← Κύπρος

ΘΕΟΔΟΣΙΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ κ.α. ν. PETROLINA (HOLDINGS) PUBLIC LTD, Αγωγή αρ.: 1163/08, 30.6.11

ΘΕΟΔΟΣΙΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ κ.α. ν. PETROLINA (HOLDINGS) PUBLIC LTD, Αγωγή αρ.: 1163/08, 30.6.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A203 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1163/08 Μεταξύ:

  1. ΘΕΟΔΟΣΙΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ
  2. ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ
  3. ΑΝΝΑΣ ΠΑΤΖΗΝΑΚΟΥ Εναγουσών ΚΑΙ PETROLINA (HOLDINGS) PUBLIC LTD Εναγομένων ΚΑΙ ARUSHIA OILS LTD Τριτοδιαδίκων ------------------- Ημερομηνία: 30.6.11 Για τις ενάγουσες: κ. Τριλλίδης (κα Ν. Δημητρίου για ν' ακούσει απόφαση) Για τη εναγομένη εταιρεία: κ. Σαββίδης (κα Νικολάου για να ακούσει απόφαση) Για την τριτοδιάδικη εταιρεία: κ. Κάνιας Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγουσες είναι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες κατά 1/3 μερίδιο έκαστη του ακινήτου (στο εφεξής το «ακίνητο») υπ' αριθμό εγγραφής 4/45913, Φ/Σχ. 54/580201, Τμήμα 4, Τεμάχιο 472, επί της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου μακαρίου Γ' και των οδών Αγίας Φυλάξεως και Θεσσαλονίκης στη Λεμεσό. Η Εναγομένη είναι δημόσια Κυπριακή εταιρεία, εγγεγραμμένη συμφώνως των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, με έδρα τη Λάρνακα και δραστηριοποιείται στους τομείς της πώλησης των πετρελαιοειδών και άλλων συναφών ειδών και διαχείρισης πρατηρίων καυσίμων. Η εναγόμενη κατείχε, δυνάμει συμφωνιών, (το ιστορικό των οποίων παρατίθεται κατωτέρω), το ανωτέρω ακίνητο των εναγουσών, από τη 3/4/1962, με χρήση του ως πρατηρίου πώλησης πετρελαιοειδών. Με την κρινόμενη αγωγή αξιώνεται από τις ενάγουσες: «Α. Δήλωση και/ή απόφαση του δικαστηρίου ότι η επιστολή της Εναγομένης ημερ. 29/08/2007 συνιστά και/ή ισοδυναμεί και/ή απολήγει στον εκ μέρους της τερματισμό της συμφωνίας ενοικίασης. Β. Δήλωση και/ή απόφαση του δικαστηρίου ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ενοικίασης διά επιστολής της Εναγόμενης ημερ. 29/08/2007 είναι παράτυπος και/ή αντικανονικός και/ή άκυρος και/ή πλασματικός καθότι δε συνοδευόταν από την παράδοση του ακινήτου ελευθέρου κατοχής και/ή την επαναφορά αυτού στην προτέρα της ενοικίασης κατάσταση. Γ. Δήλωση και/ή απόφαση του δικαστηρίου ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ενοικίασης διά επιστολής της Εναγόμενης ημερ. 29/08/2007 είναι παράτυπος και/ή αντικανονικός καθ' ότι δεν έδιδε εύλογη προειδοποίηση στις Ενάγουσες. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την Εναγόμενη και/ή τους Διευθυντές και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή υπενοικιαστές αυτής όπως απομακρύνουν και/ή αφαιρέσουν κάθε κατασκευή και/ή κτίσμα και/ή υποστατικό, υπέργειο και/ή υπόγειο από το ακίνητο των Εναγουσών ήτοι του ακινήτου επί της Λεωφ. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' και των οδών Αγ. Φυλάξεως και Θεσσαλονίκης στη Λεμεσό, το οποίο η Εναγόμενη λειτουργούσε ως πρατήριο πώλησης πετρελαιοειδών και/ή με οποιονδήποτε τρόπο επαναφέρουν αυτό στην προτέρα της μίσθωσης κατάστασης και παραδώσουν αυτό στις Ενάγουσες ελεύθερο κατοχής. Ε. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση της Συμφωνίας ενοικίασης από την Εναγόμενη. ΣΤ. Απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.28.164.00 ήτοι €48.121.00 το οποίο οφείλεται τις Ενάγουσες από την Εναγόμενη ως ενοίκια για τους μήνες Σεπτέμβριο 2007 έως Απρίλιο 2008 ήτοι μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αγωγής. Ζ. Απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.3.129.50 ή €5.347.06 μηνιαίως από την καταχώρηση της παρούσας μέχρι την απομάκρυνση όλων των υποστατικών και/ή εγκαταστάσεων της Εναγόμενης και την πρέπουσα παράδοση του ακινήτου στις Ενάγουσες. Η. Αποζημιώσεις για ζημιές που υφίστανται οι Ενάγουσες συνεπεία της μη παράδοσης του ακινήτου και/ή της χρήσης του Σταθμού από την Εναγόμενη και/ή αποζημιώσεις για απώλεια εσόδων των Εναγουσών λόγω της μη παράδοσης του ακινήτου από την Εναγόμενη στις Ενάγουσες». Η εναγόμενη εταιρεία, ισχυρίζεται με την έκθεση υπεράσπισης της πως δυνάμει της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας είχε δικαίωμα υπενοικίασης και υπενοικίασε το ακίνητο στην εταιρεία ARUSHIA OILS LTD. Ότι από το έτος 1966 δεν έχει την πραγματική κατοχή του ακινήτου η οποία περιήλθε στην κατοχή της Arushia Ltd. Ότι η ίδια η εναγομένη είναι έτοιμη να παραδώσει το επίδικο ακίνητο, και είναι οι ενάγουσες που δεν προχωρούν στην ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου, παρά το γεγονός ότι τις κάλεσαν προς τούτο από τις 29/8/
  4. Προβάλλεται περαιτέρω ισχυρισμός πως έχουν εξασφαλιστεί και σχετικές άδειες, επ' ονόματι των εναγουσών, για κατεδάφιση των κτιρίων που έχουν κατασκευαστεί στο εν λόγω ακίνητο, τις οποίες οι ενάγουσες δεν τις έχουν εκτελέσει, οι δε εναγόμενοι δεν κατέχουν το επίδικο ακίνητο και δεν μπορούν να εισέλθουν διότι θα διαπράξουν ποινικά αδικήματα. Διαζευκτικά η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κωλύεται να παραδώσει την κατοχή του ακινήτου στις ενάγουσες παρά την προθυμία της διότι «κάποια εταιρεία με την ονομασία Arushia Oils Limited και/ή υπαλλήλοι και/ή αντιπροσώποι αυτών και/ή τρίτα πρόσωπα κατέχουν το πρατήριο και/ή επεμβαίνουν παράνομα σε αυτό ισχυριζόμενοι ότι είναι θέσμιοι ενοικιαστές και εναντίον τους θα ακολουθηθεί διαδικασία τριτοδιαδίκου. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί διάταγμα έξωσης εναντίον των προτιθέμενων τριτοδιαδίκων είναι η θέση των εναγομένων ότι θα είναι νομικά και/ή πραγματικά αδύνατον να παραδοθεί το ακίνητο από τους εναγόμενους λόγω των προνοιών της σχετικής Νομοθεσίας. Η εναγόμενη κατεχώρησε ειδοποίηση τριτοδιαδίκου και ακολούθησε σχετική διαδικασία με την κλήση ως τριτοδιαδίκου της εταιρείας Arushia Oils Ltd. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της εναγομένης προς την τριτοδιάδικο, η τελευταία ανέλαβε το πρατήριο της εναγομένης στο ακίνητο των εναγουσών περί την 1/9/2000, το οποίο και έκτοτε λειτουργούσαν. Η εναγόμενη τερμάτισε τη συμφωνία με την τριτοδιάδικο, πλην όμως η τελευταία αρνείται να παραδώσει την κατοχή του,για τούτο, για τις μεταξύ τους διαφορές εκκρεμούν δύο δικαστικές διαδικασίες. Η μια ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου και η άλλη ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η τριτοδιάδικος κατέχει παράνομα το ακίνητο, ότι η ίδια αδυνατεί να συμμορφωθεί με οποιοδήποτε διάταγμα έξωσης και αξιώνει από την τριτοδιάδικο αποζημιώσεις έναντι της απαιτήσεως των εναγουσών και η συνεισφορά στο βαθμό της συνυπαιτιότητας της. Η τριτοδιάδικος εταιρεία εγείρει προδικαστικήν ένσταση επικαλούμενη αναρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει τη διαφορά μεταξύ εναγομένης και τριτοδιαδίκου. Ισχυρίζεται ότι αρμόδιο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Προβάλλεται δεύτερη ένσταση για σκανδαλώδη και καταχρηστική διαδικασίαν διότι η εναγόμενη στη παρούσα αγωγή, η οποία είναι εναγομένη στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αριθμό 398/08, με Ενάγοντες τους Τριτοδιαδίκους, ισχυρίζεται στην Έκθεση Υπερασπίσεως της ότι αρμόδιο δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ Η υπόθεση των εναγουσών προσφέρθηκε μέσα από τη μαρτυρία της ενάγουσας 1 Θεοδοσίας Ιωαννίδου (Μ.Ε.1), η οποία είναι συνιδιοκτήτρια με τις αδελφές της, ενάγουσες 2 και 3, του επίδικου ακινήτου (Τεκμ. 1 τίτλος ιδιοκτησίας). Κατά ή περί την 3.4.1962, η εναγόμενη (που τότε ονομαζόταν «Fina Ltd») μίσθωσε το εν λόγω ακίνητο (από την τότε ιδιοκτήτρια του, Μαρίτσα Αναστασιάδη) για να το χρησιμοποιήσει ως πρατήριο βενζίνης (Τεκμ. 2) και στις 30.12.1969 υπογράφτηκε δεύτερη συμφωνία διάρκειας 16 χρόνων (Τεκμ. 3). Η εναγόμενη ανήγειρε πρατήριο πώλησης πετρελαιοειδών και συναφή υποστατικά στο ακίνητο (ταμείο, mini market, πλυντήριο αυτοκινήτων) τοποθέτησε αντλίες και δεξαμενές πετρελαίου εντός του εδάφους, και μετέτρεψε το ακίνητο σε πλήρες και οργανωμένο πρατήριο βενζίνης. Καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του, το πρατήριο έφερε τα διακριτικά σήματα της εναγόμενης εταιρείας, ανάλογα με τις κατά καιρούς ονομασίες της, αρχικά «Fina», κατόπιν «Lina», μετέπειτα «Petrolina». Η εναγομένη είχε δικαίωμα να υπενοικιάζει το ακίνητο και το σταθμό βενζίνης σε τρίτους, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας. Όμως ήταν επίσης όρος της συμφωνίας πως ο ενοικιαστής (δηλαδή, η εναγόμενη) είναι ο μόνος υπεύθυνος έναντι του ιδιοκτήτη για την τήρηση των όρων της συμφωνίας. Ένας από τους όρους της συμφωνίας (ο όρος 4) ήταν πως ο ενοικιαστής με τον τερματισμό της συμφωνίας οφείλει να παραδώσει το ακίνητο στην κατάσταση που το παρέλαβε, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν αλλιώς. Αλλαγή του όρου αυτού, ουδέποτε επήλθε. Την 1η Μαρτίου του 1987, οι ενάγουσες υπόγραψαν νέα συμφωνία με την εναγόμενη (Τεκμ. 4), η οποία ήταν διετούς διάρκειας και διαλάμβανε πως ισχύουν οι ίδιοι όροι με την αρχική συμφωνία εκτός από το ύψος του ενοικίου το οποίο αυξήθηκε. Η συμφωνία αυτή έληξε την 28.2.1989 και ακολούθως ανανεωνόταν σιωπηρώς και η εναγόμενη εξακολουθούσε να κατέχει το ακίνητο και το πρατήριο εξακολουθούσε να λειτουργεί και το ύψος του ενοικίου αναπροσαρμοζόταν προφορικά. Στις 14.2.2006, οι ενάγουσες απέστειλαν στην εναγόμενη (η οποία τότε είχε την ίδια ονομασία με σήμερα), μετά από πρόσκληση της ίδιας, ενυπόγραφη επιστολή (Τεκμ. 5), με την οποία επιβεβαίωναν την ανανέωση της λήξασας συμφωνίας για περίοδο ενός ακόμη έτους, δηλαδή μέχρι την 28.2.
  5. Στην ίδια επιστολή καταγραφόταν πως το συμφωνηθέν ενοίκιο θα ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.37,554.00 για ολόκληρο το έτος και πως τούτο θα καταβαλλόταν σε 4 δόσεις (εκ Λ.Κ.9,338.00) έκαστη στην αρχή κάθε τριμηνίας. Από τη λήξη της εν λόγω συμφωνίας, δηλαδή από την 1.3.2007, δεν υπογράφηκε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ούτε υπήρξε οποιαδήποτε αλληλογραφία. Εντούτοις, η εναγόμενη εξακολουθούσε να κατέχει το ακίνητο, παρά το ότι δεν είχε καταβάλει τα συμφωνηθέντα ενοίκια, από την 1.3.2007 και εντεύθεν. Γι' αυτό οι ενάγουσες επικοινώνησαν με τον κ. Κωστάκη Λευκαρίτη, ο οποίος διαβεβαίωσε πως θα τακτοποιούσε το ζήτημα. Στις 13 Αυγούστου 2007 οι ενάγουσες απέστειλαν επιστολή (Τεκμ. 6) στην εναγόμενη απευθυνόμενη στον πιο πάνω αξιωματούχο της, με την οποία ζήτησαν τα οφειλόμενα ενοίκια, ήτοι για την περίοδο από Μάρτιο 2007 έως Αύγουστο 2007, δηλαδή δύο δόσεις, σύνολο (9,338.00 Χ 2), Λ.Κ.18,776.
  6. Η εναγόμενη, μέσω του κ. Κωστάκη Λευκαρίτη, απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 29.8.2007 (Τεκμ. 7) στην οποία εσωκλειόταν επιταγή προς εξόφληση των καθυστερημένων ενοικίων. Επίσης τις καλούσε να παραλάβουν το ακίνητο την 1.9.2007 (δηλαδή δύο μέρες μετά) διότι η εναγόμενη εταιρεία, όπως έγραφε, «δεν το λειτουργεί πλέον». Μετά την 1.9.2007 η Μ.Ε.1, επισκέφθηκε το ακίνητο τους, όπου όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «αντίκρισα ένα πρατήριο -φάντασμα. Ήταν φανερό πως δεν ήταν σε λειτουργία αλλά έστεκε εκεί άθικτο. Επίσης, στον χώρο του ακινήτου είδα πολλά σταθμευμένα οχήματα. Οι είσοδοι του πρατηρίου ήταν κλειστοί με αλυσίδες και κάποιος άνοιγε την αλυσίδα για να μπαίνουν και να βγαίνουν αυτοκίνητα. Δεν γνωρίζω ποιος ακριβώς, αλλά μου φάνηκε πως ίσως να λειτουργούσε ως χώρος στάθμευσης και ίσως κάποιος να έβγαζε και κέρδος από τη λειτουργία του. Ήταν φανερό πως δεν είχαμε στην πραγματικότητα ουδεμία κυριαρχία επί της περιουσίας μας». Κατόπιν τούτο απέστειλαν μέσω των δικηγόρων τους επιστολή (Τεκμ. 8) στις 12.11.2007 στην εναγόμενη με την οποία την ενημέρωναν πως η παράδοση του ακινήτου ήταν πλημμελής, η παραλαβή του ήταν ουσιαστικά αδύνατη, το ίδιο και η αξιοποίησή του και επομένως την καλούσαν να καταβάλει ενοίκια από την 1.9.
  7. Η εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε και στις 5.2.2008, οι δικηγόροι των εναγουσών απέστειλαν σε αυτή δεύτερη επιστολή (Τεκμ. 9) με την οποία τους εφιστούσαν εκ νέου την προσοχή στη θέση τους ότι η παράδοση του ακινήτου δεν ήταν η δέουσα. Τους καλούσαν όπως εντός 10 ημερών παραδώσουν το ακίνητο στην ίδια κατάσταση που το είχαν παραλάβει και όπως καταβάλουν ενοίκιο για τους μήνες Σεπτέμβριο 2007 έως Φεβρουάριο
  8. Η εναγόμενη ούτε σε αυτή την κλήση ανταποκρίθηκε. Από το 2007, οι ενάγουσες δέχθηκαν αιτήματα από περίοικους και περαστικούς για ενοικίαση ή αγορά του ακινήτου. Όλοι όμως υπαναχωρούσαν όταν πληροφορούνταν ότι η απομάκρυνση του σταθμού βενζίνης δεν εξαρτάτο από τις ενάγουσες αλλά αποτελούσε υποχρέωση της εναγομένης η οποία αμελούσε ή αδιαφορούσε. Ανέφερε περαιτέρω η Μ.Ε.1 πως ουδέποτε, πέραν της επιστολής της ημερομηνίας 29.8.2007, τις κάλεσε η εναγόμενη να αναλάβουν την ελεύθερη κατοχή του ακινήτου. Σε σχέση με τη θέση της υπεράσπισης ότι εκδόθηκε επ' ονόματι και των 3 εναγουσών άδεια κατεδάφισης του εν λόγω πρατηρίου εξήγησε πως: «στις 27.7.2007 εκδόθηκε άδεια επ' ονόματί μας για κατεδάφισή των οικοδομών εντός του ακινήτου. Όμως, η εν λόγω άδεια εκδόθηκε εν αγνοία μας. Πριν την έκδοση της άδειας, η εναγόμενη μας ζήτησε να υπογράψουμε ένα χαρτί για να πάει να βγάλει άδεια κατεδάφισης. Το υπογράψαμε και της το στείλαμε. Το τι ακολούθησε δεν το γνωρίζουμε. Ουδέποτε επισκεφθήκαμε την εκδίδουσα αρχή και ουδέν τέλος κατεβάλαμε. Ούτε γνωρίζαμε ότι θα βγει στο όνομά μας. Η εναγόμενη προέβηκε σε όλες τις ενέργειες για έκδοση της άδειας, απλώς στους δικαιούχους της άδειας τοποθέτησε τα ονόματά μας. Η άδεια κατεδάφισης περιήλθε στην γνώση μας μετά την καταχώριση της αγωγής. Την απέστειλε με το φαξ, στον αριθμό εργασίας του συζύγου της ενάγουσας 3, η εναγόμενη στις 24.7.
  9. Προσκομίζω το σχετικό έγγραφο, την άδεια κατεδάφισης όπου φαίνεται η ώρα, η ημερομηνία, ο αριθμός και το όνομα αποστολέα. Μέχρι τότε δεν την είχαμε δει, ούτε γνωρίζαμε ότι είχε εκδοθεί. Ουδέποτε μας είχε προηγουμένως ενημερώσει η εναγόμενη για την ύπαρξη της άδεια παρά τις επιστολές των δικηγόρων μας (Τεκμ. 10 άδεια κατεδάφισης)». Γύρω στο Μάρτιο του 2010, η εναγόμενη ειδοποίησε τηλεφωνικώς το σύζυγο της, Μ.Ε.1, πως έχει κατεδαφίσει το πρατήριο και το παραδίδει όπως το παρέλαβε. Μετά απ' αυτή την εξέλιξη, επισκέφθηκε το τεμάχιο και επί τόπου διαπίστωσε πως όντως η εναγόμενη προέβηκε στα όσα είπε. Ωστόσο, δεν έδωσε γραπτώς ότι παραδίδει το ακίνητο ελεύθερο κατοχής. Η εναγόμενη, μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ακρόασης (3/11/10) κανένα ποσό δεν κατέβαλε για τα ενοίκια από τον Σεπτέμβριο του 2007 μέχρι και τον Μάρτιο του 2010, οπόταν και παρέδωσε την κατοχή του ακινήτου. Το μηναίο ενοίκιο ήταν Λ.Κ.3,129.50 (€5,347.06) και σύμφωνα με την Μ.Ε.1 η εναγόμενη τους οφείλει 30 μηνών ενοίκια ήτοι το ποσό των €160,411.
  10. Εκ μέρους των δικηγόρων δηλώθησαν τα πιο κάτω γεγονότα ως παραδεκτά. 1) ΟΙ ενάγουσες εξακολουθούν να είναι ιδιοκτήτριες του επίδικου ακινήτου μέχρι σήμερα. 2) Το επίδικο ακίνητο έχει παραδοθεί στην εναγόμενη από τους τριτοδιαδίκους στις 12.1.10 και έχει παραδοθεί στις ενάγουσες την 1.3.
  11. 3) Η άδεια κατεδάφισης (Τεκ.10) έχει υπογραφεί από τις ενάγουσες και την έχει καταχωρίσει η εναγόμενη στο αρμόδιο τμήμα. 4) Τα Τεκ.8 και 9 παραλήφθηκαν από την εναγόμενη στις 27.11.07 και 12.2.08 αντίστοιχα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Για την υπόθεση της εναγομένης κατέθεσε ο κ. Κώστας Σιήττας. Αφού αναγνώρισε τα Τεκμήρια 2-5, τις συμφωνίες ενοικίασης του επίδικου ακινήτου, ανέφερε πως η εναγόμενη εταιρεία με την συγκατάθεση, συναίνεση και ανοχή των εναγουσών παραχώρησαν το επίδικο ακίνητο αρχικά στον κύριο Άριστο Μαρκίδη περί το 1966 και αργότερα στους τριτοδιαδίκους διά να λειτουργούν και να διαχειρίζονται το επίδικο πρατήριο πετρελαιοειδών σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας (Τεκμ. 12). Το επίδικο πρατήριο αντιμετώπιζε αρκετά προβλήματα, πράγμα που δεν επέτρεπε στους εναγόμενους να εξασφαλίσουν την επιβεβλημένη από τον Νόμο άδεια λειτουργίας του εν λόγω πρατηρίου. Οι εναγόμενο προέβησαν σε αρκετές ενέργειες ούτως ώστε να εξασφαλίσουν την άδεια λειτουργίας του Πρατηρίου, παρόλο που ο δήμος Λεμεσού δεν συμφωνούσε στην έκδοση τους. Περί το 2006 η εναγόμενη αντελήφθηκε ότι ο Δήμος Λεμεσού δεν προτίθετο να ξαναδώσει άδεια λειτουργίας για το εν λόγω πρατήριο πράγμα το οποίο την διαβεβαίωσε και αργότερα με επιστολή του ημερ. 2/2/07 (Τεκμ. 13). Η εναγόμενη περί την 24/7/06 με επιστολή της ενημέρωσε τους τριτοδιαδίκους ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της μεταξύ τους συμφωνίας. ΟΙ τριτοδιάδικοι δεν αποδέχτηκαν το τερματισμό της συνεργασίας, και ακολούθησαν κάποιες συναντήσεις μεταξύ των εναγομένων και των τριτοδιαδίκων κατά τις οποίες συμφωνήθηκε πως παρά το τερματισμό, εν τούτοις η συνεργασία τους θα συνεχιζόταν για όσο κρατούσαν οι διαπραγματεύσεις προς εξεύρεση λύσης του προβλήματος. Οι λόγοι, όπως εξηγήθηκε στους τριτοδιάδικους για τουςοποίους τερματίζετο η μεταξύ τους συνεργασία ήταν α) η μη έκδοση άδειας λειτουργίας από τον Δήμο Λεμεσού, β) η λήξη του ενοικιαστηρίου συμβολαίου και γ) το ασύμφορο για τους εναγόμενους, υπό τις ως άνω συνθήκες, της διατήρησης το εν λόγω πρατηρίου. Περί τις 5.2.07 και εφόσον οι συζητήσεις μεταξύ της εναγομένης και τριτοδιαδίκων δεν κατέληξαν πουθενά, η εναγόμενη με επιστολή της (Τεκμ. 15) ενημέρωσε τους τριτοδιαδίκους ότι η μεταξύ τους συμφωνία τερματίζεται από τις 28.2.
  12. Οι τριτοδιάδικοι προέβησαν σε νέες επαφές με τους εναγόμενους και κατέληξαν στις 2/3/07 σε συμφωνία όπως η εναγόμενη θα κατέβαλλε μόνο Λ.Κ.24.000.- ετησίως ως ενοίκιο στις ενάγουσες και οι τριτοδιάδικοι θα κατέβαλλαν το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.13.554.- ήτοι Λ.Κ.1129 μηνιαίως. Συμφώνησαν επίσης ότι σε περίπτωση που οι τριτοδιάδικοι έρθουν σε επαφές με τις ενάγουσες και καταφέρουν να διαπραγματευτούν με τις ενάγουσες και μειώσουν το ενοίκιο σε Λ.Κ.2000 τότε οι τριτοδιάδικοι δεν θα κατέβαλλαν κανένα ενοίκιο και θα το κατείχε ο τριτοδιάδικος μέχρι κατεδάφισης του σταθμού από τον Δήμο Λεμεσού. Επιπλέον οι τριτοδιάδικοι θα συνέχιζαν να πληρώνουν Λ.Κ.50 μηνιαίως ως προνοούσε η μεταξύ τους συμφωνία διά την άδεια χρήσης του Πρατηρίου. Οι τριτοδιάδικοι δεν ενημέρωσαν την εναγόμενη για την τύχη των διαπραγματεύσεων με τις ενάγουσες και ούτε κατέβαλαν ενοίκιο σε αυτήν, ως όφειλαν και ούτε της παρέδωσαν το ακίνητο. Ως εκ τούτου και επειδή οι τριτοδιάδικοι συνέχιζαν να ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έγινε νόμιμος τερματισμός της μεταξύ των μερών συνεργασίας, οι δικηγόροι της εναγόμενης επέστειλαν στους τριτοδιάδικους την επιστολή τερματισμού ημερ. 4/7/07 (Τεκμ. 6) στην οποία οι τριτοδιάδικοι απάντησαν μέσω των δικηγόρων τους. Ακολούθως οι τριτοδιάδικοι τόσο προφορικά όσο και με επιστολές τους ζητούσαν από την εναγόμενη να τους προμηθεύσουν με πετρελαιοειδή για να μπορέσουν να λειτουργήσουν το πρατήριο. Η εναγόμενη με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 28/8/07 απάντησε στους τριτοδιαδίκους ότι η συνεργασία τους έχει ήδη τερματιστεί και ανάφερε περαιτέρω τις υπόλοιπες θέσεις τους όπως φαίνονται στην εν λόγω επιστολή (Τεκμ. 17). Περαιτέρω παρ' όλο που η συμφωνία ενοικίασης του ακινήτου μεταξύ των εναγουσών και της εναγομένης είχε λήξει από την 28/2/07, εν τούτοις επειδή ουδέποτε ενημέρωσαν γραπτώς τις ενάγουσες ότι θα εγκατέλειπαν το ακίνητο, τους απόστειλαν την επιστολή Τεκμήριο 7 όπου έθεσαν εις γνώσιν τους ότι δεν είχαν σκοπό να λειτουργούν το πρατήριο και τους κάλεσαν να το παραλάβουν. Επιπλέον, τους κατέβαλαν τα ενοίκια που τους χρωστούσαν. Ήταν περαιτέρω η θέση του Μ.Υ.1 πως το εν λόγω ακίνητο η εναγομένη το ενοικίαζε και κατέβαλλε τα εν λόγω ενοίκια με σκοπό να διατηρεί πρατήριο πετρελαιοειδών και από την στιγμή που δεν μπορούσε να εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας του ή να το λειτουργήσει, ήταν ασύμφορο να ενοικιάζει απλά κάποιο ακίνητο με τέτοιο ψηλό ενοίκιο χωρίς να μπορεί να το εκμεταλλευτεί. Επανέλαβε ο μάρτυρας τις θέσεις της εναγομένης που προβάλλονται και στην Ένορκη Δήλωση ότι: Η εναγομένη παρέδωσε το επίδικο ακίνητο στις ενάγουσες και είναι οι ενάγουσες που δεν προχώρησαν στην ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου. Ότι οι τριτοδιάδικοι που έχουν την κατοχή του επίδικου ακινήτου, παρά τον τερματισμό και τη λήξη της συμφωνίας τους με την εναγόμενη δεν επιτρέπουν την είσοδο σε αυτήν, αφού υποσστηρίζουν ότι είναι θέσμιοι ενοικιαστές σύμφωνα με τη σχετική Νομοθεσία με αποτέλεσμα να μην μπορεί η εναγομένη να λάβει μέτρα για την έξωση τους. Είναι η θέση της εναγομένης όπως εκφράσθηκε από τον ΜΥ1, ότι υπήρχε πραγματική και νομική αδυναμία εκκένωσης του επίδικου ακινήτου από τους εναγομένους οι οποίοι δεν κατέχουν το ακίνητο ούτε έχουν την δυνατότητα να εισέλθουν σε αυτό και να κατεδαφίσουν το πρατήριο διότι η είσοδος τους θεωρείται βίαια είσοδος. Εξέφρασε περαιτέρω ο Μ.Υ.1 τη θέση ότι οι ενάγουσες γνώριζαν και συμφώνησαν και επέτρεψαν την παραχώρηση του επίδικου ακινήτου στους Τριτοδιάδικους και η εναγόμενη καμία ευθύνη δεν έχει έναντι των εναγουσών, τις οποίες και κάλεσαν να εισέλθουν στο επίδικο ακίνητο και να λάβουν τη κατοχή αυτού, κάτι το οποίο οι ενάγουσες δεν έπραξαν παρά το ότι υπάρχουν εκδομένες επ' ονόματι των εναγουσών άδειες για κατεδάφιση του επίδικου ακινήτου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10) και ως εκ τούτου οι ενάγουσες δεν μετρίασαν τις κατ' ισχυρισμό ζημιές τους. Είναι περαιτέρω η θέση του μάρτυρα ότι κανένα ιδιοκτησιακό δικαίωμα των εναγουσών δεν επηρεάζεται εξ υπαιτιότητας των εναγομένων και καμία βάσιμη απαίτηση δεν υπάρχει εναντίον των εναγομένων. Ανέφερε περαιτέρω ο Μ.Υ.1 πως οι τριτοδιάδικοι κατείχαν το επίδικο πρατήριο μέχρι και τον Ιανουάριο του 2010, το οποίον να σημειωθεί ότι δεν είχε άδεια λειτουργίας και παρά το ότι έχει εκδοθεί Διάταγμα κατεδάφισης των κτιρίων αρνούνταν να το παραδώσουν και να πληρώσουν το οφειλόμενο ενοίκιο ή οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Ως εκ τούτου η εναγόμενη αξιώνει από τους τριτοδιαδίκους οι οποίοι κατείχαν το επίδικο ακίνητο, όπως αποζημιωθούν έναντι της απαιτήσεως των εναγουσών ή να διαταχθούν να συνεισφέρουν εις αυτούς κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας τους. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΡΙΤΟΔΙΑΔΙΚΩΝ Την υπόθεση των τριτοδιαδίκων στήριξε με την μαρτυρία του ο Αριστοτέλης Μαρκίδης (Μ.Τ.1) ο οποίος είναι διευθυντής της. Ανέφερε συγκεκριμένα πως το επίδικο πρατήριο το ενοικίασε αρχικά ο ίδιος το 1966 και κατέβαλε στον προηγούμενο πρατηριούχο εμπορική εύνοια (αέρα) Λ.Κ. 4.500,
  13. Την 21/09/2000 υπεγράφη μεταξύ των εναγομένων και της ARUSHA συμφωνία διά της οποίας οι εναγόμενοι ενοικίασαν στην ARUSHA το επίδικο πρατήριο με μηνιαίο ενοίκιο Λ.Κ.50,
  14. Η ARUSHA εσυνέχισε την κατοχή και λειτουργία του πρατηρίου μέχρι και το 2005 όταν οι εναγόμενοι ανεκοίνωσαν στην ARUSHA ότι οι ιδιοκτήτες της γης επί της οποίας ανηγέρθη το πρατήριο πιθανόν δεν επιθυμούσαν την συνέχιση της ενοικιάσεως. Έγιναν διαβουλεύσεις μεταξύ των εναγομένων και της ARUSHA για παραχώρηση σ' αυτούς νέου πρατηρίου ή αποζημίωσης τους αλλά οι εναγόμενοι κατά παράβαση των υποσχέσεων και υποχρεώσεων τους προς την ARUSHA κατά ή περί την 24/07/2006 (Τεκμ. 19

(4)) ειδοποίησαν την ARUSHA ότι δεν επιθυμούν την συνέχιση της συνεργασίας τους. Κατά ή περί τον Φεβρουάριο 2007 οι εναγόμενοι με επιστολές τους προς την ARUSHA (Τεκμ. 19
(9)και Τεκμ. 14 και Τεκμ. 15) ανεκοίνωσαν ότι από 28/02/2007, τερματίζουν τη μεταξύ τους συνεργασία. Στις 02/03/2007 πραγματοποιήθηκε συνάντηση τριτοδιαδίκου και εναγομένης στην παρουσία του Συμβουλίου του Παγκυπρίου Συνδέσμου Πρατηριούχων της Petrolina και συζητήθηκε και έγινε κατ' αρχήν συμφωνία, εφ' όσον συμφωνούσαν οι ιδιοκτήτες του χώρου, να συνεχίσει η λειτουργία του Πρατηρίου μέχρι της αρνήσεως έκδοσης άδειας λειτουργίας του και κατεδάφισης από το Δήμο Λεμεσού. Κατά την συνάντηση συνεζητήθη κα γίνει προσπάθεια συμφωνίας με τις ενάγουσες για πιθανή μείωση του ενοικίου. Έγινε πρόταση να πληρώνει η ARUSHA μέρος του ενοικίου αλλά δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Επίσης η Petrolina δεσμεύτηκε όπως το πρώτο πρατήριο που θα ανεγείρει στη Λεμεσό, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις να παραχωρηθεί στην ARUSHA με τους ίδιους όρους που θα διέπουν τα συμβόλαια των άλλων πρατηριούχων. Η ARUSHA με επιστολή της ημερ. 11/04/2007 ζήτησε από τις ενάγουσες να πληροφορηθεί την πρόθεση της για ανανέωση της ενοικίασης του χώρου και οι ενάγουσες με επιστολή τους ημερ. 16/04/2007 (Τεκμ. 11), τους πληροφόρησαν ότι δεν προτίθενται να αξιοποιήσουν το οικόπεδο, στο οποίο λειτουργούσε το πρατήριο και επομένως δεν ζητούν τερματισμό του συμβολαίου ενοικίασης με την Petrolina, η οποία επιστολή εκοινοποιήθη στην Petrolina. Όπως αναφέρει στην επιστολή του ο κ. Γιώργος Χριστοδούλου ημερ. 27/04/2007 (Τεκμ. 19
(10)) προς την Petrolina, στην Γενική Συνέλευση του Παγκυπρίου Συνδέσμου Πρατηριούχων της Petrolina που έγινε στις 26/04/2007 στην Κοφίνου, μεταξύ άλλων συνεζητήθη και το θέμα της κατοχύρωσης του επαγγέλματος των πρατηριούχων και η Petrolina έκανε πρόταση και δεσμεύτηκε προφορικά όπως σε περίπτωση που για λόγους που δεν μπορεί να αποφύγει, είτε λόγω άρνησης των ιδιοκτητών της γης να ανανεώσουν το συμβόλαιο ενοικίασης του χώρου, είτε για λόγους που επιβάλλονται από τις Αρχές, υποχρεωθεί να τερματίσει την λειτουργία ενός Πρατηρίου, η Petrolina αναλαμβάνει να παραχωρήσει το πρώτο πρατήριο που θα ανεγείρει στην ίδια πόλη στον Πρατηριούχο που θα χάσει το Πρατήριο. Η Γενική Συνέλευση απεφάσισε να δεχθεί την πρόταση με την προϋπόθεση ότι θα δοθεί επίσημα γραπτώς από την Εταιρεία. Ακολούθησε συνάντηση του μάρτυρα και του Πολύδωρου Μαρκίδη στην παρουσία του Συμβουλίου του Συνδέσμου Πρατηριούχων της Petrolina, στη Λάρνακα όπου οι αντιπρόσωποι της Petrolina αρνήθηκαν να επιβεβαιώσουν εγγράφως την υποχρέωση που ανέλαβαν να παραχωρήσουν στην ARUSHA το πρώτο Πρατήριο που θα ανεγείρει η Petrolina στη Λεμεσό κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις και με τους ίδιους όρους των άλλων Πρατηριούχων. Οι εναγόμενοι με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 04/07/2007 (Τεκμ. 16), προς την ARUSHA, ισχυρίσθηκαν ότι η ARUSHA παρέβηκε την υποχρέωση και δέσμευση να καταβάλει μέρος του ενοικίου με αποτέλεσμα η Petrolina να καταβάλλει Λ.Κ.3.300,00 για το πρατήριο το οποίο είναι ασύμφορον. Ήταν η θέση του μάρτυρα πως εάν η λειτουργία του Πρατηρίου κατέστη ασύμφορη τούτο οφείλεται αποκλειστικά στους εναγόμενους και τους αδελφούς Λευκαρίτη οι οποίοι κατά ή περί το 1994 αγόρασαν 2 Πρατήρια ένα στην οδό Θεσσαλονίκης και ένα στην οδό Αγίας Φυλάξεως, οι οποίες καταλήγουν στη Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ' σχηματίζοντας το τρίγωνο στο οποίο λειτουργεί το Πρατήριο με αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά ο κύκλος εργασιών του Πρατηρίου, το οποίο η εναγόμενη τα τελευταία 10 χρόνια παραμέλησαν τελείως χωρίς να προβεί σ' οποιαδήποτε συντήρηση. Η ARUSHA με επιστολή προς τους δικηγόρους των εναγομένων ημερ. 31/0/2007, (Τεκμ. 19
(16)), απέρριψε τους ισχυρισμούς των τονίζοντας ότι η απαίτηση τους αντίκειται στον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο διότι δεν στοιχειοθετούνται λόγοι εξώσεως και ότι η συμπεριφορά της Petrolina είναι καταπιεστική και συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και παράβαση της επικρατούσης πρακτικής. Περαιτέρω ετόνισε ιδιαιτέρως την υποχρέωση των εναγομένων να συνεχίσουν να τροφοδοτούν την ARUSHA ως και προηγουμένως επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα τους για την ζημίαν που θα υποστούν από τις πράξεις ή παραλείψεις των εναγομένων. Οι εναγόμενοι σ' απάντηση των δικηγόρων τους (Τεκμ. 19
(17)προς τον δικηγόρον της ARUSHA τους επληροφόρησαν ότι δεν αποδέχονται το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 31/07/2007. Η ARUSHA στις 23/08/2007 παρήγγειλε εις τους εναγόμενους πετρελαιοειδή ως και προηγουμένως αλλά αρνήθηκαν να τους προμηθεύσουν και έτσι η ARUSHA με επιστολή της ημερ. 27/08/2007, (Τεκμ. 19
(18)) τους κατέστησε υπεύθυνους για τη ζημία που θα υποστεί λόγω της αρνήσεως τους. Οι εναγόμενοι με επιστολή των δικηγόρων τους προς την ARUSHA ΗΜΕΡ. 28/08/2007 ανέφεραν σ' αυτούς ότι η συμφωνία έχει τερματισθεί, το Πρατήριο δεν έχει άδεια λειτουργίας και ότι έχει ήδη εκδοθεί άδεια κατεδάφισης του, πράγμα το οποίο αγνοούσε η ARUSHA. H ARUSHA με επιστολή του δικηγόρου της προς τους εναγόμενους ημερ. 10/09/2007, (Τεκμ. 19
(19)) επιδοθείσης εις τους εναγόμενους την 11/09/2007 και τον δικηγόρο τους την 12/09/2007 μεταξύ άλλων ανέφεραν ότι η ενέργεια να διακόψουν μονομερώς την συνεργασία και η άρνηση να τροφοδοτήσουν την ARUSHA συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος και παραβιάζει τα χρηστά ήθη και την επικρατούσα πρακτική και είναι καθαρά εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της απέναντι στην ARUSHA και παραβιάζουν τις αρχές του υγιούς ανταγωνισμού κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 του 207/89 και τους εκάλεσαν να επαναρχίσουν αυθημερόν την τροφοδοσία των πελατών τους άλλως θα απευθυνθούν στην ΕΠΑ και θα λάβουν δικαστικά μέτρα για εξαναγκασμό τους. Οι εναγόμενοι διά των δικηγόρων τους απάντησαν στην πιο πάνω επιστολή των ημερ. 12/09/2007 απορρίπτοντας το περιεχόμενο της επαναλαμβάνοντας τους ίδιους ισχυρισμούς ως και προηγουμένως. Η ARUSHA από την 31/08/2007 αναγκάσθηκε να διακόψει την λειτουργία του πρατηρίου λόγω ελλείψεως πετρελαιοειδών και εκτός του ότι υφίσταται τεράστια απώλεια και ζημία έμειναν άνεργοι και 4 άτομα τα οποία εργάζονταν στο πρατήριο. Η ARUSHA κατεχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εναντίον των εναγομένων την αγωγή 398/08 (Τεκμ. 19
(14)και την Έκθεση Απαιτήσεως (Τεκμ. 19
(14)στην οποία οι εναγόμενοι καταχώρησα την Υπεράσπιση (Τεκμ. 19
(15)). Κατέληξε ο μάρτυρας, τονίζοντας τη θέση ότι ο ισχυριζόμενος από τους εναγόμενους τερματισμός της μεταξύ τους συμφωνίας, συνεργασίας και ενοικιάσεως είναι παράνομος και ανενεργός, διότι δεν συντρέχει και ούτε και επικλήθηκε από τους εναγομένους οποιοσδήποτε από τους προβλεπόμενους από τον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο και ο ισχυριζόμενος τερματισμός έγινεν καταχρηστικά και με μόνον σκοπόν να στερήσουν από την ARUSHA τα νόμιμα και συμβατικά δικαιώματα τους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Έχω ακούει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες να καταθέτουν και παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αποδέχομαι χωρίς κανένα απολύτως ενδοιασμό την κατάθεση του ΜΕ1 κας Θ. Ιωαννίδου. Ήταν απόλυτα ειλικρινής, σαφής, με συνέπεια και συνοχή στο λόγο και στην έκφραση. Απαντούσε χωρίς διασταγμό ή υπεκφυγή και η μαρτυρία της συνάδει πλήρως τόσο με τα δικόγραφα όσο και τα κατατεθέντα τεκμήρια. Αξιοσημείωτο είναι πως δεν αμφισβητήθηκε είτε από τον τριτοδιάδικο, αλλά ούτε και από τον συνήγορο του εναγομένου, ο οποίος αποδέχθηκε στην αγόρευση του, πως η Μ.Ε.1, ήταν ειλικρινής. Θα πρέπει επίσης να παρατηρηθεί πως τα μόνα σημεία στα οποία αμφισβητήθηκε πέραν των νομικών θεμάτων ήταν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου και η σχέση της με έκδοση των αδειών κατεδάφισης. Αμφότερα τα θέματα αυτά όμως επιλύθηκαν με την δήλωση παραδεκτών γεγονότων. Ο Μ.Υ.1, ενώ σε μερικά ζητήματα παρουσίασε ορθά και με σαφήνεια τα γεγονότα, όσα κυρίως βασίζοντο σε τεκμήρια και έγγραφο, σε άλλα, και ιδίως στο καίριο θέμα της μη παράδοσης του ακινήτου και της ενυπάρχουσας κατ' ισχυρισμό αδυναμίας παράδοσης, ήταν ασαφής και αντιφατικός με ό,σα τα έγγραφα αναδείκνυαν και υπήρξε ασυνεπής με προηγούμενες του δηλώσεις και κυρίως με την ένορκη δήλωση του ημερ. 2.6.08 η οποία είχε καταχωρηθεί για υποστήριξη ένστασης της εναγομένης σε αίτηση των εναγουσών για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Σε εκείνη την Ένορκη Δήλωση καμία μνεία ή αναφορά γίνεται για παράδοση του ακινήτου ή για ύπαρξη άδειας καταδάφισης. Όταν ρωτήθηκε για αυτή την διαφορά, απάντησε πως δεν γνώριζε το λόγο ή το απέδιδε σε παράλειψη στις ενάγουσες. Ενώ ήθελε να παρουσιάσει τις ενάγουσες να γνωρίζουν για την αίτηση και έκδοση άδειας κατεδάφισης δέχθηκε ότι ο ίδιος κατέθεσε την αίτηση στο αρμόδιο τμήμα και ότι τα τέλη τα κατέβαλε η εναγόμενη. Υπέθετε και επέμενε ότι οι ενάγουσες πρέπει να ειδοποιήθηκαν για την έκδοση της άδειας αλλά δεν μπορούσε όπως είπε να το αποδείξει. Από το Τεκμήριο 10, όμως, φαίνεται πως η σχετική άδεια απεστάλη με τηλεομοιότυπο στις ενάγουσες, από εκπρόσωπο της εναγομένης, στις 24.7.
  1. Πολλά από τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και τεκμήρια διαψεύδουν σημαντικές εκδοχές του. Αναφέρονται χαρακτηριστικά πως επιμένει ότι το ακίνητο παραδόθηκε στις ενάγουσες αλλά με τα παραδεκτά γεγονότα δηλώνεται ότι το ακίνητο παραδόθηκε σε αυτές τον Μάρτιο του
  2. Μια άλλη, ανακόλουθη με τις θέσεις του, αντίληψη είναι πως: η εναγομένη θα διέπραττε ποινικό αδίκημα αν εισερχόταν στο ακίνητο, ενώ οι ενάγουσες θα έπρεπε να εισέλθουν να το παραλάβουν, παρά το γεγονός ότι και αυτές θα διέπρατταν το ίδιο αδίκημα. Ο μάρτυρας που κλήθηκε για τους τριτοδιαδίκους ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικός, σε σχέση κυρίως με τους λόγους που τους ώθησαν να μην παραδίδουν το ακίνητο στην εναγόμενη. Ανέφερε αρχικά ότι είχαν λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους τους ότι η εναγόμενη παράνομα διέκοψε την προμήθεια καυσίμων. Και παρά το γεγονός τούτο και ότι η κατοχή του δεν πρόσφερε πλέον τίποτα στους τριτοδιαδίκους, το «κρατούσαν» ως τρόπο αντίδρασης. Συμφώνησε ότι ανεπίσημα άκουσαν σχόλια για τη μη ανανέωση της άδειας λειτουργίας, αλλά όπως το έθεσε, η διαφορά δεν ήταν αυτή. Δέχθηκαν τον τερματισμό «ως αναγκαίο κακό» και έστρεψαν την προσοχή τους στο νέο πρατήριο που ανέμεναν να τους δώσουν. Εν κατακλείδι «ομολόγησε» ότι σκοπός τους ήταν να δυσκολέψουν την εναγομένη με το να πληρώνει ενοίκιο στις ενάγουσες χωρίς να χρησιμοποιεί το πρατήριο. Κατά τα άλλα, κρίνεται ότι η μαρτυρία του για τις διάφορες συναντήσεις και συζητήσεις ήταν ορθή, αφού επιβεβαιώνεται και από το εκ συμφώνου κατατεθειμένο Τεκμήριο
  3. ΑΞΙΩΣΗ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ Θα προχωρήσω εξετάζοντας τη διαφορά μεταξύ εναγουσών-εναγόμενης και εν συνεχεία την υπόθεση μεταξύ εναγομένης και τριτοδιαδίκου. Με όσα ανωτέρω καταγράφηκαν, είναι φανερό ότι η διαφορά δεν έγκειται στα γεγονότα, αφού αυτά εν πολλοίς είναι παραδεκτά. Η διαφορά εντοπίζεται στη νομική ερμηνεία των γεγονότων, της αποστολής της επιστολής εκ μέρους των εναγομένων προς τις ενάγουσες (Τεκμ. 7) για παραλαβή του ακινήτου, την ημερομηνία της παράδοσης και τις συνέπειες σε θέματα αποζημιώσεων. Από την ανωτέρω παρατεθείσα μαρτυρία αποδέχομαι εξ ολοκλήρου αυτή της ΜΕ1, η οποία και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου για να αποφευχθεί άσκοπή επανάληψη της και επισημαίνονται τα εξής: 1) Με την επιστολή (Τεκμ. 7) οι εναγόμενοι καλούσαν τις ενάγουσες να παραλάβουν το επίδικο ακίνητο την 1/9/07 δηλαδή σε περίοδο 2 ημερών. 2) Η εναγόμενη δυνάμει των συμφωνιών της με τις ενάγουσες Τεκμ. 2,3,4,5 είχε υποχρέωση να παραδώσει το ακίνητο στην κατάσταση που το παρέλαβε, κατεδαφίζοντας ό,σα κτίρια ανήγειρε. 3) Την ημερ. που καλούσε τις ενάγουσες να παραλάβουν το ακίνητο, κανένα από τα κτίρια είχε κατεδαφίσει, ούτε μετακίνησε τις δεξαμενές καυσίμων ή τις αντλίες. 4) Η πραγματική παράδοση του ακινήτου από την εναγομένη στις ενάγουσες έγινε την 1/3/
  4. 5) Η εναγόμενη κατέβαλε ενοίκιο μέχρι την 30/8/
  5. Έκτοτε από 1/9/07 μέχρι 28/2/10 δεν κατέβαλε κανένα τίμημα. 6) Εξεδόθη άδεια κατεδάφισης των κτιρίων και υποστατικών (Τεκ.10) ημερ. 27.7.07, η οποία γνωστοποιήθηκε στις ενάγουσες μετά την καταχώρηση της αγωγής. 7) Για το συγκεκριμένο πρατήριο βενζίνης ο Δήμος Λεμεσού δεν ενέκρινε την έκδοση άδειας λειτουργίας του για το 2005 (επιστολή ημερ. 2.2.07 Τεκμήριο 13). Με βάση τα ανωτέρω εξετάζονται οι αξιώσεις των εναγουσών όπως στην αρχή της απόφασης καταγράφησαν. Α. Το λεκτικό της επιστολής (Τεκμ. 7) είναι σαφές και ενδεικτικό της πρόθεσης της εναγομένης να τερματίσει την μετά των εναγουσών συμφωνία ενοικίασης. Αυτό εξάλλου είναι αποδεκτό και από τον συνήγορο της ιδίας. Συνεπώς εκδίδεται δήλωση ως η παρ. 13Α της έκθεσης απαίτησης. Β. Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, η τελευταία γραπτή συμφωνία παράτασης της συμφωνίας ενοικιάσεως έγινε στις 14/2/06 (Τεκμ. 6) με διάρκεια ενός έτους, δηλαδή μέχρι τις 28.2.
  6. Η εναγομένη εξακολουθούσε να κατέχει το ακίνητο από 1/3/07 μέχρι 31/8/07 (ημερ. αποστολής του Τεκμ. 7) και κατέβαλε τα δεδουλευμένα ενοίκια. Έπεται επομένως, πως υπήρξε σιωπηρά και διά της διαγωγής ανανέωση της ενοικίασης και της συμφωνίας η οποία δέσμευε τα μέρη και η εναγομένη υπέχει τις ίδιες υποχρεώσεις που προβλέπονται από την αρχική συμφωνία. Συναφείς για επίλυση των νομικών θεμάτων του τερματισμού και των συνεπειών του είναι οι πιο κάτω όροι της συμφωνίας: · Όρος 4: "Ο ενοικιαστής υποχρεούται, κατόπιν της εκπνοής της μισθώσεως ή της προηγούμενης τερματίσεως ταύτης να παραδώση το κτήμα εις οίαν κατάστασιν το παρέλαβε εκτός εάν άλλως πως ήθελε συμφωνηθή μεταξύ των συμβαλλομένων. Εν πάσει όμως περιπτώσει, εάν ο ενοικιαστής παραδώση το κτήμα ισοπεδωμένον, θα θεωρήται ότι εξεπλήρωσε πάσας τας υποχρεώσεις του τας απορρεούσας εκ της παραγράφου ταύτης και εν τοιαύτη περιπτώσει δεν θα υποχρεούται να επαναφέρη το κτήμα εις οίαν κατάστασιν το παρέλαβε. · Όρος 8: "O ενοικιαστής θα δικαιούται, άνευ της προηγούμενης συγκαταθέσεως του ιδιοκτήτου, να υπενοικιάζη το κτήμα ή οιονδήποτε μέρος τούτου ή να παραχωρή ή εκχωρή άδειαν ή δικαίωμα χρησιμοποιήσεως του κτήματος ή οιουδήποτε μέρους τούτου εις τρίτον ή τρίτα πρόσωπα δι' οιονδήποτε σκοπόν επιτρεπόμενον υπό της παρούσης συμφωνίας και υπό τοιούτους όρους ως ο ενοικιαστής ήθελε θεωρήση πρέπον. Νοείται ότι ο ενοικιαστής θα εξακολουθή να είναι πάντοτε ο μόνος υπεύθυνος απέναντι του ιδιοκτήτου δυνάμει ή βάσει των προνοιών της παρούσας συμφωνίας". Έπεται επομένως πως η εναγόμενη όφειλε να παραδώσει το ακίνητο εις την κατάσταση που το παρέλαβε. Το γεγονός πως προβάλλονταν εκ μέρους των τριτοδιαδίκων προσκόμματα και προβλήματα, αυτό δεν δικαιολογεί την εναγομένη, αλλά ούτε και την απαλλάσσει από τη συμβατική της υποχρέωση. Υποχρέωση την οποία και η ίδια γνώριζε ότι υπέχει, γι' αυτό και καταχώρησε την αίτηση έξωσης Ε139 εναντίον των τριτοδιαδίκων. Γ. Παράτυπος τερματισμός - Μη εύλογη προειδοποίηση Με το Τεκμήριο 7 επιστολή τερματισμού παρεχόταν χρόνος 2 ημερών στις ενάγουσες να παραλάβουν κατοχή του ακινήτου. Η συμφωνία ενοικίασης (Τεκμ. 2) αλλά και οι επόμενες αυτής, δεν καθορίζουν συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για επιστολή τερματισμού. Σε τέτοια περίπτωση, απαιτείται προειδοποίηση ευλόγου χρόνου, το εύλογο του οποίου αποτελεί πραγματικό γεγονός και κρίνεται υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Σκοπός της ειδοποίησης είναι να πληροφορήσει σαφώς και εγκαίρως το πρόσωπο προς το οποίο δίδεται η ειδοποίηση, είτε τούτο είναι ενοικιαστής είτε ιδιοκτήτης, ώστε να μπορέσει να προγραμματίσει τις επόμενες ενέργειες του (Χαρίκλεια Κύπρου ν. Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(2007)1 ΑΑΔ 241, Iris Development Ltd v. Λαζαρίδη
(2000)1Γ ΑΑΔ 1504). Όπως ορθά έχει υποδείξει ο συνήγορος των εναγουσών, σε μια συμβατική σχέση συνολικής διάρκειας 45 χρόνων, προειδοποίηση δύο ημερών όπως αυτή που δόθηκε, κάθε άλλο παρά εύλογη μπορεί να χαρακτηρισθεί. Αν αναλογισθεί κάποιος και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της επίδικης μίσθωσης, τότε το μη εύλογο της δοθείσας προειδοποίησης καθίσταται βέβαιο. Δεδομένου ότι η συμβατική ενοικίαση δεν έχει ρητά ανανεωθεί, και η ενοικίαση κατέστη ενοικίαση από μήνα σε μήνα (Μιχαήλ ν. Βαβέλ (ανωτέρω), Glykys v. Ioannides (1959-60) 2 C.L.R. 220) τότε απαιτείτο η ειδοποίηση τερματισμού να έδιδε χρόνο και προθεσμία τουλάχιστο ενός μηνός. Υποχρέωση που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τηρήθηκε και συνεπώς κρίνεται πως δεν υπήρξε έγκυρος και νόμιμος τερματισμός εκ μέρους της εναγομένης. Εκδίδονται επομένως δηλωτικές αποφάσεις ως οι παρα. 13Β και Γ της έκθεσης απαίτησης. Σημειώνεται περαιτέρω πως οι αξιώσεις αυτές και τα γεγονότα που τις στηρίζουν και νομικές επιπτώσεις από αυτά, δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Εκείνο που έντονα αμφισβήτησαν και έθεσαν με την αγόρευση τους οι εναγόμενοι, είναι τις αξιώσεις για αποζημιώσεις και ενοίκια που οφείλει η εναγομένη προς τις ενάγουσες. Ο συνήγορος των εναγουσών αναφερόμενος στη χρηματική θεραπεία, τονίζει ότι αυτό που επιζητείται είναι ένας συγκερασμός των αξιώσεων υπό Ε, ΣΤ και Ζ της έκθεσης απαίτησης. Δηλαδή η καταβολή του συμφωνημένου ενοικίου από τον τερματισμό της ενοικίασης μέχρι και την παράδοση του ακινήτου (1/3/10) δηλαδή για τους μήνες Σεπτέμβριο 2007 μέχρι και Φεβρουάριο 2010, συνολικό ποσό €160.411,80 (ήτοι €5.347,06 ενοίκιο επί 30 μήνες). Προς επίρρωση της θέσης του, παρέπεμψε στο Halsbury's Laws of England, 4th Edition, vol 27, para. 255: "The landlord may recover in an action for mesne profits the damages which he has suffered through being out of possession of the land or, if he can prove no actual damage caused to him by the defendant's trespass, the landlord may recover as mesne profits the amount of the open market value of the premises for the period of the defendant's wrongful occupation. In most cases the rent paid under the expired tenancy will be strong evidence as to the open market value". Η άποψη του συνηγόρου της εναγομένης εκφράζεται τελείως διαφορετικά υποδεικνύοντας πως οι αποζημιώσεις σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η αγοραία αξία του ακινήτου. Οι ενάγουσες δεν πρόσφεραν καμία μαρτυρία για την αξία αυτή και δεδομένης τούτης της παράλειψης δεν έχουν αποδείξει τις σχετικές αξιώσεις τους. Παρέπεμψε στην υπόθεση Χρ. Α. Κουκούνη υπό της ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Κουκούνη κ.α. ν. 1. Γεωργίου Νικολάου κ.α. όπου το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επιδίκασε αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση των εφεσειόντων μετά τον τερματισμό της συμφωνίας συνεκμετάλλευσης την 31/12/1996, ήτοι από την 1/1/1997 και εφεξής, αφού δεν δικογραφήθηκε σχέση ιδιοκτήτη εναντίον παράνομου επεμβασία από την 1/1/1997, δεν υπήρξε ανάλογο αιτητικό για αποζημίωση, και ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για την ενοικιαστική αξία του εστιατορίου από την 1/1/1997 και εφεξής. Απαντώντας ο συνήγορος των εναγουσών στο επιχείρημα τούτο, υπέδειξε πως τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στην έκθεση υπεράσπισης και πως ουδέποτε ειπώθηκε ή υπαινίχθηκε ότι η βάση της αξίωσης των εναγουσών είναι η παράνομη επέμβαση. Σε σχέση με τα ανωτέρω, παρατηρείται πως στην Κουκούνη δεν υπήρχε σχέση ιδιοκτήτη - ενοικιαστή, ούτε συμφωνημένο ενοίκιο, το οποίο να αποτελεί τη βάση για απόδοση αποζημιώσεων ή ενδιάμεσων ενοικίων. Από τη μελέτη της έκθεσης απαίτησης στην κρινόμενη υπόθεση διαπιστώνεται πως η βάση της αξίωσης των εναγουσών είναι η απόδοση των ενοικίων, και η παράδοση της κατοχής του ακινήτου, στην κατάσταση που το παρέλαβε η εναγομένη. Η τελευταία παρά την αποστολή του Τεκμ. 7, εξακολουθούσε να κατέχει το ακίνητο, και καταχώρησε αίτηση έξωσης εναντίον της τριτοδιαδίκου εταιρείας (Τεκμ. 19
(12)) εισπράττοντας μάλιστα ενοίκια (Τεκμ. 25). Οι αποφάσεις στις οποίες ο συνήγορος της εναγομένης παρέπεμψε το Δικαστήριο Αndrian Holdings v. Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1636 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. MUAZZEZ EDHEM BAHCHECIOGLOU
(1998)1 ΑΑΔ 426, αφορούσαν παράνομη επέμβαση επί ακινήτου ιδιοκτησίας, όπου εκείνοι οι οποίοι εισήλθαν και κατείχαν δεν είχαν κανένα δικαίωμα επ' αυτής. Οι ενάγουσες, δεν εξεδήλωσαν πρόθεση έξωσης της εναγομένης, ούτε την θεώρησαν παράνομο επέμβαση, αλλά η ίδια η εναγομένη εκδήλωσε πρόθεση εγκατάλειψης και παράδοσης του ακινήτου, την οποία δεν πραγματοποίησε παρά μόνο τον Μάρτιο του 2010. Παρά τις ανωτέρω υποδείξεις, οφείλει το Δικαστήριο να εξετάσει τη νομική θέση της εναγομένης σε σχέση με το ακίνητο. Οι ενάγουσες, αποφεύγουν να χαρακτηρίσουν παράνομη την κατοχή του ακινήτου από την εναγόμενη. Η τελευταία, βέβαια, δεν προσδίδει τέτοιο χαρακτηρισμό στην κατοχή του ακινήτου, αλλά στην Έκθεση Υπεράσπισης της αναφέρεται στον τερματισμό της ενοικίασης και την υποχρέωση παραλαβής του ακινήτου από τις ενάγουσες. Στην ίδια δε την Έκθεση Υπεράσπισης γίνεται αμφισβήτηση του ισχυρισμού των εναγουσών για οικονομική απώλεια και ζημιά. Οι ενάγουσες παρά το γεγονός ότι οι ίδιες δεν εξεδήλωσαν πρόθεση έξωσης της εναγόμενης, όμως: Αποδέχθηκαν την πρόθεση της να εγκαταλείψει το ακίνητο και την κάλεσαν να το παραδώσει στην κατάσταση που το παρέλαβε τάσσοντας την προθεσμία 10 ημερών (Τεκ. 9). Αξιώνουν με την Έκθεση Απαίτησης, ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου. Δεν επέμειναν στην εφαρμογή της σύμβασης ενοικίασης και στην παραμονή της εναγομένης ως ενοικιάστριας. Το νομικό επακόλουθο τούτου και η συνέπεια, ήταν πως η εναγόμενη κατέστη επεμβασίας επί του ακινήτου των εναγουσών, (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένως Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 882, Δρυάδης v. Καλησπέρας
(1998)1 ΑΑΔ 881) τουλάχιστον από την καταχώριση της αγωγής. Σε τέτοια περίπτωση, σίγουρα οι ενάγουσες δικαιούνται σε αποζημιώσεις σε ενδιάμεσα κέρδη και/ή οφέλη (mense profits) μέχρι την παράδοση σε αυτές του ακινήτου. Σύμφωνα με την Αγγλική Νομολογία, ο ορθός τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση είναι με βάση την ενοικιαστική αξία της ακίνητης περιουσίας σε σχέση με τη σχετική χρονική περίοδο της επέμβασης και της χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 882, όπου λέχθηκε ότι το μέτρο της αποζημίωσης για παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη, ότι δηλαδή το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό και αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος (Γ. Εισαγγελέας v. Bahchecioglou
(1998)1 ΑΑΔ 426). Στην κρινόμενη περίπτωση, ναι μεν δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από εμπειρογνώμονα για την ενοικιαστική αξία του κτήματος, όμως το συμφωνηθέν και συμβατικό ενοίκιο αποτελεί ισχυρή απόδειξη και μαρτυρία για την αξία αυτή και ταυτόχρονη απώλεια του ιδιοκτήτη (δέστε Halsbury's (ανωτέρω)). Λέχθηκε επίσης στη Glyky's (ανωτέρω) σχετικά με το ίδιο θέμα: " With regard to the amount, it seems that the trial Judge took as a measure the rental value of the shop at the material time which we think is not a wrong measure (see: Clifton Securities Ltd v. Huntley and others
(1948)2 All E.R. pp 283-284." Σημειώνεται περαιτέρω πως η εναγομένη, με την Έκθεση υπεράσπισης της δεν αμφισβήτησε το ύψος του ενοικίου, αλλά αντίθετα τόσο με την προσαχθείσα μαρτυρία όσον και τα τεκμήρια επιβεβαιώθηκε. Κρίνεται συνεπώς πως και στην παρούσα περίπτωση, το συμβατικό και καταβαλλόμενο από τους ενοικιαστές ενοίκιο, αποτελεί επαρκή απόδειξη και μέτρο αποτίμησης της απώλεια των εναγουσών. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγουσών και εναντίον της εναγομένης για ποσό €160.411,18 πλέον έξοδα πως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΡΙΤΟΔΙΑΔΙΚΩΝ Θεωρώ σκόπιμο προτού εξετάσω το σχετικό ζήτημα να υπενθυμίσω την νομική πτυχή της διαδικασίας τροτοδιαδίκου όπως διαμορφώθηκε από τη Νομολογία. Η Διαδικασία Τριτοδιάδικου αντλεί την προέλευσή της από τη Δ.16 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, των οποίων οι βασικές πρόνοιες είναι όμοιες με τις πρόνοιες της δικής μας Δ.10. Η διαδικασία αυτή δημιουργήθηκε στην Αγγλία με το Νόμο Judicature Act 1873 και θεωρήθηκε ότι ήταν μια διαδικασία ανάλογη με αγωγή, που καταχωρείτο από τον εναγόμενο σε υπάρχουσα αγωγή εναντίον του τριτοδιάδικου. Ο εναγόμενος σε τέτοια περίπτωση εθεωρείτο ενάγων και ο τριτοδιάδικος εναγόμενος. Επομένως, η Ειδοποίηση Τριτοδιάδικου υπέχει μορφή αγωγής του εναγόμενου εναντίον του τριτοδιάδικου (βλ. McCheane v. Jyles
(1902)1 Ch.D. 287). Μετά την επίδοση της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου, ο τριτοδιάδικος καθίσταται διάδικος στην αγωγή αυτή και έχει τα ίδια δικαιώματα σχετικά με την υπεράσπισή του ως εάν να είχε εναχθεί με κανονική αγωγή από τον εναγόμενο. Ο τριτοδιάδικος όμως, δεν είναι εναγόμενος στην υφιστάμενη αγωγή του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου, εκτός αν ο ενάγων αποφασίσει και τον καταστήσει συνεναγόμενο. Η Διαδικασία Τριτοδιαδίκου είναι εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την προϋπάρχουσα αγωγή (Βλ. Stott v. West Yorkshire Road Car Co. [1971] 3 All E.R. 534, Annual Practice 1958, σελ. 381 κ.ε.) Σκοπός της Διαδικασίας Τριτοδιαδίκου είναι η αποφυγή πολλαπλότητας αγωγών, η αποφυγή εξόδων, η δέσμευση του τριτοδιάδικου με το αποτέλεσμα αγωγής μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου και η δυνατότητα απόφασης επί του θέματος που σχετίζεται με τη διαδικασία τριτοδιάδικου αμέσως μετά την απόφαση στην αγωγή, για να μην είναι αναγκασμένος ο εναγόμενος να περιμένει να αποδείξει την αξίωσή του εναντίον του τριτοδιάδικου με άλλη αγωγή ενώ ο ενάγων θα έχει την ευκαιρία να εκτελέσει την απόφαση εναντίον του. Η αρχή αυτή διατυπώθηκε στη σημαντική για την εποχή απόφαση στην υπόθεση Barclays Bank v. Tom [1923] 1 KB 221 στη σελίδα 226. Αυτή η αρχή ακολουθήθηκε αργότερα από την The Normar [1968] 1 All E.R. 753 και την Chatsworth Investments v. Amoco Ltd [1968] 3 All E.R. 357. (Νικήτα ν. Medcon Constructions Ltd κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ, 643, 653. Η απαίτηση για συνεισφορά βασίζεται όπως καταγράφεται στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης της εναγομένης προς τους τριτοδιαδίκους, στο γεγονός ότι κατέχουν παράνομα το επίδικο ακίνητο παρά το ότι δεν λειτουργεί σε αυτό πρατήριο πετρελαιοειδών και οι τριτοδιάδικοι αρνούνται να το παραδώσουν και αρνούνται να καταβάλουν ενοίκια. Για τούτο σύμφωνα με την παράγραφο 11, αξιώνεται διάταγμα συνεισφοράς, καθότι η απαίτηση των εναγουσών, προέρχεται από ευθύνη των τριτοδιαδίκων καθότι κατέχουν το ακίνητο από την 21.1.2000 και οιονδήποτε διάταγμα έξωσης τυχόν εκδοθεί, αφορά και τους τριτοδιαδίκους επειδή έχουν την πραγματική κατοχή του ακινήτου και αρνούνται να το παραδώσουν στην εναγόμενη. Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, εκ μέρους των τριτοδιαδίκων εγέρθηκε ένσταση αναρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, αφού θεωρούν ότι η διαφορά εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Ουσιώδη για την υπόθεση στοιχεία είναι το γεγονός της ενοικίασης του ακινήτου από την εναγομένη προς τους τριτοδιαδίκους. Η ιδιότητα των τριτοδιαδίκων ως πρατηριούχοι πώλησης καυσίμων. Η αποστολή από την εναγόμενη προς τους τριτοδιαδίκους των επιστολών τεκμηρίων 14, 15 και 19
(9)με την οποία η πρώτη ανακοίνωνε στην δεύτερη ότι τερματίζει τη μεταξύ τους συνεργασία. Η κατοχή εκ μέρους των τριτοδιαδίκων του ακινήτου μετά τη λήψη των ανωτέρω επιστολών μέχρι και τον Ιανουάριο του 2010, όπου, παραδεκτά, παρέδωσαν την κατοχή του ακινήτου στην εναγόμενη. Ο συνήγορος των τριτοδιαδίκων υποδεικνύει ότι οι ίδιοι οι εναγόμενοι αυτοανατρέπουν τον ισχυρισμό τους, ότι έχει δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο με τις αναφορές και ισχυρισμούς στους οποίους προέβηκαν σε άλλες διαδικασίες, κατά τις οποίες επικαλούντο δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων: - Συγκεκριμένα στην αγωγή 398/08 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, την οποία οι νυν τριτοδιάδικοι καταχώρισαν εναντίον των νυν εναγομένων, οι εναγόμενοι Petrolina με την Έκθεση Υπεράσπιση τους (Τεκ.19
(16)αναφέρουν ότι «οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι το Ε.Δ. Λάρνακας δεν έχει δικαιοδοσία. Καθότι αφορά διαφορά που προέκυψε με λόγο σχέσης μεταξύ πρατηριούχου και εταιρείας πετρελαιοειδών, η οποία εμπίπτει στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/83 και μόνο αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων». - Mε καταχώριση ενόρκων δηλώσεων για υποστήριξη ένστασης εκ μέρους των εναγομένων, όπου επικαλούνται την προστασία του περί Ενοικιοστασίου Νόμο. - Με την καταχώριση εναντίον των τριτοδιαδίκων της αίτησης έξωσης Ε169/08 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού (Τεκ.19
(12)). Ο συνήγορος της εναγομένης θεωρεί πως η εναγομένη εγκλωβίστηκε στις πρόνοιες του περί Ενοικοστασίου Νόμου. Παρατηρεί πως όταν είχε αρχικά ενοικιαστεί το επίδικο ακίνητο, δεν βρισκόταν σε ισχύ ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος και επομένως η εναγόμενη θα μπορούσε εύκολα σε περίπτωση που θα έπρεπε να παραδώσει το ακίνητο στους ιδιοκτήτες, να πάρουν την κατοχή από τους ενοικιαστές. Δυστυχώς για την εναγόμενη αναφέρει ο συνήγορος, με τη ψήφιση του περί Ενοικοστασίου Νόμου, τα πράγματα έγιναν πολύ δύσκολα γι' αυτούς καθότι παρόλο που είχαν καλό λόγο για να ανακτήσουν την κατοχή από τους τριτοδιάδικους, δεν μπορούσαν να το πράξουν αφού οι τριτοδιάδικοι ενώ προηγουμένωςδεν ήταν θέσμιοι ενοικιαστές, με την τροποποίηση του εν λόγω Νόμου το 1995 κατέστησαν θέσμιοι ενοικιαστές και ως εκ τούτου η έξωση τους μπορούσε να γίνει μόνο εφόσον συνέτρεχαν συγκεκριμένοι λόγοι που αναφέρονται στον εν λόγω Νόμο, πράγμα που δεν συνέβαινε στη δική τους περίπτωση. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο συνήγορος της εναγομένης, ότι από την πλευρά τους οι ενάγουσες νόμιμα ζητούσαν την ελεύθερη κατοχή του ακινήτου από την εναγόμενη και από την άλλη ένας άλλος νόμος (εννοεί τον περί Ενοικιοστασίου) εμπόδιζε την εναγομένη να συμμορφωθεί και να πράξει όσα έπρεπε να πράξει έναντι των εναγουσών. Θεωρεί ότι η προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να ευσταθήσει διότι δεν ζητούνται από τους τριτοδιαδίκους ενοίκια ή οποιαδήποτε άλλα θέματα που ρυθμίζονται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, αλλά συνεισφορά, εφόσον καταδειχθεί πως οι τριτοδιάδικοι φέρουν ευθύνη για τη ζημιά που προκλήθηκε στους ενάγοντες. Αποδέχεται ο συνήγορος ότι μετά την τροποποίηση του Νόμου, οι τριτοδιάδικοι κατέστησαν θέσμιοι ενοικιαστές, αλλά συνεπεία τούτου, οι εναγόμενοι δεν μπορούσαν να ανακτήσουν από αυτούς την κατοχή του ακινήτου. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με το συνήγορο της εναγομένης ότι το θέμα της συνεισφοράς των τριτοδιαδίκων είναι μόνο θέμα συνεισφοράς και σαν τέτοιο πρέπει να ιδωθεί, άσχετα από τη νομική θέση και διαφορά εναγομένου και τριτοδιαδίκων. Όπως έχει ανωτέρω καταγραφεί, η διαδικασία τριτοδιαδίκου είναι ουσιαστικά μια αγωγή του εναγομένου εναντίον του τριτοδιαδίκου που καταχωρείται μεν στα πλαίσια της ήδη υπάρχουσας αγωγής, όμως ο τριτοδιάδικος έχει τα ίδια δικαιώματα σχετικά με την υπεράσπιση του σαν να είχε εναχθεί κανονικά από τον εναγόμενο. Συνεπώς η όποια διαφορά εξετάζεται αυτοτελώς και μετά που διαπιστωθεί ευθύνη, καταλογίζεται και αποδίδεται η οποιαδήποτε συνεισφορά, ανάλογα με την υπαιτιότητα. Το άρθρο 2 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, Ν.23/83, ορίζει ότι «ενοικίασις» σημαίνει ενοικίαση ή κατοχή ακινήτου δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή αλλά δεν περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ενοικίαση σταθμών για την πώληση πετρελαιοειδών. Σε επιφύλαξη που υπάρχει στον προαναφερόμενο όρο προνοείται ότι δικαίωμα κατοχής και ο καθορισμός του ενοικίου ή ανταλλάγματος από την υπενοικίαση ή την άδεια χρήσεως μεταξύ του πρατηριούχου και της εταιρείας πετρελαιοειδών διέπονται από και ρυθμίζονται με τις διατάξεις του Ν.23/83. Είναι προφανές από τον προαναφερόμενο ορισμό της ενοικιάσεως, στο άρθρο 2 του Ν.23/83, ότι η ενοικίαση σταθμών για την πώληση πετρελαιοειδών, μεταξύ δηλαδή του ιδιοκτήτη της γης και της εταιρείας πετρελαιοειδών δεν διέπεται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο, ενώ το δικαίωμα κατοχής και ο καθορισμός του ενοικίου ή του ανταλλάγματος από την υπενοικίαση ή την άδεια χρήσεως μεταξύ της εταιρείας πετρελαιοειδών και του πρατηριούχου διέπεται και ρυθμίζεται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο. (Αναφορικά με το άρθρο 4 του Νόμου περί Ελέγχου Ενοικιάσεων 1983, αιτ. 4/07 ημερ. 15.5.07). Αυτό που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει - εάν οι τριτοδιάδικοι υπέχουν ευθύνη - είναι ακριβώς το δικαίωμα ή όχι κατοχής εκ μέρους τους, του ακινήτου. Έργο που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Εξάλλου η εναγόμενη έχει αποταθεί στο εν λόγω Δικαστήριο και αξίωσε θεραπεία έξωσης και καταβολής ενοικίων (αιτ. 169/08, Τεκμήριο 19
(12)η οποία τελικά, όπως έχει δηλωθεί, διακόπηκε στις 12.1.10, ημερομηνία που όπως, επίσης δηλώθηκε, παραδόθηκε το επίδικο ακίνητο από τους τριτοδιάδικους προς την εναγομένην και εν συνεχεία από την εναγομένην στις ενάγουσες. Συνεπώς η απαίτηση της εναγομένης για συνεισφορά της από τους τριτοδιαδίκους δεν μπορεί να αποδοθεί και απορρίπτεται για έξοδα υπέρ των τριτοδιαδίκων και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής (Subject: Civil/Other actions/Final) (Aναφορά: Σύμβαση Ενοικίασης-Παράνομη επέμβαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.