← Κύπρος

Ανδρέας Ελισαίου ν. Mahmud RA Alsusi, Αρ. Αγωγής: 4335/10, 21 Ιουνίου 2011

Ανδρέας Ελισαίου ν. Mahmud RA Alsusi, Αρ. Αγωγής: 4335/10, 21 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A193 Αρ. Αγωγής: 4335/10 Μεταξύ: Ανδρέας Ελισαίου, από τον Ύψωνα Λεμεσού Ενάγοντος και Mahmud R.A. Alsusi, από τον Ύψωνα Λεμεσού Εναγομένου Αίτηση ημερ. 3.2.11 υπό εναγομένου - αιτητή για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 21 Ιουνίου 2011 Για εναγόμενο - αιτητή: κος Ντίνος Καψάλης Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κος Μιχάλης Μιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου, αφορά κατ' ισχυρισμό καθυστερημένα ενοίκια ύψους €1.400,

  1. Αιτείται επίσης ο ενάγοντας με την αγωγή του, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος να εκκενώσει και παραδώσει ελευθέρα κατοχής, κατοικία ιδιοκτησίας του ενάγοντα που βρίσκεται στο χωριό Ύψωνας Λεμεσού. Η αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 29.9.10 αλλά αυτός παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση. Ως εκ τούτου μετά από αίτηση του ενάγοντα, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 19.11.10 απόφαση ερήμην του εναγόμενου με την οποία αυτός διατασσόταν να παραδώσει την κατοχή του επίδικου υποστατικού και να πληρώσει επίσης στον ενάγοντα, καθυστερημένα ενοίκια και ενδιάμεσα οφέλη μέχρι παράδοσης της οικίας. Ακολούθησε στις 3.2.11 η καταχώρηση εκ μέρους του εναγομένου της παρούσας αίτησης με την οποία ζητά παραμερισμό (set aside) της πιο πάνω απόφασης του Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ερήμην του. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.17 Θ.10 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του εναγομένου. Σύμφωνα με την πιο πάνω ένορκη δήλωση, ο εναγόμενος αγνοούσε παντελώς την ύπαρξη της αγωγής καθότι δεν του επιδόθηκε ποτέ το κλητήριο ένταλμα. Στις 10.12.10 του επιδόθηκε η εκδοθείσα ερήμην του απόφαση του Δικαστηρίου. Έκτοτε, προσπαθούσε να εξεύρει δικηγόρο για να τον συμβουλεύσει, πράγμα όμως δύσκολο για τον ίδιο αφού είναι σε κακή οικονομική κατάσταση. Είναι λήπτης δημοσίου βοηθήματος και μονογονιός αφού η σύζυγος του τον εγκατέλειψε, αφήνοντας του μια θυγατέρα 7 χρονών που φοιτά στο Δημοτικό. Μόλις τον Ιανουάριο του 2011, κατάφερε να εξεύρει δικηγόρο, τον οποίο ενημέρωσε για την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του. Ο εναγόμενος αναφέρει στη συνέχεια ότι μέσω δικαστικού επιδότη, του είχαν επιδοθεί δύο επιστολές και η εκδοθείσα απόφαση αλλά ουδέποτε του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής ούτε υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο παραλαβής. Ο λόγος για τον οποίο δεν καταχώρησε εμφάνιση, είναι γιατί ουδέποτε έλαβε γνώση για την ύπαρξη του κλητηρίου εντάλματος και σε καμία περίπτωση δεν έδειξε ασέβεια έναντι του Δικαστηρίου και των δικαστικών διαδικασιών. Αναφέρει επίσης ο εναγόμενος σε ένορκη του δήλωση ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ότι είναι δίκαιο να παραμεριστεί η απόφαση για να ακούσει το Δικαστήριο και τις δύο εκδοχές προκειμένου να αποφασίσει τα επίδικα θέματα. Ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι στις 26.5.06, υπέγραψε ενοικιαστήριο έγγραφο για ενοικίαση της επίδικης οικίας από τον ιδιοκτήτη της, ο οποίος είναι ο ενάγοντας. Η ενοικίαση ξεκίνησε την 1.6.06 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Το τίμημα ενοικιάσεως συμφωνήθηκε αρχικά σε £260,00 μηνιαίως και μετατράπηκε σε ευρώ την 1.1.08 με αξία €444,24 το μήνα. Στη συνέχεια, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η μείωση του ενοικίου σε €350,
  2. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι εξακολουθεί να πληρώνει ανελλιπώς από την ημερομηνία ενοικιάσεως μέχρι σήμερα όλα τα μηνιαία ενοίκια όπως έχουν συμφωνηθεί πιο πάνω και δεν οφείλει κανένα ποσό στον ενάγοντα. Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σε αυτή αναφέρει μεταξύ άλλων ότι έχει παρέλθει αρκετό χρονικό διάστημα από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης, ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε νομότυπα και κανονικά στον εναγόμενο ο οποίος επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την αγωγή και ότι ο εναγόμενος δεν έχει καταδείξει καμία υπεράσπιση στην αγωγή. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ενάγοντα, στην οποία επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρει επίσης ότι η ένορκη δήλωση της αίτησης είναι αντικανονική αφού δεν είναι μεταφρασμένη στην μητρική γλώσσα του εναγόμενου και δεν υπάρχει πιστοποίηση ότι ο τελευταίος έχει αντιληφθεί το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης. Μετά από αίτηση του εναγομένου, διατάχθηκε από το Δικαστήριο όπως ο ιδιώτης επιδότης που υπέγραψε την ένορκο δήλωση επίδοσης της αγωγής, εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και αντεξεταστεί ως προς το ζήτημα της επίδοσης του κλητηρίου στον εναγόμενο. Ο επιδότης Παναγιώτης Κανάρης αντεξετάστηκε ως εκ τούτου ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Ανέφερε ότι ασκεί το επάγγελμα του ιδιωτικού δικαστικού επιδότη εδώ και 15 χρόνια. Γνωρίζει τον εναγόμενο αφού του επέδωσε για τους σκοπούς της παρούσας δύο επιστολές καθώς και το κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Η επίδοση της αγωγής, έγινε προσωπικά στον ίδιο τον εναγόμενο, ο οποίος βγήκε έξω στο δρόμο και διαμαρτυρόταν έντονα γιατί ο επιδότης χτύπησε το κουδούνι με αποτέλεσμα να ξυπνήσει η θυγατέρα του. Δημιουργήθηκε φασαρία και μια γειτόνισσα που βρισκόταν στο μέρος, πήρε την αγωγή και εξηγούσε στον εναγόμενο περί τίνος πρόκειται προσπαθώντας να τον καθησυχάσει. Ο μάρτυρας ζήτησε από τον εναγόμενο να υπογράψει για την παραλαβή της αγωγής αλλά αυτός αρνήθηκε. Στην ένορκη δήλωση επίδοσης, ο μάρτυρας δεν ανέφερε λόγω παράληψης όπως είπε ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε να υπογράψει ότι παρέλαβε την αγωγή. Αυτό έγινε όπως ισχυρίστηκε γιατί υπήρξε ένταση κατά την παραλαβή του κλητηρίου και το έντυπο της ένορκης δήλωσης συμπληρώθηκε από τη σύζυγο του, η οποία από απροσεξία δε σημείωσε την άρνηση του εναγομένου. Ο επιδότης αρνήθηκε υποβολές του συνηγόρου για τον εναγόμενο - αιτητή ότι δεν επέδωσε ποτέ την αγωγή στον εναγόμενο. Ισχυρίστηκε ότι του επέδωσε και άλλα έγγραφα προσωπικά και δεν είχε κανένα λόγο να ορκιστεί ψευδώς ότι επέδωσε την αγωγή. Στη συνέχεια, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν ξαναπήγε στο μέρος για επίδοση. Δέχθηκε παρόλα αυτά μετά από ερωτήσεις στην αντεξέταση ότι επέδωσε σε μεταγενέστερο στάδιο στον εναγόμενο και την εκδοθείσα ερήμην του απόφαση. Αγορεύσεις Ο συνήγορος για τον εναγόμενο - αιτητή, στην αγόρευση του αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στους λόγους έντασης του καθ' ου η αίτηση και ισχυρίστηκε ότι κανένας από αυτούς δεν ευσταθεί. Επανέλαβε την θέση του ότι το κλητήριο δεν επιδόθηκε ποτέ στον εναγόμενο και απέρριψε την θέση ότι ο πελάτης του επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή. Αντιθέτως, ισχυρίστηκε ότι αμέσως μόλις έλαβε γνώση για την αγωγή και την εκδοθείσα ερήμην του απόφαση, διόρισε δικηγόρο προκειμένου να τον υπερασπιστεί. Στην συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην αντεξέταση του επιδότη ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι αυτός δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο προκειμένου να καλύψει την ψευδή ένορκη του δήλωση για δήθεν προσωπική επίδοση του κλητηρίου στον εναγόμενο. Τέλος ο συνήγορος του εναγομένου - αιτητή, με αναφορά σε σχετική νομολογία ισχυρίστηκε ότι έχουν αποδειχθεί όλες οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της εκδοθείσας ερήμην του πελάτη του απόφασης. Ο συνήγορος του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση, στην δική του αγόρευση παρέπεμψε στις νομολογιακές αρχές που αφορούν τον παραμερισμό απόφασης. Ακολούθως, με αναφορά στην αντεξέταση του επιδότη, ισχυρίστηκε ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε σε σχέση με τους ισχυρισμούς του για μη επίδοση του κλητηρίου σε αυτόν. Νομική πτυχή. Οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό εκδοθείσας ερήμην απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns

(1994)1 A.A.Δ 736, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επιβεβαίωσε την υιοθέτηση της Αγγλικής υπόθεσης Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, συνόψισε τις πιο πάνω αρχές ως ακολούθως: α) Η αίτηση για παραμερισμό απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. β) Πρωταρχικής σημασίας στοιχείο είναι να καταδειχθεί εκ μέρους του αιτητή καλή υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. γ) Ο αιτητής πρέπει να δείξει ουσιαστική και σοβαρή δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. δ) Το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί στο αν υπάρχει ή όχι καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την αγωγή και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή όχι υπεράσπιση. ε) Η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων. Οι διάδικοι διατηρούν όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οιονδήποτε ενόρκως δηλούντα αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Αρκεί η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και η ύπαρξη καλή τη πίστη, συζητήσιμης υπόθεσης. Η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται επίσης με την ανάγκη τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων. Σχετική είναι η υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου Μαύρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26) στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: " Σε τέτοια ζητήματα, όπως ορθά διαπίστωσε ο Πρωτόδικος Δικαστής, η εξουσία του Δικαστή έχει διακριτικό χαρακτήρα. Η γενική αρχή του Δικαίου είναι ότι για να ανοίξει εκ νέου υπόθεση, μετά την λήψη της απόφασης, ο αιτητής οφείλει να πείσει πως έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Όπως εξήγησε ο Δικαστής Sir Robert Megarry στην Land Securities P.L.C (ανωτέρω), πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς να προχωρεί κανείς σε αξιολόγηση οιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Γι' αυτό άλλωστε ο Δικαστής Diplock στην Sindell ν. Wilson συνδέει το δικαίωμα παραμερισμού με την ύπαρξη καλή τη πίστη συζητήσιμης υπόθεσης." Η αίτηση παραμερισμού δύναται να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου ( βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ 941). Αυτό που προκύπτει από την σχετική νομολογία είναι ότι κατά την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης για αποτελεσματική κατοχύρωση του δικαιώματος ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της Δικαστικής διαδικασίας. Το πρωταρχικό κριτήριο, είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης, η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης (βλ. Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, 1779 & Νέμιτσας ν. Chaparian Πολ. Έφεση 284/08 ημ. 10.5.11). Ταυτόχρονα όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του αιτητή και δύναται αν η συμπεριφορά του είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της Δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει επίσης ότι σε περιπτώσεις κακής επίδοσης της αγωγής ή ακόμα περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος δεν είχε καθόλου λάβει γνώση για την αγωγή ή την πορεία της υπόθεσης, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής εξουσίας. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1Α Α.Α.Δ. 247, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αντικανονική επίδοση εκθεμελιώνει τη διαδικασία. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται αυτοδικαίως (ex debito justitiae). «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος).» Στη μεταγενέστερη υπόθεση Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. Ιωάννης Κυριακίδης κ.α.
(2000)1Α Α.Α.Δ 601, λέχθηκε ότι η πιο πάνω απόφαση Γιωργαλλίδης δεν διατυπώνει γενική αρχή ότι η διαπίστωση οιασδήποτε αντικανονικότητας, οδηγεί πάντα σε παραμερισμό της απόφασης ex debitio justitiae. Η υπόθεση αφορούσε αίτηση παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε χωρίς προηγούμενη γραπτή αίτηση. Η αντικανότητα αφορούσε διαδικαστικό θέμα και όχι την ουσία. Έτσι δεν ετίθετο θέμα επηρεασμού της άλλης πλευράς όπως συμβαίνει στην περίπτωση κακής επίδοσης, που άπτεται θεμελιακής παραβίασης Συνταγματικών Δικαιωμάτων. Σχετικό με το θέμα της επίδοσης, είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd,
(2002)1 Α.Α.Δ 43,48, το οποίο παρατίθεται στην σελίδα 7 της πολύ πρόσφατης υπόθεσης Νέμιτσας ν. Chaparian Πολ. Έφεση 284/08 /10.5.11): «Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρ. 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των 'θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών' του Συντάγματος. Οι περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και η αχλύς που περιβάλλει την επίδοση - δεν είναι καν γνωστό το πρόσωπο στο οποίο αφέθηκε το κλητήριο και η ιδιότητα του - δεν μας αφήνουν αμφιβολία για το παράτυπο της επίδοσης, με βάση την οποία λήφθηκε η ακυρωθείσα απόφαση.» Συμπεράσματα Έγινε εισήγηση από τον δικηγόρο του καθ' ου η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έγινε σε γλώσσα μη αντιληπτή από τον ενόρκως δηλούντα εναγόμενο και επομένως αποτελεί μη επιτρεπτή μαρτυρία. Συγκεκριμένα, προβλήθηκε ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος είναι αλλοδαπός και δεν προκύπτει ότι αυτός αντιλαμβάνεται την Ελληνική γλώσσα στην οποία είναι γραμμένη η ένορκη δήλωση. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση. Το κατά πόσον η Ελληνική γλώσσα είναι ή όχι κατανοητή στον εναγόμενο ενόρκως δηλούντα, είναι στοιχείο που δεν προκύπτει από την ένορκη του δήλωση. Ούτε μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι επειδή ο εναγόμενος είναι αλλοδαπός δεν γνωρίζει χωρίς άλλο την Ελληνική γλώσσα. Αν ο καθ' ου η αίτηση είχε άλλη πληροφόρηση, είχε την δυνατότητ6α να ζητήσει την αντεξέταση του εναγομένου, κάτι όμως που δεν έπραξε. Με δεδομένη την πιο πάνω θέση μου θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον δικαιολογείται επί της ουσίας ο παραμερισμός της υπό κρίση ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Ο ιδιώτης επιδότης που αντεξετάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι προέβη σε προσωπική επίδοση του κλητηρίου στον εναγόμενο. Πρέπει δε να αναφέρω ότι υπήρξε ιδιαίτερα πειστικός ως προς την πιο πάνω θέση του παρά τις περί του αντιθέτου υποβολές από τον συνήγορο του αιτητή. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επίδοση και στην ένταση που δημιουργήθηκε από τις αντιδράσεις του εναγομένου. Ήταν επίσης ιδιαίτερα πειστικός ως προς την δικαιολογία που έδωσε για την μη καταγραφή στην ένορκη δήλωση επίδοσης, του γεγονότος ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε να υπογράψει την παραλαβή του κλητηρίου. Το γεγονός της μη αναφοράς στην ένορκη δήλωση επίδοσης της αγωγής του στοιχείου αυτού δεν αναιρεί την καλή εντύπωση που μου έκανε ο επιδότης και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με την προσωπική επίδοση του κλητηρίου στον εναγόμενο. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης δεν τίθεται ζήτημα για παραμερισμό της υπό κρίση απόφασης ex debitio justitiae. Θα προχωρήσω ως εκ τούτου στην εξέταση του κατά πόσον ο εναγόμενος έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Ο εναγόμενος με την ένορκη δήλωση της αίτησης του, προβάλει ισχυρισμούς για την εκ μέρους του συμμόρφωση με την σύμβαση ενοικίασης. Ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι πληρώνει ανελλιπώς το συμφωνηθέν ενοίκιο και δεν οφείλει κανένα ποσό παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν μπορούν να αποφασιστούν στο παρόν στάδιο παρά μόνο μετά από πλήρη ακρόαση και αφού το Δικαστήριο ακούσει και τις δύο πλευρές και προβεί σε σχετικά ευρήματα. Σε περίπτωση δε που δοθεί άδεια υπεράσπισης αν η πιο πάνω θέση του αιτητή όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του, αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου θα έχει ως επακόλουθο την απόρριψη της αγωγής. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι ο αιτητής έχει θέσει τις προϋποθέσεις ούτως ώστε να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ του και να του δώσω δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Έχουν τεθεί ζητήματα πραγματικά που πρέπει να διευκρινιστούν μετά από πλήρη εκδίκαση. Επιπλέον δεν έχω πειστεί ότι ο εναγόμενος αδιαφόρησε για την αγωγή σε βαθμό καταφρόνησης των διαδικασιών. Επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο δεν αποφασίζει βέβαια στο στάδιο αυτό εάν όντως ευσταθούν οι ισχυρισμοί του εναγομένου που προβλήθηκαν ως υπεράσπιση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Όμως, κρίνω ότι αυτοί συνιστούν συζητήσιμη υπόθεση σε τέτοιο βαθμό ώστε ο αιτητής να έχει αποδείξει τις προϋποθέσεις που καθορίζει η νομολογία για να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί. Σύμφωνα με τη διαταγή 17 θεσμός 10, το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου λόγω παράλειψης σημειώματος εμφάνισης με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι. Στην παρούσα περίπτωση, βρίσκω ότι η επίδικη απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί αλλά υπό όρους αναφορικά με τα έξοδα. Το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ.Phylactou ν. Michael ανωτέρω). Στην παρούσα υπόθεση βρίσκω ότι ο ενάγοντας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ευθύνεται σε οποιονδήποτε βαθμό στην δημιουργία των εξόδων που χάνονται με τον παραμερισμό της απόφασης. Τα έξοδα αυτά χάνονται μόνο από την παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί στην αγωγή και πιστεύω ότι ο ίδιος θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο τους. Το ίδιο ισχύει και για τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε στις 19.11.10 εναντίον του εναγομένου - αιτητή, υπό τον όρο ότι θα πληρωθούν εκ μέρους του προς τον ενάγοντα καθ' ου η αίτηση, τα έξοδα της παρούσας αίτησης καθώς και τα μέχρι σήμερα έξοδα της αγωγής που χάνονται από τον παραμερισμό της απόφασης. Τα πιο πάνω έξοδα να πληρωθούν σε χρονικό διάστημα 14 ημερών από την κοινοποίηση τους στον αιτητή ή τον δικηγόρο του ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο εκτός αν προηγουμένως συμφωνηθούν μεταξύ των διαδίκων. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.