Bέρα Ευθυμίου Παρλαλίδου ν. Eugeny Koustioukine κ.α., Αγ. Αρ.: 3691/2010, 29/06/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A202 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 3691/2010 Μεταξύ: Bέρα Ευθυμίου Παρλαλίδου από τη Λεμεσό Ενάγουσας και 1. Eugeny Koustioukine από τη Λεμεσό 2. Νatalia Koustioukhina από τη Λεμεσό Εναγομένων --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 09/03/2011 για παραμερισμό (Set side) της απόφασης που εκδόθηκε στις 29/10/2010. Ημερομηνία: 29/06/2011. Εμφανίσεις: Για τους εναγομένους 1 και 2 - αιτητές: κα Καναρίνη για κ.κ. Ανδρέας Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για την ενάγουσα - καθ' ής η αίτηση: κ. Μπενάκης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 26/07/2010 και η αξίωση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων 1 και 2 είναι για το συνολικό ποσό των €61,870, το οποίο αφορά €16,870 ως οφειλόμενα ενοίκια και €45,000 ως ζημιές που προκάλεσαν στην κατοικία της ενάγουσας, την οποία ενοικίαζαν και κατείχαν για την περίοδο από 15/01/2009 μέχρι και την 31/05/2010. Το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, όπως φαίνεται και από τον φάκελο του Δικαστηρίου, επιδόθηκε στους εναγομένους 1 και 2 στις 25/08/2010, οι οποίοι δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και στις 29/10/2010 εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους. Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 09/03/2011, οι εναγόμενοι 1 και 2 ζητούν τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 29/10/2010. Η αίτηση τους βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17, Θ.10, Δ.48, Θ.9(
- h)και Δ.64, στη Νομολογία και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του εναγομένου 1. Σε αυτή εκτίθενται τα γεγονότα και οι λόγοι για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός της πιο πάνω εκδοθείσας απόφασης. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος 1 αναφέρει ότι όντως η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή παραδόθηκε τόσο στον ίδιο όσο και στην σύζυγο του, εναγομένη 2 στις 25/08/2010, αλλά λόγω του ότι δεν αντιλαμβάνονται ελληνικά, την έβαλαν μαζί με άλλα έγγραφα νομιζόμενοι ότι το έγγραφο ήταν ένα από τα πολλά έγγραφα που λαμβάνουν από την εταιρεία που διαχειρίζεται το οικοδομικό συγκρότημα σπιτιών, στο οποίο κατοικεί μαζί με την εναγομένη 2 από τις αρχές Ιουνίου 2010. Ειλικρινά, συνεχίζει, δεν αντιλήφθηκαν τι έγγραφο ήταν ή την σοβαρότητα του εγγράφου, διαφορετικά θα ζητούσαν αμέσως νομική συμβουλή. Αναφορικά με το χρόνο που έλαβαν γνώση για την έκδοση της εν λόγω δικαστικής απόφασης, αναφέρει ότι αυτό έγινε στις 03/01/2011 όταν ένας δικαστικός επιδότης κατάσχε τα δύο οχήματα τους με αρ. εγγραφής ΚΜV 722 (BMW) και ΕΝΖ 970 (Land Rover). Aμέσως μετά που πληροφορήθηκαν για την έκδοση της απόφασης, είχαν επαφή με κάποιο Stanislav Tikhonov, διευθυντή της S.A.N. Holdings Ltd, o οποίος παρουσιάζει τον εαυτό του ως παροχέα νομικών υπηρεσιών, με σκοπό να ζητήσουν τη συμβουλή και βοήθεια του σχετικά με το ως άνω θέμα. Ο ίδιος τους υποσχέθηκε πως θα φρόντιζε να καταχωρηθεί αίτηση παραμερισμού της ως άνω απόφασης. Παρ' όλα αυτά και κατόπιν καταβολής συνολικού ποσού των €3,185.79 σεντ (επισυνάπτονται αντίγραφα των σχετικών αποδείξεων ως τεκμήριο 7) και ενώ ανέμεναν πως ο ίδιος θα φρόντιζε για την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού της εν λόγω απόφασης, κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ και αντιθέτως τους καθυστέρησε για δύο σχεδόν μήνες. Εν τω μεταξύ αναφέρει, η ενάγουσα έχει ήδη πάρει μέτρα εκτέλεσης της απόφασης και στις 03/03/2011 τα δύο ως άνω οχήματα πωλήθηκαν σε πλειστηριασμό για €14,000 και €1,000 αντίστοιχα. Δυστυχώς λόγω του ότι οι νυν δικηγόροι τους δεν είχαν χρόνο να ενεργήσουν ώστε να σταματήσουν τον πλειστηριασμό και την κατάφορη αδικία που συντελείται εις βάρος τους, αφού μόλις στις 2/3/2011 συγκέντρωσαν όλα τα σχετικά στοιχεία και έγγραφα της υπόθεσης. Σε σχέση τώρα με το κατά πόσο οι εναγόμενοι 1 και 2 - αιτητές έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα εσκεμμένα και κακόπιστα απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, παρουσιάζοντας μια διαφορετική εικόνα. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι στο κλητήριο ένταλμα γίνεται αναφορά σε μια συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 15/01/2009 και ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν την κατοχή της εν λόγω κατοικίας από τις 15/01/2009 μέχρι 31/05/2010, δηλαδή αφήνει να νοηθεί ότι μπήκαν στην οικία για λίγους μήνες, προέβηκαν σε βανδαλισμούς και την εγκατέλειψαν. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι στην πραγματικότητα την εν λόγω οικία την αγόρασε ο ίδιος μαζί με την εναγομένη 2 από την εργοληπτική εταιρεία THEOMARIA ESTATES LTD (στην οποία η ενάγουσα έχει συμφέρον) δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 1/6/1995, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως τεκμήριο 4. Λόγω του ότι κάποια χρόνια μετά αποφάσισαν να αγοράσουν νέα οικία και χρειάζονταν χρήματα και λόγω του ότι η ενάγουσα επανειλημμένα τους πρότεινε να αγοράσουν πίσω την οικία από αυτούς, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 9/11/2005 πώλησαν την οικία στην ενάγουσα και επισυνάπτεται ως τεκμήριο 5 αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας. Επειδή η ανέγερση της νέας τους οικίας μόλις άρχιζε και λόγω του ότι η ίδια η ενάγουσα ήθελε να ενοικιάσει το σπίτι ώστε να έχει εισοδήματα, παρέμειναν στην εν λόγω οικία ως ενοικιαστές. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 15/1/2009 στην οποία αναφέρεται η ενάγουσα, είναι στην πραγματικότητα η τρίτη κατά σειρά συμφωνία ενοικίασης αφού προηγήθηκαν άλλες δύο γραπτές συμφωνίες και μια προφορική και επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση αντίγραφο συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 29/11/2005 ως τεκμήριο 6Α και συμφωνία ενοικίασης ως τεκμήριο 6Β που αφορούν την περίοδο από 15/12/2005 μέχρι και την 14/06/2007. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι τα πιο πάνω που αναφέρει καταδεικνύουν ότι κατοικούσαν για χρόνια στην εν λόγω οικία είτε ως ιδιοκτήτες είτε, αργότερα, ως ενοικιαστές. Ισχυρίζεται ότι ακόμη και όταν κατοικούσαν ως ενοικιαστές ένιωθαν ότι τους άνηκε και συμπεριφέρονταν με την δέουσα και την αρμόζουσα προσοχή και επιμέλεια, αφού την ένιωθαν ως το σπίτι τους. Αρνείται ότι προκάλεσαν ζημιές ύψους €45,000 και η θέση της ενάγουσας ότι από τις 15/01/2009 έως και τις 31/05/2009 προκάλεσαν ζημιές τέτοιας μεγάλης αξίας, ώσαν αυτοί επί σκοπό να προκαλούσαν ζημιές σε αυτήν, αγγίζει τα όρια του παραλόγου. Αναφερόμενος στις ζημιές που ισχυρίζεται με την αγωγή της η ενάγουσα ότι προκάλεσαν στην οικία της, είναι ξεκάθαρο ισχυρίζεται ότι συνιστούν συνήθεις φυσικές φθορές τις οποίες καθήκον να επιδιορθώσει έχει ο ιδιοκτήτης του ακινήτου και όχι ο ενοικιαστής. Οι ζημίες που συγκεκριμένα αναφέρονται στις παραγράφους 8(ε) και 8(στ) και 8(ι) είναι φυσικές φθορές τις οποίες υπέστη μια οικία ηλικίας 15 ετών και η απαίτηση της ενάγουσας είναι παράλογη και εκτός κάθε πραγματικότητας. Πέραν των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ουδέποτε τους ανέφερε ότι έκαναν οποιαδήποτε ζημιά στην οικία της και ουδέποτε ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο αλλά ούτε και παρουσίασε στο Δικαστήριο κατά την απόδειξη της απαίτησης της οποιαδήποτε επιστολή προς αυτούς. Αντίθετα, γνώριζε ότι η οικία είχε υποστεί φθορές, τις οποίες διαπίστωσε η ίδια, όμως τους έλεγε ότι αδυνατούσε να κάνει τις αναγκαίες επιδιορθώσεις διότι ακόμα πλήρωνε δόσεις του δανείου στην τράπεζα. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αμφισβητεί την έκθεση που ετοίμασε ο κ. Μαρίνος Παναγιωτίδης και η οποία φέρει ημερομηνία 15/09/2010. Ισχυρίζεται ότι τα ποσά που αναφέρονται σε αυτή είναι ακριβώς τα ίδια με τα ποσά τα οποία αντίστοιχα ζητεί με την αγωγή της η ενάγουσα και η οποία καταχωρήθηκε στις 26/07/2010. Αναφέρει ότι είναι προκλητικός ο τρόπος με τον οποίο καταλήγει στα ίδια ακριβώς ποσά τα οποία αναφέρονται στην αγωγή. Με βάση τα ανωτέρω, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής και είναι δίκαιο να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους. Η ενάγουσα - καθ' ής η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών, με την οποία παραθέτει σειρά λόγων, όπως φαίνονται σε αυτήν, που εξηγούν γιατί το αίτημα των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών πρέπει να απορριφθεί. Ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους των αιτητών στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και ότι οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Επίσης, ισχυρίζεται ότι μετά την έκδοση της απόφασης, οι καθ' ών η αίτηση προχώρησαν σε κατάσχεση κινητής περιουσίας των αιτητών και η οποία πωλήθηκε, χωρίς ένσταση εκ μέρους των αιτητών, αναγνωρίζοντας το χρέος τους. Η εν λόγω ένσταση, υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία της ενάγουσας - καθ' ής η αίτηση η οποία ισχυρίζεται ότι κατά την επίδοση της αγωγής από ιδιώτη δικαστικό επιδότη στις 25/08/2010 στην παρουσία τόσο της ιδίας όσο και του συζύγου της, ο επιδότης τους πληροφόρησε ότι αυτό που τους επέδιδε ήταν αγωγή Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, ισχυρίζεται ότι η αγωγή που εγέρθηκε αφορά ενοίκια της τελευταίας συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 15/1/2009 και δεν είχε καμία σημασία να αναφερθεί σε προηγούμενες συμβάσεις. Αντίθετα, αυτό θα βοηθούσε την υπόθεση της ισχυρίζεται, καθότι έτσι θα αποδεικνυόταν ότι η κατοχή της οικίας ήταν στους αιτητές από τις 9/11/2005 που ήταν η πρώτη συμφωνία ενοικίασης και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μέχρι την παράδοση. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι οι αιτητές παραδέχονταν ότι όφειλαν ενοίκια και γνώριζαν την πρόθεση της για έγερση αγωγής, πλην όμως όπως οι ίδιοι της έλεγαν δεν μπορούσαν να πληρώσουν. Προς ενίσχυση της θέσης της αυτής επισυνάπτει ως τεκμήριο Α αντίγραφα ανταλλαγής επιστολών / μηνυμάτων. Αναφορικά με τις επίδικες ζημιές στον ακίνητο της, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι το Νοέμβριο του 2005 όταν το ενοικίασε στους αιτητές ήταν σε πολύ καλή κατάσταση και ότι ουδέποτε οι αιτητές παραπονέθηκαν για ισχυριζόμενες φυσικές φθορές και ουδέποτε κλήθηκε ως ιδιοκτήτρια να προβεί σε επιδιορθώσεις ή συντήρηση της οικίας. Αρνείται τη θέση των αιτητών ότι πρόκειται περί φυσικών φθορών και ισχυρίζεται ότι είναι ζημιές που προκλήθηκαν κακόβουλα από τους ενοικιαστές - αιτητές και όπως φαίνονται και περιγράφονται στην έκθεση του εκτιμητή, ήταν αδύνατο αυτές να ήταν φυσικές φθορές. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι στις 29/11/2010 καταχώρησε ένταλμα κατάσχεσης κινητών εναντίον των αιτητών και μετά από λίγες μέρες επικοινώνησε μαζί της κάποιος ονόματι Stanislav Tikhonov ο οποίος την πληροφόρησε ότι είναι δικηγόρος των αιτητών και ζήτησε να έχει συνάντηση μαζί της, με σκοπό τη διευθέτηση της υπόθεσης. Τέλος Δεκεμβρίου του 2010 είχαν συνάντηση στο γραφείο του δικηγόρου της με το πιο πάνω πρόσωπο, ο οποίος τους έκανε πρόταση να μην προχωρήσουν με την εκτέλεση του εντάλματος κινητών και οι αιτητές θα τους αποπλήρωναν το ποσό της απόφασης με μηνιαίες δόσεις των €1,000. Δεν αποδέχθηκε την πιο πάνω πρόταση αλλά ουδέποτε κατά τη συζήτηση αμφισβητήθηκε το ποσό της απόφασης και σκοπός ήταν ο τρόπος αποπληρωμής. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι στις 3/3/2011, αφού οι διάδικοι είχαν ειδοποιηθεί προηγουμένως από τον δικαστικό επιδότη, έγινε στην παρουσία του εναγομένου 1 η πώληση των δύο αυτοκινήτων και εισπράχθηκε το καθαρό ποσό των €14,014.25 και προς τούτο επισυνάπτει αντίγραφο της ειδοποίησης δικαστικού επιδότη ως τεκμήριο Β. Το εν λόγω ποσό στάληκε, αναφέρει στο δικηγόρο της δυνάμει επιταγής και επισυνάπτει αντίγραφο της ως τεκμήριο Γ. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι καθ' όλη την πιο πάνω περίοδο, ουδεμία αντίδραση υπήρξε εκ μέρους των εναγομένων δια την κατάσχεση και πώληση των αυτοκινήτων, αλλά αντίθετα εν γνώσει τους αποδέχθηκαν την πώληση τους και ουδέποτε πήραν οποιαδήποτε μέτρα για την ακύρωση της πώλησης ή της απόφασης. Πέραν των πιο πάνω, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι οι αιτητές στην ένορκη τους δήλωση παραδέχονται ότι οφείλουν το ποσό των €16,870 ως ενοίκια και ότι δεν έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Επίσης, ισχυρίζεται ότι υπήρξε εκ μέρους τους καθυστέρηση και λήφθηκαν περαιτέρω δικαστικά μέτρα χωρίς καμία ένσταση εκ μέρους τους και αναγνωρίζοντας το χρέος τους. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ο μόνος σκοπός καταχώρησης της παρούσας αίτησης είναι να καθυστερήσουν την εκτέλεση της απόφασης και την απονομή της δικαιοσύνης και σε μεταγενέστερο στάδιο να εγκαταλείψουν την Κύπρο. Σύμφωνα με την Διαταγή 17, Θεσμός 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης σε κατάλληλες περιπτώσεις. Η εν λόγω Διάταξη έχει ως ακολούθως: «Where judgement is entered pursuant to any proceeding rule of this order, it shall be lawfull for the court in a proper case to set aside or vary such judgement upon such terms as may be just.» Όπως φαίνεται και από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός απόφασης η οποία εκδόθηκε ερήμιν του αιτητή εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην Ioannis Kotsapas and Sons Limited v Titan Construction and Engineering Company
(1961)A.A.Δ. 317, λέχθηκε ότι ο Θεσμός αυτός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Αγγλικό Θεσμό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αυθεντίες. Τόσο από την Αγγλική όσο και από την πλούσια Κυπριακή νομολογία που υπάρχει επί του θέματος φαίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στις περιπτώσεις αυτές είναι απεριόριστη. Τα Δικαστήρια όμως, έχουν θέσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να ασκήσουν την διακριτική τους ευχέρεια. Κλασσική υπόθεση επί του θέματος και που έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι η Evans v Bartlam
(1937)ALL E.R. 646. Στην σελ. 479 ο Lord Atkins αναφέρει: « The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit of the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει ένορκος δήλωση επί της ουσίας. Ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετικές επίσης είναι η Watt v Barnett 32 Q.B.D. 363 και η Costas Christoforou v Kyriacoulli
(1963)2 Α.Α.Δ. 161. Eπίσης, στην Κωνσταντινίδη v. Ηissin
(2004)1 A.A.Δ. 1774 λέχθηκε ότι «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας». Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε και στην πρόσφατη απόφαση στην Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian, Πολ. Έφεση Αρ. 284/2008, Ημερομηνίας 10/05/2011. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο αιτητής υποχρεούται να αποδείξει την υπεράσπιση του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση. (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v Tράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Ο αιτητής στο στάδιο αυτό δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά έχει υποχρέωση να αποδείξει με τα γεγονότα που παραθέτει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Καθοδηγητική στο θέμα αυτό είναι επίσης η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερής παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης καθώς επίσης και τον χρόνο που πέρασε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό. Από την νομολογία προκύπτει ότι αν και η δικαιολογία που θα προβάλει ο αιτητής για την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εντούτοις είναι σε καθαρές περιπτώσεις παντελής έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση αποτελεί τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Bίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v Xαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Στην Ντίνος Μουγής v Xαράλαμπος Σπανούδη
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 997 η αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε 38 μήνες μετά την απόφαση και αφού είχαν μεσολαβήσει 7 διαβήματα για είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους. Στην υπόθεση αυτή καταλογίστηκε στον αιτητή παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος. Επίσης, στην Χριστοφόρου και άλλος v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 18 κρίθηκε ότι η συμπεριφορά της εφεσείουσας - αιτήτριας αποτελούσε κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Η αίτηση καταχωρήθηκε δύο χρόνια μετά την επίδοση της αγωγής, 16 μήνες μετά την απόφαση και 5 μήνες μετά την επίδοση της αίτησης παρακοής. Πέρα από τα πιο πάνω, ο αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στην Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 λέχθηκε ότι: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης.» Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από την μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι συναρτάται άμεσα από την συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Ερχόμενος τώρα στην παρούσα υπόθεση οι αιτητές προβάλουν την θέση ότι έχουν καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση παραθέτοντας τα γεγονότα που την υποστηρίζουν. Στην υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή) Γιαννή V Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 λέχθηκε ότι «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Έχοντας υπόψη την ένορκη ομολογία που υποστηρίζει την αίτηση των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών, εκείνο το οποίο προβάλουν οι αιτητές, είναι ουσιαστικά ότι κατείχαν την επίδικη οικία από το έτος 1996 περίπου μέχρι και τις 31/05/2010 οπότε την εγκαταλείψαν και ότι ήταν φυσικό να υπάρχουν κάποιες φθορές στην εν λόγω οικία από τη χρήση της. Επίσης, αναφέρουν ότι η εν λόγω οικία είναι 15 ετών περίπου κάτι το οποίο δικαιολογεί να υπάρχουν φυσικές φθορές. Επομένως, οι ισχυρισμοί της ενάγουσας στην αγωγή της για πρόκληση ζημιών στην οικία της από τους εναγομένους 1 και 2 - αιτητές δεν ευσταθούν. Σε σχέση με τη χρονική διάρκεια που οι αιτητές κατείχαν την εν λόγω οικία και υπό ποια ιδιότητα, φαίνεται ότι είναι παραδεκτό από την καθ' ής η αίτηση. Πέραν τούτου, αυτό προκύπτει και από τα τεκμήρια 4,5,6Α, 6Β και 6Γ που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 1 - αιτητή. Επομένως, το χρονικό διάστημα κατοχής της εν λόγω οικίας από τους αιτητές και ο τρόπος που την κατείχαν όπως περιγράφεται στην αγωγή από την ενάγουσα, φαίνεται να μην ανταποκρίνεται επ' ακριβώς στα πραγματικά γεγονότα. Δηλαδή, η κατοχή της εν λόγω κατοικίας της εναγομένης από τους εναγομένους 1 και 2 δεν άρχισε από τις 15/01/2009, σύμφωνα με την τελευταία συμφωνία ενοικίασης, αλλά προγενέστερα. Για μια περίοδο περίπου 10 χρόνων, οι εναγόμενοι 1 και 2 αιτητές φαίνεται να κατείχαν την εν λόγω οικία ως αγοραστές της και από το 2005 και μετέπειτα μέχρι και την 31/05/2010 ως ενοικιαστές της, αφού την πώλησαν πίσω και παρέμειναν σε αυτή ως ενοικιαστές πλέον, μέχρι την ολοκλήρωση της δικής τους κατοικίας που αγόρασαν. Πέραν τούτου, προκύπτει ότι η έκθεση του εκτιμητή της ενάγουσας που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για απόδειξη της υπόθεσης, φέρει ημερομηνία προγενέστερη της καταχώρισης της αγωγής και σε αυτή όμως περιγράφει τις ζημιές και καταλήγει στα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή. Δεν έχει τεθεί στο Δικαστήριο ότι η έκθεση αυτή ήταν σε γνώση της ενάγουσας πριν την καταχώριση της αγωγής έστω και ανεπίσημα και απλώς συντάκτηκε μετέπειτα. Αναφέρεται συγκεκριμένα σε αυτή ο εν λόγω εμπειρογνώμονας, ότι επισκέφθηκε την εν λόγω κατοικία και έκανε αυτοψία στα σημεία που περιγράφονται στο δικόγραφο του δικηγόρου της ενάγουσας - καθ' ής η αίτηση. Προκύπτει δηλαδή, ότι του ανατέθηκε να προβεί σε εκτίμηση για τις εργασίες που αναφέρονται στο δικόγραφο και όχι να προβεί σε εκτίμηση για την ύπαρξη ζημιών και ποιες είναι αυτές οι ζημιές. Επίσης, σε αυτήν, αναφέρονται διάφορες εργασίες που χρήζουν να γίνουν στην κατοικία της ενάγουσας κατά τρόπο γενικό. Για παράδειγμα, αναφέρεται ότι χρειάζεται αντικατάσταση του ξύλινου πατώματος (παρκέ) γραφείου χωρίς να διευκρινίζεται για ποιο λόγο προέκυψε αυτή η ανάγκη. Επίσης, αναφέρεται σε επιδιόρθωση και συντήρηση κεντρικής θέρμανσης και μηχανημάτων της πισίνας. Πάλι δεν αναφέρεται από πού προήλθε αυτή η ανάγκη για τις εργασίες αυτές και παραπέμπει σε εξειδικευμένο μηχανολόγο για να σχολιάσει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Διευκρινίζεται στο σημείο αυτό ότι έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, με κανένα τρόπο δεν προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί από την ενάγουσα αναφορικά με το ύψος των ζημιών στην κατοικίας της που διεκδικεί εναντίον των εναγομένων 1 και 2. Εκείνο το οποίο εξετάζεται με τα πιο πάνω είναι η θέση των εναγομένων 1 και 2 ότι τα αξιούμενα ποσά αφορούν φυσικές φθορές και όχι ζημιές που προκλήθηκαν από αυτούς και ότι με τις εργασίες αυτές, η ενάγουσα ουσιαστικά επιδιώκει την ανακαίνιση της κατοικίας της εις βάρος των αιτητών. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα γνώριζε ότι η οικία της είχε υποστεί φυσική φθορά και ότι έχρηζε επιδιόρθωσης αλλά έλεγε ότι αδυνατούσε να προβεί στις εν λόγω επιδιορθώσεις και επίσης προκύπτει ότι η κατοικία είναι ηλικίας πέραν των 15 ετών. Στο στάδιο αυτό δεν αναμένεται από τους εναγομένους 1 και 2 να αποδείξουν με πάσα βεβαιότητα ότι οι επιδιορθώσεις που χρήζει η κατοικία της ενάγουσας είναι λόγο φυσικής φθοράς και όχι ζημιών που προκάλεσαν οι ίδιοι. Το κατάλληλο στάδιο είναι αυτό της δίκης, στην οποία θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν την υπόθεση τους με πάσα λεπτομέρεια και με μαρτυρία του δικού τους ειδικού, αν τους δοθεί τέτοιο δικαίωμα φυσικά. Στο παρόν στάδιο, θα πρέπει να παρουσιάσουν κάποια γεγονότα και ισχυρισμούς που να καταδεικνύουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Με τα όσα έχουν αναφερθεί στο Δικαστήριο και χωρίς να κρίνεται η αξιοπιστία τους, ότι δηλαδή η κατοικία της ενάγουσας είναι πέραν των 15 ετών, οι εναγομένοι 1 και 2 χρησιμοποιούσαν και κατείχαν την εν λόγω κατοικία γι αυτή τη περίοδο περίπου, αρχικά ως ιδιοκτήτες και μετέπειτα ως ενοικιαστές της, σε συνδυασμό με τη φύση των εργασιών και επιδιορθώσεων που χρειάζεται να γίνουν στην εν λόγω κατοικία σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης και την έκθεση που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την ενάγουσα αλλά και τη θέση ότι η ενάγουσα διαπίστωσε την ανάγκη να προβεί στις εν λόγω επιδιορθώσεις αλλά αδυνατούσε να το κάνει για λόγους δικούς της, κρίνω ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αναφορικά και μόνο για τις ζημιές που αξιώνονται με την αγωγή. Σε σχέση τώρα με τα καθυστερημένα ενοίκια, δεν καταδεικνύεται ότι αυτά δεν οφείλονται ή ότι έχουν εξοφληθεί πλήρως ως είναι η θέση των αιτητών. Δεν έχουν παρουσιαστεί οποιεσδήποτε αποδείξεις για πληρωμή ή εξόφληση τους. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι εισπράχθηκε από την ενάγουσα το ποσό των €14,014.25 σεντ από την πώληση των δύο οχημάτων των εναγομένων έναντι της εκδοθείσας απόφασης. Το σύνολο των αξιούμενων ενοικίων ανέρχεται σε €16,870 και επομένως το ποσό που εισπράχθηκε δεν καλύπτει πλήρως τα εν λόγω οφειλόμενα ενοίκια. Επομένως, αυτά δεν έχουν εξοφληθεί και ούτε προβάλλεται οποιαδήποτε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση γι αυτά. Σε σχέση τώρα με την παράλειψη των εναγομένων 1 και 2 να εμφανιστούν στη διαδικασία, προβάλλεται η δικαιολογία ότι δεν αντιλήφθηκαν τη σοβαρότητα του εγγράφου που τους επιδόθηκε λόγω του ότι δεν αντιλαμβάνονται την ελληνική γλώσσα και γι αυτό δεν εμφανίστηκαν. Θεώρησαν ότι η αγωγή που τους επιδόθηκε ήταν ένα από τα πολλά έγγραφα που λαμβάνουν από την εταιρεία που διαχειρίζεται το οικοδομικό συγκρότημα σπιτιών το οποίο κατοικούν. Στην ένσταση της η εναγομένη αμφισβητεί τη θέση και τη δικαιολογία αυτή και ισχυρίζεται ότι στην παρουσία τόσο αυτής αλλά και του συζύγου της, ο ιδιώτης επιδότης τους πληροφόρησε ότι αυτό που τους επέδιδε ήταν αγωγή του Δικαστηρίου. Οι αιτητές έχουν το βάρος απόδειξης του λόγου παράλειψης τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο. Προβάλλουν μια δικαιολογία η οποία απαντάται από την καθ' ής η αίτηση στην ένσταση της και δεν ζητήθηκε η αντεξέταση της για τον πιο πάνω ισχυρισμό της. Η άρνηση της θέσης της καθ' ής η αίτηση ότι ο ιδιώτης επιδότης εξήγησε στου αιτητές τι ήταν το έγγραφο που τους επέδιδε στην αγόρευση του συνηγόρου των αιτητών, δεν αλλάζει την κατάσταση αφού δεν μπορεί να παρατεθεί μαρτυρία ή ισχυρισμοί με την αγόρευση. Εκείνο που διαφαίνεται είναι ότι ίσως οι αιτητές να μην έδωσαν και τόση σημασία στην αγωγή που τους επιδόθηκε και να μην αντιλήφθηκαν πλήρως τις αξιώσεις της ενάγουσας σε αυτή. Η δικαιολογία αυτή όμως δεν έχει αποδειχθεί από τους αιτητές. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να εξεταστεί και η μετέπειτα συμπεριφορά των αιτητών έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Η απόφαση εναντίον τους εκδόθηκε στις 29/10/2010 και ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση γι αυτήν όταν δικαστικός επιδότης του Δικαστηρίου στις 3/01/2011 προέβηκε σε κατάσχεση των δύο οχημάτων τους. Αμέσως, ζήτησα βοήθεια από κάποιο Stanislav Tikhonov, o οποίος παρουσιάζοταν ως παροχέας νομικών υπηρεσιών. Το γεγονός της εμπλοκής του εν λόγω ατόμου δεν φαίνεται να αμφισβητείται από την ενάγουσα. Ακολούθως όμως, για τους λόγους που αναφέρουν οι αιτητές ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν προέβηκε στα δέοντα μέτρα με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα τους να πωληθούν και να καθυστερήσει η καταχώριση της παρούσας αίτησης. Τελικά, η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 09/03/2011, αφού πρώτα οι εναγόμενοι είχαν αλλάξει δικηγόρο. Από τα πιο πάνω, φαίνεται ότι οι εναγόμενοι από την ημερομηνία που έλαβαν γνώση για την παρούσα απόφαση έδρασαν άμεσα αναζητώντας βοήθεια και παροχή νομικής συμβουλής. Η αίτηση καταχωρήθηκε τρείς περίπου μήνες από την ημερομηνία που έλαβαν γνώση για την εν λόγω απόφαση για του λόγους που αναφέρουν. Στο μεσοδιάστημα όμως φαίνεται να ενδιαφέρθηκαν για την εξέλιξη της υπόθεσης όταν ανακάλυψαν ότι δεν είχε υποβληθεί στο Δικαστήριο σχετική αίτηση παραμερισμού και η πώληση των οχημάτων τους προχώρησε. Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η πιο πάνω στάση και συμπεριφορά των αιτητών, ειδομένη στο σύνολο της συνιστά κατάφωρη περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Δεν παραγνωρίζω ότι η δικαιολογία που έχει προβληθεί για την μη εμφάνιση τους, δεν μπορεί να κριθεί εύλογη. Παρόλα αυτά όμως στην συνέχεια και όταν φαίνεται να είχαν αντιληφθεί την έκδοση απόφασης εναντίον τους έδρασαν άμεσα και αναζήτησαν βοήθεια, η οποία στο τέλος αποδείκτηκε αναποτελεσματική. Όταν το αντιλήφθηκαν συνέχισαν τις προσπάθειες τους για παραμερισμό της εν λόγω απόφασης κάτι το οποίο έπραξαν τελικά στις 09/03/2011, τέσσερις περίπου μήνες μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον τους και δύο περίπου μήνες που έλαβαν γνώση για αυτή την εξέλιξη. Η ανάθεση της υπόθεσης των αιτητών στο πιο πάνω φερόμενο ως δικηγόρο και ο τρόπος με τον οποίο ενέργησε, που όπως προκύπτει από την μετέπειτα αντίδραση των αιτητών, φαίνεται να μην συνάδει με τις οδηγίες τους αφού και στην ισχυριζόμενη συνάντηση που το εν λόγω πρόσωπο είχε με το δικηγόρο της ενάγουσας, οι αιτητές δεν ήταν παρόντες. Σίγουρα η αναποτελεσματικότητα του δικηγόρου και ο τρόπος που ενέργησε αφορά αυτόν και τους αιτητές. Παρόλα αυτά όμως, εκείνο που διαφαίνεται είναι ότι οι αιτητές ενδιαφέρθηκαν για την υπόθεση τους και μετά την ανάθεση της στο πιο πάνω άτομο και όταν αντιλήφθηκαν ότι δεν έπραξε τα δέοντα, ακόμη και πριν την πώληση των οχημάτων τους σε δημόσιο πλειστηριασμό, διόρισαν νέους δικηγόρους, οι οποίοι ήταν αδύνατο να αποτρέψουν τον πλειστηριασμό λόγω του πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος. Δεν είναι η περίπτωση όπου διάδικος αναθέτει την υπόθεση του σε δικηγόρο και αδιαφορεί γι αυτήν με αποτέλεσμα την έκδοση και εκτέλεση της απόφασης εναντίον του, χωρίς την επίδειξη οποιουδήποτε ενδιαφέροντος από τον ίδιο, όπως στην περίπτωση της υπόθεσης Ανδρούλλα Ευγενίου v. Ανδρούλλα Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Eδώ, ανατέθηκε η υπόθεση στο πιο πάνω πρόσωπο από τους αιτητές και οι ίδιοι ενδιαφέρθηκαν για την υπόθεση τους πριν από την πώληση των οχημάτων τους σε δημόσιο πλειστηριασμό (βλ. επίσης
- Νίκος Σάββα κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1007 και Alpha Bank Ltd v. Γαλάτειας Χαραλάμπους Στεφάνου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1101 αναφορικά με την ανάθεση της υπόθεσης σε δικηγόρο και την καθυστέρηση στη λήψη οποιονδήποτε μέτρων από την ημερομηνία λήψης γνώσης για την έκδοση απόφασης). Με τα πιο πάνω δεν θεωρώ ότι είναι από τις περιπτώσεις που καταδεικνύεται κατάφωρη παραβίαση των δικαστικών διαδικασιών. Επίσης, το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση της απόφασης και από την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, δεν είναι τέτοιο το οποίο να επηρεάζει σε σημαντικό και σοβαρό βαθμό της ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και τα δικαιώματα της ενάγουσας. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω και δεδομένου ότι οι αιτητές έχουν αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση αναφορικά με τα αξιούμενα ποσά για τις ζημιές στην κατοικία της ενάγουσας, θεωρώ ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο όπως δοθεί το δικαίωμα στους αιτητές να υπερασπιστούν την αγωγή, σε σχέση όμως μόνο γι αυτές τις αξιώσεις. Σε σχέση με την απαίτηση της ενάγουσας για τα καθυστερημένα ενοίκια δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος για να δοθεί δικαίωμα για υπεράσπιση. Επομένως, η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί εν μέρει και να τροποποιηθεί ανάλογα με τέτοιους όρους οι οποίοι θα ήταν δίκαιοι υπό τις περιστάσεις. Σύμφωνα με την Δ.17, Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού έχει εξουσία να επιβάλλει οποιουσδήποτε όρους ή να τροποποιεί την εκδοθείσα απόφαση. Ως εκ τούτου η απόφαση που αφορά το ποσό των €45,000 που είναι το ύψος των ισχυριζόμενων ζημιών στην κατοικία που αξιώνει η ενάγουσα, πλέον τους σχετικούς τόκους επί αυτού του ποσού παραμερίζεται. Το υπόλοιπο μέρος της απόφασης που αφορά το υπόλοιπο ποσό των €16,870 πλέον τους σχετικούς τόκους επί του ποσού αυτού σύμφωνα με την απόφαση, παραμένει σε ισχύ. Το ποσό το οποίο εισπράχθηκε από την ενάγουσα από την εκτέλεση του εντάλματος κινητών, είναι ορθό αυτό να λογιστεί έναντι των οφειλομένων ενοικίων που έχουν επιδικαστεί με την εκδιδόμενη απόφαση. Περαιτέρω, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - καθ' ής η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι εναγόμενοι 1 και 2 θα έχουν δικαίωμα καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης στην αξίωση της ενάγουσας - καθ' ής η αίτηση που αφορά τις ζημιές στην οικία της. Η εκδοθείσα απόφαση όμως, παραμερίζεται και τροποποιείται ως ανωτέρω και δίδεται δικαίωμα για καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης, υπό τον όρο ότι οι αιτητές θα έχουν καταβάλει προηγουμένως τα έξοδα της αγωγής που έχουν σπαταληθεί μέχρι στιγμής, όσο και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι αιτητές θα πρέπει να καταβάλουν στην καθ' ής η αίτηση τα έξοδα της αγωγής και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, εντός 30 ημερών από την γνωστοποίηση των εξόδων σε αυτούς από την καθ' ής η αίτηση. Σχετικοί κατάλογοι εξόδων να υποβληθούν από την ενάγουσα - καθ' ής η αίτηση, εντός 21 ημερών από σήμερα. Κρίνω ότι η επιβολή των πιο πάνω όρων είναι δίκαιη υπό τις περιστάσεις. H ευθύνη για την παράλειψη εμφάνισης ενώπιον του Δικαστηρίου βαραίνει τους εναγομένους 1 και 2 γι αυτό είναι ορθό και δίκαιο να καταβάλουν τα έξοδα της ενάγουσας τα οποία έχουν δημιουργηθεί μέχρι στιγμής. Τυχόν επιβολή οποιονδήποτε άλλων επιπρόσθετων όρων, αυτό θα ήταν επαχθές και θα επηρέαζε το δικαίωμα των εναγομένων 1 και 2 για υπεράσπιση. Η θέση του συνηγόρου της ενάγουσας - καθ' ής η αίτηση ότι σε περίπτωση παραμερισμού της απόφασης, θα πρέπει να διαταχθούν οι αιτητές να παράσχουν εγγύηση για το συνολικό ποσό της εκδοθείσας απόφασης καθότι αυτοί θα εγκαταλείψουν την Κύπρο, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Κατ' αρχή δεν έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο και δεύτερο οι όροι που πρέπει να επιβάλλει το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να παρέχουν στον εναγόμενο τη δυνατότητα εκπλήρωσης τους, έτσι το δικαίωμα του εναγομένου για υπεράσπιση να διατηρείται ανεπηρέαστο (βλ. Ανδρέας Κλεάνθους v. Τradex Ltd
(1998)1Β Α.Α.Δ. 988). Θεωρώ ότι σε περίπτωση που επιβαλλόταν όρος για παροχή εγγύησης για το συνολικό ποσό της εκδοθείσας απόφασης, αυτός θα ήταν επαχθείς για τους εναγομένους 1 και 2 και θα συνιστούσε εμπόδιο στην άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισης τους, δεδομένης και της θέσης που προβάλλεται με την ένσταση, ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν αμφισβήτησαν την οφειλή των ενοικίων παρά μόνο ζητούσαν χρόνο αποπληρωμής τους λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν, όπως εμφαίνεται από τα σχετικά τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτή. Επομένως, τυχόν επιβολή οποιουδήποτε επιπρόσθετου όρου θα επηρέαζε το δικαίωμα των αιτητών για υπεράσπιση. Ως εκ τούτου, η εκδοθείσα απόφαση παραμερίζεται και τροποποιείται ως ανωτέρω με τους πιο πάνω όρους που έχουν τεθεί. (Υπ.)............... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητης Subject: Civil/Other Action/ Interim Aναφορά: aitisi set aside cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο