Στυλιανού Ανδρέου ν. Μαρίνας Λουκαϊδου, Αγ. Αρ. 1084/11, 29/06/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A200 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ. 1084/11 Μεταξύ: Στυλιανού Ανδρέου από τη Λευκωσία Ενάγοντα και Μαρίνας Λουκαϊδου από τη Λεμεσό Εναγομένης ------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 29/06/
- Eμφανίσεις: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κ. Α. Αργυρού για κ.κ. Καριτζής - Αργυρού & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη - καθ' ής η αίτηση: κα Γ. Βλαδιμήρου για κ.κ. Σούλα Ιακωβίδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας με κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο αξιώνει εναντίον της εναγομένης γενικές αποζημιώσεις για παραβίαση του δικαιώματος της ελευθερίας και σεβασμού της ιδιωτικής ζωής συνέπεια συστηματικής και συνεχιζόμενης παρενόχλησης από την εναγομένη. Περαιτέρω, αξιώνει και διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στην εναγομένη να παρενοχλεί τον ενάγοντα με οποιοδήποτε τρόπο και/ή να πλησιάζει το διαμέρισμα και/ή την οικία του καθώς επίσης και να της απαγορεύεται να πλησιάζει τον ενάγοντα σε απόσταση 250 μέτρων. Κατά τις 09/03/2011, δηλαδή την ίδια ημερομηνία καταχώρησης του πιο πάνω κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγοντας καταχώρησε μονομερή αίτηση με βάση την οποία το Δικαστήριο εξέδωσε το κάτωθι διάταγμα: « Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο διατάσσει και/ή απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγομένη - Καθ' ής η Αίτηση, είτε προσωπικά είτε μέσω υπηρετών ή αντιπροσώπων της ή μέσω των φίλων, συγγενών, αντιπροσώπων ή του περίγυρου του Ενάγοντα - Αιτητή ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, από του να παρενοχλεί, απειλεί, ακολουθεί, παρακολουθεί, εκφοβίζει ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει στην ιδιωτική και κοινωνική ζωή του Ενάγοντα - Αιτητή, είτε με τηλεφωνήματα ή γραπτά μηνύματα στο προσωπικό του τηλέφωνο ή στο τηλέφωνο οποιουδήποτε μέρους και αν βρίσκεται ή στο τηλέφωνο οποιουδήποτε προσώπου σχετίζεται με τον Ενάγοντα - Αιτητή, είτε μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων στις προσωπικές ή επαγγελματικές ηλεκτρονικές διευθύνσεις του, είτε με το να επικοινωνεί ή προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί του προφορικά, γραπτώς, τηλεφωνικώς ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, με εξαίρεση την με οποιοδήποτε τρόπο επικοινωνία με τους δικηγόρους του και/ή με εξαίρεση την με οποιαδήποτε τρόπο επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων που αφορά την ανήλικη θυγατέρα τους Ονέλια, είτε με το να τον επισκέπτεται ή παρακολουθεί σε οποιοδήποτε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο, ή με το να τον ακολουθεί σε οποιοδήποτε τέτοιο χώρο είτε με το αυτοκίνητο είτε με τα πόδια ή με οποιοδήποτε άλλο μέσω κυκλοφορίας μέχρι της πλήρους και τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η πιο πάνω αίτηση του ενάγοντα με βάση την οποία εξεδόθη το ανωτέρω προσωρινό διάταγμα, βασίζεται στα άρθρα 7,8,11,13,15,16,17,30,33,35 και 169.3 του Συντάγματος, στα άρθρα 5,8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών η οποία κυρώθηκε από το Νόμο 39(ΙΙΙ)/1962, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6 άρθρο 4 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θθ. 1-4, 8 και 9, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκιας, της Πρακτικής και της Συμφύτου Εξουσίας των Δικαστηρίων. Τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την εν λόγω αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντα - αιτητή, η οποία την συνοδεύει. Περιληπτικά, ο ενάγοντας - αιτητής αναφέρει ότι με την εναγομένη - καθ' ής η αίτηση διατηρούσε ερωτική σχέση και στις 30/10/2009 απέκτησαν και ένα παιδί την Ονέλια Ανδρέου. Ο δεσμός αυτός με την εναγόμενη διακόπηκε στις 28/04/2010 όταν η εναγομένη - αιτήτρια εγκατάλειψε την οικία την οποία διέμεναν, στην οδό Κολοκοτρώνη 10, περιοχή Στροβόλου στη Λευκωσία παίρνοντας μαζί της και το ανήλικο τέκνο τους και εγκαταστάθηκε στο σπίτι της μητέρας της στη Λεμεσό. Μετά από τη διάλυση της σχέσης, ο αιτητής αναφέρει ότι ακολούθησαν δικαστικά μέτρα στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού αναφορικά με το ανήλικο τέκνο τους. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι καταχωρήθηκε από αυτόν αίτηση για έκδοση διατάγματος επικοινωνίας με αρ. 109/2010 και εκδόθηκαν σε αυτή προσωρινά διατάγματα (τεκμήριο Β). Επίσης, η καθ' ής η αίτηση αναφέρει, καταχώρησε την αίτηση διατροφής αρ. 168/10 εναντίον του στην οποία εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα να καταβάλει στην καθ' ής η αίτηση το ποσό των €350 μηνιαίως για την ανήλικη θυγατέρα του (τεκμήριο Γ). Οι πιο πάνω αιτήσεις, σύμφωνα με τον αιτητή εκκρεμούν προς εκδίκαση και ολοκλήρωση στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού. Περαιτέρω, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι στις 27/04/2010 προέβηκε σε καταγγελία της εναγομένης στο Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου για επίθεση που δέχθηκε από αυτή. Επίσης, προέβηκε και σε καταγγελία εναντίον της καθ' ής η αίτηση και στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου κατά τις 3/1/2010 όταν απειλήθηκε τηλεφωνικώς από τον πατέρα της καθ' ής η αίτηση. Πιο κάτω στην ένορκη του ομολογία, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι από την ημέρα επίδοσης στην εναγομένη - καθ' ής η αίτηση της αίτησης γονικής μέριμνας με αρ. 109/10 τον παρενοχλούσε στο κινητό του τηλέφωνο είτε με ενοχλητικά και απειλητικά τηλεφωνήματα, είτε αποστέλλοντας του γραπτά μηνύματα ως επίσης πήγαινε στην κατοικία όπου διαμένει και δημιουργούσε διάφορα προβλήματα. Από τις 3/12/2010 και μετά, οι παρενοχλήσεις γίνονταν εντονότερες, ισχυρίζεται και η εναγομένη - καθ' ής η αίτηση τον παρενοχλούσε στο κινητό του τηλέφωνο και του απόστελλε απειλητικά μηνύματα ότι τάχα κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, με αποκορύφωμα τις 11/12/
- Εκείνη την ημέρα, η εναγομένη - καθ' ής η αίτηση του τηλεφωνούσε συνεχώς στο κινητό του τηλέφωνο και λόγω του ότι δεν απαντούσε, μέσω γραπτών μηνυμάτων στο κινητό του τηλέφωνο τον απειλούσε ότι θα ανέφερνε στην Αστυνομία και στο Οικογενειακό Δικαστήριο, στα πλαίσια της αίτησης γονικής μέριμνας ότι κάνει χρήση ναρκωτικών καθώς επίσης και στην μητέρα του. Ο σκοπός των εν λόγω απειλών αναφέρει, ήταν για να εξασφαλίσει περισσότερα χρήματα από το ποσό διατροφής, καθώς επίσης απαιτούσε και από αυτόν όπως προβεί στις αναγκαίες διευθετήσεις για της εξεύρει και ενοικιάσει κατοικία στη Λευκωσία για να διαμένει η ίδια με την ανήλικη θυγατέρα τους. Περαιτέρω, σκοπό είχε να εμποδίσει την επικοινωνία του με την ανήλικη θυγατέρα τους. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι λόγω του ότι δεν ανταποκρινόταν ούτε στα μηνύματα της, η ίδια ξεκίνησε να παίρνει τηλέφωνο και την μητέρα του και αφού ούτε αυτής απαντούσε λόγω του ότι την ειδοποίησε εκ των προτέρων, συνέχισε να την ενοχλεί. Την πήρε τηλέφωνο πάνω από 15-20 φορές. Κατόπιν τούτου, μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου όπου προέβηκε σε γραπτό παράπονο εναντίον της εναγομένης - καθ' ής η αίτηση. Όταν βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό, η εναγομένη - καθ' ής η αίτηση, συνέχιζε να τον παίρνει τηλέφωνο και το απάντησε ο αστυνομικός ο οποίος έπαιρνε το παράπονο του. Όταν της είπε ποιος είναι τότε αυτή του είπε ότι ο αιτητής κάνει χρήση ναρκωτικών και ο αστυνομικός αναγκαστικά ανέφερε την καταγγελία στην ΥΚΑΝ και το όνομα του καταγράφηκε σε ένα εσωτερικό κατάλογο του αρχείου. Μετά από τα πιο πάνω, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να επισκεφθεί τον Δρ. Βερεσίε, νευρολόγο - ψυχίατρο, στη Λάρνακα για να αποδείξει στην οικογένεια και στους φίλου του ότι δεν είναι χρήστης ναρκωτικών. Επισυνάπτει στην ένορκη του ομολογία αντίγραφο ιατρικής έκθεσης του πιο πάνω ιατρού ημερομηνίας 13/12/2010 ως τεκμήριο Δ και αντίγραφο των αναλύσεων από το χημείο του Δρ. Αντρέα Ευαγγέλου ημερομηνίας 13/12/2010 ως τεκμήριο Ε στα οποία φαίνεται ότι τα αποτελέσματα των εξετάσεων ήταν αρνητικά. Συνεχίζοντας, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι στις 7/1/2011 η εναγομένη - καθ' ής η αίτηση είχε μεταβεί στο διαμέρισμα όπου διαμένει, στάθμευσε το αυτοκίνητο της στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας, κατέβηκε από το αυτοκίνητο της και άρχισε να φωνάζει χωρίς λόγο και αιτία και να κτυπά το κουδούνι της κεντρικής εισόδου της πολυκατοικίας με αποτέλεσμα αρκετοί ένοικοι να βγουν στα μπαλκόνια και στους δρόμους για να δουν τι συμβαίνει και να ακούνε την εναγομένη να βρίζει, να φωνάζει και να λέει ότι αυτός κάνει χρήση ναρκωτικών, το χαρακτήριζε «κοκάκια» και ψυχοπαθή και ότι χρειαζόταν επειγόντος ψυχίατρο, ψυχολόγο, τον αποκάλεσε «γύφτο», «κκιλίτζιρο» όπως επίσης χρησιμοποίησε και διάφορους χαρακτηρισμούς για την οικογένεια του με αποτέλεσμα να διασύρετε το όνομα του. Επίσης, στις 9/1/2011 η εναγόμενη μετέβηκε η ίδια προσωπικά στο σπίτι της μητέρας του, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος ήταν εκεί και άρχισε να τον βρίζει αυτόν και την μητέρα του και να φωνάζει ότι κάνει χρήση απαγορευμένων ουσιών με αποτέλεσμα να βγουν διάφοροι γείτονες έξω από τις κατοικίες τους για να δουν τι συνέβαινε. Πιο κάτω αναφέρει ότι την προπερασμένη εβδομάδα η εναγόμενη τον έπαιρνε συνεχώς τηλέφωνο και τον απειλούσε ότι θα έρθει ετσιθελικά, χωρίς να την καλέσει στο διαμέρισμα που διαμένει για να επανεγκατασταθεί μαζί με την ανήλικη θυγατέρα τους. Την 1η/3/2011, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η καθ' ής η αίτηση ήρθε έξω από το διαμέρισμα όπου διαμένει και κτυπούσε το κουδούνι του διαμερίσματος του για να της ανοίξει να εισέλθει. Κτυπούσε σπασμοδικά την εξωτερική θύρα του διαμερίσματος του, φωνάζοντας και βρίζοντας τον με διάφορους χυδαίους χαρακτηρισμούς χωρίς λόγο και αιτία, δημιουργώντας στην πολυκατοικία οχληρία και αναστάτωση. Βρισκόταν, ισχυρίζεται έξω από το διαμέρισμά του για 40 λεπτά και περίμενε για να της ανοίξει να εισέλθει. Περαιτέρω, ο αιτητής στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι η καθ' ής η αίτηση συνεχίζει και εξακολουθεί να του στέλλει διάφορα γραπτά μηνύματα στο κινητό του με αποτέλεσμα αυτή η κατάσταση να είναι πλέον αφόρητη για τον ίδιο. Στην συνέχεια, παραθέτει λεπτομέρειες των εν λόγω μηνυμάτων που ισχυρίζεται ότι του απέστειλε η καθ' ής η αίτηση στις 8/1/2011, 28/1/2011, 1/2/2011, 2/3/2011, 3/3/2011 και 7/3/2011 ως ένδειξη των δεκάδων μηνυμάτων που του αποστέλλει η καθ' ής η αίτηση. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά της καθ' ής η αίτηση αποτελεί κατάφωρη παραβίαση δικαιώματος της ιδιωτική και κοινωνικής ζωής και επηρεάζει την προσωπική και κοινωνική του ζωή. Επί καθημερινής βάσεως η καθ' ής η αίτηση τον παίρνει τηλέφωνο, του στέλλει διάφορα μηνύματα στο κινητό με αποτέλεσμα όλη αυτή η κατάσταση να έχει γίνει αφόρητη για τον ίδιο. Προσπάθησε αρκετές φορές να μιλήσει στην καθ' ής η αίτηση, να την αποφύγει όμως η ίδια εξακολουθεί να τον ενοχλεί με κάθε τρόπο. Επίσης, ισχυρίζεται ότι στις 15/12/2010 απέστειλε μέσω φαξ επιστολή στους δικηγόρους της καθ' ής η αίτηση με την οποία την καλούσε όπως σταματήσει να παραβιάζει το δικαίωμα της ιδιωτικής του ζωής. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτεται στην ένορκη του ομολογία ως τεκμήριο Ζ. Καταλήγοντας, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η βλάβη από τη συμπεριφορά της καθ' ής η αίτηση εκτός από συνεχής είναι και ανεπανόρθωτη και δεν μπορεί να θεραπευθεί με την επιδίκαση αποζημιώσεων ή την παροχή οποιασδήποτε άλλης θεραπείας εκτός από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ισχυρίζεται, η καθ' ής η αίτηση θα συνεχίσει την συμπεριφορά αυτή με απώτερο σκοπό και στόχο να τον καταστρέψει τόσο επαγγελματικά όσο και ψυχολογικά. Η εναγομένη - καθ' ής η αίτηση καταχώρησε ένταση στην πιο πάνω αίτηση, στην οποία εκθέτει τους λόγους για τους οποίους το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Στην ένσταση προβάλλονται 21 λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να ακυρώσει το πιο πάνω διάταγμα, κάποιοι από τους οποίους επαναλαμβάνονται. Ουσιαστικά αυτοί επικεντρώνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος και στις υπόλοιπες αρχές που έχουν καθιερωθεί από την νομολογία. Δεν χρειάζεται να κάνω λεπτομερή καταγραφεί εκάστου από τους εν λόγω λόγους ένστασης στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα απαντηθούν όλοι κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η εν λόγω ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19, Θ.3, Δ.21, Θ.7 Α , Δ.48, Θ.1-4, Θ.7, στο σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 7,8,11,13,15,16,17,30,33,35, και 169.3, στα άρθρα 5,8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προώθηση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών Ν. 39 (ΙΙΙ)/1962, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4, 7 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στη Νομολογία, στην Πρακτική του Δικαστηρίου και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη Διακριτική ευχέρεια και επιείκια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που στηρίζουν την ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της καθ' ής η αίτηση, η οποία την συνοδεύει. Η καθ' ής η αίτηση αναφέρει ότι απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς του αιτητή που περιέχονται στην ένορκη του ομολογία ως παντελώς αναληθείς, αβάσιμους, αστήρικτους και αδικαιολόγητους. Περαιτέρω, η καθ' ής η αίτηση ισχυρίζεται ότι διατηρούσε μακροχρόνια σχέση με τον αιτητή και στις 28/04/2010 την εκδίωξε μαζί με την ανήλικη θυγατέρα της από την οικία που διέμεναν με την αιτητή. Παραδέχεται ότι καταχωρήθηκαν οι αναφερόμενες από τον αιτητή αιτήσεις στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού και ισχυρίζεται ότι ο αιτητής δεν της καταβάλλει το ποσό της διατροφής που διατάχθηκε από το Δικαστήριο για να την ταλαιπωρεί. Ισχυρίζεται ότι στις 3/1/2011 πήγε να πάρει την ανήλικη θυγατέρα της από το σπίτι του αιτητή μαζί με την αδελφή της και μόλις μπήκε στο σπίτι ο αιτητής την φοβέριζε και επέμενε ότι αν δεν συμφωνήσει για διανυκτέρευση της ανήλικης μαζί του τότε θα πληρώσει όλα τα έξοδα του δικηγόρου του. Επίσης, αναφέρει άρχισε να την βρίζει, να φωνάζει και της επιτέθηκε μπροστά στην ανήλικη. Τότε, η ίδια είχε πάρει την ανήλικη και έφευγε από το σπίτι και ο αιτητής απειλούσε ότι να δεν συμφωνήσει διανυκτέρευση τότε θα της κάνει αγωγή και θα την τραβά στα Δικαστήρια μέχρι να πεθάνει. Αρνείται τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι στις 3/12/2010 και 11/12/2010 τον παρενοχλούσε και ισχυρίζεται ότι τα όσα αναφέρει ο αιτητής είναι αναληθή, παραπλανητικά και απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο αιτητής την κατηγορεί με ασύστολα ψέματα και ότι όσες φορές του τηλεφώνησε ήταν πάντα για θέματα τα οποία αφορούν αποκλειστικά την ανήλικη θυγατέρα τους όπως έκανε και στις 4/4/2011 για να τον ενημερώσει ως πατέρα της ανήλικης ότι χρειαζόταν να μεταβεί στον γιατρό η ανήλικη γιατί ήταν άρρωστη. Επίσης, αναφέρει ότι στην μητέρα του αιτητή τηλεφωνούσε γιατί κάποιες φορές έψαχνε τον αιτητή για θέματα τα οποία αφορούσαν την ανήλικη και δεν της απαντούσε. Σε σχέση με τις αναφορές της ότι ο αιτητής κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, ισχυρίζεται ότι όταν διέμενε μαζί με τον αιτητή ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών κάτι το οποίο της παραδέχθηκε ο ίδιος και το διαπίστωσε και η ίδια και έπρεπε να το αναφέρει στους αστυνομικούς καθότι τα ναρκωτικά απαγορεύονται από το νόμο. Παραδέχεται επίσης, ότι χρειάζεται περισσότερα χρήματα ως διατροφή για την ανήλικη και ενώπιον των δικηγόρων των διαδίκων ζήτησε από τον αιτητή να προσπαθήσει να τους εξεύρει κατοικία με ενοίκιο που θα μπορεί να καταβάλλει αφού ο αιτητής γνωρίζει πολλούς ιδιοκτήτες διαμερισμάτων αλλά ουδέποτε απαίτησε από αυτόν να της καταβάλλει το ενοίκιο. Συνεχίζοντας, η καθ' ής η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο αιτητής στις 3/11/2010 την κτύπησε άσχημα και μάλιστα του είχε κάνει και καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου. Επίσης, ισχυρίζεται ότι ο αιτητής θέλει συνεχώς να την παρουσιάζει ότι φταίει και προσπαθεί να του δημιουργήσει προβλήματα με την δουλειά και την οικογένεια του, για να την εκδικείται και μόνο, αφού κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Αναφέρει επίσης, ότι συμβούλευε τον αιτητή να μην κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, αφού έγινε πατέρας και γιατί φοβάται ειδικά την συμπεριφορά του προς την ανήλικη κόρη τους ότι θα παρεκτραπεί κάποτε, όπως συχνά έκανε και σε αυτή κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του αιτητή που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 13,14,15,16,17 και 18 της ένορκης του δήλωση και αναφέρονται με λεπτομέρεια στα μηνύματα που κατ' ισχυρισμό του απέστειλε η καθ' ής η αίτηση και σε διάφορες άλλες συμπεριφορές της, η καθ' ής αρνείται το περιεχόμενο τους και καλεί τον αιτητή σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Πιο κάτω παραθέτει τη δική της εκδοχή για κάθε ένα επεισόδιο που ισχυρίζεται ο αιτητής. Συγκεκριμένα, στις 7/01/2011 η καθ' ής η αίτηση ισχυρίζεται ότι είναι η μόνη φορά που πήρε τον αιτητή τηλέφωνο γιατί της χρωστούσε €900 για την ανήλικη τους κόρη και δεν της τα είχε δώσει ακόμη. Στις 9/1/2011 αναφέρει πήγε στη μητέρα του αιτητή για να του αφήσει το ανήλικο τέκνο τους, αφού ο ίδιος της ανέφερε ότι ήταν εκεί και μόλις έφτασε βγήκε ο αιτητής και η μητέρα του έξω από το σπίτι για να πάρουν το ανήλικο και άρχισαν να φωνάζουν και να την απειλούν. Πιο κάτω, η καθ' ής η αίτηση παραδέχεται ότι της αποστάληκε η επιστολή, τεκμήριο Ζ που αναφέρει ο αιτητής αλλά αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι είναι αυτός που ενοχλεί τηλεφωνικώς, την απειλεί λεκτικά και με άλλους τρόπους προκαλεί θόρυβο και ταραχή έξω από το σπίτι της μητέρας της όπου διαμένει με την ανήλικη, την παρενοχλεί και την φοβίζει με διάφορες απειλές ότι θα την βάλει φυλακή. Στις 30/03/2011, ισχυρίζεται ότι ο αιτητής προκάλεσε επεισόδιο στο σπίτι της μητέρας της στο οποίο διαμένει και απειλούσε την μητέρα της ότι θα βάλει τις κόρες της φυλακή και έτσι στις 4/4/2011 αναγκάστηκε και του απέστειλε επιστολή για να σταματήσει να τους ενοχλεί (τεκμήριο Β). Η καθ' ής η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο αιτητής παραπλανεί το Δικαστήριο με τους ισχυρισμούς του οι οποίοι δεν είναι αληθείς για να εκδώσει και περαιτέρω οριστικοποιήσει τα διατάγματα και επιδιώκει ταλαιπωρία και εκδίκηση προς το άτομο της για τον λόγο ότι αποκάλυψε στους δικηγόρους της και στη λειτουργό του γραφείου ευημερίας Λεμεσού και στον αστυνομικό ο οποίος την πήρε τηλέφωνο ότι είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι τυχόν απολυτοποίηση των διαταγμάτων θα ισοδυναμούσε με παραβίαση του δικού της συνταγματικά κατοχυρωμένου και διεθνώς αναγνωρισμένου και προστατευομένου δικαιώματος της δικής της ιδιωτικής ζωής και της οικογένειας της επίσης. Ισχυρίζεται ότι στις 3/11/2010, 12/2/2011 και 28/10/2010 ο αιτητής την κτύπησε. Τέλος, η καθ' ής η αίτηση ισχυρίζεται ότι αν οριστικοποιηθούν τα εν λόγω διατάγματα υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεαστούν τρίτα πρόσωπα όπως η ανήλικη θυγατέρα της και η οικογένεια της και ακόμη υπάρχει σοβαρός κίνδυνος τα εν λόγω διατάγματα να έχουν σοβαρές και ανεπανόρθωτες επιπτώσεις όσον αφορά τους εργοδότες της και την δουλεία της. Περαιτέρω, υπάρχει και ο κίνδυνος, η μητέρα της η οποία την φιλοξενεί να επηρεαστεί αρνητικά προς το άτομο της και να επηρεαστούν οι αρμονικές τους σχέσεις μέχρι που υπάρχει κίνδυνος να της πει να φύγει από το σπίτι της καθότι θα θεωρήσει ότι για να οριστικοποιηθούν τα εν λόγω διατάγματα το δικαστήριο πείσθηκε ότι ισχύουν τα εκ του αιτητή ισχυριζόμενα γεγονότα και αυτό της το έχει ήδη αναφέρει σε συζήτηση που είχε μαζί της για το θέμα αυτό. Αν τυχόν οριστικοποιηθούν τα εν λόγω διατάγματα θα προκαλέσουν μεγάλη αναστάτωση σε όλους τους. Η ακρόαση της πιο πάνω αίτησης και του προσωρινού διατάγματος διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων που οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αμφότεροι οι συνήγοροι με αναφορά στις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεση επιχειρηματολόγησαν υπέρ της εκδοχή των πελατών τους. Ο εν λόγω αγορεύσεις έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και θα γίνει αναφορά κατωτέρω στα ζητήματα τα οποία θίγουν κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
- Οι προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος είναι οι ακόλουθες:
- To Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση.
- Να υπάρχει πιθανότητα ο αιτών να δικαιούται σε θεραπεία.
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το πιο πάνω άρθρο έχει ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and another
(1982)1 C.L.R. 557, Aνδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννας Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Aλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Eκείνο που προκύπτει από την νομολογία είναι ότι το Δικαστήριο, εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Επίσης, στην Τ.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην
- HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v.
- Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί. Έχει νομολογηθεί επίσης, ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της κυρίως αγωγής, ούτως ώστε να αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, παράγραφος 763, Μichael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και Re X΄΄Κωνσταντή [1998] 1 Α.Α.Δ. 2187). Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί ότι στην περίπτωση που η έκδοση προσωρινού διατάγματος ζητείται μονομερώς, ο αιτητής θα πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της αίτησης και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή, όλως εξαιρετικά, σε περίπτωση επείγουσας ή άλλης ειδικής περίστασης που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Απουσία του στοιχείου του κατεπείγοντος στερεί το Δικαστήριο από την ανάληψη σχετικής εξουσίας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, Aναφορικά με την αίτηση της Βαλεντίνας Θεοφάνους, Πολ. Αίτηση Αρ. 27/10, Ημερομηνίας 23/12/2010 και Αναφορικά με την αίτηση του Μάριου Τσιάτταλου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 140/2010, Ημερομηνίας 01/03/2011). Περαιτέρω, ο αιτητής όταν επιζητεί από το Δικαστήριο και εξασφαλίζει θεραπεία μονομερώς θα πρέπει να αποκαλύπτει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία δύναται να προσμετρήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύψει δεν περιορίζονται μόνο σε αυτά που γνωρίζει αλλά και σε αυτά που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι λόγος για το Δικαστήριο να αρνηθεί την συνέχιση της ισχύς του προσωρινού διατάγματος (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω), Χριστιάνα Στυλιανού v. Aνδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Ανδρέας Εργατίδης v. 1. G. Giorgalettos Enterprises Ltd κ.α
(2000)1B A.A.Δ. 995, Κατερίνα Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1A A.A.Δ. 734 και 1. Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου v. Μαρίας Ρολη Λου κ.α., Πολ. Εφεση. Αρ. 310/2008, Ημερομηνίας 17/06/2011). Σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση The Timberland of U.S.A. V Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179 όπου στην σελ. 1186 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Πική Π. όπως ήταν τότε: «....Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας στην Ολομέλεια στην Demstar Limited V Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ' αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited V Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α.» Αυτό που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή, δεν είναι μόνο η περίπτωση που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπή και/ή παραπλανητικά, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Προτού όμως γίνει αυτό θα πρέπει να εξεταστούν κάποιοι από τους λόγους ένστασης, οι οποίοι σε περίπτωση που ευσταθούν θα έχουν καταλυτικές συνέπειες για την έκβαση και περαιτέρω εξέταση της παρούσας αίτησης. Αρχικά θα πρέπει να εξεταστούν οι λόγοι ένστασης της καθ' ής η αίτηση αρ. 19 και 20 με τους οποίους προβάλλεται ότι δεν δικαιολογείτο το επείγον της αίτησης, ούτε υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούσαν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Με βάση τα γεγονότα που παραθέτει ο αιτητής στην ένορκη του ομολογία που συνοδεύει την αίτηση, περιγράφεται μια συνεχιζόμενη συμπεριφορά της καθ' ής η αίτηση η οποία προσλαμβάνει διάφορες μορφές και με την οποία ο αιτητής ισχυρίζεται ότι επηρεάζονται τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του. Αναφέρεται σε παρενόχληση της καθ' ής η αίτηση η οποία επισκεπτόταν την οικία του και τη δημιουργία φασαρίας και αναστάτωσης μετά τη διάλυση της σχέσης που διατηρούσαν. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά σε καταγγελίες της καθ' ής η αίτηση, τόσο στην Αστυνομία όσο και στη λειτουργό ευημερίας ότι ο ίδιος κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, κάτι το οποίο ο ίδιος απορρίπτει επισυνάπτοντας σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά περί τούτου. Ακολούθως, γίνεται αναφορά σε σωρεία τηλεφωνημάτων και μηνυμάτων στο κινητό του τηλέφωνο από το Δεκέμβριο του 2010 μέχρι και τον Μάρτιο του
- Επισυνάπτει επίσης στην ένορκη του ομολογία επιστολή προς τους δικηγόρους της καθ' ής η αίτηση με την οποία την καλεί να σταματήσει να τον παρενοχλεί. Η επιστολή αυτή φέρει ημερομηνία 15/12/
- Μετά από την πιο πάνω επιστολή, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του αιτητή, η καθ' ής η αίτηση συνεχίζει με την ίδια συμπεριφορά μέχρι και τις 7/03/
- Στις 9/3/2011 ο αιτητής καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και την ίδια ημερομηνία την παρούσα αίτηση μονομερώς. Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι δικαιολογείτο το επείγον της αίτησης και υπήρχαν οι εξαιρετικές περιστάσεις που έδιναν εξουσία στο Δικαστήριο να προχωρήσει με την έκδοση του διατάγματος μονομερώς και χωρίς πρώτα να ακουστεί η άλλη πλευρά. Με τα γεγονότα όπως έχουν αναφερθεί δεν παρατηρείται οποιαδήποτε ολιγωρία του αιτητή στην καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αίτησης μονομερώς. Αποκάλυψε γεγονότα και περιστάσεις που δικαιολογούσαν την άμεση παρέμβαση του Δικαστηρίου με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων του. Οι ενέργειες και πράξεις της εναγομένης, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, προκαλούν βλάβη στον ενάγοντα η οποία πιθανόν να ήταν δύσκολο να αποτιμηθεί σε χρήμα σε μεταγενέστερο στάδιο. Υπό αυτές τις περιστάσεις κρίνω ότι το Δικαστήριο είχε δικαίωμα να αναλάβει εξουσία και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα μονομερώς. Ως εκ τούτου οι πιο πάνω λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Οι λόγοι ένστασης 2 και 7 αναφέρονται στην απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος μονομερώς. Ισχυρίζεται η καθ' ής η αίτηση, ότι ο αιτητής εξαπάτησε και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο και δεν προσήλθε με καθαρά χέρια. Η καθ' ής η αίτηση στην ένσταση της και την ένορκη ομολογία που την συνοδεύει πέραν της γενικής της αναφοράς για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τον αιτητή, δεν συγκεκριμενοποιεί ποια είναι αυτά τα γεγονότα που σε περίπτωση που αποκαλύπτονταν θα επενεργούσαν στην κρίση του Δικαστηρίου. Εκείνο που παρατηρείται όμως, από την ένορκη ομολογία της καθ' ής η αίτηση είναι ότι αυτή αρνείται τους ισχυρισμούς του αιτητή και τις συγκεκριμένες συμπεριφορές που της καταλογίζονται κάνοντας παράλληλα αναφορά σε συμπεριφορές του αιτητή. Η συνήγορος της καθ' ής η αίτηση υποστηρίζοντας αυτό το λόγο ένστασης, ανέφερε ότι ο αιτητής απέκρυψε τα δικά του μηνύματα που έστελλε στην καθ' ής η αίτηση που είναι αισχρού περιεχομένου και εκβιαστικού και προκλητικού. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι ο αιτητής δεν τηρεί τα διατάγματα που εκδόθηκαν δηλαδή για διατροφή της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων και για τη γονική μέριμνα. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι ο αιτητής με το παραμικρό κάνει αιτήσεις παρακοής εναντίον της καθ' ής η αίτηση και την απειλεί ότι θα την βάλει φυλακή και ότι ο αιτητής γενικά δεν απαντά το κινητό του τηλέφωνο όχι μόνο στην καθ' ής η αίτηση αλλά και στους επιδότες και στην αστυνομία, με αποτέλεσμα να πετυχαίνει να τους εκνευρίζει όλους, αφού πιστεύουν ότι το κάνει επίτηδες. Έχω μελετήσει τις πιο πάνω θέσεις και κυρίως τα όσα προβάλλονται στην ένορκη ομολογία της καθ' ής η αίτηση και θεωρώ ότι τα όσα αναφέρονται σε αυτή δεν είναι τέτοια που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του παρόντος διατάγματος. Αντιλαμβάνομαι ότι οι σχέσεις των διαδίκων είναι τεταμένες μετά τη διάλυση του δεσμού που είχαν και η αντιπαράθεση άρχισε και συνεχίζεται και ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η μη τήρηση των διαταγμάτων του εν λόγω Δικαστηρίου όμως από τον αιτητή, δεν είναι γεγονός που δικαιολογεί την στάση και συμπεριφορά της καθ' ής η αίτηση, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του αιτητή. Είναι ζητήματα τα οποία θα επιλυθούν ενώπιον άλλου Δικαστηρίου και όχι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής που σκοπός της οποίας είναι η προστασία στο συνταγματικού δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Επίσης, το γεγονός ότι ο αιτητής σε άλλες περιπτώσεις επέδειξε ανάρμοστη συμπεριφορά έναντι της καθ' ής η αίτηση, δεν είναι στοιχείο που μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Η καθ' ής η αίτηση έχει δικαίωμα να χρησιμοποιήσει κάθε ένδικο μέσο για να προστατέψει και αυτή τα δικαιώματα της σε περίπτωση που θεωρεί ότι παραβιάζονται από τον αιτητή. Η άρνηση της καθ' ής η αίτηση για τα τηλεφωνήματα και τηλεφωνικά μηνύματα που ισχυρίζεται ο αιτητής ότι δέχθηκε από την ίδια και η παράθεση γεγονότων που αφορούν την ίδια τη συμπεριφορά του αιτητή, όπως τα αναφέρει, δεν είναι στοιχεία που θα μπορούσαν να επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου και να ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια με διαφορετικό τρόπο. Ως εκ τούτου και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Προχωρώντας τώρα να εξετάσω τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 παρατηρώ ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα - αιτητή αφορά την προστασία του δικαιώματος της ελευθερίας και του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος. Στην Γιάλλουρος v. Νικολάου
(2001)1Α Α.Α.Δ. 558 αποφασίστηκε ότι παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής και γενικά των δικαιωμάτων τα οποία κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, παρέχει δικαίωμα έννομης προστασίας μέσω της δικαστικής οδού, με τις θεραπείες του δικαίου. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 ικανοποιείται αφού ο αιτητής έχει αποκαλύψει αγώγιμο δικαίωμα. Αναφορικά τώρα με τη δεύτερη προϋπόθεση του εν λόγω άρθρου θα πρέπει να γίνει μια πιο λεπτομερή αναφορά στα γεγονότα όπως έχουν τεθεί με την ένορκη ομολογία του αιτητή. Σημειώνεται και επαναλαμβάνεται ότι στο παρόν στάδιο δεν κρίνεται η αξιοπιστία των θέσεων και ισχυρισμών του αιτητή. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η καθ' ής η αίτηση επεμβαίνει στην ιδιωτική του ζωή παρενοχλώντας τον με διάφορους τρόπους και ότι τον δυσφημίζει. Ισχυρίζεται ότι τον κατηγόρησε τόσο στην Αστυνομία όσο και στο λειτουργό ευημερίας ότι κάνει χρήση ναρκωτικών, κάτι το οποίο δεν ευσταθεί κατά τη θέση του. Προς υποστήριξη αυτού επισυνάπτει στην ένορκη του ομολογία τα τεκμήρια Δ και Ε. Επίσης, ισχυρίζεται ότι στις 7/1/2011, 1/3/2011 και σε άλλες ημερομηνίας, η καθ' ής η αίτηση μετέβηκε στο διαμέρισμα του αρχίζοντας να κτυπά τα κουδούνια, να φωνάζει και να τον βρίζει. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι σε διάφορες ημερομηνίες η καθ' ής η αίτηση τον έπαιρνε τηλέφωνο και του απόστελλε διάφορα γραπτά μηνύματα. Οι ενέργειες αυτές της καθ' ής η αίτηση προκαλούν ψυχολογικά προβλήματα στον ίδιο και τον περίγυρο του και έχουν επιπτώσεις στην επαγγελματική του ζωή, αναφέρει. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αλλά και όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του αιτητή, κρίνω ότι αυτός έχει αποκαλύψει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή του και πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στο στάδιο αυτό στην αξιολόγηση των πράξεων της καθ' ής η αίτηση, όπως τις περιγράφει ο αιτητής και ποιά από αυτές αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων του. Με την μαρτυρία που έχει παρατεθεί, η οποία αναφέρεται με λεπτομέρεια σε διάφορες ενέργειες και πράξεις της καθ' ής η αίτηση σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, προκύπτει ότι ο αιτητής έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον απαιτούμενο βαθμό για την πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή του. Έχει παρουσιαστεί μια συμπεριφορά από την καθ' ής η αίτηση συνεχιζόμενη και κατ' εξακολούθηση η οποία εκ πρώτης όψεως φαίνεται να συνιστά επέμβαση στην ιδιωτική ζωή του αιτητή και αυτή να αποτελεί ενόχληση (βλ.
- Μιχάλη Τσικκα κ.α. v. Χρίστου Χριστοφή κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 309/2008, Ημερομηνίας 18/11/2010). Η καθ' ής η αίτηση με την ένορκη της ομολογία που συνοδεύει την ένσταση, ουσιαστικά αρνείται τις πιο πάνω πράξεις και συμπεριφορές που τις αποδίδονται από τον αιτητή και όπως συγκεκριμένα αναφέρει στην παράγραφο 19 της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως της, καλεί «τον Αιτητή σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του». Η κρίση της αξιοπιστίας όμως, των ισχυρισμών του αιτητή εκφεύγει από τα πλαίσια της παρούσας αίτησης και αυτό θα γίνει κατά το στάδιο της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης. Εξετάζοντας τώρα την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, ο αιτητής που έχει και το βάρος απόδειξης, θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση που δεν γίνει απόλυτο το παρόν διάταγμα, θα είναι δύσκολο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Επί τούτου, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα είναι επαρκής θεραπεία και το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα με σκοπό να σταματήσει την καθ' ής η αίτηση από το να συνεχίσει να παραβιάζει τα Συνταγματικά του Δικαιώματα. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω η έννοια της πλήρους απονομής δικαιοσύνης στο μέλλον δεν συναρτάται μόνο με την επάρκεια και την οικονομική δυνατότητα της καθ' ής η αίτηση στην καταβολή αποζημιώσεων (βλ.
- HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v.
- Στέλιος Φυλακτίδης κ.α (ανωτέρω)). Λαμβάνονται υπόψη και άλλοι μεταβλητοί παράγοντες εκτός από τον χρηματικό παράγοντα και αυτοί περιλαμβάνουν και την προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. Κοσμά v. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 και Κυρρίσαββα v. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Στην παρούσα περίπτωση ο αιτητής με τα γεγονότα που έχει παραθέσει αποδεικνύει μια συνεχόμενη συμπεριφορά της καθ' ής η αίτηση με διάφορους τρόπους η οποία αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων του με αποτέλεσμα να υφίσταται βλάβη, τόσο στην προσωπική όσο και την επαγγελματική του ζωή. Προκύπτει επίσης, από τα γεγονότα της ένορκης ομολογίας του αιτητή, η πιθανότητα συνέχισης της εν λόγω συμπεριφοράς από την καθ' ής η αίτηση και σε μια τέτοια περίπτωση θα συνεχιστεί να προκαλείται ζημιά και παραβίαση των δικαιωμάτων του αιτητή και θα είναι αδύνατη η απονομή πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον. Υπό αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Προχωρώντας τώρα να εξετάσω το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), θα πρέπει να συνυπολογιστεί η δυσχέρεια που θα προκληθεί από την έκδοση του διατάγματος στην καθ' ής η αίτηση και η δυσχέρεια που θα προκληθεί από τη μη έκδοση του εν λόγω διατάγματος προς τον αιτητή. Είναι φανερό ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί ή απολυτοποιηθεί το αιτούμενο διάταγμα, υπάρχει ο κίνδυνος να συνεχιστεί η παραβίαση των δικαιωμάτων του αιτητή με συνέπειες τόσο στην προσωπική όσο και στην επαγγελματική του ζωή και θα καθιστά την απονομή πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον δύσκολη. Από την άλλη, η καθ' ής η αίτηση ισχυρίζεται ότι το εν λόγω διάταγμα επηρεάζει τρίτα πρόσωπα όπως την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων και την οικογένεια της και ακόμα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος τα εν λόγω διατάγματα να έχουν σοβαρές συνέπειες και ανεπανόρθωτες επιπτώσεις όσον αφορά τους εργοδότες και τη δουλειά της. Επί των πιο πάνω παρατηρώ ότι το εκδοθέν διάταγμα εξαιρεί την επικοινωνία που οι διάδικοι πρέπει να έχουν και σχετίζεται με το ανήλικο τέκνο τους. Πέραν τούτου, η καθ' ής η αίτηση δεν συγκεκριμενοποιεί με ποιο τρόπο θα έχει επιπτώσεις στην δουλειά της η απολυτοποίηση του εν λόγω διατάγματος και με ποιο τρόπο θα την επηρεάσει αυτό σε σχέση με την εργασία και τους εργοδότες της. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που οριστικοποιηθεί το διάταγμα, η μητέρα της που τη φιλοξενεί με την ανήλικη θυγατέρα τους θα επηρεαστεί αρνητικά προς το άτομο της και υπάρχει ο κίνδυνος να της πει να φύγει από το σπίτι της. Δεν έχουν παρατεθεί τέτοια στοιχεία τα οποία να αποκαλύπτουν ένα τέτοιο κίνδυνο πέραν της πιο πάνω γενικής αναφοράς της καθ' ής η αίτηση. Πέραν τούτου, η ίδια η καθ' ής η αίτηση στην ένορκη της ομολογία ισχυρίζεται ότι απαίτησε από τον αιτητή να της εξεύρει κατοικία στη Λευκωσία για ενοικιάσει και να μετακομίσει με την ανήλικη της θυγατέρα. Επομένως, διαφαίνεται ότι πρόθεση της καθ' ής η αίτηση είναι να μετακομίσει από την κατοικία της μητέρας της. Ακόμα όμως και σε περίπτωση που τα όσα ανωτέρω ισχυρίζεται ευσταθούν, δεν είναι ικανά να καταδείξουν ότι θα προκληθεί μεγαλύτερη δυσχέρεια στην ίδια από την οριστικοποίηση του εν λόγω διατάγματος παρά στον αιτητή από την μη οριστικοποίηση του. Επιπρόσθετα, να αναφερθεί ότι εκείνο που προβάλλεται με την ένσταση της καθ' ής η αίτηση είναι ότι δεν προβαίνει στις ενέργειες για τις οποίες ισχυρίζεται ο αιτητής και ούτε τον παρενοχλεί. Τυχόν οριστικοποίηση του διατάγματος λοιπόν, δεν θεωρώ ότι θα προκαλέσει οποιαδήποτε ταλαιπωρία στην καθ' ής η αίτηση, σε αντίθεση με τον αιτητή που σε περίπτωση που ευσταθούν οι ισχυρισμοί του, θα συνεχίσει να υφίσταται ζημιά και παραβίαση των δικαιωμάτων του. Σταθμίζοντας όλους τους παράγοντες και όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι η πλάστιγγα γέρνει προς τον αιτητή και είναι πρόσφορο να οριστικοποιηθεί το εν λόγω διάταγμα. Περαιτέρω, με αυτό τον τρόπο θα διατηρηθεί το status quo ante το οποίο υπήρχε πριν η καθ' ής η αίτηση αρχίσει τις ισχυριζόμενες παρενοχλήσεις. Έτσι, καθίσταται πιο εύκολη η αποτίμηση της ζημιάς του αιτητή και αποφεύγεται ο κίνδυνος της αδυναμίας πλήρους απονομής της δικαιοσύνης στο μέλλον. Επίσης, η παρεμπόδιση της καθ' ής η αίτηση από τη συνέχιση των ισχυριζόμενων πράξεων και ενεργειών δεν δύναται να επιφέρει οποιαδήποτε δυσχέρεια στην ίδια. Σε αντίθεση περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος να συνεχιστεί η παραβίαση των δικαιωμάτων του αιτητή ανατρέποντας την κατάσταση πραγμάτων που υπήρχε πριν την έναρξη των εν λόγω πράξεων και ενεργειών της καθ' ής η αίτηση. Τέλος, θα πρέπει να εξεταστεί και το ζήτημα ότι το εν λόγω διάταγμα αποτελεί την κυρίως θεραπεία που επιζητείται με την αγωγή. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, το γεγονός αυτό δεν αποκλείει την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στις περιπτώσεις όμως, που η υπόθεση του αιτητή είναι ξεκάθαρη και όταν υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Είναι φανερό από τις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες ότι, πέραν των γενικών αποζημιώσεων, αξιώνονται και διατάγματα για παρεμπόδιση της καθ' ής η αίτηση από το να παρενοχλεί τον αιτητή. Σκοπός όμως του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσα διαδικασίας δεν είναι να αποφασίσει κατά ποσό δικαιολογείται η έκδοση του τελικού διατάγματος το οποίο αξιώνεται με την αγωγή. Αυτό θα γίνει κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής όταν η μαρτυρία θα είναι πιο ολοκληρωμένη και θα είναι σε θέση να κρίνει την αξιοπιστία της. Σκοπός του Δικαστηρίου είναι να διατηρήσει την κατάσταση πραγμάτων και να παρεμποδιστεί η συνέχιση παραβίασης των δικαιωμάτων του αιτήτη μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, όπου και θα αποφασιστεί τελικά η έκδοση ή μη του εν λόγω διατάγματος. Η παρούσα αγωγή αφορά παραβίαση των Συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του αιτητή και θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις είναι ορθό και δίκαιο να οριστικοποιηθεί το αιτούμενο διάταγμα με σκοπό να παρεμποδιστεί η καθ' ής η αίτηση από την επανάληψη παρόμοιων ενεργειών, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμού του αιτητή, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Στην
- Στέλλα Γιαβρή κα. v. Σταύρου Πάσιου
(2004)1Α Α.Α.Δ. 125 λέχθηκε ότι «Εφόσον το αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο.» Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω και για τους λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως το εκδοθέν διάταγμα οριστικοποιηθεί. Ως εκ τούτου το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 11/03/2011 καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον της καθ' ής η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Πιστό Αντίγραφο (Υπ.)................ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής Subject: Civil / interim Αναφορά: Πολιτική/Προσωρινό διάταγμα/ Επέμβαση στην ιδιωτική ζωή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο