Γεώργιου Καλαμά ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μυριάνθης Κωνσταντινίδου ν. Δήμου Λεμεσού, Αρ. Αγωγής: 3280/08, 17 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A190 Αρ. Αγωγής: 3280/08 Μεταξύ: Γεώργιου Καλαμά, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μυριάνθης Κωνσταντινίδου, τέως από την Λεμεσό Ενάγοντα και Δήμου Λεμεσού, εκ Λεμεσού Εναγομένου Αίτηση ημερ. 19.5.09 υπό εναγομένου - αιτητή για προδικαστική εκδίκαση ισχυρισμού για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή Ημερομηνία: 17 Ιουνίου 2011 Για εναγόμενο - αιτητή: κος Κρίτων Βλαδιμήρου Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κος Λουκής Λουκαΐδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Μυριάνθη Κωνσταντινίδου που απεβίωσε στις 22.05.1995, ήταν ιδιοκτήτρια μίας οικίας με αυλή στην οδό Ελλάδος στην Λεμεσό, συνολικού εμβαδού 223 τετραγωνικών μέτρων. Είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι η πιο πάνω οικία, απαλλοτριώθηκε από τον Δήμο Λεμεσού με διάταγμα απαλλοτρίωσης (Δ.Π. 284 ημ. 2.4.1999). Σκοπός της απαλλοτρίωσης, ήταν η διάνοιξη - επέκταση της οδού Αθηνών και η σύνδεση της με την οδό Ελλάδος. Η απαλλοτρίωση επηρέασε όλο το επίδικο ακίνητο. Στα πλαίσια των εργασιών, η κατοικία κατεδαφίστηκε από τον Δήμο Λεμεσού, ο οποίος κατασκεύασε τον προαναφερόμενο δρόμο το
- Ο ενάγων που είναι διαχειριστής της περιουσίας της ως άνω αποβιωσάσης, ισχυρίζεται με την έκθεση απαίτησης του ότι ο εναγόμενος Δήμος Λεμεσού, ουδέποτε κατέβαλε οιανδήποτε αποζημίωση για την απαλλοτρίωση του επιδίκου ακινήτου, δυνάμει του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου 15/
- Ως εκ τούτου, η απαλλοτρίωση είναι κατά τον ενάγοντα εξ' υπαρχής άκυρη γιατί δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται από τον Νόμο για την παροχή αποζημίωσης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λεμεσού, ενέκρινε αποζημίωση ύψους £42.000,00 πλέον τόκο προς 9% από την δημοσίευση της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης στις 6.11.
- Το ποσόν όμως αυτό δεν καταβλήθηκε ποτέ από τον Δήμο Λεμεσού λόγω εκκρεμότητας αναφορικά με τους δικαιούχους. Όταν διευθετήθηκε η εκκρεμότητα, προέκυψε πρόβλημα λόγω εξάντλησης του σχετικού κονδυλίου. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι η παράλειψη του Δήμου Λεμεσού να καταβάλει την προταθείσα αποζημίωση ή έστω να την καταθέσει στον Γενικό Λογιστή σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.15/1962, έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση της όλης διαδικασίας απαλλοτρίωσης, η οποία καθίσταται εξ' υπαρχής άκυρη και παράνομη. Επιπλέον, ο ενάγων προβάλει ισχυρισμούς με την έκθεση απαίτησης του ότι παράνομα ο Δήμος Λεμεσού κατεδάφισε την επίδικη οικία και παράνομα επίσης συνεχίζει να κατέχει το υπό κρίση ακίνητο, το οποίο δεν μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του αφού δεν πλήρωσε καμία αποζημίωση γι' αυτό. Ενόψει των πιο πάνω, ο ενάγων ζητά με την αγωγή του, επανάκτηση της κατοχής του επίδικου ακινήτου καθώς και αποζημιώσεις για ενοίκια που απώλεσε λόγω της κατεδάφισης της οικίας. Σε περίπτωση που η ανάκτηση κατοχής είναι αδύνατο να επιτευχθεί, αιτείται διαζευκτικά αποζημιώσεις ίσες με την αγοραστική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Ο εναγόμενος Δήμος Λεμεσού με την υπεράσπιση του, ήγειρε προδικαστική ένσταση αναφορικά με την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να αποφανθεί επί των αιτούμενων θεραπειών. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι ο ενάγων επιζητά ουσιαστικά από το Δικαστήριο να κρίνει την νομιμότητα της επίδικης απαλλοτρίωσης, η οποία αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη που θα μπορούσε να ακυρωθεί μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Ισχυρίζεται επίσης ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του ότι μόνον κατόπιν ακύρωσης της διοικητικής πράξης της απαλλοτρίωσης από το Ανώτατο Δικαστήριο θα μπορούσε ο εναγόμενος να καταχωρήσει αγωγή για ανάκτηση κατοχής και απαίτηση αποζημιώσεων για απώλεια χρήσης του ακινήτου. Ακολούθησε αίτηση του εναγομένου για προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή. Με την αίτηση του, ο εναγόμενος επαναλαμβάνει τις πιο πάνω θέσεις του ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Μετά από αρκετές αναβολές που δόθηκαν για σκοπούς διευθέτησης της ουσίας της αγωγής, οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον μου σε σχέση με το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει τις αιτούμενες με την παρούσα αγωγή θεραπείες. Αγορεύσεις Ο συνήγορος του εναγομένου Δήμου Λεμεσού, στην αγόρευση του επανέλαβε την θέση του ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο, στερείται εξουσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Ο ενάγων κατά τον συνήγορο, στηρίζει ουσιαστικά την απαίτηση του σε ισχυρισμούς ως προς την νομιμότητα της επίδικης απαλλοτρίωσης, την οποία όμως το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να κρίνει. Η απαλλοτρίωση έγινε με διοικητική πράξη για την οποία έλαβαν γνώση οι ενάγοντες χωρίς να την αμφισβητήσουν με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην συνέχεια, έγινε προσφορά αποζημίωσης εντός της προβλεπομένης από τον Νόμο προθεσμίας. Προέκυψε όμως ότι η ιδιοκτήτρια του ακινήτου είχε στο μεταξύ αποβιώσει και ότι εκκρεμούσαν αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο για ακύρωση της διαθήκης της. Λόγω της συνεχιζόμενης καθυστέρησης στον διορισμό εκτελεστή της διαθήκης ενόψει των πιο πάνω Δικαστικών διαδικασιών, δεν ήταν δυνατόν να πληρωθεί η πιο πάνω καθορισθείσα αποζημίωση και να μεταβιβαστεί το ακίνητο στον Δήμο Λεμεσού. Ο Δήμος Λεμεσού προχώρησε τότε σε επίταξη του ακινήτου για να ξεκινήσει άμεσα η εκτέλεση του έργου που καθυστερούσε. Μετά παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την έναρξη των εργασιών, ο συνήγορος του ενάγοντα πληροφόρησε τον Δήμο Λεμεσού ότι ο πελάτης του διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης ιδιοκτήτριας του ακινήτου. Μετά από ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ του Δήμου Λεμεσού και του συνηγόρου του ενάγοντα, ο τελευταίος απεδέχθη εκ μέρους του πελάτη του, το ποσόν της καθορισθείσας αποζημίωσης υπό διαμαρτυρία και πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων του να αποταθεί στο Δικαστήριο για καθορισμό αποζημίωσης. Ακολούθως στις 19.6.2008, επικοινώνησε με τον Δήμο Λεμεσού ο νέος συνήγορος του ενάγοντα κος Λουκαΐδης, ο οποίος ενημερώθηκε για την προσφορά αποζημίωσης που έγινε στον ενάγοντα, εντός της προβλεπομένης από τον Νόμο προθεσμίας. Ήταν η θέση του συνηγόρου για τον Δήμο Λεμεσού ότι λόγω των πιο πάνω γεγονότων και διαδικασιών, δεν ήταν δυνατόν να κατατεθεί το ποσόν της αποζημίωσης στον Γενικό Λογιστή. Ιδιαίτερα από την στιγμή που ο ενάγων εκπροσωπείτο από Δικηγόρους, οι οποίοι αποδέχθηκαν εκ μέρους του, το καθορισθέν ποσόν αποζημίωσης. Ανεξαρτήτως τούτου, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η παράλειψη κατάθεσης του ποσού δεν καθιστά την όλη διαδικασία απαλλοτρίωσης ως άκυρη ούτε και δίδει εξουσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο να κρίνει την νομιμότητα διοικητικών πράξεων όπως είναι τα διατάγματα απαλλοτρίωσης και επίταξης που αφορούν το επίδικο ακίνητο. Ο συνήγορος του ενάγοντα στην αγόρευση του, ανέφερε ότι δεν αμφισβητεί την νομιμότητα της απαλλοτρίωσης. Όμως, η απαλλοτρίωση εκδόθηκε κάτω από συγκεκριμένους όρους που καθορίζει ο Νόμος. Μεταξύ αυτών είναι και η κατάθεση της αποζημίωσης στο Γενικό Λογιστή της Δημοκρατίας. Η παράλειψη του Δήμου Λεμεσού να εκπληρώσει τον πιο πάνω όρο, καθιστά κατά τον συνήγορο την όλη διαδικασία της απαλλοτρίωσης άκυρη και δίδει δικαίωμα στον ενάγοντα να απαιτεί την επιστροφή του ακινήτου και την πληρωμή αποζημιώσεων για την απώλεια χρήσης του καθώς και για την παράνομη κατεδάφιση της οικίας. Ο Δήμος Λεμεσού ενεργώντας κατά τον συνήγορο αυθαίρετα, πήρε κατοχή του ακινήτου και κατεδάφισε την οικία χωρίς να δώσει καμία αποζημίωση μέχρι σήμερα στον ενάγοντα. Με αναφορά σε Ελληνικά συγγράμματα και στην υπόθεση Γιάλλουρου ν. Νικολάου,
(2001)1 ΑΑΔ 558, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι υπήρξε παραβίαση του Συνταγματικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας, που δίδει δικαίωμα στον ενάγοντα να αποταθεί στα πολιτικά Δικαστήρια για την επιδίκαση αποζημιώσεων. Συμπεράσματα Η νομιμότητα του διατάγματος απαλλοτρίωσης δεν αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο του ενάγοντα στην προφορική του αγόρευση ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό που ισχυρίστηκε στην ουσία, είναι ότι η διαδικασία απαλλοτρίωσης κατέστη άκυρη από την στιγμή που ο εναγόμενος Δήμος Λεμεσού δεν συμμορφώθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 12
(2)του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου 15/62. Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, η απαλλοτριούσα αρχή δύναται με οδηγίες του Δικαστηρίου να καταθέσει το ποσόν της αποζημίωσης στο Γενικό Λογιστή της Δημοκρατίας στην περίπτωση που η άμεση καταβολή της αποζημίωσης είναι αδύνατη λόγω άρνησης, ανικανότητας ή απουσίας του δικαιούχου. Παρά όμως την μη αμφισβήτηση του διατάγματος απαλλοτρίωσης από τον συνήγορο, η φύση της απαίτησης του ενάγοντα δεν μπορεί παρά να προκύπτει από τα δικόγραφα. Ιδιαίτερα όσον αφορά ζητήματα δικαιοδοσίας, έχει νομολογηθεί ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης (Βλ. μεταξύ άλλων Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κα ν. Γενικού Εισαγγελέα κα
(1991)1 Α.Α.Δ 225). Η φύση της απαίτησης όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης του ενάγοντα, αφορά στην ουσία θεραπείες που σχετίζονται με ακύρωση του διατάγματος απαλλοτρίωσης και επιστροφή του επίδικου ακινήτου στον ενάγοντα. Διαζευκτικά, ζητούνται αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση καθώς και για την αγοραία αξία του ακινήτου, στην περίπτωση που η επιστροφή του στον ενάγοντα, είναι αδύνατη υπό τας περιστάσεις. Οι πιο πάνω αιτούμενες θεραπείες έχουν ως κοινό παρονομαστή την θέση του ενάγοντα για την εξ' υπαρχής ακυρότητα της διαδικασίας απαλλοτρίωσης, λόγω κατ' ισχυρισμό παραβάσεων του Νόμου από την απαλλοτριούσα αρχή. Όμως το διάταγμα απαλλοτρίωσης, αποτελεί σαφώς εκτελεστή διοικητική πράξη, η νομιμότητα της οποίας μπορεί να εξεταστεί μόνον στα πλαίσια προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Ακόμη και αν γίνει δεκτή η θέση του ενάγοντα για παραβιάσεις του Περί Απαλλοτριώσεως Νόμου από τον Δήμο Λεμεσού, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί της υπόθεσης και να ακυρώσει το διάταγμα απαλλοτρίωσης. Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση ότι το διάταγμα απαλλοτρίωσης εκδόθηκε υπό τον όρο τήρησης του σχετικού Νόμου από την απαλλοτριούσα αρχή και ότι παράβαση της προβλεπομένης διαδικασίας καθιστά αυτοδικαίως, άκυρη και παράνομη την υπό κρίση διοικητική πράξη. Ούτε βέβαια μπορεί να υποστηριχθεί ότι μια τέτοια τυχόν παράβαση, μεταφέρει στο Επαρχιακό Δικαστήριο την εξουσία να κρίνει την νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Η ακύρωση διοικητικής πράξης κάτω από οιεσδήποτε συνθήκες, επαφίεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, η τυχόν παράβαση Νόμου από Διοικητικό όργανο η οποία επιφέρει ακύρωση της διοικητικής πράξης, εξετάζεται όχι από τα πολιτικά Δικαστήρια αλλά πάντοτε από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Πανάρετου κα ν. Κυπριακή Δημοκρατίας
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1707, νομολογήθηκε ότι η παράβαση από την απαλλοτριούσα αρχή διάταξης του Περί Απαλλοτριώσεως Νόμου δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της απαλλοτρίωσης. Στην πιο πάνω υπόθεση, οι αιτήτριες ισχυρίστηκαν ότι δεν υπήρχε σε ισχύ έγκυρο διάταγμα απαλλοτρίωσης επειδή η απαλλοτριούσα αρχή παρέβηκε το άρθρο 8 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Τροποποιητικού Νόμου 25/
- Ισχυρίστηκαν επίσης ότι η προσφορά για αποζημίωση της απαλλοτριούσας αρχής ήταν άκυρη επειδή δεν υποβλήθηκε εντός 10 μηνών από την έναρξη της ισχύος του Νόμου 25/
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει ζητήματα ακύρωσης της διοικητικής πράξης της απαλλοτρίωσης και ότι η δική του δικαιοδοσία περιοριζόταν στον καθορισμό δίκαιης αποζημίωσης. Υποβλήθηκαν νομικά ερωτήματα στο Ανώτατο Δικαστήριο, από το οποίο ζητήθηκε να αποφασίσει μεταξύ άλλων κατά πόσον η παράβαση του άρθρου 8 του Ν.25/83 έχει σαν αποτέλεσμα την αυτοδίκαιη άρση της διαδικασίας απαλλοτρίωσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του παρέπεμψε στην υπόθεση Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ κα ν. Δήμου Λεμεσού
(1993)3 Α.Α.Δ 25. Στην υπόθεση αυτή, η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ως αντισυνταγματική, την δια του Νόμου εξαφάνιση διαδικασιών απαλλοτρίωσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Πανάρετου (ανωτέρω), έχοντας υπόψη την πιο πάνω νομολογιακή αρχή όπως τέθηκε στην υπόθεση Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ (ανωτέρω), ανέφερε ότι δεν είναι δυνατή δυνάμει Νόμου, η ακύρωση διαδικασιών απαλλοτρίωσης και ότι η ακύρωση της διοικητικής πράξης της απαλλοτρίωσης μπορεί να επιτευχθεί μόνον με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Σχετική με την παρούσα είναι και η υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (ανωτέρω) που αφορούσε αγωγή για διεκδίκηση καταβληθέντων δασμών. Αποφασίστηκε ότι για την διεκδίκηση αποζημίωσης από την Δημοκρατία, είναι αναγκαία προϋπόθεση η ακύρωση από το Ανώτατο Δικαστήριο της διοικητικής πράξης δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Στην πιο πάνω υπόθεση, η βάση αγωγής των εναγόντων συναρτάτο με την εγκυρότητα πράξης της διοίκησης και βρισκόταν ως εκ τούτου, έξω από το πεδίο δράσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Οι ίδιες αρχές ισχύουν κατά την άποψη μου και στην παρούσα υπόθεση. Με την αγωγή του ο ενάγοντας ζητά στην ουσία διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η διαδικασία απαλλοτρίωσης, θεραπεία όμως που είναι εκτός της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Οι επιπλέον θεραπείες που ζητά ο ενάγοντας για αποζημιώσεις, επίσης δεν μπορούν να εκδικαστούν από το παρόν Δικαστήριο. Οι αιτούμενες αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στο ακίνητο, προϋποθέτουν την ακύρωση της διοικητικής πράξης της απαλλοτρίωσης κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Η διαζευκτική θεραπεία για αποζημιώσεις αναφορικά με την αξία της απαλλοτριωθείσας περιουσίας επίσης δεν μπορεί να εκδικαστεί με την παρούσα αγωγή. Αυτό γιατί ο Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμος, προβλέπει την ειδική διαδικασία της παραπομπής, με την οποία το Δικαστήριο καθορίζει την δίκαιη αποζημίωση για την αξία της απαλλοτριωθείσας περιουσίας. Είναι δε προφανές ότι λόγω της ειδικής αυτής διαδικασίας, η αποζημίωση για την αγοραία αξία της απαλλοτριωθείσας περιουσίας δεν μπορεί να αποδοθεί στον δικαιούχο με πολιτική αγωγή. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τις αιτούμενες με την παρούσα αγωγή θεραπείες. Ως εκ τούτου, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο