ΕΛΕΝΗΣ ΜΑΥΡΟΚΩΝΣΤΑΝΤΗ κ.α. ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΙΒΡΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 4717/09, 7.7.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A212 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4717/09 Μεταξύ:
- ΕΛΕΝΗΣ ΜΑΥΡΟΚΩΝΣΤΑΝΤΗ
- LANE ASSETS LTD Εναγόντων - και -
- ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΙΒΡΟΥ
- ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΙΒΡΟΥ Εναγομένων ------------------- Αίτηση παραμερισμού ημερ. 14.6.10 Ημερομηνία: 7.7.11 Για αιτήτρια - εναγόμενη 2: κα Θεοδώρου Για καθ' ων η αίτηση - ενάγοντες: κα Προδρόμου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εναντίον αμφοτέρων των εναγομένων εξεδόθη στις 27.1.10 (και όχι στις 19.1.10) απόφαση για ποσό €80000 υπέρ της ενάγουσας 1 και €65000 υπέρ της ενάγουσας 2 με τόκο 5.5% επί των ανωτέρω ποσών από 24.11.09 πλέον €1659 δικηγορικά έξοδα. Είχε προηγηθεί επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας με υποκατάστατο επίδοση μέσω DHL, ως το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, και συνεπεία μη καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων καταχωρήθηκε ex-parte αίτηση γι' απόφαση, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η έκδοση απόφασης. Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται εκ μέρους της εναγομένης 2 ο παραμερισμός της απόφασης αυτής. Η εκδίκαση της παρούσας αίτησης παρουσιάζεται να έχει καθυστερήσει, αφού ακολούθησεν η καταχώριση και στη συνέχεια η εκδίκαση και έκδοση απόφασης σε δεύτερη αίτηση της αιτήτριας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του επέτρεψε, για συγκεκριμένα θέματα την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Οι ενάγοντες ενίστανται στην αιτούμενη θεραπεία και καταχώρισαν ειδοποίηση ένστασης με συνοδευτική ένορκη δήλωση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα αίτηση, έρεισμα έχει την Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Είναι θεμελιωμένο ότι αιτήσεις για παραμερισμό αποφάσεως εξετάζονται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων χωρίς να είναι ανάγκη να προσκομιστεί μαρτυρία [δέστε Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 746]. Στην κρινόμενη περίπτωση οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε επιχειρηματολογία. Η πλούσια νομολογία επί του θέματος άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις παραμερισμού, υποδεικνύει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αναφερόμενοι πιο κάτω παράγοντες. Από τη μια η αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και η απόφαση η οποία εκδίδεται κανονικά να παραμένει ως έχει ενώ από την άλλη ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση, δεν πρέπει να αποκλείεται από του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο, εάν εγείρει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. (Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R. 204, Νεάρχου ν. Γ. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, 962, Mine & Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ., Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Κάτια Χριστοφόρου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολιτική Έφεση 10351, ημερ. 2.2.2000). Τονίσθηκε περαιτέρω στην υπόθεση Milouca (ανωτέρω) ότι: «εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης .». Σε τέτοιου είδους αίτηση ο εναγόμενος - αιτητής φέρει το βάρος να καταδείξει αφενός ότι έχει καλήν υπεράσπιση και αφετέρου να επεξηγήσει την τέτοια παράλειψη του (Christoforou v. Kyriacoullis
(1963)1 C.L.R. 159). Ένας από τους λόγους ένστασης, τον οποίο κρίνω σκόπιμο να εξετάσω πρώτον, προτού ασχοληθώ με την ουσία της αίτησης, είναι αυτός που άπτεται του νομότυπου της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, καθότι έγινε όχι από την αιτήτρια, αλλά από δικηγόρο. Ο συνήγορος των εναγόντων θεωρεί αυτή παράτυπη, η οποία επηρεάζει το κύρος της αίτησης και συνεπώς την καθιστά απορριπτέα. Το ασυμβίβαστο της ιδιότητας δικηγόρου και μάρτυρα στην ίδια υπόθεση έχει τονιστεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Σωκράτους ν. Σαββίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602, Παπακόκκινου κ.ά ν. Δήμου Πάφου
(1998)1 Α.Α.Δ. 634.). Έχει εν τούτοις με την ίδια νομολογία αναγνωριστεί το δικαίωμα σε δικηγόρο να προβαίνει ως πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σε ένορκη δήλωση ή να καταθέτει ως μάρτυρας. Το ασυμβίβαστο είναι να αναλαμβάνει ταυτόχρονα και να εμφανίζεται με τις δύο ιδιότητες. Το ίδιο θέμα εξετάστηκε πρόσφατα στην απόφαση Dmitry Rybololev v. Elena Rybolovleva Π. Εφ. 130/09 ημερ. 29.1.10 στην οποία έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβίβαστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR, In re Efthymiou
(1987)1 CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Iωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεγηξεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί . Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω)». Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι΄ απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησης του. Υπ΄ εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχθηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva ν. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 869/2005, Απόφαση ημερομηνίας 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας - καθ΄ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Κατέληξε δε το Δικαστήριο στην ανωτέρω υπόθεση πως: "Με αυτά τα δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ονμύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Στην παρούσα περίπτωση η αιτήτρια διαμένει στην Ελλάδα και προβάλλονται οικονομικοί λόγοι, ως αδυναμία, άφιξης της στην Κύπρο. Συνεπώς, κρίνεται πως δίδεται η αναγκαία εξήγηση για την καταχώριση ένορκης δήλωσης όχι από την αιτήτρια, αλλά από δικηγόρο, ώστε να μην θεωρηθεί ότι η αίτηση είναι απορριπτέα για μόνο το λόγο της καταχώρισης ένορκης δήλωσης από δικηγόρο. Στην κρινόμενη περίπτωση προβάλλεται εκ μέρους της αιτήτριας - εναγομένης 2 ισχυρισμός περί μη επίδοσης της αγωγής και συνεπώς μη γνώση της ύπαρξης της. Το θέμα τούτο, είναι ιδιαίτερα σοβαρό δεδομένου πως η μη επίδοση αγωγής καθιστά την διαδικασία ex depito justitae αφού αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή του δικαίου πως η αγωγή πρέπει να επιδοθεί δεόντως στον εναγόμενο, ώστε αυτός να εμφανισθεί εάν το επιθυμεί και λάβει μέρος στη διαδικασία. Δικαστική διαδικασία, που πρέπει να επιδοθεί, αλλά δεν περιέρχεται σε γνώση του εναγομένου είναι άκυρη. Οφείλει λοιπόν, η εναγομένη 2 να αποδείξει τους λόγους μη εμφάνισης της (Λευκίδου ν. Καναουρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, έγινε όπως ανωτέρω ελέχθη, από τη δικηγόρο κα Αρκάδη, καθ' όσον όπως καταγράφεται, η αιτήτρια είναι κάτοικος εξωτερικού και είναι δύσκολο και δαπανηρό να προβεί η ίδια σε ένορκη δήλωση. Οι σχετικές με το θέμα τούτο παραγράφοι αναφέρουν πως: "
- Στην ένορκη δήλωση και/ή τα τεκμήρια που συνοδεύουν την άιτηση αναφέρεται ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2 στις 24.11.09 μέσω courier. Η απόδειξη αυτή προσκομίστηκε προς τούτο είναι η εκτύπωση αντιγράφου από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή βεβαίωσης μέσω διαδικτύου που αναφέρει ότι παραδόθηκε ο φάκελος στις 24.11.09 με την υπογραφή «IVRU".
- Η Εναγόμενη 2 ουδέποτε παρέλαβε και/ή υπέγραψε κατά την παράδοση τέτοιου φακέλου και ως εκ τούτου ουδέποτε έλαβε γνώση για την καταχωρηθείσα εναντίον της αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Είναι η θέση της Εναγομένης 2 ότι εάν όντως υπάρχει τέτοια υπογραφή σε δελτίο παράδοσης του εν λόγω φακέλου αυτό είναι αποτέλεσμα πλαστογραφίας της υπογραφής της Εναγομένης 2.» Η ενάγουσα αρνείται τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Ισχυρίζεται σε απάντηση των πιο πάνω αιτιάσεων πως η αγωγή επιδόθηκε μέσω DHL στην εναγομένη 2 στις 24.11.
- Απόδειξη του γεγονότος τούτου και του ότι έλαβεν γνώση της αγωγής η αιτήτρια, είναι πως μετά την επίδοση ακολούθησε προφορική - τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ ενάγουσας και αμφοτέρων των εναγομένων και η εναγομένη 2 αιτήτρια απέστειλε επιστολή στον δικηγόρο της ενάγουσας με τηλεομοιότυπο, ημερ. 30.12.09 στην οποία αναφέρει ότι έλαβε γνώση της αγωγής στις 24.11.09 (Τεκμήριο 1). Στον ισχυρισμό τούτο, εδόθη με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους της αιτήτριας. Να παρατηρηθεί πως ο ισχυρισμός στην αγόρευση του συνηγόρου της ενάγουσας, πως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε χωρίς άδεια, διότι η αιτήτρια στην αίτηση της ζητούσε να απαντήσει σε επιστολή που απέστειλε ο εναγόμενος 1 προς τον συνήγορο της ενάγουσας και όχι στην επίδικη επιστολή, δεν ευσταθεί αφού η αιτήτρια ζητούσε να απαντήσει στον ισχυρισμό της συγκεκριμένης παραγράφου της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας που σχολίαζε την επιστολή 30.12.09 που η αιτήτρια απέστειλε στην ενάγουσα και γι' αυτήν δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο, το οποίο εξηγεί την αναφορά σε εναγόμενο 1 και εναγόμενο
- Το περιεχόμενο της επιστολής αυτής κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο. « ΕΝΩΠΙΟΝ ΠΑΝΤΟΣ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ - ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ Μέσω του κ. Χριστόφορου Χατζηστερκωτή Δικηγόρου Της Φωτεινής Ίβρου ΚΑΤΑ Ελένης Μαυροκωνσταντή Και της εταιρείας LANE ASSETS LIMITED Δυνάμει της επιστολής δήλωσης την οποία έλαβα στις 24 Νοεμβρίου 2009, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των παραπάνω, δηλώνω ρητά και ανεπιφύλακτα τα παρακάτω αληθή και αποδεδειγμένα, εις απάντησιν των εις βάρος μου κατηγοριών, σε σχέση με την υπ' αριθμό 4717/2009 αγωγή.
- Δεν γνωρίζω και δεν είχα ποτέ καμία συνεργασία ή οιασδήποτε μορφής σχέση με την κα Μαυροκωνσταντή
- Το ίδιο ισχύει και με την ανωτέρω αναφερόμενη εταιρεία.
- Δεν ασχολούμαι με τις δουλειές του κ. Γεώργιου Ίβρου.
- Ουδέν στοιχείον προκύπτει ουδέ καν καθ' υποψίαν σχέσης μου ή οιασδήποτε συνεργασίας, καθότι δεν υφίσταται.
- Έχετε κάνει τηλέφωνα εις την οικία μου και στο χώρο εργασίας της κόρης μου κάποιους μήνες το 2009, απαραδέκτως, αδίκων, κ.λ.π. κ.λ.π.
- Κακώς, κάκιστα και προφανώς εσκεμμένως με ενεπλέξατε σε προσωπικές σας δουλειές. Ως εκ των ανωτέρω, ζητώ να ακυρώσετε άμεσα οποιαδήποτε κατηγορία εις βάρος μου, επιφυλασσόμενη παντός νομίμου δικαιώματος εν Ελλάδι, ή οπουδήποτε, δια ψευδή μηνύσει, συκοφαντική δυσφήμιση και ο,τιδήποτε προβλέπει ο νόμος. Το παρόν, κοινοποιείται μέσω φαξ και συστημένου courier, και παρακαλώ να γνωστοποιηθεί και εις την κα Μαυροκωνσταντή. Η καταγγέλουσα Φωτεινή Ίβρου Τρίκαλα, 30/12/2009» Σε αυτή την θέση της ενάγουσας η εναγομένη 2 - αιτήτρια απαντά ως εξής: (παρατίθεται το κείμενο αυτολεξεί) "Σε σχέση με την επιστολή ημερομηνίας 30/12/2009 που αναφέρεται στην ένσταση των Εναγόντων είναι η θέση της Εναγόμενης 2 ότι την εν λόγω επιστολή την ετοίμασε ο σύζυγος της Εναγομένης 2, Εναγόμενος
- Η ίδια ανέγνωσε μόνο τα στοιχεία 1 μέχρι 6 με τα οποία συμφωνούσε και ανέφεραν ότι ουδεμία ανάμειξη είχε στη μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου 1 συνεργασία και δεν μελέτησε προσεκτικά το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής. Περαιτέρω η εν λόγω επιστολή αναφέρεται σε επιστολή/δήλωση την οποία έλαβε και όχι σε αγωγή. Όπως της είχε αναφέρει ο Εναγόμενος 1 αφορούσε κάποια συνεργασία του στην Κύπρο που αδίκως ενεπλάκη η ίδια και την διαβεβαίωσε ότι το θέμα θα έληγε με την αποστολή της εν λόγω επιστολής. Ουδέποτε την ενημέρωσε για την ύπαρξη της αγωγής στην Κύπρο. Δεν αντιλήφθηκε κατά τη δεδομένη στιγμή την αναφορά στην εν λόγω επιστολή σε σχέση με την αγωγή αρ. 4717/2009 αλλά και η ίδια έστω και αν το είχε αναγνώσει δεν γνώριζε την έννοια της αγωγής. Λόγω και των τεταμένων σχέσεων που υπήρχαν μεταξύ των Εναγομένων ήταν συνήθης πρακτική της Εναγομένης 2 να αποφεύγει τη δημιουργία εντάσεων μεταξύ των Εναγομένων και απλά υπάκουσε και πίστεψε τα όσα της παρουσίασε ο εναγόμενος
- Εξάλλου κανένα λόγο είχε η Εναγόμενη 2 να υποψιαστεί ότι οποιοσδήποτε είχε οποιοδήποτε λόγο να κινηθεί δικαστικά εναντίον της. Περαιτέρω η Εναγόμενη 2 αναφέρει ότι εάν όντως είχε λάβει γνώση της αγωγής στις 24.11.09 όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες γιατί τότε να περιμένει μέχρι τις 30.12.09 να αποστείλει την εν λόγω επιστολή; Όπως φαίνεται και από το τεκμήριο 7 που επισυνάφθηκε στην ένσταση των Εναγόντων αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 2 ουδεμία σχέση είχε με τις συναλλαγές των Εναγόντων και του Εναγομένου 1.» Παρατηρείται πως στην ανωτέρω παράγραφον περιέχονται αντικρουόμενες και διαζευκτικές αναφορές, κάτι που δεν επιτρέπεται σε ένορκη δήλωση. Η ένορκη δήλωση αποτελεί μαρτυρία και πρέπει να χαρακτηρίζεται από θετικότητα και σαφήνεια (El Fath Co. for International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255). Διαζεύξεις ως προς το τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεν χωρούν. Δεν μπορεί η ενόρκως δηλούσα να ισχυρίζεται από τη μια ότι δεν διάβασε την επιστολή και από την άλλη ότι έστω και εάν τη διάβασε, δεν αντελήφθηκε το νόημα της και ότι αυτό παρέπεμπε σε αγωγή. Είτε το ένα ισχύει, είτε το άλλο. Εάν η ενόρκως δηλούσα δεν γνώριζε επακριβώς τα γεγονότα για να τα αναφέρει, αυτό είναι το ρίσκο και ο κίνδυνος που αναλαμβάνεται όταν η ένορκη δήλωση γίνεται από τρίτο πρόσωπο και όχι τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο. Συνεπώς, αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι πως η εναγόμενη 2-αιτήτρια έλαβε γνώση της ύπαρξης της αγωγής. Ο ισχυρισμός ότι δεν της επεδόθη η αγωγή, άπτεται του θέματος της γνώσης της ύπαρξης της αγωγής και όχι του καλού ή νόμιμου της επίδοσης. Σκοπός της επίδοσης είναι να λάβει κάποιος γνώση της εναντίον του καταχωρηθείσας απαίτησης και αξίωσης ώστε να μπορέσει να προβάλει την υπεράσπιση του. Γι' αυτό και μια επίδοση θεωρείται καλή ακόμη και αν δεν επιδοθεί προσωπικά στον ενδιαφερόμενο, αλλά σε πρόσωπο του οικογενειακού ή επαγγελματικού περιβάλλοντος του. Στην κρινόμενη περίπτωση, έχει επιτραπεί η δια μέσω της υπηρεσίας αποστολής δεμάτων D.H.L. επίδοση της αγωγής. Από τα τεκμήρια που είχαν επισυναφθεί γι' απόδειξη της αίτησης για την έκδοση της απόφασης αλλά και αυτά που συνοδεύουν την ένσταση, καταδεικνύεται ότι η αγωγή επεδόθη στη διεύθυνση της αιτήτριας στα Τρίκαλα και περιήλθε σε γνώση της η αγωγή, όπως αναπόφευκτα εξάγεται το συμπέρασμα από την επιστολή που υπέγραψε και για την οποία δεν παρέχονται ξεκάθαρες εξηγήσεις. Να σημειωθεί πως η αιτήτρια, δεν αρνείται ότι διαμένει στην ανωτέρω διεύθυνση. Αναφέρει μόνο ότι βρίσκεται σε διάσταση με τον Γεώργιο Ίβρο. Οι αναφορές στην αγόρευση της συνηγόρου της αιτήτριας για επικοινωνία της με εταιρεία στην Ελλάδα αναφορικά με την επίδοση προς τον εναγόμενο 1, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού
(1)η αγόρευση δεν αποτελεί μαρτυρία και
(2)η κρινόμενη αίτηση αφορά την εναγόμενη 2. Κρίνεται συνεπώς πως η αγωγή επεδόθη στην αιτήτρια και έτσι δεν τίθεται θέμα ακύρωσης της διαδικασίας και επομένως ακολουθεί η εξέταση της ύπαρξης καλής υπεράσπισης και η αιτιολόγηση της μη εμφάνισης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, καταγράφεται ως ημερομηνία γνώσης της ύπαρξης της αγωγής ο Μάιος του 2010, όταν μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη ο εναγόμενος 1, η θυγατέρα του, μετά από προτροπή του δικηγόρου του, έψαξε τα έγγραφα του στα οποία εντόπισε την αγωγή. Αυτός είναι ο χρόνος κατά τον οποίο η εναγόμενη 2 έλαβε πληροφόρηση και μετά από διαβουλεύσεις και συζητήσεις με δικηγόρους στην Ελλάδα και Κύπρο καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση τον Ιούνιο του ιδίου έτους. Είναι βέβαιο πως το χρονικό διάστημα από το Μάιο μέχρι τον Ιούνιο, είναι πολύ σύντομο, αν αναλογισθεί κάποιος, τις ενέργειες στις οποίες έπρεπε η αιτήτρια και ο συνήγορος της να προβούν. Το Δικαστήριο όμως, έχει ήδη καταλήξει πως η επιστολή ημερομηνίας 30.12.09 την οποία υπογράφει η αιτήτρια και την οποία απέστειλε στο συνήγορο των εναγουσών, καταδεικνύει γνώση κα πληροφόρηση της για την αγωγή. Αυτό το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του 2009 μέχρι τον Ιούνιο ή έστω το Μάιο του 2010 δεν δικαιολογείται και δεν επεξηγείται και μπορεί να θεωρηθεί αναμενόμενο να μην δικαιολογείται, δεδομένου του ισχυρισμού της αιτήτριας πως το Μάιο του 2010, έλαβε γνώση και πληροφόρηση της αγωγής. Προβληματίζει βέβαια το Δικαστήριο το γεγονός πως η αίτηση αυτή καταχωρήθηκε χωρίς και πριν να υπάρξει οποιαδήποτε όχληση εκ μέρους των εναγόντων για εκτέλεση της απόφασης ώστε να θεωρηθεί και κριθεί πως η εναγόμενη 2-αιτήτρια, παραγνώρισε την αγωγή και έσπευσε μόλις βρέθηκε προ του κινδύνου λήψης μέτρων εκτέλεσης. Γι' αυτό θεωρείται και εκλαμβάνεται ως θετικό για την αιτήτρια βήμα η καταχώριση της αίτησης πριν την πληροφόρηση της για την εκδοθείσα απόφαση. Στην υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 1283, η αίτηση παραμερισμού κατεχωρήθη 4 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Εκρίθη ο διαρρεύσας χρόνος των 4 μηνών ήταν ιδιαίτερα μακρύς και αυτό δεν επηρεαζόταν από το γεγονός που μεσολαβούσαν θερινές διακοπές. Έγινε δε με επιδοκιμασία αναφορά μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Λοϊζου ν. Λαϊκή Τράπεζα, Πολ. Έφεση 10183, ημερομηνίας 30.5.99, Βοθροτέξ Λτδ ν. Φαντάκη, Πολ. Έφεση 10742, ημερομηνίας 23.3.01 όπου η αίτηση απορρίφθηκε παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης και Λαϊκή Τράπεζα ν. Ιακώβου Πολ. Έφεση 10552, ημερομηνίας 11.4.02. Αντίθετα, στην Αlpha Bank Limited v. Γαλάτειας Χαρ. Στεφάνου
(2003)1 (Α) 1101, όπου η αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε 3 μήνες μετά τη γνώση της απόφασης και 13 μήνες μετά την έκδοση της, θεωρήθηκε ότι ο χρόνος της καθυστέρησης αντιμετωπίστηκε με ιδιαίτερη επιείκεια αλλά δεν υπερέβαινε τα ακραία όρια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Υπογραμμίστηκε δε ότι το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Έχοντας τούτο υπόψη και αυτό που η Νομολογία υποδεικνύει πως το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση (Milouca και Πεγειώτης), αλλά μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση όταν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, θεωρώ ότι η επιδειχθείσα καθυστέρηση δεν είναι τέτοιας φύσης ώστε να προσδίδεται σε αυτήν χαρακτηρισμός περιφρονητικής προς τη Δικαστική διαδικασία, διαγωγής. Εξετάζοντας το θέμα της προβολής υπεράσπισης σημειώνεται ότι εκείνο που διερευνά το Δικαστήριο δεν είναι εάν έχει αποδειχθεί υπεράσπιση. Ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη,
(1999)1 Α.Α.Δ. 528, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1774). Η αιτήτρια εκφράζει παντελή άγνοια για την συμβατική σχέση μεταξύ εναγόντων και εναγομένου
- Διατείνεται ότι η ίδια ασχολείται με τα οικιακά, ενώ ο εναγόμενος 1 που για πολλά χρόνια απουσίαζε στο εξωτερικό, όπου διατηρούσε τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, επέστρεφε στο σπίτι μερικές ημέρες και ουδέποτε ενημέρωνε την αιτήτρια για τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Αγνοεί, την ύπαρξη κοινού λογαριασμού με τον εναγόμενο 1 και ισχυρίζεται πως ουδέποτε υπέγραψε έγγραφα για άνοιγμα του και ουδέποτε έλαβε όφελος από τη συνεργασία εναγομένου 1 και εναγόντων. Ο αντίλογος στο θέμα τούτο όπως δίδεται με την ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1 είναι πως προφορικά εγίνοντο συζητήσεις και με τους δύο εναγόμενους κα ότι κατέθεσε χρήματα σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους. Υποδεικνύεται δε με την αγόρευση του συνηγόρου των εναγόντων πως η αιτήτρια δεν κατέθεσε κανένα έγγραφο και κανένα στοιχείο για απόδειξη της υπεράσπισης της. Δεδομένης όμως της υπεράσπισης, που είναι προβολή άγνοιας και άρνησης συμφωνίας, δεν αναμένεται η ύπαρξη εγγράφου. Εξάλλου ούτε οι ενάγοντες παρουσίασαν γραπτή συμφωνία μεταξύ εναγόντων και εναγομένων. Παρατηρείται πως: Από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στην ένορκη δήλωση (τεκμήριο 1) που υποστηρίζουν την αίτηση για απόφαση, όλες οι γραπτές βεβαιώσεις και αναλήψεις υποχρεώσεων για τήρηση της συμφωνίας και επιστροφής χρημάτων, γίνονται και υπογράφονται εκ μέρους του εναγομένου 1 χωρίς καμία αναφορά στην εναγομένη
- Το ποσό των €80.000 κατατέθηκε στο λογαριασμό του εναγομένου
- Στο κοινό λογαριασμό των εναγομένων 1 και 2 κατατέθηκε μόνο ποσό €
- Από τη δήλωση της και Αναστασίας Λοβερινγκ (τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση της ένστασης) οι πλείστες αναφορές παραπέμπουν στον εναγόμενο
- Το τεκμήριο 7 που επικαλείται η ενάγουσα, την επιστολή του εναγομένου 1 στην οποία αναφέρει «εγώ και η σύζυγος μου» και την οποία θεωρεί ότι επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της για ευθύνη της εναγόμενης 2, υποδεικνύεται πως στο τέλος της ίδιας επιστολής, υπάρχει η εξής αναφορά «Τέλος, γνωρίζετε και εσείς και η πελάτισσα σας ότι ουδεμία απολύτως σχέση έχει η σύζυγος μου με την πελάτισσα σας». Κρίνεται συνεπώς πως η αιτήτρια έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση ώστε να της επιτραπεί να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο το οποίο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος, εκδίδει διάταγμα παραμερισμού της απόφασης σε σχέση με την εναγόμενη 2-αιτήτρια. Επιδικάζονται έξοδα της αγωγής και της μέχρι τώρα διαδικασίας, υπέρ των καθ'ων η αίτηση-εναγόντων και εναντίον της αιτήτριας- εναγομένης 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, η πληρωμή των οποίων αποτελεί όρο για τον παραμερισμό. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός 30 ημερών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης προς το δικηγόρο της αιτήτριας, των εγκριθέντων εξόδων. (Υπ.) ........... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Ιnterim) (Aναφορά: Aίτηση παραμερισμού cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο