EA TRAVELLER LTD ν. SECRET HOLIDAYS 2 LTD κ.α., Αγωγή αρ. 1319/09, 7 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A179 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1319/09 Μεταξύ: E.A. TRAVELLER LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και -
- SECRET HOLIDAYS 2 LTD, από το Ηνωμένο Βασίλειο
- LAST MINUTE NETWORK LIMITED, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγομένων ------------------- Αίτηση ημερ. 21.2.11 για τροποποίηση Έκθεσης Απαιτήσεως Ημερομηνία: 7 Ιουνίου 2011 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κος Θρασυβούλου (κος Πότσης για ν' ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: Κος Τράκκαρος (κα Στιβαρού για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες επιδιώκουν τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ως ακολούθως: «1) Με την προσθήκη ως παραγράφου 7Α μετά την παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως: "Η αποκλειστική φύση της συνεργασίας των Εναγόντων με τους Εναγομένους 1 προκύπτει μεταξύ άλλων και από την πρόνοια 12.3 της γραπτής συμφωνίας μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 όπου προβλέπεται κάτω από ποιες προϋποθέσεις είναι δυνατόν να αναιρεθεί ή τροποποιηθεί η αποκλειστική φύση της μεταξύ των Συμφωνίας. Ο όρος 12.3 της Συμφωνίας προβλέπει τα ακόλουθα: "In the event the volume of business (measured by passenger numbers and financial turnover) decreases by greater than 20% over the previous full season measured by the company's data then both parties reserve the right to review the exclusive nature of this agreement and may consider contracting with third parties". «Σε περίπτωση που ο όγκος των εργασιών (μετρούμενος στη βάση του αριθμού των επιβατών και του κύκλου εργασιών) μειωθεί κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 20% σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο μετρούμενος ως σύνολο στη βάση των δεδομένων της εταιρείας τότε αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι διατηρούν το δικαίωμα όπως αναθεωρήσουν την αποκλειστική φύση της παρούσας συμφωνίας και δύνανται να εξετάσουν την πιθανότητα σύναψης συμφωνίας με τρίτα πρόσωπα». 2) Με την προσθήκη ως παραγράφου 20Α μετά την παράγραφο 20 της Έκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως: «Η σύναψη υπό των Εναγομένων 1 συμφωνίας με τρίτο πρόσωπο με βάση την οποία παραχωρήθηκε στο τρίτο αυτό πρόσωπο το σύνολο των εργασιών των που αφορούσε ή και περιελάμβανε την Κύπρο συνιστά παράβαση εξυπακουόμενου όρου δυνάμει του Αγγλικού Δικαίου που διέπει την μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένων 1 συμφωνία ημερομηνίας 18/09/07 στην βάση του οποίου κανένας των συμβαλλομένων μερών διά των ενεργειών του δικαιούται όπως προβεί σε πράξη ή διάβημα που θα αποτρέψει την διατήρηση του ελάχιστου ποσοστού που αναφέρεται στον όρο 12.3 της συμφωνίας». Η ανάγκη για την τροποποίηση αυτή δικαιολογείται με την συνοδευτική ένορκη δήλωση της Φρόσως Χριστοδουλίδου, ασκούμενης δικηγόρου στο γραφείο του δικηγόρου των εναγόντων και αναφέρει πως: «Μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων εκδόθηκε από το High Court of Justice - Chancery Division η επιφυλαχθείσα απόφαση του Mr. Justice Peter Smith στην Έφεση των Εναγομένων 1, στην παρούσα διαδικασία, που καταχώρησαν ενάντια στην απόφαση του Master Moncaster στην Αίτηση των Εναγόντων, στην παρούσα διαδικασία, για αναστολή της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κανονισμού 44/2001 με την οποία απόφαση του Mr. Justice Peter Smith απορρίφθηκε η Έφεση των Εναγομένων 1 στην παρούσα διαδικασία τόσο στη βάση του άρθρου 27 όσο και στη βάση του άρθρου 8 του Κανονισμού 44/
- Με την πιο πάνω απόφαση του Mr. Justice Peter Smith υποδεικνύεται παράλειψη των Εναγόντων στην παρούσα διαδικασία να δικογραφήσουν εξυπακουόμενο όρο των συμφωνιών μεταξύ των Εναγομένων 1 και των Εναγόντων με βάση τον οποίον "κανένα των συμβαλλομένων μερών διά των ενεργειών του δικαιούται όπως προβεί σε πράξη ή διάβημα που θα αποτρέψει την διατήρηση του ελάχιστου ποσοστού που αναφέρεται στον όρο 12.3 της συμφωνίας"». Αναφέρει περαιτέρω πως οι δικηγόροι των εναγόντων στο Λονδίνο απέστειλαν το πλήρες κείμενο της απόφασης στους δικηγόρους των εναγόντων στη Κύπρο στις 22.12.10 και για τον λόγο τούτο, η δικογράφηση των ανωτέρω θεμάτων δεν μπορούσε να γίνει κατά τον χρόνο σύνταξης της έκθεσης απαίτησης. Καταχωρήθηκε ειδοποίηση ένστασης στην ανωτέρω αίτηση με την οποία εγείρονται ευάριθμοι λόγοι ένστασης για τους οποίους η αίτηση θεωρείται απορριπτέα. Αποδίδεται ανεπάρκεια και αοριστία στην αίτηση και ένορκη δήλωση, παρερμηνεία της απόφασης, καθυστέρηση στην καταχώρηση της κρινόμενης αίτησης και εισαγωγή νέας βάσης αγωγής την οποία θεωρούν ανεπίτρεπτη. Σε σχέση με τον τελευταίο λόγο, εγείρεται πρόσθετος ισχυρισμός ότι έπρεπε με τη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης να γίνει τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Παύλου Αγαπητού δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων. Υιοθετεί μ' αυτή και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και προσθέτει περαιτέρω ότι η κρινόμενη αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι «η ισχυριζόμενη κατ' έφεση απόφαση του Mr Justice Peter Smith του High Court - Chancery Division εκδόθηκε στις 11.5.2010 και σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των Κύπριων δικηγόρων των Εναγόντων - Αιτητών, η σχετική απόφαση έφτασε στα χέρια τους μέσω των Άγγλων δικηγόρων των Εναγόντων - Αιτητών μόλις στις 22.12.2010, ήτοι 7 μήνες αργότερα χωρίς να δίνεται καμία απολύτως εξήγηση για την καθυστέρηση. Είναι, επομένως, άξιο απορίας γιατί χρειάστηκε 7 μήνες για να σταλεί αντίγραφο της εν λόγω απόφασης από τους δικηγόρους των στο Λονδίνο, στους αντίστοιχους δικηγόρους των Εναγόντων - Αιτητών στην Κύπρο». Σχολιάζοντας την απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες υποδεικνύει ότι η ερμηνεία που έχει δοθεί από τους ενάγοντες δεν έχει οποιαδήποτε ουσιαστική σχέση με τα γεγονότα της παρούσας αγωγής και ότι οι τελευταίοι βασίστηκαν σε επιλεκτικό απόσπασμα της χωρίς να την παραθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή: Έχει νομολογηθεί ότι η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (δέστε Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (δέστε Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως μετά που είχαν ακουσθεί 7 μάρτυρες). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έχουν αναπτύξει με γραπτές αγορεύσεις τις θέσεις τους για την εν λόγω αίτηση τις οποίες έχω μελετήσει και έχω κατά νου εκδίδοντας την παρούσα υπόθεση, γι' αυτό προβαίνω αμέσως κατωτέρω στην εξέταση των λόγων ένστασης, όπως αυτοί κατηγοριοποιούνται. Αβάσιμη και αόριστη αίτηση Η αίτηση έχει δικονομικό έρεισμα τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί και ρυθμίζει την τροποποίηση των δικογράφων και συνεπώς ο σχετικός λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Εισαγωγή νέας βάσης αγωγής Μία από τις αιτιάσεις των εναγομένων για την μη αποδοχή της αίτησης τροποποίησης είναι ότι με αυτή εισάγεται νέα βάση αγωγής η οποία μάλιστα δεν περιλαμβάνεται στο κλητήριο ένταλμα. Η Διάταξη 20 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί πως: «1Α. Whenever a statement, of claim is delivered the plaintiff may therein alter, modify, or extend his claim without any amendment of the indorsement of the writ». Στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237 κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης, υιοθετήθηκε αυτό που αποφασίστηκε στη World Tide Shipping Corporation of Leberia v. Vassiliko Cement Work Ltd
(1988)1 C.L.R. 488: «ότι ο Ενάγοντας μπορεί να αλλάξει, μετατρέψει ή επεκτείνει την αρχική του απαίτηση σε οποιοδήποτε βαθμό και να αξιώνει περαιτέρω ή άλλη θεραπεία χωρίς τροποποίηση του κλητηρίου νοουμένου ότι δεν αλλάζει τελείως την αιτία της αγωγής όπως εκτίθεται στην οπισθογράφηση και δεν εισάγει μια νέα και επιπρόσθετη αιτία αγωγής η οποία δεν θα μπορεί να εκδικαστεί ευχερώς μαζί με την αρχική απαίτηση». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά (ανωτέρω), όπου η έκθεση απαίτησης αναφερόταν σε πώληση με γραπτό πωλητήριο έγγραφο, επετράπη τροποποίηση ώστε να εισαχθεί ισχυρισμός, ο οποίος διατείνετο ότι έγινε προφορική συμφωνία η οποία επιβεβαιώθηκε με έγγραφη αναγνώριση. Εκρίθη δε, ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση υποκατάστασης του βάθρου της αγωγής και επετράπη με την επισήμανση ότι η αίτηση υποβλήθηκε στην αφετηρία της δίκης. Στην Saba & Cο (Τ.Μ.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, επετράπη τροποποίηση δι΄ εισαγωγής ισχυρισμών περί δυσφήμισης επιπρόσθετα των ισχυρισμών επιζήμιας ψευδολογίας, αστικά αδικήματα καθοριζόμενα από το άρθρο 25 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, με την υπόδειξη ότι δεν δημιουργείτο νέα βάση αγωγής, αφού όλα τα γεγονότα προέκυψαν από την ισχυριζόμενη επιζήμια ψευδολογία που περιέχετο στην επιστολή ημερομηνίας 30.5.
- Υπογραμμίσθηκε δε, με παραπομπή στη Χρίστου (ανωτέρω) ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Από τις πιο πάνω αποφάσεις προκύπτει ότι τα γεγονότα των οποίων γινόταν επίκληση δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς. Ήσαν κυρίως τα ίδια και από αυτά θεμελιώνονται διάφορες και διαφορετικές θεραπείες και νομικοί ισχυρισμοί. Είχε αποφασισθεί ότι δεν άλλαζε άρδην η βάση της αγωγής και ότι οι προτεινόμενοι νέοι ισχυρισμοί και τροποποιήσεις εμπλέκοντο και ήσαν σχετικοί με τους ήδη υπάρχοντες (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης κ.ά. (ανωτέρω)). Στην κρινόμενη περίπτωση επιζητούνται από τους ενάγοντες αποζημιώσεις για παράβαση των όρων της μεταξύ αυτών και των εναγομένων 1 συμφωνίας που υπογράφτηκε στις 18.9.2007 η οποία όπως αναφέρεται και στο παρακλητική μέρος της εκθέσεως απαιτήσεως, συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε από διευθετήσεις και συμφωνίες εν μέρει γραπτώς και εν μέρει προφορικώς που υπήρξαν μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 και
- Αξιώνονται επίσης τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Με την σκοπούμενη να εισαχθεί νέα παράγραφο οι ενάγοντες επιδιώκουν την στήριξη της υπόθεσης τους και σε εξυπακουόμενο όρο συμμορφούμενοι όπως αναφέρουν στην απόφαση του αγγλικού δικαστηρίου. Κρίνεται πως η εισαγωγή της νέας παραγράφου 20Α ναι μεν θα διαφοροποιήσει κάπως τα γεγονότα και την νομική βάση αφού πλέον η αγωγή θα βασίζεται όχι αποκλειστικά σε γραπτή συμφωνία αλλά θα έχει έρεισμα και σε εξυπακουόμενο όρο κρίνεται όμως πως το όλο νομικό πλέγμα και οι αξιώσεις δεν διαφοροποιούνται ούτε αλλάζει το νομικό πλαίσιο στο οποίο η αγωγή και η γενικότερη εκδίκαση της θα κινηθεί. Εν πάση περιπτώσει η οποιαδήποτε διαφοροποίηση δεν είναι τέτοιας φύσης που να προκαλεί αδικία στους εναγόμενους ή που δεν μπορεί ευχερώς να εκδικασθεί με την ήδη υπάρχουσα βάση αγωγής. Καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης Έχει ανωτέρω καταγραφεί ότι ως λόγος ένστασης προβάλλεται και η καθυστέρηση στην καταχώρηση της κρινόμενης αίτησης. Έχει επίσης στην αρχή της απόφασης καταγραφεί η σχετική παράγραφος της ενόρκου δηλώσεως του Π. Αγαπητού η οποία καταπιάνεται με την καθυστέρηση αυτή. Είναι γεγονός ότι με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν εξηγείται γιατί καθυστέρησε η αποστολή της απόφασης στους δικηγόρους των εναγόντων για την οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποθέσει ούτε να εικάσει οτιδήποτε. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε ο χρόνος των 7 μηνών που πέρασε από την έκδοση της απόφασης μέχρι την αποστολή της στη Κύπρο. Ο συνήγορος των εναγόντων αποδέχθηκε ουσιαστικά την ύπαρξη κάποιας, όπως την χαρακτήρισε, καθυστέρησης, εισηγήθηκε όμως ότι οι εναγόμενοι υπήρξαν και οι ίδιοι υπαίτιοι καθυστέρησης της διαδικασίας δεδομένου ότι δεν καταχώρησαν έγκαιρα την υπεράσπιση τους με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί εναντίον τους αίτηση για απόφαση. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως, φαίνεται να περιορίστηκε στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Α. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Κρίνεται πως η παρατηρηθείσα καθυστέρηση δεν είναι τέτοιας φύσης ώστε να καθίσταται από μόνη της λόγος μη αποδοχής της αίτησης (Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ., 223 στην απουσία ύπαρξης κακής πίστης εκ μέρους του Αιτητή. Σημειώνεται πως παρά το ότι ένας από τους λόγους ένστασης παραπέμπει σε κακοπιστία του Αιτητή, όμως κάτι τέτοιο δεν καταδεικνύεται από τα γεγονότα όπως αυτά εμφαίνονται μέσα από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω κρίνεται πως η μη αιτιολόγηση του χρονικού διαστήματος μέχρι την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να μπορεί να προκαλεί αδικία στους εναγομένους η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του χρονικού σημείου στο οποίο η παρούσα αίτηση υποβάλλεται. Σε σχέση με τη ζητούμενη να προστεθεί παρ. 7Α παρατηρείται πως η ζητούμενη τροποποίηση εμπεριέχει μαρτυρία κάτι που δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνεται στα δικόγραφα. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί η αρχή πως: «Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο Θ.4 περιέχει τον πιο θεμελιακό: "Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved.." Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Αν παρεισφρύσει πρέπει να διαγραφεί: Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. v. Davies
(1938)1 Κ.Β. 196, 207. Έτσι δεν είναι συγχωρητή η παράθεση ολόκληρου εγγράφου. Είναι αρκετό να δηλωθεί η έννοια και το αποτέλεσμα του. (Bullen & Lake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 44). Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι 'αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine
(1994)72 B.L.R. 26: "The basis purpose of pleadings is to enable the opposite party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. ............................... Pleadings are not a gave to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing"». Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος 2 της αίτησης. Η τροποποιηθείσα έκθεση απαιτήσεως να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Η έκθεση υπερασπίσεως στην τροποποιηθείσα έκθεση απαιτήσεως να καταχωρηθεί 10 μέρες μετά. Επιδικάζονται έξοδα τόσο της αίτησης, όσο και εκείνων που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής (Subject: Civil/Other actions/Ιnterim) (Aναφορά: Aίτηση τροποποίησης Έκθεσης Απαίτησης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο