επέλεξαν να λήξουν το θέμα απολύοντας την με κοινοποίηση της επιστολής ημερομηνίας 5.7.2006, Τεκμ.9, Η ίδια παρά την πολεμική που της εξασκούσε το εν λόγω πρόσωπο ήθελε να παραμείνει στην εργασία της, την είχε απόλυτη ανάγκη, ιδιαιτέρως δε με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε: το θάνατο του συζύγου της και το διαζύγιο της κόρης της. Έτσι κατέβαλλε όλες τις ενέργειες για να αυξήσει την αποδοτικότητα της και να διατηρήσει τη θέση της. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι και όταν μειώθηκε ο μισθός της, παρόλο που δεν συμφωνούσε, υπέγραψε τη συμφωνία γιατί αλλιώς όπως και πάλι υποστήριξε, ο Popov την απείλησε πως αν δεν υπέγραφε θα έχανε τη θέση της. Ότι η ενάγουσα αντιλαμβανόταν πλήρως ότι η τράπεζα ήδη παρατηρούσε την ενάγουσα για πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων ή απροθυμία στην εκτέλεση των καθηκόντων της, προκύπτει με σαφήνεια από τη δική της επιστολή ημερομηνίας 29.3.2006 προς τον Mikhail Kuzovlev, Εκτελεστικό Διευθυντή της Τράπεζας. Ασχέτως αν η ενάγουσα επικεντρώνει το ζήτημα σε πρόσφατα προβλήματα με τον Popov ή σε άδικες κατηγορίες του τελευταίου προς το πρόσωπο της, παραμένει ως γεγονός, κάτω από τη μια ή την άλλη παράμετρο, πως απαντούσε σε συγκεκριμένες αιτιάσεις παράβασης των καθηκόντων της εκ μέρους του προϊσταμένου της και έδιδε τη δική της αντίληψη των γεγονότων, αμυνόμενη θα έλεγα στις προηγούμενες επιστολές, ιδιαιτέρως Τεκμ.5 με θέμα "written warning for unsatisfactory job performance", γραπτή προειδοποίηση για μη ικανοποιητική εκτέλεση εργασίας, προβάλλοντας στην προϊσταμένη αρχή τις δικές της θέσεις, Τεκμ.
  3. Η καταληκτική παράγραφος του τελευταίου τεκμηρίου τοποθετεί βρίσκω τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση: Υπήρχαν παράπονα και προηγήθηκαν προειδοποιήσεις για μη ικανοποιητική εκτέλεση των καθηκόντων της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης, με αποτέλεσμα η τελευταία να εκφράζει τη θέση πως δεν επιθυμεί να παραμείνει κάπου που δεν την εκτιμούν ή πιστεύουν ότι ενεργεί ανέντιμα. Το γεγονός ότι υπήρχε «πρόβλημα» στις σχέσεις των μερών το παραδέχεται και η ενάγουσα με την επιστολή της ημερομηνίας 10.5.2006, Τεκμ.10, έστω και αν δεν το συγκεκριμενοποιεί αφήνοντας το αόριστα: "a problem". Καλεί λοιπόν τους υπεύθυνους της εναγόμενης να βρουν μια λύση "before this problem is transferred on to the Cyprus District Labour Office and legal authorities". Έχοντας κατά νουν τις γενικές αρχές δικαίου και την καθοδήγηση των πιο πάνω αποφάσεων, την απουσία αντίθετης εκδοχής εκ μέρους της εναγομένης καταλήγω ότι η εναγόμενη έχει αποτύχει να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που φέρει: να δικαιολογήσει την απόλυση της ενάγουσας για συγκεκριμένους λόγους. Ακόμα και αν μέσα από την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των διαδίκων κατά τον κρίσιμο χρόνο, διατυπώνονται αιτιάσεις της εναγομένης για ασυμβίβαστές συμπεριφορές ή πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων της ενάγουσας το γεγονός αυτό δεν είναι ικανοποιητικό, ώστε είτε να κλονίσει την αξιοπιστία της ενάγουσας, είτε να θεμελιώσει νομιμότητα του τερματισμού εργοδότησης για συγκεκριμένους λόγους ή τέτοια συμπεριφορά που να δικαιολογεί ένα τέτοιο δραστικό μέτρο, όπως η απόλυση. Παρέμειναν χωρίς αντίλογο οι θέσεις της ενάγουσας περί μεθοδεύσεων της εναγομένης και συγκεκριμένα του πιο πάνω Popov να την οδηγήσουν σε εθελούσια έξοδο. Όπως πολύ εύστοχα ο Νικολάου Δ., στην υπόθεση Kanika Developments Ltd v. Λουκα Λουκα
(2004)1 Α.Α.Δ. 603, απέδωσε το πνεύμα του Νόμου: «Η απάντηση θα πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παράγοντες. Σ' αυτούς περιλαμβάνονται, στη μια μεριά, η επιλήψιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συμπεριφορά του - εργασιακό περιβάλλον και προσωπικές περιστάσεις - η σταδιοδρομία του υπαλλήλου και γενικότερα οι αδυναμίες και τα προτερήματα του. Στην άλλη μεριά βρίσκονται οι ανάγκες του εργοδότη, οι οποίες μπορεί να εκτείνονται σε ευρύ φάσμα παραγόντων. Σε μερικές δε περιπτώσεις αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα λεπτοί και ευαίσθητοι. Οπότε, σε καλύτερη θέση να τους αποτιμήσει είναι ο ίδιος ο εργοδότης. Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση. Δεν είναι πάντοτε εύκολη η στάθμιση. Τον πρώτο λόγο τον έχει βέβαια ο εργοδότης. Του αναγνωρίζονται περιθώρια. Μόνο όταν τα υπερβεί επεμβαίνει το Δικαστήριο.» Η διάρκεια μιας σύμβασης εργασίας καθορίζεται από τους όρους της. Για τον προσδιορισμό των όρων εργοδοσίας της, είτε μέσα από κανονισμούς ή εγκυκλίους ή μέσα από την ίδια τη συμφωνία: Σάββας Σαββίδης ν. Συνομοσπονδίας Εργατών Κύπρου κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 57. Ο εργοδοτούμενος, εκτός αν υπάρχει ρητή πρόνοια περί του αντιθέτου στο συμβόλαιο, μπορεί μόνο να προσδοκά σε υπηρεσία μέχρι το έτος της αναγκαστικής αφυπηρέτησης του και δεν υπάρχει εγγυημένη τακτή προθεσμία εργοδοσίας, ακόμα και αν γίνεται αναφορά σε κανονισμούς ταμείων προνοίας - συντάξεως για τη λήψη ωφελημάτων στο 60ο έτος ...». Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(2004)1( Α) Α.Α.Δ. 90. Άλλωστε μια εταιρεία έχει τη δυνατότητα να καθορίσει ή να μη καθορίσει χρονική διάρκεια εργοδοσίας ή απασχόλησης των υπαλλήλων της, ενεργώντας δυνάμει συμβάσεων ακαθόριστης ή αόριστης διάρκειας, θέτοντας παράλληλα ως όριο την ημερομηνία αφυπηρέτησης του υπαλλήλου, το 60ο έτος της ηλικίας του ή αναλόγως. Δυνατότητα και πρακτική η οποία και αναγνωρίστηκε στην Κ. Χαραλάμπους v. Michael Automotive Ltd,
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 102. Στις συμβάσεις αορίστου διαρκείας απαιτείται δήλωση ή ενέργεια ενός εκ των συμβαλλομένων για τερματισμό της, ενώ επί συμβάσεως ορισμού χρόνου η λήξη της επέρχεται αυτοδικαίως: με τη λήξη του χρόνου διαρκείας της. Σάββα Φιλ. Δρουσιώτη ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αγίου Δομετίου Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Το εύλογο της προειδοποίησης σε περιπτώσεις εργοδοσίας ακαθόριστης διάρκειας, εξετάστηκε στην υπόθεση Σάββας Σαββίδης, πιο πάνω, προειδοποίηση η οποία κυμαίνεται μεταξύ 1 - 12 μηνών, αναλόγως της φύσης του επαγγέλματος, και της θέσης που κατέχει ο εργοδοτούμενος, διευθυντική ή άλλη. Σχετικά με το θέμα παραπέμπω στο Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 25, σελ. 490 και Chitty on Contracts, 27η ΄Εκδοση, Τόμος 2ος, σελ.
  2. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της διάρκειας προειδοποίησης εξετάστηκαν στην Στυλιανίδης, πιο πάνω, όπου και υιοθετήθηκε και η Dobie v. Burns International
(1984)3 All E.R. 333. Τέτοιοι καθοριστικοί και άμεσα καθοδηγητικοί παράγοντες είναι η φύση της εργασίας, η ζήτηση υπηρεσιών ανάλογων με εκείνες που μπορεί να προσφέρει ο εργοδοτούμενος στην ελεύθερη αγορά, καθώς και η διάρκεια εργοδοσίας. Στη βάση της μαρτυρίας όπως έχει τεθεί ενώπιον μου και ιδιαιτέρως των αποδεκτών γεγονότων και την εμπράγματη μαρτυρία, βρίσκω ότι η εργοδοσία της ενάγουσας ήταν αορίστου χρονικής διάρκειας. Το βάρος απόδειξης ότι ο ενάγων δεν εκπλήρωσε το καθήκον του λαμβάνοντας λογικά μέτρα για να μειώσει τις ζημιές του βρίσκεται στον εναγόμενο. Η ενάγουσα έδωσε λόγους και εξηγήσεις γιατί δεν κατόρθωσε να βρει μέχρι σήμερα μια άλλη εργασία ανάλογη της προηγούμενης θέσης. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, οι εξηγήσεις που έδωσε η ενάγουσα, δεν αντικρούστηκαν σε τέτοιο βαθμό ώστε να αποδυναμωθεί ο λόγος της. Belcy Company Ltd v. Λουκά
(2003)1(Β) 871. Μέσα από τη μαρτυρία εξάγεται με σαφήνεια ως μόνο λογικό συμπέρασμα ότι η Υπεράσπιση του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς δεν μπορεί να επιτύχει. Δεν ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις του κωλύματος: παράσταση γεγονότος. Η παράσταση να είναι ακριβής και μη αμφιλεγόμενη. Να υπάρχει πρόθεση η συμπεριφορά που να εγείρει εξαιτίας αυτής τεκμήριο ότι το ζημιωθέν μέρος επρόκειτο να ενεργήσει θεωρώντας την παράσταση ως αληθή. Το μέρος που στηρίζεται στην παράσταση θα πρέπει να ενήργησε με βάση την παράσταση προς ζημιά του και η ανακριβής δήλωση ή αμέλεια θα πρέπει να ήταν το άμεσο αίτιο της απώλειας ή του λάθους που προκάλεσε την ζημιά. Στυλιανού ν. Παπακλεοβούλου
(1982)1 C.L.R. 542, Χ"Γιάννη ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1970)1 C.L.R. 32, Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.α. ν. Δήμου Πάφου
(1998)1 C.L.R.
  1. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του επαγγέλματος και τη θέση που κατείχε η ενάγουσα, κατά το χρόνο απόλυσης της καθώς και τη διάρκεια εργοδοσίας της: από 1.3.2003 μέχρι 14.7.2006 καταλήγω ότι είναι υπό τις περιστάσεις εύλογη προειδοποίηση πέντε μηνών, σύνολο Λ.Κ.1.400,00 + 350 Χ 5 μήνες = Λ.Κ. 8.750,
  2. Από το πιο πάνω ποσό αφαιρούνται τα ποσά που ήδη καταβλήθηκαν: από Λ.Κ.8.750,00 - Λ.Κ.3.553,38 = Λ.Κ.5.196,
  3. Εν όψει του γεγονότος ότι η εργοδότηση της ενάγουσας έγινε κάτω από τους όρους των γραπτών συμφωνιών 25.2.2003 και 1.3.2006, ότι ο τελευταίος μισθός ήταν Λ.Κ.1.400 το μήνα, χωρίς οποιαδήποτε πρόνοια για 13ο μισθό, παρά μόνο φιλοδώρημα κάτω από τους όρους και τις πρόνοιες της τροποποιητικής συμφωνίας, Τεκμ.2, βρίσκω ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται πληρωμή αναλογίας 13ου μισθού. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €8.878,95 πλέον τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα €5.000 - €10.
  4. (Υπ.) ............... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Παράνομη Απόλυση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.