← Κύπρος

Vega LLC κ.α. ν. OJSC Ingosstrakh κ.α., Αρ. Αγωγής 1850/11, 15 Ιουνίου 2011

Vega LLC κ.α. ν. OJSC Ingosstrakh κ.α., Αρ. Αγωγής 1850/11, 15 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A184 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1850/11 Μεταξύ:

  1. Vega LLC, από Ρωσία
  2. Noviy capital LLC, από Ρωσία
  3. Investitsionnaya Initsiativa LLC, από Ρωσία Εναγόντων - και -
  4. OJSC Ingosstrakh, από Ρωσία
  5. Granite LLC, από Ρωσία
  6. Bekar-Service LLC, από Ρωσία
  7. Soft-Karat LLC, από Ρωσία
  8. Persella Investment Limited, από Λεμεσό
  9. Blue Banner Holding Limited, από Λεμεσό
  10. Kedeston Limited, από Λευκωσία
  11. Solid serve Ltd, από Λεμεσό
  12. Αριστείδης Πολυδώρου, από Λεμεσό
  13. Γεωργίας Καμινιότη, από Λευκωσία
  14. Χρυσούλας Προβατά, από Λεμεσό Εναγομένων ---------------------------------- (Μετά από διάταγμα τροποποίησης ημερ. 10.5.2011) Μεταξύ:
  15. Vega LLC, από Ρωσία
  16. Noviy capital LLC, από Ρωσία
  17. Investitsionnaya Initsiativa LLC, από Ρωσία Εναγόντων και
  18. OJSC Ingosstrakh, από Ρωσία
  19. Granite LLC, από Ρωσία
  20. Bekar-Service LLC, από Ρωσία
  21. Soft-Karat LLC, από Ρωσία
  22. Persella Investment Limited, από Λεμεσό
  23. Blue Banner Holding Limited, από Λεμεσό
  24. Kedeston Limited, από Λευκωσία
  25. Solid serve Ltd, από Λεμεσό
  26. Αριστείδη Πολυδώρου, από Λεμεσό,
  27. Γεωργίας Καμινιότη, από Λεμεσό
  28. Αθηνούλλας Βασιλείου, από Λεμεσό Εναγομένων ---------------------------------- Αίτηση ημερ. 28.4.2011 15 Ιουνίου 2011 Για τους αιτητές: κ. Α. Χαβιαράς (για αυτόν κα Χριστοδούλου) Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους 5, 6, 8, 9 & 11: κ. Δ. Αραούζος Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους 7 & 10: κ. Ν. Χρυσάνθου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές αιτούνται τα κάτωθι:
  29. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει σε κάθε ένα από τους εναγόμενους 6, 7, 8, 9, 10 και 11 τους αξιωματούχους και αντιπροσώπους τους να αποξενωθούν και/ή καταστρέψουν και/ή τροποποιήσουν και/ή διαθέσουν με οποιοδήποτε τρόπο οποιοδήποτε έγγραφο ή αρχείο (περιλαμβανομένου ηλεκτρονικού αρχείου και περιλαμβανομένων εγγράφων και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που φυλάσσονται σε οποιοδήποτε ηλεκτρονικό υπολογιστή ,δισκέττα (floppy disk) σκληρό δίσκο (drive)) που σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με την ωφέλιμη ιδιοκτησία (beneficial ownership)των μετοχών στο κεφάλαιο των εναγομένων 5,6 και 7 ή που σχετίζονται με οδηγίες που λήφθηκαν από ή εκ μέρους των απώτερων δικαιούχων των εν λόγω μετοχών ή με πληρεξούσια έγγραφα που σχετίζονται με οδηγίες των απώτερων δικαιούχων μέχρι την πλήρη εκδίκαση αυτής της αίτησης ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου.
  30. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει κάθε ένα από τους εναγόμενους 8,9,10 και 11 να διενεργήσει τα όσα περιγράφονται κατωτέρω εντός επτά

(7)ημερών από την επίδοση προς αυτόν του παρόντος διατάγματος ήτοι: Α) Να ετοιμάσει και καταχωρήσει ένορκη δήλωση ,με αντίγραφο στον δικηγόρο των εναγόντων, η οποία: i. Θα δηλώνει τα πλήρη στοιχεία (όνομα επώνυμο, υπηκοότητα, διεύθυνση , αριθμό ταυτότητας/διαβατηρίου) των απώτερων δικαιούχων των μετοχών εκ μέρους των οποίων κατέχουν ή κατείχαν τις αντίστοιχες μετοχές τους στο κεφάλαιο των εναγομένων 5,6 και 7 για ολόκληρη την περίοδο που είναι εγγεγραμμένοι μέτοχοι στο μετοχολόγιο των εναγομένων 5,6 και 7 και ii. Θα δηλώνει και αποκαλύπτει τις οδηγίες τις οποίες έλαβε ο κάθε ένας από τους εναγόμενους 8 μέχρι και 11 από τους απώτερους δικαιούχους των μετοχών που είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του (ή τους αντιπροσώπους τους) ως προς τον τρόπο που καθένας από τους εναγόμενους 5,6 και 7 και/ή καθεμιά από τις Granite LLC, Bekar-Service LLC, Soft-Karat LLC και/ή καθεμιά από τις Zodiak City LLC, Raduzhnoe LLC and Zvezdnoe LLC θα τοποθετούνταν και/ή ψήφιζαν επί των θεμάτων των ημερησίων διατάξεων των γενικών συνελεύσεων των μετόχων της OJSC Ingosstrakh που έλαβαν χώραν στις 18/12/2009 και 28/5/2010 αντίστοιχα σε σχέση με τις προτεινόμενες συμφωνίες που θα καταρτίζονταν μεταξύ της OJSC Ingosstrakh και: a. Element Leasing LLC, b. LK Element Finance LLC, c. S.A. Leasing LLC, d. Aviacor-Samarskiy aviatsionniy zavod LLC, e. Korporatsiya Glavstroy LLC, f. Proektno-stroitelnaya companiya "Transstroy" LLC, g. non-State pension fund Stroycomplex, h. non-State pension fund Socium, i. OJSC «Holdingovaya Companiya Glavmosstroy», j. STRABAG SE, k. Voenno-promishlennaya companiya LLC, l. Aviakor- aviatsionniy zavod LLC, m. OJSC "GAZ". iii. Θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει όλα τα έγγραφα τα οποία ετοιμάστηκαν, κατατέθηκαν και/ή εκτελέστηκαν σε σχέση με την πραγματική και αληθή ταυτότητα και διεύθυνση των απώτερων δικαιούχων όλων των μετοχών στο κεφάλαιο των εναγομένων 5,6 και 7 και τα αποτελέσματα της διαδικασίας «ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟ ΠΕΛΑΤΗ ΣΟΥ» που τήρησαν για κάθε ένα από τους εν λόγω απώτερους δικαιούχους. iv. Θα δηλώνει και αποκαλύπτει τους πληρεξούσιους αντιπροσώπους που εξουσιοδοτήθηκαν μετά από οδηγίες που έλαβε ο κάθε ένας από τους εναγόμενους 8 μέχρι και 11 από τους απώτερους δικαιούχους των μετοχών που είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του (ή τους αντιπροσώπους τους) και οι οποίοι εξουσιοδοτούντο (ή είχαν την δυνατότητα από μόνοι τους δυνάμει των όρων των πληρεξουσίων τους) να αποφασίσουν ως προς τον τρόπο που καθένας από τους εναγόμενους 5, 6 και 7 και/ή καθεμιά από τις Granite LLC, Bekar-Service LLC, Soft-Karat LLC και/ή καθεμιά από τις Zodiak City LLC, Raduzhnoe LLC and Zvezdnoe LLC θα τοποθετούνταν και/ή ψήφιζαν επί των θεμάτων των ημερησίων διατάξεων των γενικών συνελεύσεων των μετόχων της OJSC Ingosstrakh που έλαβαν χώραν στις 18/12/2009 και 28/5/2010 αντίστοιχα σε σχέση με τις προτεινόμενες συμφωνίες που θα καταρτίζονταν μεταξύ της OJSC Ingosstrakh και : (
  1. i)Element Leasing LLC, (
  2. ii)LK Element Finance LLC, (iii) S.A. Leasing LLC, (
  3. iv)Aviacor-Samarskiy aviatsionniy zavod LLC, (
  4. v)Korporatsiya Glavstroy LLC, (
  5. vi)Proektno-stroitelnaya companiya "Transstroy" LLC, (vii) non-State pension fund Stroycomplex, (viii) non-State pension fund Socium, (
  6. ix)OJSC «Holdingovaya Companiya Glavmosstroy», (
  7. x)STRABAG SE, (
  8. xi)Voenno-promishlennaya companiya LLC, (xii) Aviakor- aviatsionniy zavod LLC, (xiii) OJSC "GAZ". Διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάσσει κάθε ένα από τους εναγόμενους 8,9,10 και 11 να αποκαλύψει και παραδώσει στο πρωτοκολλητείο του δικαστηρίου ,με αντίγραφο στους δικηγόρους των εναγόντων, αντίγραφα όλων των εγγράφων τα οποία ευρίσκονται κάτω από τον έλεγχο, κατοχή και εξουσία του, και/ή των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων αυτού και τα οποία αποδεικνύουν όλα τα γεγονότα τα οποία αναφέρθηκαν στη παράγραφο 2 ανωτέρω. Η νομική βάση της αίτησης είναι βεβαίως κυρίως η Δ.32 του Νόμου 14/60 και οι αρχές που έχουν δημιουργηθεί από την Αγγλική υπόθεση Norwich Pharmacal και εν γένει οι αρχές του Κοινοδικαίου και της επιείκειας. Η αίτηση έχει πραγματικό υπόβαθρο την ένορκη δήλωση του κ. Ilya Peregudov, δικηγόρου, ο οποίος εργάζεται σε δικηγορικό οίκο στη Μόσχα που αντιπροσωπεύει τους ενάγοντες. Ο κ. Peregudov δηλώνει προσωπικά γνώστης των δεδομένων της υπόθεσης και όπου δεν είναι έχει λάβει σχετική πληροφόρηση την οποία και κατονομάζει. Εν συντομία η υπόθεση των αιτητών έχει ως εξής: οι ενάγουσες είναι μεγαλομέτοχοι της εναγόμενης 1 και οι εναγόμενες 2, 3 και 4 είναι μια άλλη ομάδα μεγαλομετόχων της εναγόμενης 1. Σύμφωνα με το άρθρο 83 του Ρωσικού περί Εταιρειών Νόμου (Τεκ.ΙP.11 στην ένορκη δήλωση Peregudov), δεν επιτρέπονται "συμπεριφορές", όπως κατά τη θέση των εναγόντων έχουν οι καθ' ων η αίτηση επιδείξει, κατά παράβαση της σχετικής Ρωσικής Νομοθεσίας και ειδικά του άρθρου 83). Κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων οι εναγόμενοι 2 - 4 δεν έπρεπε να συμμετέχουν στην ψηφοφορία στις γενικές συνελεύσεις των εναγομένων 1 ημερομηνίας 18.12.2009 και 28.5.2010, οι οποίες ψηφοφορίες αφορούσαν σε συναλλαγές με τις εταιρείες που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Peregudov, διότι οι εναγόμενοι 2 - 4 συνδέονται με τις εταιρείες αυτές. Σε δυο γενικές συνελεύσεις οι εναγόμενες 2, 3 και 4 ψήφισαν κατά συγκεκριμένο τρόπο, «που αν οι υποψίες των εναγόντων είναι ορθές, ήταν παράνομες». Πιστεύουν οι ενάγουσες ότι πίσω από τις εναγόμενες 2, 3 και 4 βρίσκεται ο Deripaska και η εταιρεία του Basic Element (βλ. παράγραφο 10 κ.ε. της ένορκης δήλωσης του Peregudov), oπόταν όλος αυτός ο όμιλος δηλαδή Deripaska, Basic Element, εναγόμενοι 2, 3 και 4 είναι το ένα και το αυτό για σκοπούς του άρθρου 83 του περί Εταιρειών Νόμου της Ρωσίας. Είναι η θέση των αιτητών ότι ο Deripaska ελέγχει τις εναγόμενες 2, 3 και 4 μέσω των εναγομένων 5, 6 και 7. Αυτή η πίστη των εναγουσών προκύπτει κυρίωςαπό δημοσιεύματα της Basic Element, δηλαδή τα δημοσιεύματα για τα οποία γίνεται αναφορά στις παραγράφους 11 και 15 της ένορκης δήλωσης Peregudov. Τίθεται στην ένορκη δήλωση Peregudov ότι οι εναγόμενοι 9 - 11 είναι οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι των εναγομένων 5 - 7 και ο εναγόμενος 8 είναι ο εγγεγραμμένος μέτοχος του εναγόμενου 5. Κατά τους αιτητές, δεν θα έπρεπε να επιτραπεί στους εναγόμενους 2 - 4 που ελέγχονται από τον Deripaska ή τις εταιρείες του να ψηφίσουν τις πιο πάνω συνελεύσεις. Όπως εξήγησε ο κ. Χαβαριάς με αυτό το μαρτυρικό υλικό (δηλαδή κυρίως τα πιο πάνω δημοσιεύματα), οι ενάγουσες προσέφυγαν στα Ρωσικά Δικαστήρια και τα Ρωσικά Δικαστήρια θεώρησαν ότι αυτό το υλικό δεν επαρκεί για να αποφανθούν ότι οι εναγόμενες 2, 3 και 4 ελέγχονται από τον Deripaska και την Basic Element. Γι' αυτό, λοιπόν προκύπτει η αναγκαιότητα αποκάλυψης με την παρούσα διαδικασία, ειδικά για να αποκαλυφθεί ποιος είναι πίσω από τους εναγόμενους 2, 3 και 4 και να προσδιοριστεί η πραγματική ιδιότητα του κάθε εναγομένου σε συνάρτηση ειδικά με την επικαλούμενη θέση του ευπαιδέυτου συνηγόρου των αιτητών ότι οι εναγόμενοι 5 - 11 δεν μπορούν να θεωρηθούν αθώα μέρη αφού κατέχουν μετοχές εκ μέρους άλλων και ασκούν σχετικά δικαιώματα. Ακόμη δε και αν θεωρηθούν αθώα μέρη συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης. Επισημαίνεται ακόμη ότι υπάρχει διαφορετική θεώρηση των δυο πλευρών όσον αφορά την ύπαρξη res judicata, από τις αποφάσεις του Ρωσικού Δικαστηρίου όπως επίσης και για το εύρος του νομικού απόρρητου, όπως έχει σχολιαστεί. Ειδικά η πλευρά των εναγομένων 5, 6, 8, 9 και 11 (από τώρα και στο εξής «των εναγομένων Α») διά της ένστασης τους που συνοδεύεται με ένορκη δήλωση του κ. Α. Χαραλάμπους, Δικηγόρου για Χρ. Δημητριάδη και Σία και της αγόρευσης του κ. Αγιομαμίτη θέτουν έντονα, εκτός της μη ύπαρξης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 εν προκειμένω, και το θέμα του νομικού απόρρητου ή του προνομίου εμπιστευτικότητας. Οι εναγόμενοι 9 και 11 είναι υπάλληλοι στην Δικηγορική Εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC, η οποία, εκτός από δικηγόροι των εναγομένων 5, 6, 8, 9 και 11, παρέχουν στους εναγόμενους 5 και 6 διάφορες υπηρεσίες εμπιστευτικής φύσης όπως το ίδιο κάνουν και για τους απώτερους ιδιοκτήτες των μετοχών στους εναγόμενους 5 και 6 μέσω των υπαλλήλων τους, δηλαδή των εναγόμενων 9 και 11. Οι εναγόμενοι 9 και 11, που εμφανίζονται στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών ως οι μέτοχοι των εναγομένων 5 και 6, κατέχουν τις μετοχές κάτω από εμπίστευμα προς όφελος των απώτερων δικαιούχων, την ταυτότητα των οποίων οι ενάγοντες επιθυμούν ν' αποκαλυφθεί. Τα σχετικά έγγραφα και οι πληροφορίες βρίσκονται στους φάκελους της Δικηγορικής Εταιρείας Chrysses Demetriades & Co LLC και αποτελούν ιδιοκτησία τους. Οι εναγόμενοι 9 και 11 καλύπτονται από το ίδιο προνόμιο και τα ίδια καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι των πελατών τους, όπως όλοι οι δικηγόροι της πιο πάνω Δικηγορικής Εταιρείας και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένη να φροντίζει για την τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου από όλους τους υπαλλήλους και δικηγόρους της. Κατά την θέση των εναγομένων Α, το επαγγελματικό απόρρητο επεκτείνεται και στα έγγραφα και πληροφορίες που οι ενάγοντες επιδιώκουν να εξασφαλίσουν. Το ίδιο ισχύει και για τους εναγόμενους 8 που ήταν μέτοχοι των εναγομένων 5. Η Cyproservus Co Ltd που εμφανίζεται ως ο εγγεγραμμένος μέτοχος των εναγομένων 8 είναι εταιρεία παροχής υπηρεσιών εμπιστευματοδόχου της εν λόγω Δικηγορικής Εταιρείας. Καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσαν και αυτοί ως οι εμπιστευματοδόχοι των απώτερων ιδιοκτητών των εναγομένων 5. Η ένσταση των εναγομένων 7 και 10 (από τώρα και στο εξής των εναγομένων Β) έχει τη μορφή κυρίως νομικής επιχειρηματολογίας εναντίον της αίτησης, η σοβαρότερη πτυχή της οποίας έγκειται στα εξής: (α) Δεν γίνεται επίκληση εκ μέρους των εναγόντων «παράνομων ενεργειών των εναγομένων» που να έχουν βλάψει τους ενάγοντες. (β) Οι αιτητές επικαλούνται «νέα προτιθέμενη διαδικασία» ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτουν ότι υφίσταται τρέχουσα διαδικασία έφεσης καθότι ενώ διαδικασία διαιτητικού Δικαστηρίου απορρίφθηκε βρίσκεται τώρα σ' εξέλιξη διαδικασία έφεσης στη Ρωσία. Και το εύλογο ερώτημα, που εγείρεται, κατά τον κ. Χρυσάνθου, είναι πως στοιχειοθετείται παράνομη πράξη των εναγομένων όταν σε δυο αποφάσεις, το Ρωσικό διαιτητικό Δικαστήριο εξέδωσε αντίθετες αποφάσεις. Περαιτέρω στην ένορκη δήλωση της κ. Σ. Νεοκλέους που στηρίζει την ένσταση προβάλλεται η νομική γνωμάτευση Διεθνή Δικηγορικού Οίκου στη Μόσχα για το εύρος και την εμβέλεια του άρθρου 83 των πιο πάνω καθώς και της ισχύος του διατάγματος res judicata. (Βλ. σελ.12 αγόρευσης και στην ένταση - ένορκη δήλωση της κας Νεοκλέους). Με τον παρόμοιο δε τρόπο με τους εναγόμενου Α προβάλλεται και τους εναγόμενους Β το θέμα του νομικού απορρήτου, ειδικά ως προς την εναγόμενη 10 που είναι επίσης δικηγορική υπάλληλος. Και οι δυο ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων αναφέρθηκαν σε εύρος και σε βάθος στην υπόθεση United Rusal Plc and others v. H.S.B.C Bank Plc [2011] EWC 404, ημερ. 1.3.2011. Από την άλλη πλευρά ο κ. Χαβιαράς αντίκρουσε τις θέσεις αυτές με προβολή της νομολογιακής αρχής που καθιέρωση η υπόθεση Evangelou and Another v. Ambizas and Another
(1982)1 C.L.R. 41. Οι αρχές που απορρέουν από την υπόθεση Νorwich Pharmacal v. Customs and Excise Commissioners
(1973)2 All E.R. 943 είναι ευρέως γνωστές, αλλά είναι χρήσιμο εδώ να συνοψισθούν, όπως μάλιστα μετεξελίχθηκαν με πιο πρόσφατες υποθέσεις. Στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co. and others v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. 943 οι ενάγοντες, επικαλούμενοι παραβίαση πατέντας τους μέσω παράνομων εισαγωγών από άγνωστα σε αυτούς πρόσωπα, κινήθηκαν δικαστικά εναντίον του τελωνείου, το οποίο κατείχε έγγραφα και στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να αποκαλυφθεί η ταυτότητα των παρανομούντων. Πρόθεση των εναγόντων ήταν η λήψη πληροφοριών ως προς τα στοιχεία των προσώπων που παραβίαζαν την πατέντα τους με σκοπό να λάβουν εναντίον τους νόμιμα μέτρα. Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων κατέληξε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να ζητήσει από τρίτο πρόσωπο, το τελωνείο στην προκειμένη περίπτωση, το οποίο είχε εμπλακεί στη διαφορά, να αποκαλύψει την ταυτότητα του παραβάτη. Στην υπόθεση αυτή αναφέρθηκαν και τα εξής: «Discovery as a remedy in equity has a very long history. The chief occasion for its being ordered was to assist a party in an existing litigation. But this was extended at an early date to assist a person who contemplated litigation against the person from whom discovery was sought, if for various reasons it was just and necessary that he should have discovery at that stage. Such discovery might disclose the identity of others who might be joined as defendants with the person from whom discovery was sought. Indeed in some cases it would seem that the main object in seeking discovery was to find the identity of possible other defendants. It is not clear to me whether in all these cases the plaintiff had to undertake in some way to proceed against the person from whom he sought discovery if he found on discovery being ordered that it would suit him better to drop his complaint against that person and concentrate on his cause of action against those whose identity was disclosed by the discovery. But I would think that he was entitled to do this if he chose.» Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Bankers Trust Co v. Shapira and others
(1980)3 All ER 355 η οποία έτυχε αναφοράς και αποδοχής στην υπόθεση TBF (CYPRUS) LTD κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμος Εταιρεία κ.α.
(2001)1(Α) ΑΑΔ 153. Στην Bankers Trust Co. (ανωτέρω) επιπρόσθετα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning: «This new jurisdiction must, of course, be carefully exercised. It is a strong thing to order a bank to disclose the state of its customer's account and the documents and the correspondence relating to it. It should only be dome when there is a good ground for thinking the money in the bank is the plaintiff's money - as, for instance, when the customer has got the money by fraud - or other wrongdoing - and paid it into his account at the bank.» Στην υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc, VDC Ltd
(2003)EWHC 616 (Ch) αναφέροντα τα εξής: "So Norwich Pharmacal is not limited simply to the case of finding out of the name of a wrong-doer. It also extends to cases where there is a good indication of wrong-doing, but not every piece of what the claimant needs to plead a case is fully in position". Στην υπόθεση 1309 P. v T. Ltd (Ch. 1996 p. No 6984, 30.4.1994,
(1997), 1 W.L.R 1309) αναφέρθηκαν ακόμη τα εξής στην περίληψη της απόφασης: "Where justice cannot otherwise be done, a plaintiff is entitled to discovery against a defendant in order to obtain information for use in bringing proceedings against a third party, even though it cannot be ascertained, without the information sought, that the third party has committed a tort against the plaintiff". Τίποτε από την ενυπάρχουσα νομολογία δεν καταδεικνύει την αποδέσμευση των πιο πάνω αρχών από τα πλαίσια εξέτασης του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και επ' αυτού του τύπου διαταγμάτων. Το Δικαστήριο λοιπόν θα εξετάσει τις κλασσικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 και κάτω από τις αρχές που θέτει το αγγλικό δίκαιο ως οι αρχές της επιείκειας για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων (βλ. άρθρο 29(γ) του Ν. 14/60 και Χριστοφίδη v. Κοτζαναστάση
(1993)1 ΑΑΔ 718). Όμως οι πιο πάνω αρχές, ενόψει ανάλογα της δραστικότητας τέτοιων διαταγμάτων, οδηγούν στο συμπέρασμα για πιο αυστηρή προσέγγιση του Δικαστηρίου ειδικά ως προς την εξέταση της προσφορότητας για την έκδοση ή μη του διατάγματος, πράγμα που θα γίνει, εάν καταλήξω στη πλήρωση των πρώτων προϋποθέσεων. Συνεπακόλουθα για την εξέταση της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 που είναι αλληλένδετες κατά κάποιο τρόπο σε αγωγές αποκάλυψης, ιχνηλάτησης και παρεμφερείς αγωγές, εκείνο που έχει πρωταρχική σημασία είναι οι ενάγοντες να μπορούν να στοιχειοθετήσουν ότι μια αδικοπραξία (ή άλλο αγώγιμο δικαίωμα) συντελέσθηκε εναντίον τους, την έκταση αυτής αλλά όχι και ποιος την έκανε, έστω και αν «κομμάτια του παζλ» ελλείπουν (βλ. Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc, VDC Ltd ανωτέρω). Είναι πάντως αναγκαίο να καταδειχθεί η εμπλοκή (αθώα ή μη) του κάθε προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται διάταγμα (βλ. Ashworth Security Hospital v. MGN
(2002)WL 1310757). Το πώς συμπλέκονται οι αρχές της Norwich και της Banker Trust εξηγείται στο σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee ανωτέρω. Είναι γνωστό και νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 αφορούν των αναγκαιότητα ικανοποίησης του Δικαστηρίου ότι (α) υπάρχει ζήτημα προς εκδίκαση κατά την δικάσιμο, αυτό δεν ερμηνεύεται σαν επιβάλλον οτιδήποτε άλλο πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση την δικογραφία και (β) να καταδειχθούν πιθανότητες ότι οι ενάγοντες δικαιούνται σε θεραπεία. Επιβάλλεται δηλαδή στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Πρόσθετα, θα πρέπει να καταδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Στα πλαίσια της εξέτασης των πιο πάνω προϋποθέσεων είναι γνωστό από το Δικαστήριο αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επιδίκων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάξει τελική ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ' αυτής. Παρατηρώντας λοιπόν τις παραμέτρους αυτές στα πλαίσια των πιο πάνω αρχών στην εξέταση των δυο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, έχω εξετάσει τις προβαλλόμενες εκατέρωθεν θέσεις. Έχω την εντύπωση διαβάζοντας την ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση ότι αυτή η ανάγκη κατάδειξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η πιθανότητα επιτυχίας παρουσιάζονται σε επίπεδο γεγονότων με γενικό και ελλειπτικό τρόπο που, κατά την κρίση μου, δεν καλύπτει την αναγκαιότητα κατάδειξης σοβαρών ενδείξεων δικαιωμάτων ως έχει εξηγηθεί στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σοβενίας v. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ.
  1. Όπως σοφά ετέθη στις πιο πάνω υποθέσεις δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». H ισχυριζόμενη παράβαση του άρθρου 83 του Ρωσικού Εταιρικού Δικαίου παρουσιάζεται απομονωμένη και σίγουρα όχι με επαρκείς λεπτομέρειες ειδικά αν ληφθεί υπόψη η απόρριψη δυο απαιτήσεων των εναγόντων με αυτή την κατεύθυνση παράβασης. Ουδείς λόγος προβάλλεται ενόρκως για την απόρριψη των ενδίκων διαβημάτων των εναγόντων στα Ρωσικά Δικαστήρια των οποίων ο πυρήνας υπήρξε - αδιαμφισβήτητα - το άρθρο
  2. Η δε προβολή της μη ύπαρξης δεδικασμένου ομοίως παρουσιάζεται με ελλειμματικό τρόπο και σίγουρα δεν συσχετίζεται με τους λόγους απόρριψης των διαβημάτων - αφού ακριβώς δεν τίθεται και δεν εξηγείται ο λόγος απόρριψης. Εκτός της έλλειψης αιτιολογίας της απόρριψης στερούμαι μαρτυρικού υλικού για τους λόγους έφεσης, την πιθανότητα επιτυχίας τους και την βασιμότητα νέων διαδικασιών. Η αναφορά του κ. Χαβιαρά στην αγόρευση του στο «λόγο απόρριψης» (βλ. σελ. πιο πάνω) δεν ισοδυναμεί βέβαια με ένορκη μαρτυρία. Περαιτέρω, αν αυτές οι παρατηρούμενες αντικειμενικές ελλείψεις του υπόβαθρου του αγώγιμου δικαιώματος το οποίο συναρτάται εκ των πραγμάτων με τις διαδικασίες στη Ρωσία, συνδυασθούν με τις ένορκες αμφισβητήσεις - στο βαθμό που έγιναν - και παρόλο που δεν υπήρξε άρνηση κατά παράγραφο της ένορκης ομολογίας του Peregudov, η αδυναμία της πλευράς των αιτητών καθίσταται πιο φανερή. Στην Ένορκη Δήλωση του κ. Χαραλάμπους για τους εναγόμενους Α επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 η νομική γνωμάτευση του κ. Molchanov που είναι Διδάκτωρ Νομικών Επιστημών στο Τμήμα Πολιτικής Δικονομίας του Νομικού Τμήματος του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας Lomonosov αναφορικά τόσο με το αποτέλεσμα των Ρωσικών διαδικασιών που ήδη καταχωρήθηκαν από τους Εναγόμενους για ν' αμφισβητήσουν την εγκυρότητα των πιο πάνω ψηφισμάτων της Γενικής Συνέλευσης των Εναγομένων 1 αλλά απορρίφθηκαν όσο και κατά πόσο είναι δυνατό να προσκομιστεί νέα μαρτυρία ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων για να αμφισβητηθεί εκ νέου η εγκυρότητα των ιδίων ψηφισμάτων. Στην εν λόγω γνωμάτευση προβάλλονται ειδικά τα ακόλουθα: α. Το ζήτημα κατά πόσο οι Εναγόμενοι 2 - 4 συνδέονταν με τους συναλλασσόμενους που αναφέρονται στην παράγραφο 13 της Ένορκης Δήλωσης του Peregudov για τους σκοπούς του Άρθρου 83 του Ρωσικού νόμου, ώστε να μην τους επιτρεπόταν να ψηφίσουν στα ψηφίσματα των Εναγομένων 1 στις 18.12.2009 και 28.5.2010 εξετάστηκε από τα Ρωσικά δικαστήρια, τα οποία έκαναν τις αναγκαίες επίσημες παρακλήσεις προς την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία κατά του Μονοπωλίου για να πληροφορηθούν για τις σχέσεις μεταξύ των Εναγομένων 2 - 4 και των εν λόγω συναλλασσομένων. Δεν αποδείχθηκε εκείνη η σχέση που ήταν αρκετή για να ενεργοποιηθεί το Άρθρο 83 και ως εκ τούτου οι ψήφοι των εναγομένων 2 - 4 στις Γενικές Συνελεύσεις των εναγομένων 1 μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να σχηματίσουν πλειοψηφία. β. Τα πρόσωπα τα οποία θα πρέπει να θεωρούνται συνδεδεμένα μεταξύ τους (Affiliated) για τους σκοπούς του Ρωσικού νόμου Joint Stock Company Law θα πρέπει ν' αποφασίζονται με βάση το Ρωσικό Νόμο Αρ. 948-1 ημερομηνίας 22.3.1991 που αφορά τον Ανταγωνισμό (Law on Competition). γ. Το Άρθρο 4 του Νόμου αυτού καθορίζει ποια είναι τα πρόσωπα που θεωρούνται συνδεδεμένα με μια εταιρεία και, επειδή οι απώτεροι μέτοχοι των Εναγομένων 5 - 6 δεν μπορούν να θεωρούνται με τον ορισμό του Άρθρου 4 συνδεδεμένα πρόσωπα με τους Εναγόμενους 2 - 4, σε τίποτε θα εξυπηρετήσει σύμφωνα με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για τους σκοπούς του Άρθρου 83 του Ρωσικού νόμου Joint Stock Company Law. Παρόμοια γνωμάτευση του Sergei Volfson στην Διεθνή Δικηγορική Εταιρεία Dewey & LeBoeuf LLP, από την Μόσχα, επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κας Νεοκλέους, εκ μέρους των εναγομένων Β. Είναι ορθή η επισήμανση ότι ο κ. Peregudov δεν ενδιάτριψε στα πιο πάνω νομικά θέματα, ως οφείλετο. Να σημειώσω εδώ ότι το θέμα δεν επιλύετο με το αίτημα συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Πρωταρχικά και ευθύς εξ αρχής έπρεπε τα θέματα αυτά να τεθούν. Ήταν εξ ίσου αναγκαίο να υποστηριχθεί η πρόνοια του άρθρου 83 στις επίδικες σχέσεις, η εμβέλεια και η ακριβής κατάληξη της στην αιτιολογία των Ρώσικων ένδικων μέσων που απέτυχαν. Σε συνδυασμό με τα πιο πάνω είναι γεγονός ότι δεν καταδείχθηκαν με ικανοποιητικό τρόπο η αναγκαιότητα έκδοσης που απαιτείται να καταδειχθεί στα διατάγματα τύπου Norwich, πολύ δε περισσότερο που δεν έχει καταδειχθεί ζημιά ούτε επαρκώς η δικονομική δυνατότητα νέων διαδικασιών με νέα μαρτυρία. Η μη ύπαρξη δεδικασμένου παρουσιάζεται στην ένορκη δήλωση εκ μέρους των αιτητών, υπό μορφή κατάληξης, άνευ αιτιολογίας και λεπτομερειών χωρίς να πληρείται η ανάγκη στοιχειοθέτησης που είναι a priori υποχρέωση των αιτητών σε τέτοιες αιτήσεις. Από την υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, θεωρώ χρήσιμο να μεταφέρω τα λεχθέντα υπό Νικολάου, Δ. συγκεκριμένα επί των σχολίων του για την γενικότητα της ένορκης δήλωσης που στήριζε την εκεί εξετασθείσα αίτηση: «Στην προκειμένη περίπτωση η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων μοιάζει με ισχυρισμό που εκφράζει θέση και μάλιστα υπό τύπο κατάληξης. Ως εκ τούτου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση. Η κατάληξη πρωτόδικα ότι δεν καταδείχθηκε πιθανότητα επιτυχίας ήταν απόλυτα ορθή. Το προσωρινό διάταγμα δεν εδικαιολογείτο με βάση το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Θεωρώ ότι οι πιο πάνω παρατηρήσεις ισχύουν πλήρως και στην προκειμένη περίπτωση. Με βάση την κατάληξη μου ότι δεν στοιχειοθετούνται οι πρώτες δυο προϋποθέσεις του άρθρου 32 θα καθίσταται βέβαια ακαδημαϊκό εγχείρημα το να ασχοληθώ μ' ό,τι άλλο - ούτε καν με το θέμα του επαγγελματικού προνομίου των δικηγορικών υπαλλήλων και εμμέσως των δικηγόρων, παρά το ενδιαφέρον του θέματος ειδικά κάτω από το πρίσμα της πιο πάνω αυθεντίας United Co Rusal Plc. Αφού το αναγκαίο υπόβαθρο κρίνεται ανεπαρκές, εκ των πραγμάτων δεν είναι δυνατή η ενασχόληση του Δικαστηρίου με ό,τι άλλο. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................ Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Norwich, Γενικοί Ισχυρισμοί cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.