IKOS CIF LIMITED ν. Vincent Pfister, Αγωγή Αρ. 3200/10, 27 Ιουνίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A197 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 3200/10 Μεταξύ: IKOS CIF LIMITED, από την Λεμεσό Εναγόντων και Vincent Pfister Εναγόμενου ------------------- Αίτηση ημερ. 18.2.2011 για παρακοή διατάγματος 27 Ιουνίου 2011 Για τους ενάγοντες-αιτητές: κ. Λ. Παπαφιλίππου, κ. Χρ. Νικολάου, κα Γ. Νικολάου, Γ. Χριστοδούλου και Ελ. Χριστοφή Για τον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση: κα Λ. Στυλιανού Καθ' ου η αίτηση παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των αιτητών, η ευπαίδευτη συνήγορος του καθ' ου η αίτηση υπέβαλε την εισήγηση ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ειδικότερα, ότι η πλευρά των αιτητών δεν έχει αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που φέρει σε διαδικασία αυτής της φύσης: πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αντιθέτως, εξάγεται, όπως εισηγείται η συνήγορος του καθ' ου, από τη μαρτυρία, ότι ο καθ' ου έχει συμμορφωθεί πλήρως με το διάταγμα του Δικαστηρίου: επέστρεψε στην αιτήτρια όλα τα έγγραφα τα οποία είχε στην κατοχή του και δεν έχει οποιαδήποτε έγγραφα ή τέτοια έγγραφα που να εμπίπτουν μέσα στις πρόνοιες του απαγορευτικού διατάγματος του Δικαστηρίου. Ότι είχε τα παρέδωσε στην άλλη πλευρά προς συμμόρφωση με τους όρους του διατάγματος. Οι αιτητές σε καμία περίπτωση δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι ο καθ' ου εξακολουθεί να κατέχει οποιαδήποτε έγγραφα ή κοινοποίησε προς τρίτους οποιαδήποτε εμπιστευτικά έγγραφα ή τέλος παραβίασε τους όρους της εργοδότησης του κατά τον ουσιώδη χρόνο, ώστε να κληθεί σε απολογία. Παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος του καθ' ου η αίτηση στη μαρτυρία της άλλης πλευράς για να εισηγηθεί καταληκτικά, πώς το Δικαστήριο θα πρέπει σε αυτό το στάδιο να απορρίψει την αίτηση και να απαλλάξει τον καθ' ου των κατηγοριών. Από την άλλη πλευρά, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών εισηγείται, πως η μαρτυρία που έχει προσαχθεί δια ζώσης, μάρτυρες οι οποίοι έτυχαν της αντεξέτασης της άλλης πλευράς, εισάγουν ικανοποιητικό υλικό που θέτει τις βάσεις της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης: - Παρέλειψε να παραδώσει έγγραφα εντός του χρόνου που καθόρισε το διάταγμα. - Παρέλειψε να παραδώσει την κάρτα μνήμης ενώ είχε αντιγράψει ήδη συστήματα της αιτήτριας στην εν λόγω κάρτα. - Χρησιμοποίησε τα δεδομένα της κάρτας μνήμης. - Κοινοποίησε προς τρίτους προγράμματα της αιτήτριας. - Κατέστρεψε ή διέγραψε σχετικά έγγραφα και εμπιστευτικές πληροφορίες. Προκύπτει με σαφήνεια ότι ο καθ' ου η αίτηση παραβίασε τα διατάγματα και στοιχειοθετείται, είναι εισήγηση του, ηθελημένη παραβίαση των προνοιών του διατάγματος από τον καθ' ου. Ουσιαστικά ότι έχει τεθεί εκ μέρους της άλλης πλευράς, συνιστούν λόγους υπεράσπισης. Λόγοι οι οποίοι θα πρέπει να εξετασθούν ενδεχομένως, αν το Δικαστήριο καταλήξει σε καταδίκη στο στάδιο της επιβολής ποινής και προς μετριασμό της. Το νομολογιακό πλαίσιο, αναφορικά με τη φύση της διαδικασίας είναι ξεκάθαρο: πρόκειται για διαδικασία που προσομοιάζει με ποινική διαδικασία και όπως τέθηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Margita Μιχαηλίδου Poliakova, Αρ. Εφ. 22/09, ημερομηνίας 24.2.2011. «...όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2)
(1988)1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ.
(2004)σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο). Γι΄ αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ΄ ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του καθ΄ ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει. (δέστε τις υποθέσεις Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)All E.R. 176 [Repr.] και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963).» Παραθέτω στη συνέχεια το λόγο της πιο πάνω απόφασης όπως καταγράφηκε στην απόφαση του Ναθαναήλ, Δ. ο οποίος συνοψίζει τον πυρήνα της νομολογίας ως προς την απόδειξη του αδικήματος: «Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «.. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί• πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» Η πρόθεση θα πρέπει επίσης να αποδειχθεί, για να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο καθ' ου ηθελημένα καταστρατήγησε τους όρους ενός διατάγματος: «Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ΄ ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1).» Η παρούσα διαδικασία πλαισιώνεται και στηρίζεται ανάμεσα στα άλλα από τις πρόνοιες της Δ.48 κ.1-9 και 13 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Λειτουργεί το Δικαστήριο στη βάση αυτή και εξετάζει το ζήτημα στο πλαίσιο, κατά κύριο λόγο, των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την τυχόν ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση που συνοδεύει την ένσταση, αν αυτή είναι η επιλογή του. Η μαρτυρία που προσάγεται κινείται, και επιβάλλεται να κινείται, πάνω στις ράγες των ενόρκων δηλώσεων όπου και τροχιοδρομούν την ακροαματική διαδικασία. Στη βάση του κοινώς αποδεκτού όρου ότι η παρούσα διαδικασία συνιστά οινονεί ποινική διαδικασία, υπεβλήθη αντιλαμβάνομαι η εισήγηση ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Με βάση την πρακτική του 1962 που συνοψίζεται στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, Α.Ν. Loizou, G.M. Pikis, σελ. 111 - 113 εισήγηση ότι δεν υπάρχει υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για να απαντήσει μπορεί να γίνει αποδεκτή: (α) όταν δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ένα βασικό στοιχείο στο ισχυριζόμενο αδίκημα, (β) όταν προσαχθείσα μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδειχθεί τόσο αναξιόπισττη σαν αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο πρόδηλα αστήρικτη που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να βασιστεί και να καταδικάσει. Σχετικά με το ζήτημα σχετικές είναι: Andreas Azinas and Another v. The Police
(1981)1 C.L.R. 9, Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Τασούλας Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, R v. Galbraith
(1981)1 W.L.R. 1039 (which applied the authority laid down in R v. Turnbull and Another
(1977)Q.B. 224. Κατά πόσο είναι δυνατή η υποβολή μιας τέτοιας εισήγησης στην παρούσα διαδικασία δεν είναι ξεκάθαρο νομολογιακά ούτε στην Κύπρο, αλλά ούτε και στην Αγγλία. Όπως αναφέρεται στο Halsburys Laws of England, Tόμος 9
(1), Contempt of Court, §§ 500-501 κάτω από τον τίτλο The Hearing, σελ.312, αναφέρονται και τα εξής: "The burden of proof is on the party seeking to establish that a contempt has been committed. Contempt of court must be proved beyond reasonable doubt. A submission of no case to answer may be made." Στην υποσημείωση 16, στην πιο πάνω παράγραφο, αναφέρονται και τα εξής: "It is not clear whether in proceedings for civil contempt the court may put the defendant to his election as in an ordinary civil case: see Re W (Wards) (Publication of Information) [1989) 1 FLR 246, Re B (A Minor) (Contempt of Court: Affidavit Evidence)
(1996)1 W.L.R 627, at 635-636, [1996] 1 FLR 239 at 248-249 per Wall J; cf Barclays De Zoete Wedd Securities Ltd v. Nadir
(1992)Times, 25 March." Στην τελευταία πιο πάνω υπόθεση, Οικογενειακό Τμήμα (Family Division) εξετάστηκε και σχολιάστηκε η αναλογικότητα της διαδικασίας με την ποινική, όπου το Δικαστήριο κατέληξε στα εξής: "The analogy with the criminal law I respectfully agree with Mr. Critchley's submission that the analogy with criminal proceedings can be taken too far and that in civil proceedings for contempt the court will introduce those safeguards which are necessary for the protection of alleged contemnors but will not import criminal procedure wholesale of indiscriminately. It is, however, noteworthy that section 35
(4)of the Criminal Justice and Public Order Act 1994 expressly reinforces the proposition that a defendant in criminal proceedings is not a compellable witness of his own behalf. As the Court of Appeal (Criminal Division) stated in terms in Reg. v. Cowan [1995] 3 W.L.R. 818, 822: "the right of silence remains. It is not abolished by [section 35]; on the contrary, [section 35
(4)expressly preserves it." In my judgment, therefore, the proposition that a defendant to committal summons is not a compellable witness is very well entrenched. However, for the reasons which I have attempted to give, the fact that he is not compellable does not mean that the court lacks the power to regulate the manner in which any evidence which he chooses to adduce is produced." Έχοντας κατά νουν τις θέσεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τη φύση της παρούσας υπόθεσης και τις τοποθετήσεις, όπως εξεφράστηκαν πιο πάνω, ως προς τη δυνατότητα υποβολής μιας τέτοιας εισήγησης, καταλήγω να μην αποκλείσω την εισήγηση εν όψει του ότι και η άλλη πλευρά δεν υπέβαλε αντίθετη θέση, αλλά κινήθηκε μέσα στο ίδιο πλαίσιο. Ιδιαιτέρως όμως επειδή δυνατόν να λειτουργεί προς καλύτερη διασφάλιση των δικαιωμάτων του καθ' ου η αίτηση. Έχοντας εξετάσει τους όρους και τις πρόνοιες του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.6.2011, απαγορευτικές ή προστακτικές, και των όσων η μαρτυρία έθεσε ενώπιον μου, τόσο με τις ενόρκους δηλώσεις, όσο και μέσω των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, σε συνάρτηση με τις πράξεις ή ενέργειες ή παραλείψεις που η αιτήτρια αποδίδει στον καθ' ου, καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του τελευταίου. Η εισήγηση απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση Παρακόης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο