← Κύπρος

Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ειρήνη Βασιλείου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6719/2001, 27 Ιουνίου, 2011

Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ειρήνη Βασιλείου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6719/2001, 27 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A198 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6719/2001 Μεταξύ Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Εναγόντων και 1. Ειρήνη Βασιλείου 2. Χαράλαμπος Παναγιώτου 3. Ανδρέας Χατζηαράπης 4. Ανδρέας Ανδρέου Εναγομένων Αίτηση των Εναγομένων 1 και 3 ημερομηνίας 18.3.2011 για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 20.11.2001 Ημερομηνία: 27 Ιουνίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενους 1 και 3/Αιτητές: κ. Νεοφύτου Για Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση: κα Ζήνωνος Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Στις 20.11.2001 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 για το ποσό των £2.465,86 πλέον τόκο προς 12% ετησίως επί του ποσού των £2.358,00 από 19.10.2001 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα. Περαιτέρω, είχε εκδοθεί διάταγμα με το οποίο η Εναγομένη 1 διετασσόταν όπως εντός δύο εργάσιμων ημερών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτήν παραδώσει στα γραφεία των Εναγόντων, στην Οδό Πάφου 86 στη Λεμεσό, το αυτοκίνητο μάρκας Mitsubishi τύπου Salοon με αριθμό εγγραφής VB 758 ώστε να πωληθεί δια δημοσίου πλειστηριασμού και το προϊόν της πώλησης να λογισθεί έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων. Η πιο πάνω απόφαση εκδόθηκε μετά από εξέταση σχετικής αίτησης των Εναγόντων ημερομηνίας 29.10.2001 για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης από τους Εναγομένους 1-4. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, η αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων αφορά χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού που ανοίχθηκε δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ενοικιαγοράς μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 ημερομηνίας 13.12.1999 για την αγορά του αυτοκινήτου μάρκας Mitsubishi τύπου Salοon με αριθμό εγγραφής VB 758 και στη βάση εγγράφου εγγύησης που υπογράφθηκε από τους Εναγομένους 2, 3 και 4 επίσης στις 13.12.1999. Η παρούσα αίτηση και η συνοδεύουσα αυτήν Ένορκη Δήλωση Με την παρούσα αίτηση οι Εναγόμενοι 1 και 3-Αιτητές (στο εξής οι «Αιτητές») επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.11.2001. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10 και Δ.48 Θ. 9(
  2. h)και συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση των Εναγομένου 3 κ. Ανδρέα Χατζηαράπη ημερομηνίας 18.3.2011, όπου συνοπτικά αναφέρονται τα ακόλουθα: - Κατά ή περί τα μέσα Οκτωβρίου 2010 ήρθε εις γνώση του ότι το όνομά του είχε τοποθετηθεί στο Τραπεζικό Σύστημα Πληροφοριών Άρτεμις και μετά από σχετική αίτησή του, του αποστάληκε αναλυτική αναφορά δεδομένων (Βλέπε Τεκμήριο Α επί της Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 18.3.2011). Περαιτέρω, πληροφορήθηκε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού ότι κατά ή περί τα τέλη Νοεμβρίου 2010 οι Ενάγοντες εξασφάλισαν διάταγμα παράτασης του χρόνου εγγραφής του ΜΕΜΟ με αριθμό ΕΒ95/2005 για την περίοδο από 18.1.2011 μέχρι 18.1.2013 και ότι με την απόφαση ημερομηνίας 20.11.2001 οι Ενάγοντες προχώρησαν στην καταχώρηση ΜΕΜΟ εναντίον της περιουσίας της Εναγομένης 1 το οποίο υφίσταται μέχρι σήμερα. - Όταν ο ίδιος και η Εναγομένη 1 έλαβαν γνώση των διαφόρων αιτήσεων που κατά καιρούς καταχωρήθηκαν εναντίον τους (αίτηση έρευνας, αιτήσεις παρακοής και αιτήσεις για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης), είχαν προβάλει ένσταση, όπως άλλωστε εμφαίνεται και στην καταγγελία που έγινε από τον Εναγόμενο 2 προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ημερομηνίας 14.9.2004 (Τεκμήριο Δ επί της Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 18.3.2011), όσο και από την Ένορκη Δήλωση της Εναγομένης 1 ημερομηνίας 21.9.2006 (Τεκμήριο Ε επί της Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 18.3.2011). - Οι Ενάγοντες είχαν αποσύρει τις κατά καιρούς καταχωρηθείσες αιτήσεις λόγω του ότι εκκρεμούσε η εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 9321/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εναντίον του πωλητή αυτοκινήτων Ανδρέα Παπάδου, στην οποία εκδόθηκε απόφαση στις 12.1.2007 και ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε για πρόκληση εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις και απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην υπόθεση 9321/2004 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Στ στην Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 18.3.2011). Η Ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση Στις 23.5.2011 οι Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση (στο εξής οι «Καθ' ων η αίτηση») καταχώρισαν Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης, η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ.4, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη συμφυή εξουσία και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου και στο Κοινοδίκαιο. Οι λόγοι ένστασης οι οποίοι προβάλλονται από τους Καθ' ων η αίτηση συνοψίζονται ως ακολούθως: (α) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος που να παραμερίζει και/ή να ακυρώνει την εκδοθείσα απόφαση. (β) Η αίτηση δεν βασίζεται επί της ορθής νομικής βάσης. (γ) Οι Αιτητές είναι ένοχοι ασύγνωστης αμέλειας και/ή επέδειξαν υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. (δ) Οι Αιτητές δεν είχαν και/ή δεν αποδεικνύουν οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή. (ε) Η αίτηση είναι λανθασμένο ένδικο μέσο με το οποίο οι Αιτητές προωθούν τους ισχυρισμούς τους. (στ) Ο Ενόρκως Δηλών λανθασμένα και/ή παράτυπα και/ή αντικανονικά υιοθετεί ένορκη δήλωση άλλου προσώπου. Η πιο πάνω Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου των Καθ' ων η αίτηση κ. Γιάννου Κοσμά, ημερομηνίας 23.5.2011, στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Ειδικότερα, ο κ. Κοσμά υποστηρίζει ότι αφενός οι Αιτητές δεν έχουν καμία υπεράσπιση στην αγωγή καθότι δεν αρνούνται ότι υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς, αφετέρου δεν έχουν δώσει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψή τους να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια για την υπεράσπισή τους στην αγωγή και/ή να εγείρουν το θέμα αυτό στα πλαίσια προηγούμενων διαδικασιών. Ακροαματική Διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπό κρίση αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και των δύο πλευρών περιορίστηκαν στις εκατέρωθεν καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις και αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους και καμία πλευρά δεν ζήτησε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Έχω μελετήσει λεπτομερώς την επιχειρηματολογία των δύο συνηγόρων, η οποία είναι καταγεγραμμένη και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ σκόπιμο να την παραθέσω. Ωστόσο, αναφορά στις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων θα γίνεται εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Η νομική πτυχή Στα πλαίσια της παρούσας αίτησης το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει την εξουσία του για παραμερισμό της απόφασης στην παρούσα αγωγή δυνάμει των προνοιών της Δ.17 Θ.10 που έχει ως εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just». Όπως φαίνεται και από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός απόφασης η οποία εκδόθηκε ερήμην του αιτητή εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες της Δ.17 Θ.10 και οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο ασκεί τις εξουσίες του έχουν αναλυθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι, ζητώντας τον παραμερισμό απόφασης, ένας αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση και μια καλή δικαιολογία για την μη εμφάνιση του στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Evans v. Bartlam

(1957)2 All ER 646, Kotsapas & Sons v. Titan Construction & Engineering Company
(1961)1 ΑΑΔ 317, Takis Phylactou v. Evagoras Michael
(1982)1 ΑΑΔ 204, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα λάβει σοβαρά υπόψη, από την μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη, την ανάγκη διαφύλαξης της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη, αλλά και γενικότερα στην κοινωνία. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό είναι ασυγχώρητη και ισοδυναμεί με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν αναμένεται να ικανοποιήσει το αίτημα του, όπως επίσης δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα του σε περίπτωση κατά την οποία αυτός επιδεικνύει υπέρμετρη ολιγωρία λήψης οποιωνδήποτε μέτρων αφότου πληροφορήθηκε για την εκδοθείσα απόφαση (βλ. Phylactou v. Michael (πιο πάνω)). Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων και συμπέρασμα του Δικαστηρίου Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, θεωρώ ορθό να εξετάσω την ένσταση που εγείρεται από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση και αφορά την παράλειψη αναφοράς της Δ.48 ΘΘ.1-3 στη νομική βάση της αίτησης, κάτι που σύμφωνα με την ευπαίδευτο συνήγορο τους επιφέρει ακυρότητα στην όλη διαδικασία. Στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.ά. v. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει αίτηση παρακοής, μεταξύ άλλων, επί το ότι στη νομική βάση της αίτησης δεν γινόταν αναφορά στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση υπέδειξε ότι ναι μεν η αναφορά στο άρθρο 42 του Ν. 14/60 ήταν επιβεβλημένη αφού παρείχε το ουσιαστικό δίκαιο για την χορήγηση της επίδικης θεραπείας, όμως με βάση τη Δ.64 η παράλειψη αυτή συνιστούσε απλά παρατυπία, η οποία θα μπορούσε να θεραπευθεί με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην εν λόγω υπόθεση υιοθετήθηκε η θέση της αγγλικής νομολογίας αναφορικά με την ορθή ερμηνεία της αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας Δ.
  2. Επί τούτου σχετική είναι η υπόθεση Metroinvest Ansalt and others v. Commercial Union
(1985)1 WLR 513, από την μελέτη της οποίας προκύπτουν τα ακόλουθα:
  1. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το Δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 Θ.
  2. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το Δικαστήριο έστω και εάν το ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διαδίκους.
  3. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  4. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας.
  5. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή διαζευκτικά να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον. Στη βάση των πιο πάνω, τυγχάνει εξεταστέο κατά πόσον οι Καθ' ων η αίτηση έχουν παραιτηθεί από το δικαίωμα (waived) που εγείρεται λόγω της σχετικής παρατυπίας, που ας σημειωθεί, αφορά παράλειψη αναφοράς της Δ.48 ΘΘ.1-3 και αφορούν το δικονομικό και όχι το δικαιοδοτικό πλαίσιο. Θεωρώ ότι η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική αφού οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση όπου εγείρετο μεν ως λόγος ένστασης ότι η αίτηση δεν βασίζεται επί της ορθής νομικής βάσης, πλην όμως οι Καθ' ων η αίτηση εμφανίστηκαν στη διαδικασία και προέβαλαν την ένστασή τους επί της ουσίας, ενώ δεν προέβηκαν σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα. Πέραν τούτου, το μέγεθος της παρατυπίας δεν είναι μεγάλο δεδομένου ότι είχε γίνει επίκληση της Δ.17 Θ.10 και της Δ.48 Δ.9(h) και γενικότερα μπορεί να λεχθεί ότι η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση δεν υπέστη οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό ή ζημιά από την εν λόγω παράλειψη. Τέλος, επισημαίνω ότι κατά την πρώτη εμφάνιση της αίτησης, οπότε και ζητήθηκε χρόνος για καταχώρηση ένστασης από την πλευρά των Καθ' ων η αίτησης, το ζήτημα της εν λόγω παρατυπίας δεν τέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από τους συνηγόρους τους. Υπό το φως των πιο πάνω, λοιπόν, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθεί διάταγμα για άρση της παρατυπίας. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία ώστε η υπό κρίση αίτηση να θεωρείται νομότυπη. Ερχόμενη, τώρα, στην εξέταση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στη Δ.17 Θ.10, θα πρέπει στο στάδιο αυτό να επισημάνω ότι από την πλευρά των Αιτητών δεν εγείρεται ζήτημα αντικανονικής και/ή παράτυπης επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος. Σε ό,τι αφορά την ουσία της αίτησης, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης Αναφορικά με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ήταν η θέση του κ. Νεοφύτου ότι με δεδομένη την καταδίκη του πωλητή αυτοκινήτων Ανδρέα Παπάδου στην ποινική υπόθεση με αριθμό 9321/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για τα αδικήματα της πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, οι Αιτητές έχουν καλή υπεράσπιση. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Ζήνωνος η οποία υποστήριξε ότι οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ενόψει του ότι οι Αιτητές παραδέχονται την από μέρους τους υπογραφή της συμφωνίας ενοικιαγιοράς ημερομηνίας 13.12.
  6. Όπως εξάγεται και από την απόφαση Phylactou v. Michael (πιο πάνω), το έργο του Δικαστή όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσον αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πάνω στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης. Επίσης, όπως προκύπτει από την απόφαση K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd κ.ά. v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω, ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση. Γενικότερα μπορεί να λεχθεί ότι η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή. Έπεται ότι απλοί ισχυρισμοί και αόριστες και μη τεκμηριωμένες θέσεις δεν είναι αρκετές ώστε να καταδειχθεί η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης (βλ. Βύρων Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 ΑΑΔ 289, Χριστάκης Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 AAΔ 1761, Ξενοφών Κάλλης ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793, Γιώργος Ανδρέου ν. Severis & Athienitis Securities Ltd
(2003)1 AAΔ 1694). Με την Ένορκη Δήλωσή του ημερομηνίας 18.3.2011, ο Εναγόμενος 3 υιοθετεί το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης της Εναγομένης 1 ημερομηνίας 21.9.2006, η οποία είχε επισυναφθεί στην Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης που είχε καταχωρηθεί στην αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 11.5.2006, όπου η Εναγομένη 1 αναφέρει ότι μετά την επίδοση της απόφασης σε αυτήν προσήλθε στα γραφεία των Εναγόντων με τον Εναγόμενο 2, ο οποίος είναι σύζυγός της, και τους ενημέρωσε για τα ακόλουθα: - Το όχημα με αριθμό εγγραφής VB 758 βρίσκετο στο χώρο πωλήσεως αυτοκινήτων του Ανδρέα Παπάδου από την Πάφο. - Ενώ καταρχήν συμφωνήσαν να αγοράσουν το εν λόγω αυτοκίνητο και προς τούτο υπέγραψαν και τα σχετικά έγγραφα ενοικιαγοράς, αργότερα την ίδια ημέρα άλλαξαν γνώμη και επικοινώνησαν με τον Ανδρέα Παπάδο για να τον ενημερώσουν σχετικά, ο δε Ανδρέας Παπάδος την αποδέχθηκε και τους καθησύχασε ότι θα κατέστρεφε τα έγγραφα ενοικιαγοράς, τα οποία φαίνεται ότι αργότερα κατέθεσε στους Ενάγοντες - Αιτητές εισπράττοντας με δόλιο τρόπο τα ποσά που αναφέρονται στην απόφαση. Στην Ένορκη Δήλωση της Εναγομένης 1 ημερομηνίας 21.9.2006 αναφέρεται επίσης ότι η ίδια προχώρησε σε καταγγελία του Ανδρέα Παπάδου στην Αστυνομία, η οποία ακολούθως καταχώρησε εναντίον του την ποινική υπόθεση με αριθμό 9321/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, όπου ο Ανδρέας Παπάδος κρίθηκε ένοχος. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία διεφάνη ότι ο Ανδρέας Παπάδος πώλησε και μεταβίβασε το όχημα με αριθμό εγγραφής VB 758 σε κάποιο τρίτο πρόσωπο στη Λευκωσία. Στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσον οι Αιτητές έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο αναφορικά με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, θεωρώ ότι στο σημείο αυτό είναι αρκετό να αναφέρω ότι από τα ενώπιον μου στοιχεία και τα έγγραφα που έχουν παρουσιάσει οι Αιτητές έχω ικανοποιηθεί ότι εγείρεται κάποια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση από μέρους τους, την οποία θα μπορούσαν να προβάλουν στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής, χωρίς να εισηγούμαι ότι η εν λόγω υπεράσπιση θα ευσταθήσει. Συναφώς σημειώνεται ότι η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο τα όσα αναφέρονται από τους Αιτητές και αφορούν στα γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την υπογραφή της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Η συμπεριφορά των Αιτητών Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξή μου αναφορικά με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ακολούθως θα πρέπει να εξεταστεί και η δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι το κατά πόσον οι Αιτητές έχουν κάποια καλή δικαιολογία για τη μη εμφάνισή τους στην αγωγή και εάν έχουν επιδείξει καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης η οποία να ισοδυναμεί με περιφρόνηση του Δικαστηρίου. Όσο και εάν το ζήτημα της μη εμφάνισης εξετάζεται ανεξάρτητα από τα άλλα θέματα που εγείρονται σε μια αίτηση για παραμερισμό απόφασης, φαίνεται να είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως εάν η δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης προβάλλει λογική και η απραξία του αιτητή δεν συνιστά περιφρόνηση του συστήματος της απονομής της δικαιοσύνης και εφόσον έχει προβάλει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, η απόφαση να παραμερίζεται. Έτσι, βλέπουμε πως είναι σε καθαρές περιπτώσεις έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση του αιτητή κρίθηκε ως αφ' εαυτής τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ ν. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 ΑΑΔ 28, λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι το κατά πόσον ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε ο αιτητής μετά την έκδοση απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, ήτοι την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης (σχετική είναι επίσης η απόφαση David Charles Orams κ.ά. v. Μελέτη Αποστολίδη
(2006)1 ΑΑΔ 1402). Στην υπόθεση Ανδρούλλα Ευγενίου ν. Ανδρούλλα Ιωάννου
(1993)1 ΑΑΔ 852 όπου η εφεσείουσα για επτά μήνες και πλέον δεν είχε ενδιαφερθεί να εξακριβώσει κατά πόσον ο γιος της είχε παραδώσει το κλητήριο στον δικηγόρο της, ούτε είχε επικοινωνήσει με το δικηγόρο της, και ούτε είχε εξηγήσει γιατί δεν είχε προβεί στις ενέργειες που εύλογα αναμένονταν από αυτήν, κρίθηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε η εφεσείουσα ισοδυναμούσε με παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος. Επίσης, στην Χριστοφόρου και άλλος ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 18, κρίθηκε ότι η συμπεριφορά της εφεσείουσας - αιτήτριας αποτελούσε κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας αφού η αίτηση είχε καταχωρηθεί δύο χρόνια μετά την επίδοση της αγωγής, δεκαέξι μήνες μετά την απόφαση και πέντε μήνες μετά την επίδοση της αίτησης παρακοής. Τέλος, στην Πανίκος Λοίζου κ.ά. ν. Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 778, η συμπεριφορά των αιτητών οι οποίοι καταχώρησαν αίτηση παραμερισμού δυόμιση χρόνια αφού έλαβαν γνώση της απόφασης χαρακτηρίστηκε ως κλασσική περίπτωση περιφρόνησης των δικαστικών διαδικασιών. Από μία αναδρομή στο ιστορικό της αγωγής όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου τον οποίο έχω διεξέλθει, καθώς τούτο είναι επιτρεπτό (βλέπε Κύπρος Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (αρ. 2)
(1999)1 ΑΑΔ 1938), διαφαίνονται τα ακόλουθα: - Το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στις 11.10.2001 και επιδόθηκε στην Εναγομένη 1 στις 12.10.2001 και στον Εναγόμενο 3 στις 13.10.
  1. Ακολούθως, στις 29.10.2001 καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης και στις 23.11.2001 εκδόθηκε απόφαση εναντίον όλων των Εναγομένων, ενώ η απόφαση επιδόθηκε στην Εναγομένη 1 στις 23.11.
  2. - Στις 9.1.2003 οι Ενάγοντες καταχώρησαν ένταλμα για εκποίηση της κινητής περιουσίας των Εναγομένων 1-4 το οποίο, όμως, δεν εκτελέστηκε αφενός γιατί η Εναγομένη 1 είχε εγκαταλείψει τη δοθείσα διεύθυνση και αφετέρου διότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 στερούνταν κινητής περιουσίας δυνάμενης να κατασχεθεί[1]. - Στις 15.1.2004 καταχωρήθηκε αίτηση παρακοής εναντίον της Εναγομένης 1, η οποία εμφανίστηκε στη διαδικασία με δικηγόρο και κατά διάφορες ημερομηνίες ζήτησε χρόνο για καταχώρηση ένστασης. Τελικά, στις 12.1.2005 ο συνήγορος των Εναγόντων απέσυρε την αίτηση με ₤200,00 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης
  3. - Στις 20.1.2005 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση έρευνας εναντίον των Εναγομένων 1-4 στην οποία οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 εμφανίστηκαν δια δικηγόρου καταχωρώντας και σχετική ένσταση, πλην όμως στις 21.11.2005 η αίτηση απεσύρθηκε άνευ βλάβης και χωρίς έξοδα. - Στις 11.5.2006 καταχωρήθηκε νέα αίτηση παρακοής εναντίον της Εναγομένης 1 στην οποία η Εναγομένη 1 καταχώρησε Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης στην οποία επισυνάπτεται η Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 21.9.2006, στο περιεχόμενο της οποίας γίνεται αναφορά πιο πάνω. Τελικά, στις 22.11.2006 η αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας με έξοδα σε βάρος των Εναγόντων και υπέρ της Εναγομένης 1 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. - Στα πλαίσια αιτήσεων των Ενάγοντων ημερομηνίας 11.9.2008 και 13.11.2008, στις 6.10.2008 και 21.11.2008 δόθηκε άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 20.11.2001 λόγω παρέλευσης έξι ετών και λόγω μετονομασίας των Εναγόντων σε Marfin Popular Bank Public Co Ltd αντίστοιχα. - Στις 26.11.2010 παρατάθηκε ο χρόνος εγγραφής του ΜΕΜΟ με αριθμό εγγραφής ΕΒ 95/2005 σε βάρος της περιουσίας του Εναγομένου 3 για την περίοδο από 18.1.2011 μέχρι 18.1.
  4. Στα πλαίσια εξέτασης της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει καταρχήν να επισημάνω ότι από την Ένορκη Δήλωση του Εναγομένου 3 η οποία συνοδεύει την αίτηση ελλείπει παντελώς οποιαδήποτε δικαιολογία για την μη εμφάνιση τόσο του ίδιου όσο και της Εναγομένης 1 στην αγωγή, η οποία τους επιδόθηκε κανονικά. Επιπρόσθετα, η θέση του Εναγομένου 3 στην παράγραφο 4 της Ένορκης Δηλώσής του ότι τόσο ο ίδιος όσο και η Εναγομένη 1 έλαβαν γνώση της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης με την επίδοση των διαφόρων αιτήσεων σε αυτούς δεν είναι ακριβώς ορθή αφού η Εναγομένη 1 έλαβε γνώση της απόφασης με την επίδοσή της στις 23.11.
  5. Παράλληλα, στην Ένορκη Δήλωση του Εναγομένου 3 δεν δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση γιατί οι Αιτητές δεν έσπευσαν να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση ενωρίτερα και ειδικότερα όταν έλαβαν γνώση των διαφόρων διαδικασιών σε σχέση με την καταχώρηση εντάλματος για εκποίηση της κινητής περιουσίας τους, αιτήσεων παρακοής εναντίον της Εναγομένης 1 και αίτησης έρευνας εναντίον όλων των Εναγομένων. Πιο συγκεκριμένα, δεν δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση γιατί στα πλαίσια της αίτησης παρακοής ημερομηνίας 15.1.2004 ο τότε συνήγορος της Εναγομένης 1 κ. Σπηλιωτόπουλος δεν ανέφερε στο Δικαστήριο οτιδήποτε σχετικό με την τώρα προβαλλόμενη υπεράσπιση των Αιτητών, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη ότι στις 13.5.2004 ο συνήγορος των Εναγόντων ζήτησε αναβολή της ακρόασης της αίτησης «λόγω του ότι χρειάζεται κάποια τεκμήρια που είναι σε φακέλους του ΤΑΕ Πάφου» ή γιατί στις Ενστάσεις που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 1 και 3 στα πλαίσια της αίτησης έρευνας ημερομηνίας 20.1.2005 οι λόγοι ένστασης που εγείρονταν αφορούσαν μόνο στην οικονομική τους κατάσταση και την αδυναμία τους να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους δια δόσεων και καμία αναφορά δεν γίνεται στα γεγονότα που συνθέτουν την υπεράσπιση που προβάλλεται με την παρούσα αίτηση. Παράλληλα, δεν δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση για το γεγονός ότι η Εναγομένη 1 (και οι εκάστοτε συνήγοροι της) αποδέχθηκαν την απόσυρση των εναντίον της αιτήσεων παρακοής με επιφύλαξη των δικαιωμάτων των Εναγόντων για καταχώρηση νέας αίτησης. Επομένως, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η αίτηση για την ακύρωση της απόφασης ημερομηνίας 20.11.2001 καταχωρήθηκε δέκα περίπου χρόνια μετά την επίδοση της αγωγής και της έκδοσης απόφασης και 6 χρόνια μετά την καταχώρηση και επίδοση της αίτησης έρευνας εναντίον των Εναγομένων 1-
  6. Η δε θέση του Εναγομένου 3 στην Ένορκη Δήλωσή του ημερομηνίας 18.3.2011 ότι περί τα μέσα Οκτωβρίου 2010 πληροφορήθηκε ότι το όνομά του έχει τοποθετηθεί στο Τραπεζικό Σύστημα Πληροφοριών Άρτεμις και ότι οι Ενάγοντες είχαν εξασφαλίσει παράταση του χρόνου εγγραφής του ΜΕΜΟ με αριθμό 95/2005 ουδόλως μεταβάλλει την όλη κατάσταση αφού ουσιαστικά οι Αιτητές δεν προέβαλαν κανένα λόγο για τις πιο πάνω καθυστερήσεις. Επομένως, δεν υπάρχουν λόγοι που να μπορούν να στοιχειοθετήσουν ερείσματα τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε. Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αίτηση παραμερισμού απόφασης που καταχωρήθηκε 2½ χρόνια μετά από την έκδοση απόφασης και 8 μήνες μετά την επίδοση αίτησης καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή, αφού η άγνοια του για τα νομικά επακόλουθα της μη καταχώρισης εμφάνισης και η έλλειψη νομικής συμβουλής δεν αποτελούσαν σοβαρό λόγο για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης. Υποδεικνύεται, τέλος, ότι η θέση του κ. Νεοφύτου στο στάδιο των αγορεύσεων ότι με την απόσυρση των αιτήσεων από τους Ενάγοντες δόθηκε η εντύπωση στους Αιτητές ότι οι Ενάγοντες δεν θα προχωρούσαν με εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 20.11.2001 εν πρώτοις δεν συνιστά αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν προβάλλεται από τον Εναγόμενο 3 στην Ένορκη Δήλωση του ημερομηνίας 18.3.2011, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει δικαιολογία για την μη έγκαιρη καταχώρηση της υπο κρίση αίτησης. Τελική Κατάληξη Εν κατακλείδι, σημειώνεται ότι η συμπεριφορά των Αιτητών σε σχέση με την μη εμφάνισή τους στην παρούσα αγωγή και την μη έγκαιρη λήψη μέτρων για ακύρωση της εναντίον τους απόφασης ισοδυναμεί με παντελή έλλειψη σεβασμού και ταυτόχρονα περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας με τρόπο ώστε να μην δικαιολογείται η έγκριση της υπό κρίση αίτησης στη βάση οποιασδήποτε υπεράσπισης ή κάτω από οποιεσδήποτε προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1 και 3-Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/αίτηση παραμερισμού απόφασης [1] Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 δεν υπάρχει ενημέρωση εντός του φακέλου αναφορικά με την εκτέλεση του εντάλματος κινητής περιουσίας ή μη. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.