METINVEST INTERNATIONAL SA ν. METINVEST INTERNATIONAL SA κ.α., Αρ. Αγωγής: 2021/11, 6.7.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A207 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2021/11 Μεταξύ: METINVEST INTERNATIONAL SA, εξ Ελβετίας Εναγόντων - και -
- METINVEST INTERNATIONAL SA
- Marfin Popular Bank Public Co Ltd Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 9.5.2011 των Εναγόντων για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal Ημερομηνία: 6.7.2011 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Χρ. Ιωαννίδης Για τους Εναγόμενους 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Χρ. Ιωαννίδου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Ελβετία, διατείνονται ότι ο Πολωνικός συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης BISTAR SK που είναι πελάτες τους, έπεσαν θύμα απάτης, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να αποστείλουν US$513.500 σε υποτιθέμενο τραπεζικό λογαριασμό των Εναγόντων που διατηρείτο στους Εναγόμενους 2, νομιζόμενοι ότι συναλλάττονταν με τους Ενάγοντες. Όπως όμως διαφάνηκε, ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός δεν ανήκε στους Ενάγοντες, και ισχυρίζονται ότι οι BISTAR SK εξαπατήθηκαν από τους Εναγόμενους
- Στη βάση αυτή, καταχώρησαν στις 9.5.2011 αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνοντας αριθμό διαταγμάτων και αποζημιώσεις. Παράλληλα με την αγωγή, οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν την ίδια ημέρα και μονομερή Αίτηση, βάσει των άρθρων 2, 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, των άρθρων 29, 30, 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, των Δ.28, Δ.48 θ.1, 2, 3, 7 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, του άρθρου 29
(2)(ε)(ζ)(η) του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/97 ως και του Κοινοδικαίου και των αρχών που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal αποβλέποντας στην έκδοση τεσσάρων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Με βάση αυτή τη μονομερή Αίτηση, εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα εναντίον των Εναγομένων (στο εξής οι Καθ΄ ων η Αίτηση) ως το αιτητικό Γ της Αίτησης, ενώ για τα υπόλοιπα, δόθηκαν οδηγίες για να γίνει επίδοση ώστε να δοθεί η δυνατότητα και στην άλλη πλευρά να ακουστεί. Με το προσωρινό διάταγμα που χορηγήθηκε μονομερώς, οι Καθ΄ ων η Αίτηση διατάχθηκαν όπως παγοποιήσουν το λογαριασμό με αριθμό IBAN CY 13003001790000017932282894 και/ή οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούν οι Εναγόμενοι 1 στους Εναγόμενους 2 και/ή γενικά απαγορεύθηκε στους Εναγόμενους 2 να αποδεσμεύσουν οποιαδήποτε ποσά χρημάτων από τους εν λόγω λογαριασμούς και/ή να εκτελέσουν οποιαδήποτε οδηγία των Εναγομένων 1 και/ή των αντιπροσώπων τους σχετικά με την αποδέσμευση και/ή πληρωμή οποιουδήποτε ποσού χρημάτων από οποιονδήποτε λογαριασμό των Εναγομένων 1 που διατηρείται στους Εναγόμενους 2. Περαιτέρω, οι Αιτητές αποβλέπουν σε έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγόμενους 2 όπως εκτελέσουν τα πιο κάτω αναφερόμενα εντός επτά
(7)ημερών από της ημερομηνίας επιδόσεως προς αυτούς του εν λόγω διατάγματος ήτοι: Όπως ετοιμάσουν, καταθέσουν και παραδώσουν στους δικηγόρους των εναγόντων, ένορκη δήλωση δεόντως εξουσιοδοτημένου παρά των Εναγομένων 2 προσώπου η οποία: (
- i)Θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει τα πλήρη στοιχεία των τελικών δικαιούχων των μετοχών των Εναγομένων 1. (
- ii)Θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητας και της διεύθυνσης του προσώπου ή προσώπων που φέρονται ως δικαιούχοι να εκτελούν πράξεις μέσω του λογαριασμού των Εναγομένων 1 υπ΄ αριθμό IBAN CY 13003001790000017932282894, και/ή οποιωνδήποτε άλλων λογαριασμών και/ή των signatories του εν λόγω ή οποιουδήποτε άλλου λογαριασμού των Εναγομένων 1. (iii) Θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητας και της διεύθυνσης του προσώπου ή προσώπων που φέρονται ως οι εισηγητές (Introducers) των Εναγομένων 1 στους Εναγόμενους 2. (
- iv)Θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει όλα τα έγγραφα τα οποία ετοιμάστηκαν, κατατέθηκαν και/ή εκτελέστηκαν σε σχέση με την πραγματική και αληθή ταυτότητα και διεύθυνση των απώτερων δικαιούχων όλων των μετοχών των Εναγομένων 1 και/ή θα αποκαλύπτει όλα τα έγγραφα που ανταλλάχθηκαν και/ή που σχετίζονται με τους Εναγόμενους 1. (
- v)Θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει όλους τους λογαριασμούς που διατηρούν οι Εναγόμενοι 1 στους Εναγόμενους 2, καθώς επίσης και κατάσταση της καθημερινής κίνησης και/ή υπολοίπων και/ή συναλλαγών των εν λόγω λογαριασμών από την πρώτη μέρα ανοίγματος τους μέχρι και σήμερα καθώς και τα σημερινά υπόλοιπα ενός εκάστου εξ αυτών. (
- vi)Να δηλώνει και/ή αποκαλύπτει κάθε μεταφορά (transfer) και/ή πληρωμή και/ή πίστωση και/ή χρέωση (debit-credit) και/ή κατάθεση (deposit) και/ή είσπραξη που έγινε αναφορικά με τους πιο πάνω τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγομένων. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγόμενους 2 όπως αποκαλύψουν και παραδώσουν στους δικηγόρους των Εναγόντων αντίγραφα όλων των εγγράφων τα οποία ευρίσκονται κάτω από τον έλεγχο, κατοχή και εξουσία τους, και/ή των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων αυτών και τα οποία αποδεικνύουν όλα τα γεγονότα τα οποία αναφέρθηκαν στις παραγράφους Α(
- i)- (vi). Γ. ...................................... Δ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου απαγορεύουν τους Εναγόμενους 2 και/ή τους αντιπροσώπους ή τους υπηρέτες τους από του να πληροφορήσουν τους Εναγόμενους 1 ή οιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο τρίτο μέρος για την ύπαρξη των διαδικασιών στην Κύπρο άλλως διάταγμα φίμωσης (gagging order) μέχρι που οι Εναγόμενοι 2 αποκαλύψουν και παραδώσουν τα αιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες υπό το Α και Β ανωτέρω στους Ενάγοντες.» Η Αίτηση προσέκρουσε σε εννέα λόγους ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση, αναφορά στους οποίους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο. Επί του παρόντος προέχουν οι ισχυρισμοί που προέβαλαν οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση του Vicken B. Bayramian από την Ελβετία, εσωτερικού νομικού λειτουργού των Αιτητών, ημερομηνίας 9.5.2011 για εξασφάλιση των προσωρινών διαταγμάτων. Όπως διατείνεται, οι Αιτητές έχουν τα κεντρικά γραφεία τους στη Γενεύη, όμως διατηρούν όμιλο εταιρειών METINVEST ως και παράρτημα στη Λιθουανία με την επωνυμία METINVEST INTERNATIONAL SA - LITHUANIA. Είναι διανομείς μεταλλουργικών προϊόντων και ένας από τους μεγαλύτερους ομίλους εξόρυξης, επεξεργασίας και παραγωγής μεταλλουργικών προϊόντων. Οι πελάτες τους BISTAR SK ασχολούνται με την εμπορία και διανομή μεταλλουργικών προϊόντων στην Πολωνία και άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στη Δομινικανή Κοινοπολιτεία για την οποία, με την παρούσα Αίτηση, στοχεύουν να λάβουν καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με την ταυτότητα της και τα πρόσωπα που την σύστησαν και ενεργούν για λογαριασμό της. Ισχυρίζεται ότι αρχές Φεβρουαρίου 2011, οι BISTAR SK ερευνούσαν τις τιμές της αγοράς γιατί επιθυμούσαν να αγοράσουν χάλυβα. Ένας εκ των διευθυντών τους, ο κ. Kazimierz, επικοινώνησε με τον κ. Juricwicz από την Ουκρανία και τον παρακάλεσε να τον φέρει σε επαφή με πρόσωπα που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν συμφέρουσα τιμή στους BISTAR SK για αγορά χάλυβα. Αυτός του συνέστησε τον κ. Chumachenko, με τον οποίο επικοινώνησε ο κ. Kazimierz, και από τον οποίο ενημερώθηκε ότι είχε διασυνδέσεις με Ουκρανική εταιρεία του ομίλου εταιρειών των Αιτητών. Ο κ. Chumachenko τον έφερε σε επαφή με τον κ. Ermak, ο οποίος υποτίθεται ότι ήταν διευθυντής πωλήσεων της εν λόγω Ουκρανικής εταιρείας και του ανέφερε ότι θα μπορούσε να μεσολαβήσει ώστε οι BISTAR SK να αγοράσουν χάλυβα από τους Αιτητές. Ο κ. Ermak διαβεβαίωσε τους BISTAR SK ότι ήταν νόμιμος αντιπρόσωπος των Αιτητών και έτσι πείστηκαν να συνεργαστούν μαζί του. Στις 23.2.2011 ο κ. Kazimierz έστειλε παραγγελία των BISTAR SK στον κ. Chumachenko, ο οποίος υποτίθεται ότι θα την προωθούσε στον κ. Ermak, που υποτίθεται ότι θα διευθετούσε την ετοιμασία συμβολαίου και τιμολογίου από τους Αιτητές. Στις 25.2.2011 ο Kazimierz παρέλαβε e-mail από τον Chumachenko που υποτίθεται ότι του είχε στείλει ο Ermak και στο οποίο επισυναπτόταν ένα συμβόλαιο μεταξύ της εταιρείας που εμφανιζόταν ως οι Αιτητές και της BISTAR SK. Επίσης επισυναπτόταν ένα τιμολόγιο που υποτίθεται ότι ετοιμάστηκε από τους Αιτητές για το συνολικό ποσό των US$513.500 και στο οποίο αναφερόταν ότι η πληρωμή θα γινόταν σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό CY 13003001790000017932282894 που υποτίθεται ότι διατηρούσαν οι Αιτητές σε υποκατάστημα των Καθ΄ ων η Αίτηση στη Λεμεσό. Λόγω προηγούμενων συναλλαγών των BISTAR SK με τους Αιτητές, δεν είχαν κανένα ενδοιασμό να αποστείλουν οποιοδήποτε ποσό σε οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό των Αιτητών και έτσι στις 28.2.2011 απέστειλαν το ποσό των US$513.500 στον πιο πάνω τραπεζικό λογαριασμό που υποτίθεται ότι οι Αιτητές διατηρούσαν στους Καθ΄ ων η Αίτηση, νομιζόμενοι ότι συναλλάττονταν με τους Αιτητές. Στις 2.3.2011 ο κ. Burak, διευθυντής της BISTAR SK, διαπίστωσε ότι η υπογραφή εκ μέρους των Αιτητών επί του υποτιθέμενου συμβολαίου ήταν διαφορετική από την υπογραφή επί συμβολαίων που είχαν υπογράψει στο παρελθόν οι Αιτητές με την BISTAR SK. Σε άμεση επικοινωνία των BISTAR SK με τους Αιτητές, την ίδια ημέρα, ο κ. Gloaguen εκ μέρους των Αιτητών, ενημέρωσε τους BISTAR SK με e-mail ότι το υποτιθέμενο συμβόλαιο και τιμολόγιο, δεν ήταν καταχωρημένα στα αρχεία των Αιτητών και ο υποτιθέμενος τραπεζικός λογαριασμός των Αιτητών στην πραγματικότητα δεν ανήκε στους Αιτητές. Ενημέρωσαν τους BISTAR SK ότι δεν διατηρούσαν τραπεζικό λογαριασμό με τους Καθ΄ ων η Αίτηση, κανένα πρόσωπο εκ μέρους των Αιτητών δεν υπέγραψε συμφωνία μεταξύ των Αιτητών και BISTAR SK και ότι για τις πωλήσεις προϊόντων των Αιτητών στην Πολωνία, αποκλειστικά αρμόδιο ήταν το παράρτημα τους στη Λιθουανία και όχι οποιαδήποτε εταιρεία στην Ουκρανία. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι BISTAR SK εξαπατήθηκαν από τους κ. Chumachenko, Ermak, Εναγόμενους 1 και πιθανόν από άλλα πρόσωπα που δεν γνωρίζουν και οι Εναγόμενοι 1 απομιμούμενοι την επωνυμία, χαρακτηρισμό και σήμα των Αιτητών, προσποιήθηκαν ότι ενεργούσαν για τους Αιτητές και δημιούργησαν στους BISTAR SK τη βεβαιότητα ότι συναλλάσσονταν με τους Αιτητές. Στο υποτιθέμενο συμβόλαιο και τιμολόγιο οι αντισυμβαλλόμενοι των BISTAR SK παρουσιάζονται ως οι Αιτητές και τοποθετήθηκαν σ΄ αυτά η ονομασία και η σφραγίδα των Αιτητών. Από έρευνες των BISTAR SK διαπιστώθηκε ότι ο τραπεζικός λογαριασμός που αναφέρεται στο υποτιθέμενο τιμολόγιο ανήκει στους Εναγόμενους 1. Είναι επομένως φανερό ότι κάποια πρόσωπα που οι Αιτητές δεν γνωρίζουν, ίδρυσαν τους Εναγόμενους 1, οι οποίοι φέρουν ταυτόσημο όνομα και συναλλάσσονται με ταυτόσημο σήμα με τους Αιτητές, με σκοπό να εξαπατήσουν πρόσωπα που επιθυμούν να συναλλάσσονται με τους Αιτητές και να τους αποσπάσουν χρηματικά ποσά. Στις 4.3.2011 οι BISTAR SK με επιστολή τους προς τους Καθ΄ ων η Αίτηση, τους ενημέρωσαν για την απάτη και τους κάλεσαν να παγοποιήσουν το πιο πάνω ποσό. Επίσης οι Αιτητές με επιστολή τους ημερομηνίας 4.3.2011 ενημέρωσαν τους Καθ΄ ων η Αίτηση ότι ουδέποτε εξουσιοδότησαν το άνοιγμα του συγκεκριμένου λογαριασμού. Στη 10.3.2011 οι BISTAR SK έστειλαν νέα επιστολή στους Καθ΄ων η Αίτηση και ζητούσαν ενημέρωση για το συγκεκριμένο ποσό. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση με e-mail απάντησαν στους BISTAR SK, την 10.3.2011, με το οποίο αρνήθηκαν να δώσουν οποιαδήποτε πληροφορία. Επίσης την ίδια ημέρα ο κ. Οικονόμου εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση, επικοινώνησε με τους Αιτητές και τους δήλωσε ότι δεν θα αποκάλυπταν οποιαδήποτε πληροφορία σε σχέση με τον εν λόγω λογαριασμό. Στις 23.3.2011 οι BISTAR SK, στα πλαίσια της αγωγής 1353/11 εξασφάλισαν διάταγμα παγοποίησης του λογαριασμού. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση με την ένσταση τους προβάλλουν εννέα λόγους ένστασης, οι οποίοι συνοψίζονται στους εξής πέντε: 1. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν υποχρέωση τήρησης τραπεζικού απορρήτου με βάση το άρθρο 29 του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/1997 και η παρούσα Αίτηση δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις του. 2. Ο επίδικος λογαριασμός που οι Εναγόμενοι 1 διατηρούσαν στους Καθ΄ ων η Αίτηση, έκλεισε πριν την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 9.5.2011. 3. Οι Εναγόμενοι 1 δεν διατηρούν σήμερα οποιοδήποτε λογαριασμό στους Καθ΄ ων η Αίτηση. 4. Οι πληροφορίες που ζητούνται σχετίζονται άμεσα με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη των Καθ΄ ων η Αίτηση και η παροχή των πληροφοριών δεν επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ούτε για λόγους προστασίας των συμφερόντων των Καθ΄ ων η Αίτηση. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση γνωρίζουν μόνο τα στοιχεία των Εναγομένων 1 και/ή μετόχων και/ή δικαιούχων τους, τα οποία έχουν συλλέξει με βάση τη διαδικασία προσδιορισμού ταυτότητας που διεξήγαγαν κατά το άνοιγμα του λογαριασμού των Εναγομένων 1. 5. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων χωρίς κοινοποίηση και/ή χωρίς την έγκριση και/ή συγκατάθεση των Εναγομένων 1. Η ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Σύλβιας Θεολογίδου ημερομηνίας 17.6.2011, υπαλλήλου των Καθ΄ ων η Αίτηση, στην οποία επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης με αριθμό 2 και 3. Έχω μελετήσει με προσοχή την Αίτηση και ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν καθώς επίσης και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν ή έθεσαν με τις αγορεύσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)(γ) του Ν.14/60, τα Κυπριακά Δικαστήρια εφαρμόζουν τις αρχές της επιείκειας και είναι στο πλαίσιο αυτής της εφαρμογής που έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σύμφωνα με το άρθρο 32, που αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο έκδοσης τους (βλ. Parico v. Muskita
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές του Δικαίου της επιείκειας εφαρμόζονται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια, εφόσον δεν γίνεται διάφορη ρύθμιση από τη νομοθεσία της Κύπρου (βλ. Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718). Τα αιτούμενα διατάγματα είναι διατάγματα αποκάλυψης (disclosure) πληροφοριών και εγγράφων που στρέφονται κατά προσώπων που αναμείχθηκαν σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλου προσώπου ή υποβοήθησαν το άλλο πρόσωπο στις επιλήψιμες δραστηριότητές του. Το ότι το Δίκαιο της Επιείκειας παρέχει τέτοια θεραπεία στο ζημιωθέν μέρος προκύπτει έκδηλα από τις υποθέσεις Norwich Pharmacal Co (ανωτέρω) και Bankers Trust v. Shapira
(1980)1 W.L.R. 1247 (εκτενής αναφορά στις οποίες θα γίνει πιο κάτω). Κατ΄ επέκταση, διατάγματα της εξεταζόμενης φύσης είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και τα Κυπριακά Δικαστήρια ασφαλώς και έχουν δικαιοδοσία χορήγησης τους, εκτός και εάν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Κατά συνέπεια, η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί στις πρόνοιες του άρθρου 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/1997, το οποίο, όπως έγινε εισήγηση, απαγορεύει την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών λόγω τραπεζικού απορρήτου. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως:- «29
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου - (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποί του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεσή τους για το σκοπό αυτό ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με το λογαριασμό του πελάτη ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου ή (ε) έχει επιδοθεί στην τράπεζα δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από την ίδια τράπεζα ή τη μητρική της εταιρεία ή θυγατρική εταιρεία της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο της τράπεζας, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη ή (η) η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων της τράπεζας.» Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29
(1)(ανωτέρω) είναι σαφές ότι η απαγόρευση αφορά πληροφορίες που δίδονται από λειτουργούς της Τράπεζας προς ίδιο όφελος, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Επιπρόσθετα, με την παρούσα Αίτηση, ζητούνται πληροφορίες αναφορικά με τα πρόσωπα που κρύβονται πίσω από τον πιο πάνω λογαριασμό και κατά την άποψη μου, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 29
(2)(η). Κι αυτό γιατί η φύση των ζητούμενων πληροφοριών - στη βάση των όσων οι Αιτητές ισχυρίζονται - εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων και σε τέτοιες περιπτώσεις το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας - πελάτη (βλ. Tournier v. National Provincial and Union Bank of England
(1923)All E.R. 550). Σχετικά παραπέμπω και στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294: «The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr. O'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted. Here, there is a strong prima facie case to the contrary .» Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι δεν μπορούν να δώσουν τις ζητούμενες πληροφορίες λόγω τραπεζικού απορρήτου ή λόγω της σχέσης εμπιστευτικότητας με τον πελάτη τους, δεν ευσταθεί. Αντίθετα, στη βάση των ισχυρισμών των Αιτητών, προβάλλονται ισχυροί λόγοι ότι αυτοί έχουν δικαίωμα να πάρουν τις αιτούμενες πληροφορίες, χωρίς οι Καθ΄ ων η Αίτηση να χρειάζονται τη συγκατάθεση των Εναγομένων 1 (πελατών τους). Σχετικά παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bankers Trust Co v. Sharipa & Others
(1980)3 All E.R. 358:- «The Plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge Pour L'Etranger v. Hambrouck
(1921)1 K.B. 321 at 325. The Customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank see Initial Services Ltd v. Putterill
(1968)1 Q.B. 396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it.» Σχετική είναι και η υπόθεση A and another v. C and others
(1980)2 All E.R. 351, και το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό: «In particular, it may order a bank (whether or not party to the proceedings) to give discovery of documents in relation to the bank account of a defendant who is alleged to have defrauded the plaintiff of his assets; it may make orders for interrogatories to be answered by the defendants of their employees or directors.» Περαιτέρω, σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Commercial Litigation pre-emptive remedies Loose leaf Edition Sweet & Maxwell's και κάτω από τον τίτλο Involvement in Wrongdoing στη σελίδα Α3-1037: «Banks have often been held to be innocently involved in wrongdoing and Norwich Pharmacal orders have been made against them in a number of cases. This arises particularly where there has been a fraud which had let to loss, and the applicant wants to know the identity of the perpetrator in order to issue proceedings. Norwich relief can be obtained in such circumstances in order to identify the wrongdoer and prevent any further fraudulent activity.» Συνακόλουθα, οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται και ακολουθεί η εξέταση του κατά πόσο ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη βάση του οποίου οι Αιτητές προώθησαν την υπόθεση τους, έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ΄ επανάληψη (βλ. μεταξύ άλλων Karydas Taxi Co v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 κλπ) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Θα πρέπει να καταδείξει ότι:
- Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
- Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, και
- Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Έχοντας επισημάνει ότι τα διατάγματα αποκάλυψης είναι δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει κανένα λόγο να μην εφαρμόσει τη νομική αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal όπως αυτή εξελίχθηκε μεταγενέστερα. Τα γεγονότα της υπόθεση Norwich, ήταν κατ΄ ουσία, απλά. Οι εφεσείοντες ήταν ιδιοκτήτες και δικαιούχοι της πατέντας «furazolidone», την οποία χρησιμοποιούσαν σε χημικά παρασκευάσματα. Σε κάποιο στάδιο διαπίστωσαν ότι άγνωστα πρόσωπα είχαν επέμβει στην πατέντα τους, εισάγοντας παράνομα στην Αγγλία αντίστοιχα παρασκευάσματα. Τα ονόματα των εισαγωγέων ήταν γνωστά στις τελωνειακές αρχές στη βάση σχετικών εγγράφων, γι΄ αυτό ζήτησαν την αποκάλυψη τους προκειμένου να κινηθούν δικαστικά εναντίον τους. Οι τελωνειακές αρχές αρνήθηκαν, προβάλλοντας ότι δεν είχαν εξουσία να το πράξουν. Κατ΄ ακολουθία τούτου, οι εφεσείοντες ήγειραν αγωγή εναντίον τους αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, διάταγμα αποκάλυψης των ονομάτων των (παράνομων) εισαγωγέων. Το Δικαστήριο ικανοποίησε το αίτημα τους αλλά η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε κατ΄ έφεση. Αποφασίσθηκε ότι η Norwich Pharmacal δεν είχε αιτία αγωγής εναντίον των τελωνείων και, επομένως, δεν νομιμοποιείτο σε διάταγμα αποκάλυψης και, δεύτερο, τα ονόματα των εισαγωγέων δόθηκαν στις τελωνειακές αρχές εμπιστευτικά και, επομένως, δεσμεύονταν από καθήκον δημοσίου συμφέροντος να μην τα αποκαλύψουν. Η απορριπτική απόφαση του Εφετείου εφεσιβλήθηκε με επιτυχία στη Βουλή των Λόρδων. Ό,τι ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (a) without discovery of the information in the possession of the person against whom discovery was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (b) the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer.» Η καθιερωθείσα από την υπόθεση Norwich νομική αρχή ακολουθήθηκε έκτοτε από τα Αγγλικά Δικαστήρια (βλ. British Steel Corp v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417, Harrington v. North Politechic
(1984)3 All E.R. 666) ως και από τα Καναδέζικα (βλ. υποθέσεις Glaxo Wellcome PLC v. M.N.R.
(1998)Can L.H.9071 (F.C.A.)
(1998)4 F.C. 439 (C.A.) και Alberta Treasury Branches v. Leahy
(2000)A.B.Q.B. 575 (CanLII). Κοινή συνισταμένη των εν λόγω αποφάσεων είναι ότι η υπό αναφορά νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω κι αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών, επισημάνθηκε, έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, κι αυτό εκπληρώνεται με το να αποκαλύψει τις πληροφορίες που κατέχει και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193, αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. AXA Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)C.L.C. 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd's Rep. 417
(2001)W.L. 1729042 και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)F.S.R. 241). Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Norwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511 στη σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «
(21)The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Έχοντας παραθέσει το σχετικό απόσπασμα προχωρώ στην εξέταση κατά πόσο ικανοποιούνται ή όχι οι πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, κι αυτό στη βάση του υλικού που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Η πρώτη προϋπόθεση, αν δηλαδή έγινε αδικοπραξία από τους βασικούς αδικοπραγήσαντες ή αν καταδεικνύεται ότι το θέμα είναι συζητήσιμο, δεν παρουσιάζει πρόβλημα. Από το σχετικό υλικό προκύπτει ότι, ή τουλάχιστον φαίνεται να έγιναν οι αποδιδόμενες στους Εναγόμενους 1 αδικοπραξίες ή άλλες επιλήψιμες πράξεις. Με τις επιλήψιμες αυτές πράξεις των Εναγομένων 1, αυτοί διέπραξαν αθέμιτο συναγωνισμό ενόψει της αντιποίησης και της απομίμησης του ονόματος, χαρακτηρισμού και σήματος των Αιτητών με τα οποία προκάλεσαν στους BISTAR SK την βεβαιότητα ότι συναλλάσσοντο με τους Αιτητές. Επομένως, κρίνω ότι η σχετική προϋπόθεση, η οποία αντιστοιχεί στην πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 ικανοποιείται. Κατ΄ ακολουθία τούτου, η προσοχή θα πρέπει να επικεντρωθεί στη δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση της υπόθεση Mitsui (πιο πάνω). Δηλαδή αν υπάρχει ανάγκη έκδοσης του διατάγματος για να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον των βασικών αδικοπραγήσαντων και αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα (οι Καθ΄ ων η Αίτηση δηλαδή) (α) είχε τέτοια ανάμειξη στην αδικοπραξία που υποβοήθησε την τέλεση της και (β) είναι σε θέση, ή φαίνεται να είναι σε θέση, να δώσει την αναγκαία πληροφόρηση για να καταστήσει δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον των βασικών αδικοπραγήσαντων. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση κατέχουν ή φαίνεται να κατέχουν πληροφορίες για τα πρόσωπα που «κρύβονται» πίσω από τον επίδικο λογαριασμό και τα οποία εκ πρώτης όψεως ενήργησαν με επιλήψιμο τρόπο στην προσπάθεια τους να αποσπάσουν υπέρογκα ποσά από τους BISTAR SK. Το στοιχείο αυτό, όπως προκύπτει από την αναφερθείσα νομολογία, νομιμοποιούσε τους Αιτητές σε έγερση αγωγής εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση, σύμφωνα με τη νομική αρχή Norwich Pharmacal και περαιτέρω, και σε καταχώρηση αίτησης για αποκάλυψη των πληροφοριών που κατέχουν ή φαίνεται να κατέχουν και οι οποίες είναι απαραίτητες για τους αιτητές για να προωθήσουν την αγωγή τους εναντίον των αδικοπραγήσαντων. Όπως οι Αιτητές αναφέρουν στην ένορκη δήλωση τους που συνοδεύει την Αίτηση, ο λόγος που αιτούνται τις εν λόγω πληροφορίες είναι γιατί στο παρόν στάδιο είναι άγνωστο αν οι Εναγόμενοι 1 ή άλλα πρόσωπα στο παρελθόν έχουν απομιμηθεί το όνομα, χαρακτηρισμό και σήμα των Αιτητών, προκαλώντας σε άλλους αγοραστές την πεποίθηση ότι συναλλάσσονταν με τους Αιτητές. Χωρίς την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών δεν θα είναι σε θέση να εντοπίσουν αν οι Εναγόμενοι 1 ή άλλα πρόσωπα, διέπραξαν παρόμοιας φύσεως αδικήματα αθέμιτου συναγωνισμού με άλλους αγοραστές ή συνεργάτες των Αιτητών και θα είναι αδύνατο να εντοπιστούν τα πραγματικά πρόσωπα που επωφελούνται από τη διάπραξη του αδικήματος. Ειδικότερα, χωρίς την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών, οι Αιτητές δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζουν τις ταυτότητες όλων των παραβατών, δεν θα είναι σε θέση να ισχυριστούν και αποδείξουν τις παράνομες πράξεις των Εναγομένων 1 και των συνεργατών τους σε βάρος των Αιτητών και δεν θα είναι σε θέση να ενώσουν άλλους παραβάτες ως Εναγόμενους σ΄ αυτή τη διαδικασία. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω επισημάνσεις, κρίνω ότι ικανοποιούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal. Σ΄ ότι αφορά το αιτούμενο διάταγμα φίμωσης (gagging order) παρατηρώ ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν προώθησαν κανένα λόγο ένστασης σε σχέση με αυτό. Στη βάση της σχετικής εισήγησης των Αιτητών, ότι δηλαδή χωρίς την έκδοση του εν λόγω διατάγματος φίμωσης, οι Καθ΄ ων η Αίτηση θα ενημερώσουν τους πελάτες τους - Εναγόμενους 1 - για την ύπαρξη των κυπριακών διαδικασιών, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι 1 να αποκλείσουν τους Αιτητές από του να εντοπίσουν οποιαδήποτε ποσά τα οποία πιθανό να έχουν μεταβιβαστεί από τον υποτιθέμενο τραπεζικό λογαριασμό των Αιτητών, καταλήγω ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δικαιολογημένη. Αναφορικά τέλος, με το Διάταγμα παγοποίησης του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού που εκδόθηκε μονομερώς στις 9.5.2011, οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίστηκαν ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός έκλεισε πριν την έκδοση του Διατάγματος και οι Εναγόμενοι 1 δεν διατηρούν σήμερα οποιοδήποτε λογαριασμό. Το εν λόγω Διάταγμα ορθά κατά την κρίση του Δικαστηρίου εκδόθηκε μονομερώς εφόσον οι Αιτητές με την έκδοση του επιθυμούσαν να παρεμποδίσουν τους Καθ΄ ων η Αίτηση από του να απελευθερώσουν οποιαδήποτε ποσά από τον εν λόγω λογαριασμό με τις οδηγίες βέβαια των Εναγομένων 1. Και τούτο έχοντας κατά νου ότι με βάση το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στον εν λόγω λογαριασμό είχε αποσταλεί το ποσό της αδικοπραξίας US$513.500,00 από τους BISTAR SK, νομιζόμενοι ότι επρόκειτο για λογαριασμό των Αιτητών, εφόσον ήταν με την πεποίθηση ότι συναλλάττοντο με τους Αιτητές. Κρίνω ότι, ακόμα και στη βάση των όσων ισχυρίζονται οι Καθ΄ ων η Αίτηση, δεν υπάρχει κανένας λόγος που να εμποδίζει το Δικαστήριο να καταστήσει απόλυτο το Διάταγμα Παγοποίησης, για ό,τι αξίζει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, εκδίδονται Διατάγματα ως η παράγραφος Α (i - vi), Β και Δ της Αίτησης. Το προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 9.5.2011 γίνεται απόλυτο. Σ΄ ότι αφορά τα έξοδα, τα οποία επίσης ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κρίνω ότι θα πρέπει να είναι έξοδα δίκης και θα επιδικασθούν προς όφελος των Αιτητών και εναντίον των Εναγομένων 1, μόνο στην περίπτωση που επιτύχουν στην αγωγή τους. Και αυτό, ενόψει του ότι εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση, οι Αιτητές μόνο απαίτηση για αποκάλυψη έχουν, και οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση, προκειμένου να αποφύγουν ενδεχόμενες απαιτήσεις εναντίον τους από τους Εναγόμενους 1, στην περίπτωση που αποκάλυπταν τις πληροφορίες χωρίς Διάταγμα του Δικαστηρίου. (Υπ.) ................... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Διάταγμα Norwich Pharmacal cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο