← Κύπρος

Δώρος Ήρωας κ.α. ν. Kersomnia Holdings Ltd, Αρ. Αγωγής: 550/11, 17 Ιουνίου 2011

Δώρος Ήρωας κ.α. ν. Kersomnia Holdings Ltd, Αρ. Αγωγής: 550/11, 17 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A191 Αρ. Αγωγής: 550/11 Μεταξύ:

  1. Δώρος Ήρωας από την Λεμεσό
  2. Μαρία Πιερίδου Ήρωα, από την Λεμεσό Εναγόντων και Kersomnia Holdings Ltd, από την Λεμεσό Εναγομένης Αίτηση ημερ 4.4.11.υπό εναγομένης - αιτήτριας για ακύρωση συντηρητικού διατάγματος Ημερομηνία: 17 Ιουνίου 2011 Για εναγομένη - αιτήτρια: κος Θρασυβούλου Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα Κόκκινου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση των εναγόντων εναντίον της εναγομένης εταιρείας, εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό παράβαση συμβολαίου αγοράς ακινήτου. Δυνάμει της πιο σύμβασης, οι ενάγοντες συμφώνησαν να αγοράσουν μια διώροφη οικία που θα ανεγειρόταν από τους εναγομένους, σε υπό διαχωρισμό οικόπεδο. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, η εναγομένη εταιρεία παρέβηκε τους όρους του συμβολαίου αφού οι εργασίες ανέγερσης της οικίας, έχουν διακοπεί από τον Αύγουστο του
  3. Επίσης δεν έχουν εξασφαλιστεί οι σχετικές άδειες για οικοδόμηση της οικίας. Έναντι του πιο πάνω συμβολαίου, οι ενάγοντες κατέβαλαν συνολικά το ποσό των €359.576,
  4. Οι ενάγοντες, επικαλούμενοι τις πιο πάνω παραβάσεις της σύμβασης από την εναγομένη με επιστολή τους ημερομηνίας 20.1.2011, τερμάτισαν το συμβόλαιο αγοράς της πιο πάνω κατοικίας. Επιπλέον, ενόψει της κατ' ισχυρισμό οικονομικής αδυναμίας της εναγομένης να οικοδομήσει την επίδικη οικία και να συμμορφωθεί με τους όρους της σύμβασης, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με την οποία ζητούν μεταξύ άλλων ακύρωση του επίδικου συμβολαίου και επιστροφή όλων των ποσών που πλήρωσαν στην εναγόμενη. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής. οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει στους εναγομένους να πωλήσουν ή επιβαρύνουν το μερίδιο τους επί του τεμαχίου επί του οποίου συμφωνήθηκε η ανέγερση της κατοικίας μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής. Το πιο πάνω ακίνητο, βρίσκεται στο χωριό Φασούλα και φέρει αριθμό εγγραφής 13716, οι δε εναγόμενοι κατέχουν το 49% του όλου μεριδίου στο οποίο είχαν προγραμματίσει να ανεγείρουν δύο οικίες, μια εκ των οποίων πώλησαν στους ενάγοντες με την επίδικη συμφωνία. Αφού εξέτασα την αίτηση μονομερώς, εξέδωσα στις 4.2.11 διάταγμα που να απαγορεύει την μεταβίβαση του μεριδίου της εναγόμενης που ανέρχεται στο 49% επί του πιο πάνω τεμαχίου. Ακολούθως, όρισα την υπόθεση για επίδοση στην εναγομένη, τόσον του διατάγματος όσον και της μονομερούς αίτησης προκειμένου να εξεταστεί η οριστικοποίηση του διατάγματος. Μετά την επίδοση του προσωρινού διατάγματος και της αίτησης, η εναγομένη εμφανίστηκε ενώπιον μου μέσω δικηγόρου στις 14.2.2011 και ζήτησε χρόνο προκειμένου να καταχωρήσει ένσταση στην οριστικοποίηση του διατάγματος. Όρισα ως εκ τούτου την υπόθεση για ακρόαση στις 14.3.2011 η ώρα 10:00 πμ, δίνοντας ταυτόχρονα οδηγίες όπως καταχωρηθεί ένσταση πέντε τουλάχιστον μέρες προηγουμένως. Η ένσταση καταχωρήθηκε στις 9.3.2011 εντός της προθεσμίας που όρισε το Δικαστήριο. Όμως στις 14.3.2011, ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, δυστυχώς απουσίαζα από το Δικαστήριο λόγω ασθένειας. Της υπόθεσης επιλήφθηκε άλλη συνάδελφος Δικαστής. Σύμφωνα με το πρακτικό της συναδέλφου, επιλήφθηκε της υπόθεσης στις 10:10 το πρωί στην παρουσία της συνηγόρου για τους ενάγοντες - αιτητές ενώ οι συνήγοροι της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση απουσίαζαν. Ενόψει τούτου και μετά από αίτημα της συνηγόρου για τους ενάγοντες, το διάταγμα κατέστη από τη συνάδελφο οριστικό αφού η ακρόαση ήταν ορισμένη στις 10:00 το πρωί και στις 10:10 πμ δεν είχε ακόμη εμφανιστεί κανένας συνήγορος ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους της εναγομένης. Ακολούθησε στις 4.4.2011 η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία η εναγομένη αιτείται διάταγμα που να ακυρώνει την διαταγή του Δικαστηρίου, η οποία κατέστησε το εν λόγω συντηρητικό διάταγμα απόλυτο. Η αίτηση στηρίζεται στο Άρθρο 9 του Κεφ. 6, στο Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ. 1-4, 9, 10, 11, Δ.64 ΘΘ. 1-2 και Δ.26 Θ.
  5. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Παύλου Παναγή εκ των Διευθυντών της εναγομένης εταιρείας. Σύμφωνα με αυτήν, το υπό κρίση διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί καθότι οι ενάγοντες δεν καταχώρησαν προσωπική εγγύηση ως ήταν η διαταγή του Δικαστηρίου κατά τη μονομερή έκδοση του διατάγματος κατά παράβαση του άρθρου 9

(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6). Το γεγονός αυτό αποτελεί κατά τον ενόρκως δηλούντα, ικανό λόγο για τερματισμό της ισχύος του υπό κρίση διατάγματος. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα για την εναγομένη - αιτήτρια ότι ως πληροφορείται από τους δικηγόρους του, την ημέρα που ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση του προσωρινού διατάγματος και ενώ δικηγόρος της εναγομένης ανέμενε την συνήγορο της ενάγουσας για να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου, η εν λόγω συνήγορος εμφανίστηκε μόνη της ενώπιον του Δικαστηρίου και ζήτησε όπως το προσωρινό διάταγμα καταστεί οριστικό. Αυτό, παρά το γεγονός ότι ήταν σε γνώση και των δύο δικηγόρων ότι λόγω απουσίας του φυσικού Δικαστή της υπόθεσης δε θα γινόταν ακρόαση της αίτησης για συντηρητικό διάταγμα αλλά η εμφάνιση θα γινόταν αποκλειστικά για να δοθεί άλλη ημερομηνία ακρόασης. Παρόλα αυτά σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η Δικαστής που επιλήφθηκε της υπόθεσης διέταξε όπως το διάταγμα καταστεί απόλυτο. Αυτό παρά την ειδοποίηση ένστασης που βρισκόταν στον φάκελο και παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν αγόρευσαν προς υποστήριξη του αιτήματος τους. Ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει ότι η εναγομένη έχει καλή υπόθεση αναφορικά με το προσωρινό διάταγμα και από νομική συμβουλή που έχει λάβει, θεωρεί ότι το διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί δυνάμει των αρχών που διέπουν τον παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στο αίτημα, η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.33 ΘΘ.1-5, Δ.34 Θ.6, Δ.35 ΘΘ.2-5, Δ.39 ΘΘ.1-7 και Δ.63 ΘΘ.5 και 13. Ως λόγους ένστασης επικαλούνται τα πιο κάτω: Α) Η αίτηση στερείται νομικής βάσης και αντίκειται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Β) Με την αίτηση καλείται το Δικαστήριο να ενεργήσει καθ' υπέρβαση εξουσίας αφού δεν μπορεί να ακυρώσει απαγορευτικό διάταγμα που εκδόθηκε από το ίδιο. Γ) Η ένορκη δήλωση της αίτησης γίνεται από άτομο που δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και ο ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων του. Δ) Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση των διαδικασιών και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της απονομής δικαιοσύνης. Ε) Με την αίτηση δεν προβάλλονται σοβαροί λόγοι που να δικαιολογούν τον παραμερισμό του απαγορευτικού διατάγματος. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, στην οποία επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι για τους οποίους ενίσταται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αγορεύσεις Οι δύο συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, επανέλαβαν τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους όπως προκύπτουν από τις ενόρκους δηλώσεις της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα. Ο συνήγορος της εναγομένης - αιτήτριας, αναφέρθηκε επιπλέον σε όλους τους λόγους ένστασης ξεχωριστά και ισχυρίστηκε ότι κανένας από αυτούς δεν ισχύει και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του αιτήματος. Επικεντρώθηκε στη συνέχεια στην κατ' ισχυρισμό παράληψη των εναγόντων να καταθέσουν προσωπική εγγύηση κατά παράβαση του άρθρου 9
(2)του Κεφ.
  1. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι λόγω της πιο πάνω παράβασης, το συντηρητικό διάταγμα θα πρέπει να παραμεριστεί αφού η προσωπική εγγύηση αποτελεί όρο για την έγκυρη σύνταξη και ισχύ του διατάγματος. Ο συνήγορος επανέλαβε επίσης την θέση του ότι η παρούσα περίπτωση θα πρέπει να αντιμετωπιστεί κατά τον ίδιο τρόπο που θα αντιμετωπιζόταν αίτηση για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε αντινομικά. Η συνήγορος των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση, στην αγόρευση της ανέφερε ότι η εναγομένη ζητά ουσιαστικά από το Δικαστήριο να ενεργήσει καθ' υπέρβαση εξουσίας και να προβεί σε έλεγχο της ορθότητας της δικής του απόφασης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για την μη καταχώρηση προσωπικής εγγύησης, η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση ανέφερε ότι οι ενάγοντες συμμορφούμενοι με την διαταγή του Δικαστηρίου, κατέθεσαν εγγύηση ύψους €10.000,
  2. Οι ενάγοντες - αιτητές, ανέλαβαν επιπλέον την επιπρόσθετη υποχρέωση να καταστήσουν τους εαυτούς τους οφειλέτες της Δημοκρατίας για το ίδιο ποσό, σε περίπτωση που παραλείψουν να αποζημιώσουν την εναγομένη εταιρεία. Εν πάση περιπτώσει σύμφωνα με τη Δ.34 Θ.6, το καταχωρηθέν εγγυητήριο εξετάστηκε και εγκρίθηκε από τον Πρωτοκολλητή, ο οποίος έδωσε άδεια να συνταχθεί το επίδικο διάταγμα. Και αν ακόμα θεωρηθεί λανθασμένη η απόφαση του Πρωτοκολλητή σε σχέση με το λεκτικό του εγγυητήριου, η παρούσα περίπτωση εμπίπτει κατά τη συνήγορο στις πρόνοιες της Διαταγής 64 και το Δικαστήριο θα μπορούσε να ζητήσει τροποποίηση του εγγυητήριου όχι όμως να ακυρώσει το εκδοθέν συντηρητικό διάταγμα. Ακολούθως, η συνήγορος αναφέρθηκε στη νομική βάση της αίτησης, ισχυριζόμενη ότι αυτή είναι λανθασμένη αφού σε καμία περίπτωση δε δίδει το δικαίωμα στο Δικαστήριο να ακυρώσει την οριστικοποίηση του υπό κρίση συντηρητικού διατάγματος. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει, αφορά τον ισχυρισμό της αιτήτριας για ακύρωση του διατάγματος λόγω της μη καταχώρησης προσωπικής εγγύησης. Η πιο πάνω θέση κατά την κρίση μου δεν ευσταθεί. Το Δικαστήριο στην μονομερή έκδοση του διατάγματος, έθεσε όρο όπως οι ενάγοντες καταχωρήσουν εγγύηση ύψους €10.000,
  3. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, οι ενάγοντες καταχώρησαν εγγυητήριο έγγραφο για το πιο πάνω ποσό ως εγγύηση για τυχόν ζημιές που τυχόν θα υποστεί η εναγομένη από την έκδοση του διατάγματος. Το πιο πάνω εγγυητήριο έγινε αποδεκτό από το Πρωτοκολλητείο, το οποίο προχώρησε στην σύνταξη (drawn up) του διατάγματος. Δεν βλέπω ως εκ τούτου με ποιόν τρόπο οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με την διαταγή του Δικαστηρίου για παροχή εγγύησης ως ισχυρίζεται η εναγομένη. Αλλά και έτσι να μην ήταν τα πράγματα, έχω σοβαρή αμφιβολία κατά πόσον εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, η ακύρωση της απόφασης του Πρωτοκολλητή να αποδεχθεί το πιο πάνω έγγραφο ως εγγύηση. Με δεδομένη την πιο πάνω θέση μου θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον δικαιολογείται επί της ουσίας, ο παραμερισμός της διαταγής του Δικαστηρίου για οριστικοποίηση του υπό κρίση συντηρητικού διατάγματος. Η Δ.48 Θ.8
(4)επί της οποίας στηρίζεται μεταξύ άλλων η αίτηση, αφορά παραμερισμό διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς (ex-parte) και έτσι δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο της παρούσας, είναι Δ.48 Θ.11 επί της οποίας επίσης η εναγομένη - αιτήτρια στηρίζει το αίτημα της. Η Δ.48 Θ.11 έχει ως ακολούθως: "Every order if and when drawn up, shall be drawn up in the same manner as judgments are by these rules directed to be drawn up, and when drawn up, shall show on the face of it by whom, or on whose behalf, the application was made, and the nature of the order made. Every such order may be set aside or varied in the same way as a judgment and may be enforced in any manner in which the judgment of a court may be enforced". Από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης, προκύπτει ότι αυτή παρέχει ευχέρεια για παραμερισμό διατάγματος που εκδόθηκε ερήμην του καθ' ου η αίτηση με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να παραμεριστεί ερήμην εκδοθείσα απόφαση. H πρωτόδικη απόφαση Demetriades v. Yiangou
(1978)1 JSC 143, 157, ασχολήθηκε και με την εμβέλεια της Δ.48 Θ.
  1. Η υπόθεση αφορούσε αίτηση για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου μετά από αίτηση για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18 Θ.
  2. Αποφασίστηκε ότι η Δ.18 Θ.1 αποσκοπεί στην έκδοση απόφασης και όχι διατάγματος. Ως εκ τούτου δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή η Δ.48 Θ.11 παρά το γεγονός ότι είναι δυνατός ο παραμερισμός διατάγματος που εκδόθηκε ερήμην, δυνάμει της διαταγής αυτής. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει δυνάμει της Δ.48 Θ.11, αίτημα για παραμερισμό διατάγματος που εκδόθηκε ερήμην, εφαρμόζοντας κατ' αναλογία τις ίδιες αρχές που εφαρμόζονται στον παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό εκδοθείσας ερήμην απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns
(1994)1 A.A.Δ 736, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επιβεβαίωσε την υιοθέτηση της Αγγλικής υπόθεσης Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, συνόψισε τις πιο πάνω αρχές ως ακολούθως: α) Η αίτηση για παραμερισμό απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. β) Πρωταρχικής σημασίας στοιχείο είναι να καταδειχθεί εκ μέρους του αιτητή καλή υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. γ) Ο αιτητής πρέπει να δείξει ουσιαστική και σοβαρή δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. δ) Το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί στο αν υπάρχει ή όχι καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την αγωγή και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή όχι υπεράσπιση. ε) Η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων. Οι διάδικοι διατηρούν όμως το δικαίωμα να αντεξετάσουν οιονδήποτε ενόρκως δηλούντα αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση, σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Αρκεί η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και η ύπαρξη καλή τη πίστη, συζητήσιμης υπόθεσης. Η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται επίσης με την ανάγκη τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων. Σχετική είναι η υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου Μαύρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26) στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: " Σε τέτοια ζητήματα, όπως ορθά διαπίστωσε ο Πρωτόδικος Δικαστής, η εξουσία του Δικαστή έχει διακριτικό χαρακτήρα. Η γενική αρχή του Δικαίου είναι ότι για να ανοίξει εκ νέου υπόθεση, μετά την λήψη της απόφασης, ο αιτητής οφείλει να πείσει πως έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Όπως εξήγησε ο Δικαστής Sir Robert Megarry στην Land Securities P.L.C (ανωτέρω), πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς να προχωρεί κανείς σε αξιολόγηση οιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Γι' αυτό άλλωστε ο Δικαστής Diplock στην Sindell ν. Wilson συνδέει το δικαίωμα παραμερισμού με την ύπαρξη καλή τη πίστη συζητήσιμης υπόθεσης." Η αίτηση παραμερισμού δύναται να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου ( βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ 941). Αυτό που προκύπτει από την σχετική νομολογία, είναι ότι κατά την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης για αποτελεσματική κατοχύρωση του δικαιώματος ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της Δικαστικής διαδικασίας. Το πρωταρχικό κριτήριο, είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης, η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης (βλ. Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, 1779 & Νέμιτσας ν. Chaparian Πολ. Έφεση 284/08 ημ. 10.5.11). Ταυτόχρονα όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του αιτητή και δύναται αν η συμπεριφορά του είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της Δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Έχοντας υπόψη τις διατάξεις της Δ.48 Θ.11 και τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές σε συνδυασμό με τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Η εναγομένη με την ένσταση που κατεχώρησε εναντίον της οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος, επικαλείται μεταξύ άλλων απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων από τους αιτητές καθώς και έλλειψη των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Ισχυρίζεται επίσης ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των δύο πλευρών, καταδεικνύει ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν μπορούν να αποφασιστούν στο παρόν στάδιο παρά μόνο μετά από πλήρη ακρόαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα και αφού το Δικαστήριο ακούσει και τις δύο πλευρές. Αν δε μετά από ακρόαση του συντηρητικού διατάγματος, προκύψει ότι οι πιο πάνω θέσεις της εναγομένης ευσταθούν, αναπόφευκτο αποτέλεσμα θα είναι η ακύρωση του συντηρητικού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η εναγομένη- αιτήτρια, έχει θέσει τις προϋποθέσεις ούτως ώστε να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της και να ακυρώσω την οριστικοποίηση του διατάγματος που εκδόθηκε ερήμην της. Έχουν τεθεί ζητήματα που πρέπει να εξεταστούν μετά από πλήρη εκδίκαση. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στο στοιχείο της απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων, το οποίο αν αποδειχθεί θα οδηγήσει στην άμεση ακύρωση του προσωρινού διατάγματος χωρίς να εξεταστούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Αλλά και όσον αφορά την ύπαρξη των πιο πάνω προϋποθέσεων, η εναγομένη με την ένσταση της έχει προβάλει συζητήσιμη υπόθεση, εστιάζοντας επίσης και στο ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των δύο πλευρών. Επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο δεν αποφασίζει στο στάδιο αυτό εάν όντως ευσταθούν οι ισχυρισμοί της εναγομένης ως προς την ένσταση τους για συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Όμως, κρίνω ότι αυτοί συνιστούν συζητήσιμη υπόθεση σε τέτοιο βαθμό ώστε η εναγομένη να έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε ως προς τις προϋποθέσεις που καθορίζει η νομολογία για παραμερισμό της διαταγής οριστικοποίησης του διατάγματος που δόθηκε ερήμην της. Επιπλέον δεν έχω πειστεί ότι η εναγομένη αδιαφόρησε για την υπόθεση σε βαθμό καταφρόνησης των Δικαστικών διαδικασιών. Αντιθέτως, προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι κατεχώρησε ένσταση στην συνέχιση του προσωρινού διατάγματος εντός των προθεσμιών που καθόρισε το Δικαστήριο. Επίσης σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης, την ημέρα που το προσωρινό διάταγμα ήταν ορισμένο για ακρόαση, δικηγόρος της εναγομένης βρισκόταν στον χώρο του Δικαστηρίου με γραπτή αγόρευση, αναμένοντας να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να αγορεύσει. Ο ενόρκως δηλών στην παρούσα αίτηση δεν κλήθηκε να αντεξεταστεί με αποτέλεσμα η πιο πάνω θέση του να παραμείνει αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου. Ανεξαρτήτως τούτου, η δεκάλεπτη καθυστέρηση του Δικηγόρου να εμφανιστεί στην ακρόαση του προσωρινού διατάγματος σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως συμπεριφορά που δηλώνει αδιαφορία σε βαθμό καταφρόνησης των Δικαστικών διαδικασιών και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Επιπλέον, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από την οριστικοποίηση του διατάγματος στις 14.3.11, η εναγομένη κατεχώρησε την παρούσα αίτηση στις 4.4.11 με την οποία ζητά την ακύρωση του διατάγματος οριστικοποίησης που εκδόθηκε ερήμην της. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η εναγομένη έχει αποδείξει όλες τις προϋποθέσεις που η νομολογία καθόρισε ούτως ώστε η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να ασκηθεί υπέρ του παραμερισμού της οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος, η οποία διατάχθηκε ερήμην της στις 14.3.
  3. Σύμφωνα με τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε ερήμην λόγω παράλειψης εμφάνισης με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι. Στην παρούσα περίπτωση, βρίσκω ότι η επίδικη απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί αλλά με όρους αναφορικά με τα έξοδα. Το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ.Phylactou ν. Michael ανωτέρω). Στην παρούσα υπόθεση, βρίσκω ότι οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση δεν ευθύνονται σε οποιονδήποτε βαθμό στην δημιουργία των εξόδων που χάνονται με τον παραμερισμό της οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος. Τα έξοδα αυτά, χάνονται μόνο από την παράλειψη της εναγομένης - αιτήτριας να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ώρα που ήταν ορισμένη για ακρόαση η υπόθεση. Κρίνω ως εκ τούτου ότι η εναγομένη - αιτήτρια θα πρέπει να επιβαρυνθεί στο σύνολο τους, τα έξοδα που χάνονται από τον παραμερισμό της διαταγής που οριστικοποίησε το προσωρινό διάταγμα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τα έξοδα της παρούσας αίτησης, τα οποία θα πρέπει να τα επιβαρυνθούν οι ενάγοντες - καθ' ου η αίτηση. Δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να αποκλίνω από τον βασικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας, τα δικαιούται ο επιτυχών διάδικος που στην περίπτωση της παρούσας αίτησης, είναι η εναγομένη - αιτήτρια. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, εκδίδω διάταγμα παραμερισμού του διατάγματος ημερομηνίας 14.3.11 με το οποίο το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 4.2.11, κατέστη οριστικό μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Όλα τα έξοδα της αίτησης για προσωρινό διάταγμα ημ. 4.2.11 που χάνονται από τον παραμερισμό της απόφασης, να τα επιβαρυνθεί η εναγομένη - αιτήτρια. Αντιθέτως, τα έξοδα της παρούσας αίτησης για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, να βαρύνουν τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση. Όλα τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο να πληρωθούν δε, στο τέλος της αγωγής. Ως προς την συνέχιση ή όχι της ισχύος του συντηρητικού διατάγματος ημ. 4.2.11, η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση στις 27.6.
  4. Το συντηρητικό διάταγμα να παραμείνει σε ισχύ μέχρι τότε. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.