Γιώργος Ππατσιάς ν. Εκδόσεις Αρκτινός Λτδ κ.α., Αγ. Αρ. 6398/10, 07/07/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A213 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ. 6398/10 Μεταξύ: Γιώργος Ππατσιάς από τη Λεμεσό Ενάγοντας και
- Εκδόσεις Αρκτινός Λτδ από τη Λευκωσία
- Αντώνης Μακρίδης από τη Λευκωσία Εναγομένων --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 07/07/2011 Εμφανίσεις: Για τους εναγομένους 1 και 2 - αιτητές: κα Κάλια Γεωργίου. Για τον ενάγοντα - καθ' ού η αίτηση: κα Πρωτοπαπά για κα Αργεντούλα Ιωάννου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αξιώνει εναντίον των εναγομένων αποζημιώσεις για δυσφήμιση και/ή γραπτές δηλώσεις, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» στις 13/10/2010, 14/10/2010, 15/10/2010 και 16/10/2010 και αφορούσαν την Αρχή Λιμένων, στην οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος και κατείχε τη θέση του Βοηθού Επιθεωρητή Τεχνίτη Ηλεκτρολογίας. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η διαγραφή της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, ως μη αποκαλύπτουσα καλή και/ή λογική αιτία αγωγής και/ή ως μηδαμινής και/ή ενοχλητικής και/ή ως επιπόλαιας και/ή καταχρηστικής και/ή κακόπιστης και/ή καταπιεστικής και/ή αχρείαστης και/ή που τείνει να προκαλέσει στους εναγομένους αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή αγωνία και/ή έξοδα. Έχει ως νομική βάση την Δ.19, Θ.26, Δ.27, Θ.1-3, Δ.48, Θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, την γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του κ. Δημήτρη Γεωργιάδη, ενός εκ των διευθυντών των εναγομένων 1 και εξουσιοδοτημένου και από τον εναγόμενο
- Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι ο ενάγοντας στην αγωγή του δεν καταγράφει κατά λέξη τα δημοσιεύματα για τα οποία παραπονείται παρά μόνο κάνει αναφορά σε αυτά αποσπασματικά, προσθέτοντας φράσεις και λέξεις δικές του αλλοιώνοντας τα επίδικα κείμενα. Επίσης, αναφέρει ότι τα δημοσιεύματα που καταγράφονται στις παραγράφους 9-14 της Έκθεσης Απαίτησης δεν αναφέρονται στον ενάγοντα, δεν σχετίζονται με αυτόν ούτε μπορεί να εξαχθεί από τα εν λόγω δημοσιεύματα ότι αυτά αναφέρονται στον ενάγοντα. Περαιτέρω, τα εν λόγω δημοσιεύματα δεν περιέχουν οποιαδήποτε δυσφημιστική αναφορά γι αυτόν. Ο ενάγοντας - καθ' ού η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση προβάλλοντας επτά λόγους ένστασης ως εμφαίνονται σε αυτή. Ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι η Έκθεση Απαίτησης του συντάχθηκε σύμφωνα με τους θεσμούς και την νομολογία και ότι η αγωγή του αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη ομολογία του κ. Σάββα Βασιλείου, δικηγόρου στο γραφείο της δικηγόρου του ενάγοντα και με αυτή επεξηγούνται και υποστηρίζονται οι λόγοι ένστασης. Η ακρόαση της παρούσας αίτηση διεξήχθη στην βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την εμπεριστατωμένη αγόρευση της, η συνήγορος των εναγομένων - αιτητών υποστήριξε την αίτηση αναφερόμενη σε νομολογία και συγγράμματα σε σχέση με τις νομικές αρχές σύνταξης δικογράφων σε αγωγές δυσφήμισης συσχετίζοντας τες με την Έκθεση Απαίτησης της παρούσας αγωγής. Βασικά, υποστήριξε ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να διαγραφεί για τους εξής λόγους: α) Τα επίδικα δημοσιεύματα δεν δικογραφούνται αυτολεξεί παρά μόνο αποσπασματικά και το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει κατά πόσο είναι δυσφημιστικά ή δεν φαίνεται κατά πόσο ο ενάγοντας θα βασιστεί επί όλων των δημοσιευμάτων ή μόνο αποσπασματικά και σε μεμονωμένες αναφορές β) Δεν δικογραφείται ή δεν δικογραφείται σωστά κατά πόσο τα επίδικα δημοσιεύματα αφορούν τον ενάγοντα γ) Δεν δικογραφείται ή δεν δικογραφείται σωστά η έννοια που αποδίδει ο ενάγοντας στα επίδικα δημοσιεύματα. Δεν δικογραφείται ξεκάθαρα η έννοια που αποδίδει ο ενάγοντας κατά την φυσική και συνηθισμένη ερμηνεία, ούτε δικογραφείται σωστά ο ισχυρισμός για νομικό υπαινιγμό. H συνήγορος του ενάγοντα με τη αγόρευση της αναφέρθηκε αρχικά στην νομική βάση της αίτησης για να ισχυριστεί ότι η Δ.19, Θ.26 και η Δ.27, Θ.3 δεν παρέχουν δικαίωμα για διαγραφή ολόκληρης της αγωγής όπως αιτούνται οι εναγόμενοι αλλά μέρους της Έκθεσης Απαίτησης. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι με βάση την αγωγή και τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα, αποκαλύπτεται καλό αγώγιμο δικαίωμα και δεν συντρέχει κανένας λόγος για διαγραφή ή απόρριψη της αγωγής. Ακόμα όμως και αν η Έκθεση Απαίτησης δεν έχει συνταχθεί σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες, τότε το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τροποποίηση της και όχι διαγραφή και απόρριψη της. Πέραν των δικονομικών ενστάσεων που αναπτύσσονται στην εν λόγω αγόρευση, γίνεται αναφορά και στο τρόπο σύνταξης της Έκθεσης Απαίτησης, όπου αναφέρεται ότι σε αγωγές λιβέλου υπάρχει η δυνατότητα να δικογραφηθεί μόνο το επιλήψιμο μέρος του δημοσιεύματος και όχι ολόκληρο το δημοσίευμα. Συνεχίζοντας, αναφέρεται ότι αυτή είναι συνταγμένη σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς, αφού ο ενάγοντας επέλεξε να καταγράψει μόνο τα επιλήψιμα σημεία των επίδικων δημοσιευμάτων, τα οποία θεωρεί ότι αποτελούν λιβελογράφημα. Ακόμα όμως και αν υπάρχουν κάποιες τροποποιήσεις, προσθέσεις ή αφαιρέσεις από τα εν λόγω δημοσιεύματα, αυτό έγινε εκ παραδρομής και/ή λάθους και δεν αλλάζουν το δυσφημιστικό τους νόημα. Τέλος, αναφέρεται ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι η αίτηση των εναγομένων ευσταθεί, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να απορρίψει την αγωγή αλλά να διατάξει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Οι δικονομικές πρόνοιες επί των οποίων εδράζεται το αίτημα των εναγομένων είναι η Δ.19, Θ.26 και η Δ.27, Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το λεκτικό των οποίων παραθέτω αυτούσιο: Δ.19, Θ.26 «Τhe Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Δ.27, Θ.3 «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Με βάση τις πιο πάνω διατάξεις το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάσσει τη διαγραφή ή τροποποίηση ενός δικογράφου ή μέρους αυτού ή να αναστέλλει ή απορρίπτει μια αγωγή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτές ως ανωτέρω φαίνεται. Πέραν των πιο πάνω, στο Halsbury's Laws of Engalnd, 4th edition, vol.37, para.430 αναφέρονται γενικά οι εξουσίες του Δικαστηρίου να διατάσσει τον παραμερισμό δικογράφων ή να απορρίπτει αγωγές. Στην παράγραφο 431 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τις πιο πάνω εξουσίες του για συγκεκριμένους λόγους. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι: "These powers may be exercised on the ground:
(1)that the pleading or indorsement discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be;
(2)that it is scandalous, frivolous or vexation;
(3)that it may prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action; or
(4)that it is otherwise an abuse of the process of the court. Σύμφωνα με την νομολογία η διαγραφή δικογράφου, είτε αυτή βασίζεται στην Δ.19, Θ.26 είτε στη Δ.27, Θ.3, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και άλλων
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1852) και Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1316). Aναφορικά με τον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση τέτοιου είδους αιτήματος, στην Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246 λέχθηκε ότι αίτηση για διαγραφή αίτησης για εκκαθάριση σαν μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, επιπόλαια και ενοχλητική (frivolous and vexation) και σαν αποτελούσα κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process) δυνάμει των προνοιών της Δ.19, Θ.26 και Δ.27, Θ.3, κρίνεται αποκλειστικά με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου της, ανεξάρτητα από την μαρτυρία η οποία την υποστηρίζει. Επίσης, στο Halsbury's Laws of England, 4th edition, vol. 37, para 436 αναφέρεται ότι «..if the application is based only on the ground that the pleading or indorsement does not disclose a reasonable cause of action no evidence is admissible». Πέραν των πιο πάνω διαδικαστικών κανονισμών που αναφέρθηκαν, υπάρχει και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει δικόγραφα ή να απορρίπτει αγωγές όταν αυτές αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας. Μια διαδικασία είναι καταχρηστική όταν χρησιμοποιείται για αλλότριους σκοπούς και μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές (βλ. Halsbury's Laws of England, 4th edition, vol. 37 para. 434 και Tζεννάρο Περέλλα v. Διευθυντή των Φυλακών, Πολ. Έφεση Αρ. 9173, 16/03/1995). Αναφορικά με την ερμηνεία των όρων σκανδαλώδεις και άσχετοι ισχυρισμοί, στο The Annual Practice 1958, Vol. 1 στις σελ. 477- 478, αναλύονται οι εν λόγω όροι στα πλαίσια της παλαιάς αγγλικής Διάταξης 19, Θ.27, που είναι η ίδια με την δική μας Διάταξη 19, Θ.26 και αφορά τέτοιους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στα δικόγραφα. Εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι ένας ισχυρισμός για να κριθεί σκανδαλώδης εξαρτάται από τα επίδικα θέματα σε κάθε περίπτωση. Συγκεκριμένα αναφέρεται στη σελίδα 478 του πιο πάνω συγγράμματος ότι «Allegations of dishonesty and outrageous conduct, etc are not scandalous, if relevant to the issue». Πιο κάτω στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι «The sole question is whether the matter alleged to be scandalous would be admissible in evidence to show the truth of any allegation in the pleading which is material with reference to the relief prayed». Σε σχέση με το κατά πόσο ένας ισχυρισμός είναι άσχετος, στη σελ. 477 του ιδίου συγγράμματος αναφέρεται ότι το γεγονός ότι ένα δικόγραφο περιέχει άσχετους ισχυρισμούς, αυτό δεν είναι αρκετό για να δικαιολογήσει τη διαγραφή τους. Δεν είναι καθήκον του αιτητή σε τέτοια περίπτωση να διαμορφώσει το δικόγραφο του αντιδίκου. Εκείνο που διαφαίνεται όμως, είναι ότι αχρείαστοι ισχυρισμοί που τείνουν να δημιουργήσουν έξοδα, ταλαιπωρία και καθυστέρηση, δύναται να διαγραφούν. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από πιο πάνω σύγγραμμα στις σελ. 477-478: «.but if wholly immaterial matter be set out in such a way that the applicant must plead to it, and so raise irrelevant issues which may involve, expense, trouble and delay, then the irrelevant matter will be struck out, as it will prejudice the fair trial of the action.» Περαιτέρω, το κατά πόσο ένα δικόγραφο περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν να προκαλέσουν αμηχανία, βλάβη ή καθυστέρηση στη δίκαιη δίκη το ακόλουθο απόσπασμα από το Bullen & Leake and Jacobs Precedents and Pleadings, Twelve Edition, στη σελ. 147, είναι σχετικό: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matters and so raises irrelevant issues which may involve expenses, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations». Το κατά πόσο ένας ισχυρισμός τείνει να προκαλέσει αμηχανία, δυσμενή επηρεασμό ή καθυστέρηση στη δίκαιη επίλυση του ζητήματος ερμηνεύεται φιλελεύθερα και οι διάδικοι δεν πρέπει να είναι έτοιμοι να θεωρούν το εαυτό τους ότι βρίσκεται σε αμηχανία. Τα Δικαστήρια θα πρέπει να εφαρμόζουν τις πιο πάνω έννοιες με τέτοιο τρόπο σε κάθε περίπτωση έτσι ώστε να μη περιορίζεται το δικαίωμα του διαδίκου να διαμορφώνει ελεύθερα τα δικόγραφα του (βλ. Knowles v. Roberts 38 Ch. D. 270). Περαιτέρω, σε σχέση με τον τρόπο σύνταξης ενός δικογράφου η Διαταγή 19, Θ.4 προνοεί ότι «Every pleading shall contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively.» Πέραν της πιο πάνω γενικής πρόνοιας η Δ.2, Θ.9 προνοεί ότι «In actions for libel the indorsement on the writ shall state sufficient particulars to identify the publications in respect of which the action is brought.» H θέση ουσιαστικά της πλευράς των εναγομένων στην παρούσα αίτηση είναι ότι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν έχει συνταχθεί σύμφωνα με τους κανονισμούς, δεν υπάρχουν αρκετά ουσιώδη γεγονότα στην Έκθεση Απαίτησης και συγκεκριμένα ότι ο τρόπος αναφοράς στα επίδικα δημοσιεύματα δεν είναι ο ορθός με αποτέλεσμα να μην αποκαλύπτεται αιτία αγωγής. Επίσης, είναι η θέση τους ότι ο τρόπος που δικογραφούνται τα γεγονότα προκαλεί σύγχυση και αμηχανία στους εναγομένους και δυσκολεύονται να καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης. Προτού προχωρήσω να εξετάσω με λεπτομέρεια το δικόγραφο του ενάγοντα και τις θέσεις που προβάλλονται από την πλευρά των εναγομένων, θα πρέπει να γίνει μια αναφορά στον τρόπο που πρέπει να συντάσσεται ένα δικόγραφο για να στοιχειοθετεί αξίωση για δυσφήμιση. Στην πρόσφατη απόφαση Ελευθέριος Γαληνιώτης v.
- Εκδοτικού Οίκου Διας Λτδ. κ.α. Πολ. Έφεση Αρ. 116/2008, Ημερομηνίας 15/03/2011, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ αναφέρθηκε υπό τύπο σχολίου και γενικότερης καθοδήγησης στον τρόπο σύνταξης της Έκθεσης Απαίτησης σε υποθέσεις δυσφήμισης. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε ότι «όσον αφορά την αγωγή θα πρέπει το δημοσίευμα να παρατίθεται αυτούσιο και διαδοχικά να καταγράφεται η δυσφημιστική έννοια του είτε στη συνήθη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούνται, ή, όπου υπάρχει ισχυρισμός για υπαινιγμό, να παρατίθεται σε ξεχωριστή παράγραφο με λεπτομέρειες, οι έννοιες κατά τις οποίες το κείμενο θεωρείται δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Ακόμη να καταγράφονται εκείνα τα εξωγενή γεγονότα που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το δημοσίευμα αναφέρεται στον ενάγοντα (Gatley on Libel and Slander, 6η έκδ. σελ. 442).» Στο Atkin's Court Forms, 2η έκδοση, τόμος 25 κάτω από το κεφάλαιο Libel and Slander καθορίζονται τα ουσιώδη γεγονότα που πρέπει να περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης για να στοιχειοθετείται αξίωση για δυσφήμιση. Αυτά μπορεί να απαριθμηθούν ως ακολούθως:
- Εισαγωγικοί ισχυρισμοί (introductory averments).
- Ισχυρισμός ότι υπάρχει δημοσίευση.
- Ότι αυτή η δημοσίευση αφορά τον ενάγοντα.
- Το νόημα της δημοσίευσης (plain and ordinary meaning of the words or innuendo).
- Πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της δυσφήμισης. Το πρώτο παράπονο των εναγομένων είναι ότι δεν παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης τα επίδικα δημοσιεύματα αυτούσια και ότι αυτά παρατίθενται αποσπασματικά και έτσι δεν μπορεί κριθεί κατά πόσο αυτά είναι δυσφημιστικά. Τα επίδικα δημοσιεύματα για τα οποία παραπονείται ο ενάγοντας δικογραφούνται στις παραγράφους 7-14 της Έκθεσης Απαίτησης. Θα κάνω αναφορά σε κάποια μέρη των εν λόγω παραγράφων για να διαφανεί ο τρόπος που ο ενάγοντας αναφέρεται στα εν λόγω δημοσιεύματα. Στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρονται τα ακόλουθα: «
- Σε άρθρο και/ή είδηση που δημοσιεύτηκε στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας 'Πολίτης', την Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010 αναφέρονται τα εξής: α. Ταξίδια μετά συζύγων, Εξαπάτηση υπουργείων και πολλά άλλα (Ως τίτλος του δημοσιεύματος, με έντονα γράμματα) β. Πάρτι υπερωριών στην Αρχή Λιμένων (Τίτλος γραμμένος με μεγάλα μαύρα γράμματα) γ. Ο πιο κάτω πίνακας με ονόματα υπαλλήλων της Αρχής Λιμένων μεταξύ των οποίων και το όνομα του Ενάγοντα, με τις υπερωρίες που έκαστος έχει εργαστεί και την αμοιβή αυτών έναντι των ωρών, ταξινομημένα ανά έτος (στο εξής θα αναφέρεται η λίστα) Η λίστα βρίσκεται κάτω από τον τίτλο και παραπλεύρως του άρθρου το οποίο αναφέρει και αναλύει τα ανωτέρω δυσφημιστικά σχόλια, και βρίσκεται εντός πλαισίου, στο κέντρο της πρώτης σελίδας του εντύπου, και/ή σε εμφανές σημείο, με καθαρογραμμένους και ευανάγνωστους χαρακτήρες: Στη συνέχεια παρατίθεται ο πίνακας με τα ονόματα. Συνεχίζοντας, η εν λόγω παράγραφος αναφέρει: δ. Την ώρα που ο Κύπριος φορολογούμενος δεινοπαθεί στην Αρχή Λιμένων στήνεται πρωτοφανές πάρτι με υπερωρίες. Υπάλληλοι της Αρχής λαμβάνουν πέραν των 40,000 ευρώ ετησίως για υπερωρίες μέχρι ακόμα και 47,000 (λεπτομέριες στον διπλανό πίνακα) (Απόσπασμα από το άρθρο, που αναρτήθηκε κάτω από τον τίτλο και την λίστα) ε. Το πλέον φοβερό είναι ότι την επόμενη μέρα οι εργαζόμενοι υπερωριακά δεν πηγαίνουν στην εργασία τους και τους αναπληρώνουν άλλοι συναδέλφοι τους που πληρώνονται και αυτοί υπερωριακά. (Απόσπασμα άρθρου) στ. Στην Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής αποκαλύφθηκαν ακόμα σκάνδαλα, ατασθαλίες και παρανομίες που ταλανίζουν την Αρχή (Απόσπασμα άρθρου). ζ. Ο Γενικός Εισαγγελέας έγραψε σε επιστολή του ότι θα εγείρει αγωγές εναντίον συγκεκριμένων προσώπων. Όπως τόνισε «όλα αυτά δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητα» (Απόσπασμα άρθρου και υπότιτλος) Η παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης έχει ως ακολούθως: «
- Στη σελίδα 37 της έκδοσης της εφημερίδας Πολίτης της ίδιας ημέρας, 13 Οκτωβρίου 2010 και σε συνέχεια του ιδίου άρθρου που αναρτάται στο πρωτοσέλιδο του συγκεκριμένου εντύπου, όσο αφορά τα επίδικα δημοσιεύματα, αναφέρονται τα εξής: α. «Έβγαλαν τα παλούκια» στην Αρχή Λιμένων. Επεμβαίνει ο γενικός Εισαγγελέας. (Τίτλος γραμμένος με έντονους χαρακτήρες σε πολύ εμφανή θέση). β. Αυθαιρεσίες ολκής. (Τίτλος σε περίοπτη θέση) γ. Ενεοί έμειναν όσοι παρακολούθησαν χθες την συνεδρίαση της Επιτροπής Ελέγχου της Βουλής. Οι αυθαιρεσίες, οι ατασθαλίες, η ατιμωρησία και η έλλειψη σεβασμού στο δημόσιο χρήμα, βγάζουν μάτι. (Τίτλος σε περίοπτη θέση) δ. Πάρτι με υπερωρίες. (Επανάληψη του τίτλου της πρώτης σελίδας με μαύρα γράμματα) ε. Μαφία στις προσλήψεις. (Τίτλος μιας εκ των παραγράφων του άρθρου) στ. Μετά συζύγων (Τίτλος μιας εκ των παραγράφων του άρθρου) ζ. Ειδοποιούνταν ημετέροι, γνωστοί και φίλοι οι οποίοι υπέβαλαν αίτηση και η πρόσληψη τους ήταν εκ των προτέρων εξασφαλισμένη (Απόσπασμα από το άρθρο) η. Πέραν τούτου, αντί οι ωρομίσθιοι αυτοί υπάλληλοι να προσλαμβάνονται για απασχόληση διαρκείας 17 ωρών ή 23 ωρών εβδομαδιαίως όπως προνοούν οι κανονισμοί, παράνομα τους παρείχαν καθεστώς πλήρους απασχόλησης 38 ωρών εβδομαδιαίως. (Απόσπασμα από το άρθρο) θ....................(Απόσπασμα από το άρθρο) ι................... (Απόσπασμα από το άρθρο) κ................... λ................... και η εν λόγω παράγραφος συνεχίζει με τον ίδιο τρόπο μέχρι και το γράμμα φ. αναφέροντας αποσπάσματα από το εν λόγω άρθρο. Η παράγραφος 9 της Έκθεσης Απαίτησης έχει ως ακολούθως: «
- Σε άρθρο και/ή είδηση του δημοσιεύματος την Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010 στην εφημερίδα 'Πολίτης', και/ή σε συνέχεια των δημοσιευμάτων της Τετάρτης 13 Οκτωβρίου 2010, αναγράφονται σε περίοπτη θέση της 3ης σελίδας τα εξής: α. Βουλιάζουν στην Αρχή Λιμένων (Τίτλος άρθρου) β. Επιτέλους μια απολογία (Τίτλος σε κείμενο που βρίσκεται εντός πλαισίου και παραπλεύρως του δημοσιεύματος) γ. Δεκαετίες παρακολουθούμε τα όσα συμβαίνουν στην Αρχή Λιμένων. Σκάνδαλα, αυθαιρεσίες, ατασθαλίες, παρανομίες. Πράγματα και θάματα. (Κείμενο το οποίο βρίσκεται σε πλαίσιο, παραπλεύρως του δημοσιεύματος) Η παράγραφος 10 έχει ως ακολούθως: «
- Στη σελίδα 12 της ίδιας ημέρας (Πέμπτης), 14 Οκτωβρίου 2010) και σε συνέχεια του ίδιου άρθρου, όσο αφορά τα επίδικα δημοσιεύματα, αναφέρει: α. Το πάρτι στην Αρχή Λιμένων (Έντονος τίτλος, σε πλαίσιο, ο οποίος επαναλαμβάνει την έκφραση που χρησιμοποιήθηκε και στους τίτλους του αρχικού δημοσιεύματος της προηγούμενης ημέρας, Τετάρτης, 13 Οκτωβρίου 2010) β. Για τη λειτουργία του (λιμανιού) πληρώνει ο φορολογούμενος πολίτης, απαιτεί οι δημόσιοι λειτουργοί να σέβονται το δημόσιο χρήμα (Απόσπασμα από το κείμενο, το οποίο βρίσκεται σε πλαίσιο και το οποίο συνοδεύει το επίδικο δημοσίευμα) Η εν λόγω παράγραφο συνεχίζει με τον ίδιο τρόπο μέχρι και το σημείο στ. παραθέτοντας αποσπάσματα από τον εν λόγω δημοσίευμα και επεξηγεί που βρίσκεται καταγραμμένο το κάθε απόσπασμα. Με τον ίδιο τρόπο καταγράφονται αποσπάσματα από τα δημοσιεύματα στην εν λόγω εφημερίδα στις 15 και 16 Οκτωβρίου 2010 επεξηγώντας πού βρίσκονται καταγραμμένα και με ποιο τρόπο και κατά πόσο αποτελούν σχόλια του συντάκτη. Από τα πιο πάνω φαίνεται ο τρόπος με τον οποίο ο ενάγοντας επέλεξε να δικογραφήσει στην Έκθεση Απαίτησης του τα δημοσιεύματα για τα οποία παραπονείται ότι είναι δυσφημιστικά. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι αυτά δεν δικογραφούνται αυτούσια και ολοκληρωμένα όπως έχουν δημοσιευτεί αλλά αναφέρονται αποσπασματικά και κάποιες φορές μάλιστα επεξηγούνται. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το περιεχόμενο των παραγράφων 7-14 της Έκθεσης Απαίτησης συνάδει με τον τρόπο που πρέπει να δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης τα κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικά δημοσιεύματα και κατά πόσο στο τέλος της ημέρας αυτά αποτελούν αιτία αγωγής. Θεωρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο δικογραφούνται τα επίδικα δημοσιεύματα δεν είναι ο ενδεδειγμένος και ο ορθός τρόπος. Δεν παρατίθενται αυτούσια τα εν λόγω δημοσιεύματα αλλά μόνο γίνεται αναφορά αποσπασματικά σε συγκεκριμένες φράσεις και λέξεις που περιέχουν τα εν λόγω δημοσιεύματα. Δεν είναι από τις περιπτώσεις που ο ενάγοντας μπορεί να αναφερθεί σε κάποιο απόσπασμα από ένα μεγάλο δημοσίευμα και να δικογραφήσει μόνο το σχετικό απόσπασμα που τον αφορά. Εδώ δεν γίνεται κάτι τέτοιο αλλά απομονώνονται κάποιες φράσεις και λέξεις από τα κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικά δημοσιεύματα. Επίσης, οι φράσεις και λέξεις αυτές απαριθμούνται και μάλιστα γίνονται και επεξηγήσεις και συγκεκριμένα σχόλια για κάθε μια. Με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει κατά πόσο τα δημοσιεύματα αυτά των ημερομηνιών 13,14,15, και 16 Οκτωβρίου 2010 είναι δυσφημιστικά και κατ' επέκταση κατά πόσο αυτά αποτελούν αιτία αγωγής. Στο Gatley on Libel and Slander, 9η έκδοση, στις σελ. 652 αναφέρεται ότι «In a libel the words used are the material facts and must therefore be set out verbatim in the statement of claim, preferably in the form of a quotation: It is not enough to describe their substance, purport of effect. The law requires the very words of the libel to be set out in the declaration, in order that the court may judge whether they constitute a ground of action..The rigours of this rule may be slightly relaxed when the matter complained of is part of a television, film or other radio - visual presentation where ...the material is not easily susceptible to a detailed description of its defamatory aspects.» Είναι η θέση του ενάγοντα ότι τα δημοσιεύματα έχουν δικογραφηθεί σωστά καθότι έχουν αναφερθεί μόνο τα αποσπάσματα τα οποία κατά την άποψη του είναι δυσφημιστικά και ότι θα βασιστεί σε αυτά μόνο. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση, στην παράγραφο 28.11 κάτω από τον τίτλο «Only relevant passages to be set out» αναφέρονται τα εξής: «The particular passages complained of should be clearly identified and set out. The claimant cannot confine the material of which he complains to an extract from a single publication in circumstances where it is obvious that no reasonable reader would have read the extract in isolation and any reader inquiring beyond that material could possibly have drawn an inference defamatory of the claimant» .......................... However, surrounding material which is genuinely irrelevant to the claimant's complaint should be omitted. This is particularly important where the claimant is suing in respect of words contained in a book or a long "feature" article in a newspaper. Save in the exceptional circumstances where the sting of the matter can be properly be said to derive from the publication read as a whole, it will not be appropriate to set out the article or book in its entirety. ............................. Where the matter of which the claimant complains consist of related material published by the defendant on different occasions, and where there is apparent, on the face of the matter complained of itself, either an intention on the part of the defendant that it be read together or direct references internally one to the other so that the reader may reasonably be expected to read it together, it has been held to be an acceptable practice to plead all of the material in the one paragraph of the particulars of claim and to identify the imputations said to have been conveyed by the material as a whole. Where possible the claimant should give the page reference of the book or newspaper where the allegedly defamatory material is to be found. In cases in which the offending material is so long that it cannot conveniently be pleaded in the particulars of claim, the material should be pleaded in the particulars of claim, the material should pleaded in a schedule.» Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, αυτό που μπορεί να γίνει σε αγωγές λιβελλου είναι να δικογραφείται μόνο το απόσπασμα στο οποίο θα βασιστεί ο ενάγοντας που κατ' ισχυρισμό είναι δυσφημιστικό όταν το υπόλοιπο μέρος του δημοσιεύματος δεν μπορεί να μεταβάλει την ουσία του δημοσιεύματος. Δεν μπορεί όμως, να απομονώνει λέξεις και φράσεις από ένα δημοσίευμα, οι οποίες κατ' ισχυρισμό είναι δυσφημιστικές. Οι λέξεις και φράσεις αυτές αποτελούν μέρος ολόκληρου του δημοσιεύματος, το οποίο αναμένεται να έχει διαβαστεί ολόκληρο από τον αναγνώστη και όχι αποσπασματικά. Στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για δημοσιεύματα σε βιβλίο, οπόταν θα ήταν αχρείαστο να παρατεθεί αυτούσιο το περιεχόμενο του. Πρόκειται για δημοσιεύματα σε εφημερίδα και θα ήταν προτιμότερο να δικογραφείτο ολόκληρο το δημοσίευμα αυτούσιο για να μπορεί αντικειμενικά να κριθεί κατά πόσο αυτό είναι δυσφημιστικό ή όχι. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που ο ενάγοντας επέλεγε να βασιστεί σε κάποιο απόσπασμα του εν λόγω δημοσιεύματος- κατί το οποίο δεν γίνεται εδώ διότι αναφέρεται μεμονωμένα σε λέξεις και φράσεις- θα μπορούσε να το κάνει αλλά ταυτόχρονα θα έπρεπε να παρέθετε ολόκληρα τα δημοσιεύματα ως Παράρτημα στην Έκθεση Απαίτησης του, έτσι ώστε να δινόταν πλήρης εικόνα για τα κατ' ισχυρισμό δημοσιεύματα. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καταλήγω ότι ο ενάγοντας δεν παραθέτει αυτούσια τα δημοσιεύματα για τα οποία παραπονείται ότι είναι δυσφημιστικά ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι παραθέτει αποσπάσματα από τα εν λόγω δημοσιεύματα, σύμφωνα με τους κανόνες και την πρακτική. Επομένως, στο σημείο αυτό η Έκθεση Απαίτησης του πάσχει και δεν μπορεί να προχωρήσει η αγωγή του ως έχει. Πέραν των πιο πάνω, με την αίτηση τους οι εναγόμενοι εγείρουν και το ζήτημα ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δεν αφορούν τον ενάγοντα, ούτε αναφέρονται σε αυτόν αλλά ούτε και δικογραφούνται οποιαδήποτε γεγονότα που να συνδέουν τον ενάγοντα με τα εν λόγω δημοσιεύματα. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, σε αγωγή λιβέλου θα πρέπει να δικογραφείται ότι τα επίδικα δημοσιεύματα αφορούσαν τον ενάγοντα και τον τρόπο με τον οποίο αυτά συνδέονται με αυτόν. Σχετικά με το ζήτημα αυτό και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να δικογραφούνται τα γεγονότα τα οποία συνδέουν τον ενάγοντα με τα επίδικα δημοσιεύματα είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander (ανωτέρω) στις σελίδες 981 και 982 κάτω από τον τίτλο «Averment of reference to the claimant.» Η εν λόγω αναφορά έχει ως ακολούθως: «It is an essential part of the claimant's case to show that he is the person referred to by the defamatory words. Accordingly, where it is not absolutely clear on the face of the words that they refer to the claimant, e.g. where he is described by his initial letters, or by a fictitious name, or by the name of somebody else, or where he is not mentioned at all, the claimant should make clear in his particulars of claim the basis on which he claims to have been identified as the subject or the words complained of. He should set out the connecting facts which establish the link between himself and the words used, and he should make plain his case as to the existence of a person or persons who in fact linked him with words by reason of their knowledge of those connecting facts. These matters are material facts which must be pleaded. If the claimant does not plead such facts sufficiently, his claim will be struck out.» Εκείνο που προκύπτει από τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης του ενάγοντα, είναι ότι πέραν του πρώτου δημοσιεύματος στο οποίο αναφέρεται και λίστα ονομάτων, περιλαμβανομένου και αυτού του ενάγοντα, όλα τα υπόλοιπα δημοσιεύματα δεν αναφέρονται ρητά στον ενάγοντα. Επομένως, στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης του ενάγοντα θα πρέπει να υπάρχουν ισχυρισμοί αναφορικά με τον τρόπο που τα επίδικα δημοσιεύματα συνδέονται με τον ενάγοντα ή ότι αυτά αναφέρονται σε αυτόν. Στις παραγράφους 15, 16 και 17 της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται γενική αναφορά και εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι τα επίδικα δημοσιεύματα αφορούν τον ενάγοντα χωρίς να δίνονται περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο που αυτά συνδέονται με αυτόν. Επίσης, στις παραγράφους 22 και 23 γίνεται αναφορά ότι ο ενάγοντας συνδέεται άμεσα με τα επίδικα δημοσιεύματα καθότι περιλαμβάνεται ονομαστικά στη λίστα ονομάτων που παρατίθεται στο άρθρο που δημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα της έκδοσης της εφημερίδας στις 13/10/
- Συνεχίζοντας, συνδέει τον ενάγοντα και με τα υπόλοιπα δημοσιεύματα καθότι αυτά αποτελούν σειρά δημοσιευμάτων και επειδή στο αρχικό αναφέρεται ονομαστικά τότε και τα υπόλοιπα δημοσιεύματα τον αφορούν. Είναι ξεκάθαρο από τα πιο πάνω και την Έκθεση Απαίτησης, ότι εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι όλα τα δημοσιεύματα αφορούν το πρόσωπο του ενάγοντα χωρίς να δίνονται λεπτομέρειες του τρόπου σύνδεσης του. Η μόνη αναφορά περί σύνδεσης του ενάγοντα με τα εν λόγω δημοσιεύματα, πέραν του πρώτου δημοσιεύματος, είναι ότι τα υπόλοιπα αποτελούν σειρά δημοσιευμάτων. Επί αυτού παρατηρώ ότι τα εν λόγω δημοσιεύματα μπορεί να αποτελούν σειρά δημοσιευμάτων αναφορικά με το θέμα που αποκαλύπτουν σχετικά με τη Αρχή Λιμένων. Παρόλα αυτά όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι όλα τα δημοσιεύματα που ακολούθησαν το πρώτο αφορούν τον ενάγοντα, χωρίς να παρατεθούν σχετικές λεπτομέρειες σύνδεσης για έκαστο από αυτά. Δεν προκύπτει ούτε μπορεί να αναμένεται από ένα αναγνώστη ο οποίος δεν διάβασε το πρώτο δημοσίευμα να εκλάβει ότι τα υπόλοιπα συνδέονται με τον ενάγοντα. Ακόμη όμως και αυτό να γινόταν θα έπρεπε να υπάρχουν λεπτομέρειες στην Έκθεση Απαίτησης σχετικά με κάθε δημοσίευμα που κατ' ισχυρισμό είναι δυσφημιστικό αναφορικά με τον τρόπο σύνδεσης του με τον ενάγοντα. Εν όψει της μη παράθεσης οποιοδήποτε λεπτομερειών ή αναφορών σχετικά με τον τρόπο σύνδεσης των επίδικων δημοσιευμάτων με τον ενάγοντα, κρίνω ότι η Έκθεση Απαίτησης πάσχει και στο σημείο αυτό. Ένα τρίτο ζήτημα το οποίο εγείρεται με την αίτηση, είναι ότι δεν δικογραφούνται οι έννοιες που αποδίδονται στα επίδικα δημοσιεύματα με τον ορθό τρόπο. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω (βλ. Ελευθέριος Γαληνιώτης v. Εκδοτικός Οίκος Διας Λτδ κ.α) θα πρέπει να καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης η δυσφημιστική έννοια που αποδίδεται στο δημοσίευμα. Η δυσφημιστική έννοια μπορεί να βασίζεται στην συνήθη και φυσική σημασία (ordinary and natural meaning) των λέξεων ή σε υπαινιγμό (innuendo). Tα γεγονότα αυτά θα πρέπει να δικογραφούνται με λεπτομέρεια σε ξεχωριστή παράγραφο στην Έκθεση Απαίτησης. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel & Slander (ανωτέρω), στην παράγραφο 28.20, σελίδα 975-977 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Pleading meanings. The claimant must plead in the particulars of claim the defamatory meaning or meanings which he claims were borne by the words or other publication of which he complains. He should do so as precisely as possible. The claimant needs to set out only his case as to the natural and ordinary meaning of the words but also (where appropriate) as to any innuendo meaning (i.e. any meaning alleged to be conveyed to some person by reason of that person's knowledge of facts extraneous to the words complained of). It is good practice also to make clear in appropriate cases (e.g. where the words complained of are very lengthy or difficult to comprehend) the part or parts of the words complained of from which each alleged meaning is derived.» Πέραν τούτου, σε περίπτωση που ο ενάγοντας θα βασίσει την αξίωση του και σε υπαινιγμό, αυτό θα πρέπει να το κάνει σε ξεχωριστή παράγραφο καθότι αποτελεί ξεχωριστή αιτία αγωγής. Στην Slim v. Daily Telegraph Ltd [1968] 1 All E.R. 497, στη σελίδα 511 αναφέρονται τα ακόλουθα: «...Words may be defamatory in their ordinary and natural meaning. They may also, or in the alternative, bear a defamatory innuendo. A 'true' or 'legal' innuendo is a meaning which is different from the ordinary and natural meaning of the words, and defamatory because of special facts and circumstances known to those to whom the words are published. The ordinary meaning and the innuendo give rise to different causes of action, and, accordingly, must be separately pleaded.» Στην παράγραφο 15 της Έκθεσης Απαίτησης, δίδονται λεπτομέρειες ερμηνείας των κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικών δημοσιευμάτων κατά την συνήθη και φυσική ερμηνεία των λέξεων. Εκείνο το οποίο όμως παρατηρείται, είναι ότι στην εν λόγω παράγραφο, ενώ ο ενάγοντας αποδίδει την συνήθη και φυσική ερμηνεία των λέξεων, εμπλέκει και τον υπαινιγμό χωρίς να παραθέτει άλλα γεγονότα που τον στηρίζουν. Απλώς, συνεχίζει δίδοντας λεπτομέρειες της συνήθης και φυσικής ερμηνείας των λήξεων ισχυριζόμενος ότι αυτές συνιστούν και υπαινιγμό. Για παράδειγμα στην παράγραφο 15 γ. όπου αποδίδεται η ερμηνεία των δημοσιευμάτων αναφέρονται τα ακόλουθα: «O ενάγοντας ύπουλα και/ή ψεύτικα και/ή ψευδώς και/ή σε συνομωσία με τους άλλους υπαλλήλους που αναγράφονται και/ή αναφέρονται και/ή περιλαμβάνονται στη δημοσιευθείσα λίστα καταγράφουν και/ή σημειώνουν υπερωρίες και τις εργάζονται αχρείαστα και/ή χωρίς να τις έχουν εργαστεί, πλην όμως αδικαιολόγητα και/ή ανεξέλεγκτα και/ή αλόγιστα και/ή ψευδώς και/ή παράνομα, κοροϊδεύοντας και/ή εξαπατώντας την Αρχή Λιμένων. (Η φράση 'Στήνεται πρωτοφανές πάρτι υπερωριών', στο ίδιο πρωτοσέλιδο της 13ης Οκτωβρίου, περιέχει και/ή συνιστά υπαινιγμό και/ή υπόνοια (INNUENDO), ότι στημένα και/ή αδούλευτα και/ή ψεύτικα και/ή παράνομα και/ή συνωμοτικά, και/ή ύπουλα και/ή αχρείαστα, πληρώνεται τις υπερωρίες στην Αρχή Λιμένων ο Ενάγοντας και/ή οι εργαζόμενοι οι οποίοι αναφέρονται στη λίστα.» Έχοντας υπόψη την παράγραφο 15 της Έκθεσης Απαίτησης κρίνω ότι αυτή περιέχει επαρκής λεπτομέρειες και επεξηγήσεις για την συνήθη και φυσική ερμηνεία των δημοσιευμάτων συμφώνως με την πρακτική και την νομολογία. Πέραν τούτου, η εμπλοκή του υπαινιγμού στις παραγράφους αυτές, θεωρώ ότι είναι λανθασμένη. Πρώτο, δεν δίνονται επαρκείς επεξηγήσεις για τον υπαινιγμό και ούτε παρατίθενται οποιαδήποτε άλλα γεγονότα τα οποία να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα δημοσιεύματα αναφέρονται στον ενάγοντα. Δεύτερο, σε περίπτωση που ο ενάγοντας θα βασίσει την αξίωση και στον υπαινιγμό, αυτό πρέπει να το κάνει ξεκάθαρα στην αγωγή του και να παραθέσει την αξίωση του αυτή και σχετικές λεπτομέρειες σε ξεχωριστή παράγραφο. Εκείνο που παρατηρείται δηλαδή, στην παράγραφο 15 της Έκθεσης Απαίτησης, είναι ότι ενώ ο ενάγοντας παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες για τη συνήθη και φυσική ερμηνεία των λέξεων, ταυτόχρονα και στην ίδια παράγραφο ισχυρίζεται και υπαινιγμό. Θεωρώ ότι επί αυτού του σημείου πάσχει η Έκθεση Απαίτησης του με την έννοια ότι θα πρέπει να παραθέτει τον υπαινιγμό σε ξεχωριστή παράγραφο και με παράθεση επαρκών λεπτομερειών γι αυτόν. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα δεν είναι συνταγμένη κατά τον ορθό τρόπο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαφανεί κατά πόσο αυτή αποκαλύπτει καλή αιτία αγωγής. Επίσης, προκαλεί σύγχυση και δυσκολία στην άλλη πλευρά στην καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης της. Επομένως, καταλήγω ότι το αίτημα των εναγομένων είναι δικαιολογημένο και με τον τρόπο που είναι συνταγμένη η Έκθεση Απαίτησης, δεν μπορεί να προχωρήσει η αγωγή του ενάγοντα. Το ερώτημα που προκύπτει, εν όψει της πιο πάνω κατάληξης, είναι κατά πόσο το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει με την απόρριψη της αγωγής ή με τη διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης και να δοθεί το δικαίωμα στον ενάγοντα να προχωρήσει με την καταχώρηση νέας τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs Precedents of Pleadings and Practice, Twelve Edition, p. 143 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Where the statement of claim or defence as pleaded discloses no reasonable cause of action or defence because some material averment has been omitted or because the pleading is defectively stated or formulated, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action or enter judgment, but will give the party leave to amend and if necessary to serve a fresh pleading to correct or cure the defects appearing in the original pleading. On the other hand, if the court is satisfied that the pleading discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be, and that no amendment, however ingenious, will correct or cure the defect, the pleading will be struck out and the action dismissed or judgment entered accordingly.» Εκείνο που προκύπτει από τα ανωτέρω είναι ότι σε περίπτωση που το δικόγραφο είναι ελαττωματικό, τότε το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να απορρίψει την αγωγή αλλά να δώσει δικαίωμα τροποποίησης. Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει ως έχει, κρίνω ότι αυτή δεν θα πρέπει να απορριφθεί. Η Έκθεση Απαίτησης κάνει αναφορά σε δημοσιεύματα τα οποία κατ' ισχυρισμό είναι δυσφημιστικά, τα οποία όμως δεν παρατίθενται με το σωστό τρόπο. Επίσης, δεν δικογραφούνται γεγονότα που να δείχνουν ότι τα κατ' ισχυρισμό δημοσιεύματα συνδέονται με τον ενάγοντα και περαιτέρω, δικογραφούνται στις ίδιες παραγράφους ισχυρισμοί για την συνήθη και φυσική ερμηνεία των λέξεων μαζί με ισχυρισμούς για υπαινιγμό. Θεωρώ ότι τα πιο πάνω ελαττώματα της Έκθεσης Απαίτησης εμποδίζουν το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο να κρίνει κατά πόσο πράγματι υπάρχει εύλογη αιτία αγωγής ή όχι. Παρατίθενται γεγονότα και ισχυρισμοί όμως, που σε περίπτωση που δικογραφηθούν σωστά τότε ίσως αυτά να αποκαλύπτουν καλή αιτία αγωγής. Γι αυτό θεωρώ ότι θα πρέπει να δοθεί το δικαίωμα και η ευκαιρία στον ενάγοντα να τα δικογραφήσει σωστά. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης. Ο ενάγοντας θα έχει δικαίωμα να καταχωρήσει νέα τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης εντός 21 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - αιτητών και εναντίον του ενάγοντα - καθ' ού η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / interim Αναφορά: Πολιτική/strike out/libel cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο