← Κύπρος

Χαράλαμπου Στεφάνου ν. Νόρμας Ιωάννη Πετρίδη κ.α., Αρ. Αγωγής 3203/05, 8 Ιουλίου, 2011

Χαράλαμπου Στεφάνου ν. Νόρμας Ιωάννη Πετρίδη κ.α., Αρ. Αγωγής 3203/05, 8 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A214 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3203/05 Μεταξύ: Χαράλαμπου Στεφάνου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας της ανικάνου Κλαυδίας Στεφάνου ή Βαρωσιώτου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα - και -

  1. Νόρμας Ιωάννη Πετρίδη, από την Λευκωσία
  2. Θέλλου Πετρίδη, από τη Λευκωσία Εναγομένων ----------------------------------- 8 Ιουλίου, 2011 Για τον ενάγοντα: κ. Γ. Θωμά Για τους εναγόμενους: κ. Ν. Παπαευσταθίου με κ. Π. Μακρίδη Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 21.6.2005 ο Χαράλαμπος Στεφάνου, αδελφός της Κλαυδίας Στεφάνου ή Βαρωσιώτου, μέσα στα πλαίσια του περί Διαχειρίσεως της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμος, Ν.23

(1)/96, καταχωρίζει την Αίτηση Αρ. 9/05 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και επιτυγχάνει την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο διορίζεται ως διαχειριστής της περιουσίας της Κλαυδίας, ως ανικάνου προσώπου, μέχρι τελικής εκδίκασης της αίτησης: 7.7.2005, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε επιστρεπτέο το διάταγμα. Στις 22.6.2005, καταχωρίζεται η παρούσα αγωγή εκ μέρους του Χαράλαμπου Στεφάνου, υπό την πιο πάνω ιδιότητα του, εναντίον της Νόρμας Ιωάννη Πετρίδη και Θέλλου Πετρίδη, συγγενών της Κλαυδίας και συγκεκριμένα παιδιών της αδελφής της Ρίτσας. Πιστό αντίγραφο του διατάγματος επισυνάπτεται στο κλητήριο ένταλμα, Δ.2 θ.
  1. Ο ενάγων ουσιαστικά επιζητεί την ακύρωση της μεταβίβασης δυνάμει δωρεάς, του μεριδίου της Κλαυδίας προς τους εναγόμενους 1 και 2 στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 1/39468, Τεμάχιο 409, Φ/Σχ. 54/580502 στη Λεμεσό, στη βάση των ισχυρισμών άσκησης ψυχικής πίεσης και/ή ως αποτέλεσμα δόλου και/ή απάτης και/ή ως προσώπου ανικάνου μέσα στην έννοια του πιο πάνω νόμου περί Διαχείρισης της περιουσίας ανικάνων προσώπων: η Κλαυδία ήταν ανίκανη να χειρίζεται τις προσωπικές της υποθέσεις, εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο έπασχε και εξακολουθεί να πάσχει από άνοια. Επιζητείται ακόμη η έκδοση διαταγμάτων του Δικαστηρίου συναφών με την λειτουργία λογαριασμών και/ή χρηματικού οφέλους, όπως με λεπτομέρεια φαίνονται στο σώμα της αγωγής, και το οποίο, κατ' ισχυρισμό του ενάγοντος απέσπασε η εναγόμενη 1, κάτω από τους ίδιους όρους και συνθήκες. Σύμφωνα με τον ενάγοντα η τιτλοποίηση του ακινήτου στο όνομα των εναγομένων 1 και 2 έγινε με το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 16.11.2004, Τεκμ.8, το οποίο η Κλαυδία υπέγραψε στην παρουσία του Μιχάλη Κατσιολούδη, Πιστοποιούντα Υπαλλήλου από τη Λευκωσία, Μ.Υ.
  2. γεγονός παραδεκτό από την άλλη πλευρά. Στις 4.12.2006 μέσα στα πλαίσια της αίτησης αρ. 9/05, το Δικαστήριο κηρύσσει την Κλαυδία ως πρόσωπο ανίκανο να διαχειρίζεται την περιουσία της και να διευθύνει τις υποθέσεις της, ενώ οριστικοποιείται και ο διορισμός του ενάγοντα. Επί της ουσίας της απαίτησης του ενάγοντα οι εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι: - Η Κλαυδία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν πλήρως ικανή να χειρίζεται τις υποθέσεις της. - Προχώρησε στις συγκεκριμένες πράξεις: μεταβίβαση του ακινήτου και δωρεά χρημάτων, την ακύρωση των οποίων επιδιώκει ο ενάγοντας, με τη δική της ελεύθερη βούληση και σύμφωνα με τις επιθυμίες της. Μεταβίβασε την επίδικη περιουσία στους εναγόμενους 1 και 2 και έδωσε χρήματα στην εναγόμενη 1 παρακινούμενη καθαρά από αγάπη και στοργή προς τα παιδιά της αδελφής της, τα οποία υπεραγαπούσε σαν δικά της. Η Κλαυδία θεωρούσε πάντοτε ότι το ακίνητο ήταν το πατρικό σπίτι των εναγομένων. - Ο ενάγοντας προωθεί την αγωγή με σκοπό τον εκβιασμό της Κλαυδίας και την απόσπαση χρηματικού οφέλους. Προβάλλεται επίσης και ένας τυπικά διαδικαστικός λόγος που άπτεται της νομιμοποίησης του ενάγοντος: δεν είχε νομίμως διοριστεί ως διαχειριστής της περιουσίας της Κλαυδίας. Στον Νόμο 23
(1)/96 προνοείται: «
  1. Στον παρόντα Νόμο εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια - "ανίκανο πρόσωπο" σημαίνει άτομο το οποίο, λόγω διανοητικής διαταραχής, τοξικομανίας, αλκοολισμού, εγκεφαλικής ή άλλης σωματικής βλάβης, ή άλλης πάθησης ή ασθένειας, η οποία καθιστά το άτομο αυτό ανήμπορο να ασκήσει την κρίση και βούλησή του, δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί την περιουσία του ή να διευθύνει τις υποθέσεις του. "αρμόδιο δικαστήριο" σημαίνει το επαρχιακό δικαστήριο εντός των ορίων της τοπικής αρμοδιότητας του οποίου διαμένει το ανίκανο πρόσωπο ή, σε περίπτωση διανοητικά ασθενούς που τελεί υπό περιορισμό, εντός των ορίων της τοπικής αρμοδιότητας όπου διέμενε πριν από τον περιορισμό του σε περίπτωση αμφιβολίας αναφορικά με το αρμόδιο δικαστήριο, αρμόδιο θα είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. "διαχειριστής" σημαίνει πρόσωπο που διορίζεται από το αρμόδιο δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 7 του παρόντος Νόμου. ............................
  2. Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση προσώπού για το οποίο, κατόπιν ιατρικής ή άλλης απόδειξης, το αρμόδιο δικαστήριο ικανοποιείται ότι είναι ανίκανο πρόσωπο κατά την έννοια του παρόντος Νόμού, απαγορεύοντας σ' αυτό τη διενέργεια οποιωνδήποτε πράξεων ή παραλείψεων πού επιφέρουν έννομα αποτελέσματα: ............................. 5.1 Το αρμόδιο δικαστήριο έχει εξουσία, σχετικά με την περιουσία και τις υποθέσεις ανίκανου προσώπου, να λάβει ή να φροντίσει να ληφθούν όλα τα μέτρα, τα οποία κρίνει αναγκαία ή σκόπιμα - (α) Για την εν γένει διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεων του ανίκανου προσώπου ή (β) για τη συντήρηση ή για άλλο όφελος του ανίκανου προσώπου ή ............................ 7.
(1)Το αρμόδιο δικαστήριο έχει εξουσία με διάταγμά του να προβαίνει στο διορισμό διαχειριστή της περιουσίας του ανίκανου προσώπου. Ο διορισμός δύναται να γίνει και με αναφορά στο φορέα ορισμένου αξιώματος.
(2)Ο διαχειριστής δύναται να ασκεί όλες ή οποιαδήποτε από τις εξουσίες που το αρμόδιο δικαστήριο έχει εξουσία να ασκεί, δυνάμει των άρθρων 5 και 6 όπως ορίζεται στο διάταγμα διορισμού του διαχειριστή.
(3)Διαχειριστής που διορίζεται δυνάμει του άρθρου αυτού απαλλάσσεται των καθηκόντων του - (α) Με διάταγμα του αρμόδιου δικαστηρίου, όταν αυτό ικανοποιηθεί ότι το ανίκανο πρόσωπο έχει επανακτήσει την ικανότητά του να διαχειρίζεται την περιουσία του και να διευθύνει τις υποθέσεις του ή όταν κριθεί σκόπιμο για οποιουσδήποτε άλλούς λόγους. (β) όταν το ανίκανο πρόσωπο αποβιώσει. (γ) όταν ενεργεί δολίως ή με αμέλεια.
(4)Διαχειριστής που διορίζεται, δυνάμει του παρόντος άρθρου, θεωρείται ως προσωπικός αντιπρόσωπος για σκοπούς του όρου «Επίτροπος Εμπιστεύματος (trustee)» όπως αυτός περιλαμβάνεται στον περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμο. Το Δικαστήριο έχει επίσης εξουσία: «Σε περίπτωση που το αρμόδιο δικαστήριο ικανοποιηθεί, κατόπιν γραπτών παραστάσεων, ότι πρόσωπο δυνατό να είναι ανίκανο να διαχειρίζεται την περιουσία και να διευθύνει τις υποθέσεις του και κρίνει αναγκαία τη λήψη άμεσων, για την περίπτωση, μέτρων, έχει εξουσία μέχρις ότου διακριβωθεί αν το πρόσωπο αυτό είναι ανίκανο να διαχειρίζεται την περιουσία του και να διευθύνει τις υποθέσεις του, να ασκήσει οποιαδήποτε από τις εξουσίες που αναφέρονται στα άρθρα 5, 6, 7 στην έκταση που αυτό κρίνεται αναγκαίο.» Σύμφωνα με τη Δ.2 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, σε αναφορά με τον τύπο και την έναρξη της αγωγής: «............................. (β) Αν ένας Εναγόμενος είναι ανίκανος υπό οιανδήποτε μορφή, δηλαδή αν είναι ανήλικος, ή διανοητικά ασθενής ή ποινικά διανοητικά ασθενής (mental patient ή criminal mental patient) σύμφωνα με τον Περί Διανοητικά Ασθενών Νόμο, Κεφ. 252, ή πρόσωπο με χαμηλή νοημοσύνη ή άσωτος του έχει κηδεμόνα σύμφωνα με τον Περί Κηδεμονίας Ανηλίκων και Ασώτων Νόμο Κεφ.277, πρέπει να περιγράφεται σαν τέτοιος στο κλητήριο ένταλμα στον τίτλο της αγωγής και το όνομα του κηδεμόνα ή διαχειριστή (είτε είναι εξουσιοδοτημένος είτε όχι να τον υπερασπίζεται) πρέπει να αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα.» Από το πιστό αντίγραφο του διατάγματος που επισυνάπτεται στο κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε στις 22.6.2005 κρίνω ότι ο ενάγων νομιμοποιείτο στην καταχώριση της αγωγής. Αντίθετα με όσα υποστηρίζει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων: ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι υπήρχε σε ισχύ ένα τέτοιο Διάταγμα η επισύναψη του στην αγωγή όχι μόνο συνιστά μαρτυρία αλλά και αποτελεί προϋπόθεση για την καταχώριση. Στη συνέχεια το Διάταγμα κατέστη τελικό, εκ συμφώνου, στις 4.12.2005, Τεκμ.4, όποτε και η Κλαυδία κηρύσσεται από το Δικαστήριο ως ανίκανο πρόσωπο και ο εδώ ενάγων ως διαχειριστής της περιουσίας της. Τόσο τα γεγονότα όσο και η μαρτυρία που προσφέρθηκε ήταν κατά βάση απλά και σύντομα. Από την πλευρά του ενάγοντα έδωσε μαρτυρία η Ειρήνη Κανάρη, Μ.Ε.1, η οποία γνώρισε την Κλαυδία μετά την τουρκική εισβολή και την προσφυγοποίηση της που την οδήγησε στη Λεμεσό. Έκτοτε έβλεπε την Κλαυδία αρκετά συχνά, ενώ από το 1986 μέχρι το 2000 σχεδόν καθημερινώς: της πρόσεχε τα παιδιά της που πήγαιναν στο Δημοτικό, στην Α' Αστική Σχολή, ενώ η ίδια εργαζόταν και εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού που βρισκόταν πολύ κοντά στο σπίτι της Κλαυδίας. Επισκεπτόταν την Κλαυδία καθημερινά σχεδόν, ακόμα και το καλοκαίρι, όταν το σχολείο των παιδιών ήταν κλειστό, αλλά και αργότερα, όταν έπαψε να της προσέχει τα παιδιά, τρεις, τέσσερις φορές την εβδομάδα, μέχρι και σήμερα. Η σχέση τους όπως αναπτύχθηκε μέσα στα χρόνια, προσφέρει στη μάρτυρα τη δυνατότητα να μιλήσει για το χαρακτήρα της Κλαυδίας: Ήταν μια πολύ οργανωμένη γυναίκα, «οικονόμα», και συγυρισμένη. Ζούσε μαζί με την αδελφή της Δήμητρα, άλλως Λούλλα. Η τελευταία ήταν ένα τραγικό πρόσωπο, που «ζούσε στο κόσμο της», χωρίς καμιά επαφή με την πραγματική ζωή. Μέχρι τις αρχές του 2000 η κατάσταση της υγείας της Κλαυδίας ήταν πολύ καλή: ήταν σε θέση να αυτοεξυπηρετείται και να φροντίζει τόσο το σπίτι της, όσο και τον εαυτό της. Αμέσως μετά, άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα προβλήματα: άρχισε να ξεχνά, να μη ψωνίζει για το σπίτι όπως προηγουμένως. Αλλά και να παραμελεί την προσωπική της υγιεινή. Ξεχνούσε να μαγειρέψει ή να φάει, ξεχνούσε πού έβαζε τα πράγματα της ή άφηνε το γκάζι αναμμένο για πολλές ώρες. Έτσι μετά το Πάσχα του 2000 η Κανάρη αποφάσισε να κάμει άλλες διευθετήσεις σε σχέση με τα παιδιά της: ανέθεσε στον πατέρα της να τα παίρνει από το σχολείο, έστω και αν αυτό του ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Ξεκινούσε από τα Πολεμίδια για να τα πάρει από το σχολείο και να τα μεταφέρει στο σπίτι της στη Μουτταγιάκα. Έκτοτε η κατάσταση της υγείας της Κλαυδίας συνέχισε σταθερά να χειροτερεύει. Το 2001 - 2002 άρχισε να έχει προβλήματα προσανατολισμού, δυο φορές έχασε τον δρόμο και βρέθηκε να περιπλανιέται άσκοπα σε πολύ μεγάλη απόσταση από το σπίτι της. Η χειροτέρευση της κατάστασης της μεγάλωσε την ανησυχία της μάρτυρος και επέτεινε τους φόβους της για την ασφάλεια της Κλαυδίας και της Λούλλας. Έτσι αποτάθηκε στον ενάγοντα και αδελφό τους για βοήθεια. Έκτοτε ο τελευταίος άρχισε να ενδιαφέρεται, να τις επισκέπτεται και να φροντίζει για το φαγητό τους. Για την κατάσταση της υγείας της Κλαυδίας νοητική, σε ότι μας αφορά, κατέθεσε ο Δρ. Κώστας Χατζηβασίλης, ειδικός νευρολόγος ψυχίατρος Μ.Ε.
  1. Εξέτασε την Κλαυδία για πρώτη φορά τον Γενάρη του 2005 και εξέδωσε δυο πιστοποιητικά με ημερομηνία 4.3.2005 και 20.6.2005, Τεκμ.1 και 2 αντιστοίχως. Από τις εξετάσεις που έγιναν στην Κλαυδία στις 14.1.2005, 10.2.2005 και 4.3.2005, διαπίστωσε ότι η τελευταία υπέφερε από άνοια πρωτοπαθούς μορφής: δεν ήταν ικανή και ούτε είναι μέχρι σήμερα ικανή να χειρίζεται τις προσωπικές της υποθέσεις, όπως κατέδειξε και η τελευταία του εξέταση στις 24.2.2011 πριν την κατάθεση του στο Δικαστήριο. Επί της ουσίας, ήταν της γνώμης ότι η Κλαυδία, ένα χρόνο πριν από την πρώτη εξέταση στις 14.1.2005, δεν μπορούσε να διαχειριστεί τις προσωπικές της υποθέσεις. Κατάσταση που σύμφωνα με το γιατρό θα πρέπει να είχε αρχίσει όπως το προσδιόρισε, περίπου τρία χρόνια προηγουμένως οπότε και πρέπει η Κλαυδία να είχε εμφανή προβλήματα δυσλειτουργικότητας. Η αντεξέταση επικεντρώθηκε ουσιαστικά στο να αμφισβητήσει τα ευρήματα του γιατρού Χατζηβασίλη, και ιδιαιτέρως να αποδυναμώσει τη διάγνωση του, περισσότερο ως προς το χρονικό σημείο της εμφάνισης των πρώτων συμπτωμάτων, αλλά ακόμα και τις θέσεις του ως προς την πορεία, τα στάδια ή την επιδείνωση της ασθένειας. Κινήθηκε ακόμα η αντεξέταση να αμφισβητήσει το ενδεδειγμένο των εξετάσεων και της φαρμακευτικής αγωγής για να ισχυριστεί ότι υπήρξε μια εντελώς επιφανειακή εξέταση η οποία δεν παρέχει τα αναγκαία εκείνα επιστημονικά κριτήρια, ώστε το Δικαστήριο να διαμορφώσει τελική κρίση ως προς την κατάσταση της πνευματικής υγείας της ασθενούς. Πρόσφερε ακόμα η πλευρά των εναγομένων ιατρική μαρτυρία Δρ. Κυριάκος Κυριαλλής, Μ.Υ.4, νευρολόγος ειδικευμένος στη γενική παθολογία και νευρολογία για να πλαισιώσει την αμφισβήτηση της υπεράσπισης και να κλονίσει τη θέση της άλλης πλευράς γύρω από τη νοητική κατάσταση της Κλαυδίας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Οι εναγόμενοι προώθησαν περαιτέρω τις θέσεις τους ως προς τα γεγονότα, μέσα από τη μαρτυρία της εναγόμενης 1, Νόρμας Πετρίδου, Μ.Υ.1 και του Μιχάλη Κατσιολούδη, Μ.Υ.3, πιστοποιούντα υπαλλήλου. Η Νόρμα Πετρίδου υποστήριξε δια ζώσης τα όσα η υπεράσπιση προβάλλει: η μεταβίβαση του σπιτιού σε εκείνη και στον αδελφό της Θέλλο, εναγόμενο 2, έγινε με την ελεύθερη βούληση της Κλαυδίας που ιδίως. εκείνη, μετά το θάνατο της μητέρας τους, τους μεγάλωσε σαν δικά της παιδιά. Η Κλαυδία ήδη από το 2003 της έκανε παράπονα για τον αδελφό της Πάμπο και την Ανδρούλα, την ξαδέλφη της, τους καυγάδες τους για χρήματα και τα καταστήματα της «Ανεξαρτησίας». Από τότε εξέφρασε την επιθυμία να της δώσει την περιουσία, να απαλλαγεί, γιατί κουράστηκε από τις πιέσεις που της εξασκούσαν. Έτσι ήρθε στην Κύπρο το 2004, όπου και πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση του επίδικου σπιτιού με την υπογραφή γενικού πληρεξουσίου από την Κλαυδία στην παρουσία του Μιχάλη Κατσιολούδη. Υποστήριξε η Νόρμα, σταθερά πως η πνευματική κατάσταση της Κλαυδίας ήταν πολύ καλή, όπως είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει και η ίδια όταν ερχόταν στην Κύπρο, αλλά και από συχνές τηλεφωνικές συνομιλίες που είχε μαζί της μέχρι και τον Νοέμβριο του
  2. Παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση ότι πήρε χρήματα από την Κλαυδία, λεφτά που η θεία της της έδωσε από μόνη της, για να έρχεται από την Αγγλία να την βλέπει, ενώ ένα άλλο υπόλοιπο ποσό κατατέθηκε σε κοινό λογαριασμό στο δικό της όνομα και της Κλαυδίας, που ανοίχθηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, Τεκμ.5 και
  3. Ο Κατσιολούδης, Μ.Υ.3, με τη μαρτυρία του, υποστήριξε τη θέση της Νόρμας και τα της υπογραφής του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου από την Κλαυδία στην παρουσία του, το οποίο ο ίδιος πιστοποίησε στις 16.11.2004, Τεκμ.
  4. Όπως και πιστοποίησε ακόμα ένα πληρεξούσιο της ίδιας ημερομηνίας που δόθηκε από την Νόρμα στον αδελφό της Θέλλο, Τεκμ.
  5. Υποστηρίχθηκε από το Κατσιολούδη ότι επεξηγήθηκε στην Κλαυδία το νόημα του εγγράφου και «η πράξη που θα έκαμνε». Ο ίδιος ικανοποιήθηκε ότι η Κλαυδία είχε αντιληφθεί και έτσι προχώρησε με την πιστοποίηση. Άλλωστε, υποστήριξε κατά την αντεξέταση, επισκέφθηκε ήδη από προηγουμένως την Κλαυδία στο σπίτι της, όπου εκεί «τους» ανέφερε για την ειδικότητα του και «εκείνες» του είπαν «θέλω να μεταβιβάσουμε το σπίτι στο Θέλλο και στην Νόρμα». Ήταν σίγουρος, λοιπόν στη δεύτερη επίσκεψη του, πως η πράξη που έγινε, ήταν αντιληπτή από την Κλαυδία. Γίνεται φανερό πως η αξίωση του ενάγοντα για την ακύρωση της επίδικης μεταβίβασης και της απόσπασης χρημάτων από την εναγομένη 1 με την προσθήκη του ονόματος της επί του επιδίκου γραμματίου, στηρίζεται σε δυο διαζευκτικές βάσεις αγωγής: - Ανικανότητα της Κλαυδίας πριν και κατά το χρόνο της μεταβίβασης του ακινήτου, ή της δωρεάς των χρημάτων: δεν είχε επίγνωση των πράξεων της λόγω της διανοητικής της κατάστασης, υπέφερε από άνοια - αλτσχάιμερ. - Οι πιο πάνω πράξεις θα πρέπει να ακυρωθούν ως αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης και/ή αθέμιτης επιρροής των εναγομένων. Εκείνο που πρέπει να ξεκαθαρίσει από την αρχή είναι πως πρόκειται για δυο εντελώς ξεχωριστά ζητήματα: Questions of undue influence and of incapacity by reason of unsoundness of mind must not be mixed up, involving as they do totally different issues." Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η Έκδ., σελ.119 και Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδ., Τόμος 30, σελ.1387 κ.ε., Papadopoulou v. Polycarpou
(1968)1 C.L.R. 352 και Myrianthousis v. Petrou 21 C.L.R. 32. Το άρθρο 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 προϋποθέτει πώς για να είναι έγκυρη μια σύμβαση πρέπει να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι. Σύμφωνα με τα άρθρα 11 και 12 του Νόμου: 11. Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), ικανός προς το συμβάλλεσθαι είναι όποιος - (α) έχει σώες τις φρένες. και (β) δεν στερείται της ικανότητας του συμβάλλεσθαι, δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου. ............................
  1. Πρόσωπο θεωρείται ότι έχει σώες τις φρένες για σκοπούς κατάρτισης σύμβασης, αν κατά το χρόνο της κατάρτισής της, δύναται να αντιληφθεί αυτήν και να διαμορφώσει λογική κρίση για τις συνέπειες της επί των συμφερόντων του. Η δε συναίνεση, σύμφωνα με το άρθρο 14, θεωρείται ότι δόθηκε ελευθέρως, όταν δεν προκαλείται με: - εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο
  2. - ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο
  3. - απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο
  4. - ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο
  5. - πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και
  6. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως ν. Ουρανίας Κώστα Πουλλά κ.α.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 961, Κεφάλα ν. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226. Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό. Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό. Το άρθρο 2
(1)του Κεφ.149 προβλέπει ότι ο Νόμος ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές περί νομικής ερμηνείας που επικρατούν στην Αγγλία και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται σ' αυτές θεωρούνται κατά τεκμήριο ότι χρησιμοποιούνται με την έννοια την οποία απέδωσε σ' αυτές το Αγγλικό Δίκαιο. Πατσαλίδου ν. Κυριακίδης
(1979)1 C.L.R. 71 και Μιχαήλ Κεφάλας κ.α ν. Μυριάνθης Κυριάκου Νικόλα, πιο πάνω. Το ζήτημα είναι καθαρά πραγματικό και έτσι πρέπει να αντικριστεί. Η μαρτυρία της Κανάρη, η οποία μπορεί να κριθεί και ως μαρτυρία ανεξάρτητου προσώπου, είναι καταλυτική, κρίνω, για την έκβαση της όλης υπόθεσης. Όπως η νομολογία υποστηρίζει ένας απλός άνθρωπος, μη ειδικός είναι σε καλύτερη θέση να καταθέσει για τη διανοητική κατάσταση ενός προσώπου από ένα γιατρό. Moύμζιης ν. Μιχαηλίδου κ.α.
(1974)1 Α.Α.Δ. 226. Η κοινή λογική υπαγορεύει πως πράξεις και λέξεις ενός προσώπου γίνονται δεκτές ως μαρτυρία για να καταδειχθεί η νοητική του κατάσταση. Όπως είναι φυσικό αυτές μεταφέρονται και αποδίδονται στο Δικαστήριο κατά κύριο λόγο από τα πιο κοντινά τους πρόσωπα, που έχουν την εμπειρία της καθημερινότητας των ατόμων αυτών. Lloyd v. Powel Duffryn Steam Coal Co
(1914)A.C.
  1. Η μαρτυρία της Κανάρη ήταν άψογη, αμερόληπτη και αποστασιοποιημένη από τα συμφέροντα των δυο αντίπαλων στρατοπέδων. Η μάρτυρας απέδωσε στην κάθε πλευρά, τις όποιες μεμπτές συμπεριφορές έπεσαν στην αντίληψη της, αναφέρθηκε σε προσπάθειες του αδελφού της Κλαυδίας και νυν διαχειριστή Χαράλαμπου Στεφάνου να της αποσπάσει, όπως και της απέσπασε την υπογραφή της, ώστε να καταστήσει συνδικαιούχος σε λογαριασμούς που η Κλαυδία διατηρούσε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και εν γένει μετέφερε το όλο κλίμα που επικρατούσε μεταξύ των συγγενών και τις ενέργειες που έγιναν με δικηγόρους, ώστε να επιστραφούν στην Κλαυδία τα χρήματα της, από τα οποία κατόπιν διευθέτησης, ο διαχειριστής κράτησε ένα ποσό £17.000,
  2. Αυτή ήταν επίσης το πρόσωπο που προσπάθησε, βλέποντας την κατάσταση που επικρατούσε μεταξύ των συγγενών, να πείσει την Κλαυδία να μεταβιβάσει την περιουσία και τα χρήματα σε ένα από τους συγγενείς της, όποιο θα διάλεγε η ίδια, ώστε κάποιος να αναλάβει να την φροντίζει και εκείνη και την αδελφή της που χρειαζόταν επίσης φροντίδα, μέχρι το θάνατο τους. Αντίκριζε όμως την σθεναρή αντίσταση της Κλαυδίας, η οποία ήθελε να κρατήσει την περιουσία της. Μετέφερε η μάρτυρας στο Δικαστήριο το στερεότυπο τρόπο απάντησης της Κλαυδίας σε μια τέτοια προτροπή: «εν δικά μου τζαι τα ριάλια και το σπίτι, άμμα πεθάνω, ας τα κάμουν ότι θέλουν». Γνήσια βρίσκω την ανησυχία της μάρτυρος για την Κλαυδία και αντικειμενική μεταφορά τα της κατάστασης της υγείας της. Καθόλου δεν με βρίσκει σύμφωνη η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων ότι η Μ.Ε.1 προσπάθησε προφανώς να βοηθήσει την υπόθεση του ενάγοντα. Επί της ουσίας απορρίπτω την εισήγηση της υπεράσπισης ότι αυτό ήταν το κίνητρο της μάρτυρας και ότι η μαρτυρία της δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Δεν δέχομαι ότι επειδή δεν διέμενε με την Κλαυδία δεν ήταν για το λόγο αυτό σε θέση να παρακολουθήσει την καθημερινότητα της ή να γνωρίζει από πρώτο χέρι αν οι συνήθειες και η συμπεριφορά της είχαν αλλάξει και σε ποιό βαθμό. Η συγκατοίκηση δεν συνιστά προϋπόθεση για την αποδοχή της μαρτυρίας. Η Μ.Ε.1 γνώριζε την Κλαυδία σε βάθος χρόνου από το
  3. Από το 1986 μέχρι το 2000 σχεδόν καθημερινά την επισκεπτόταν και ήταν σε θέση να μορφώσει γνώμη για τον χαρακτήρα της, αλλά και να παρατηρήσει καλύτερα από τον καθένα τις αλλαγές στη συμπεριφορά της: Στη συνέχεια όταν η Κλαυδία, έπαψε να προσέχει τα παιδιά της το 2000, την επισκέπτονταν τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα, μέχρι και σήμερα. Η σχεδόν καθημερινή επαφή με ένα πρόσωπο για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα σίγουρα δίνει την ευκαιρία σε ένα συγκροτημένο άτομο, όπως η Μ.Ε.1, να μπορεί να παρατηρήσει τις αλλαγές στη συμπεριφορά και την προσωπικότητα της Κλαυδίας. Είναι οι αλλαγές αυτές που κτύπησαν καμπανάκι κινδύνου στη μάρτυρα, έτσι ώστε η τελευταία, το 2001, να ανησυχήσει και να αποταθεί στον αδελφό τους για να τις φροντίσει και να τις βοηθήσει. Η αντεξέταση σε όλο το εύρος της δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει ή να κλονίσει το σταθερό λόγο της Μ.Ε.
  4. Αντιθέτως οι εξηγήσεις που έδινε η Μ.Ε.1, απότοκο των ερωτήσεων του συνηγόρου υπεράσπισης, που σημειώνω ότι δεν αμφισβήτησε στην ουσία το λόγο της Κανάρη αλλά κινήθηκε διερευνητικά, ενδυνάμωναν την εικόνα που η Κανάρη μετέφερε κατά την κυρίως εξέταση. Όπως λεπτομέρειες για τις περιπλανήσεις της Κλαυδίας σε δυο περιπτώσεις, για το πώς της τηλεφώνησαν τρίτα πρόσωπα όταν βρήκαν την Κλαυδία να περιπλανιέται: η τελευταία είχε το τηλέφωνο της Μ.Ε.1 σε ένα μεγάλο χαρτόνι που πάντα κρατούσε στην τσάντα της, της το είχε γράψει η ίδια η Κανάρη όταν είχε χάσει το δρόμο της σε προηγούμενη περίπτωση. Ήταν εκείνη η οποία απέτρεψε την Κλαυδία, όταν είχε ένα καυγά με τη μητέρα των εναγομένων 1 και 2 Ρίτσα, «να πάρει πίσω το σπίτι» που μεταβίβασε στην εναγόμενη 2, χρησιμοποιώντας, όπως της είπε η Κλαυδία, ένα γενικό πληρεξούσιο έγγραφο που της έδωσε «παλιά» η Νόρμα όταν της μεταβίβασε το σπίτι. Δεχόμενη τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 βρίσκω ότι η συμπεριφορά και η προσωπικότητα της Κλαυδίας είχε αρχίσει να αλλάζει από το 2000 όταν και άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα προβλήματα. Άρχισε να ξεχνά και να μην είναι σε θέση να φροντίζει για την καθημερινή της σίτιση, ξεχνούσε και δεν θυμόταν πού φύλαγε τα πράγματα της, κατάσταση η οποία χειροτέρευε σταθερά. Το 2001 και 2002 δεν μπορούσε να προσανατολιστεί και περιπλανιόταν άσκοπα στο δρόμο. Από το 2002 η κατάσταση χειροτέρευσε σε μεγάλο βαθμό, έτσι ώστε να έχει ανάγκη καθημερινής βοήθειας εφόσον πλέον δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, σε σημείο, όπως είπε η μάρτυς, που «ξεκινούσε να πάει στην τουαλέτα και βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο του σπιτιού», ξεκινούσε να μιλά και σταματούσε, ξεχνούσε τι έλεγε ή να μη μπορεί να ανάψει το γκάζι για να ζεστάνει το φαγητό. Το 2004 έφτασε στο σημείο να συνεννοείται πολύ δύσκολα με τους γύρω της, και το κυριότερο, να μην αναγνωρίζει πρόσωπα ή να τα αναγνωρίζει κάποιες φορές και κάποιες όχι. Πιο συγκεκριμένα, η Κλαυδία δεν θυμόταν, και αρνήθηκε σε σχετική ερώτηση της Μ.Ε.1, ότι μεταβίβασε το σπίτι της Ανεξαρτησίας ή ότι έδωσε τα χρήματα, διερωτώμενη γιατί να κάνει κάτι τέτοιο: «Γιατί πόθεν ως τα πόθεν; Εν έδωκα το σπίτι, γιατί να το μεταβιβάσω; Τα λεφτά; Εν δικά μου τα ριάλια, γιατί να τους τα δώσω»; Η μαρτυρία του Δρα Χατζηβασίλη έρχεται να προσδώσει επιστημονική χροιά στις παρατηρήσεις της Κανάρη και να επιβεβαιώσει το γνήσιο της ανησυχίας της. Η εγγύτητα της πρώτης εξέτασης της Κλαυδίας στις 14.1.2005 με την ημερομηνία υπογραφής του πληρεξουσίου 16.11.2004, δυο μήνες μετά, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στα ευρήματα του ως ειδικού, ο οποίος είχε την ευκαιρία να εξετάσει την Κλαυδία και σε άλλες δυο περιπτώσεις, 10.2.2005 και 4.3.
  5. Τα ευρήματα του ότι η ασθενής υπέφερε από άνοια εκφυλιστικής ή πρωτοπαθούς μορφής, αλτσχάϊμερ, υποστηρίχθηκαν τόσο με την κυρίως εξέταση, αλλά και επαναλήφθηκαν σταθερά κατά την αντεξέταση, η οποία προσπάθησε να αποδώσει στο γιατρό πλημμελή εξέταση ή μεθοδολογία κατά τη διάγνωση και τη θεραπεία. Το εύρημα του Δρα Χατζηβασίλη ότι η Κλαυδία έπασχε από άνοια και όχι από γεροντική άνοια, μείωση της μνήμης δηλαδή σε προχωρημένη ηλικία, όπως ήθελε να παρουσιάσει η υπεράσπιση, παρέμεινε σταθερό μέχρι τέλους και υποστηρίχθηκε από τις επιστημονικές εξηγήσεις που έδωσε ο γιατρός στην όλη πορεία της αντεξέτασης. Η μαρτυρία του ειδικού που κάλεσε η υπεράσπιση ήταν σε σύμπνοια, με τη μαρτυρία του Δρα Χατζηβασίλη. Ουσιαστικά επρόκειτο για επεξηγήσεις και επιστημονική ανάλυση της γεροντικής άνοιας και τις διαφορές της από την άνοια ή την νόσο αλτσχάϊμερ, αλλά και για τη διαγνωστική μέθοδο και τα στάδια της νόσου. Ως προς το τελευταίο επικεντρώθηκε ιδιαιτέρως η υπεράσπιση για να εισηγηθεί ότι ήταν αδύνατο η Κλαυδία το 2005 να έπασχε από άνοια, αλτσχάϊμερ, σε προχωρημένη στάδιο, εφόσον κινείτο και αυτοεξυπηρετείτο, πήγαινε στην τράπεζα ή στο σούπερ μάρκετ. Δεν μπορεί να μας διαφεύγει ότι ο Δρ. Κυραλλής τοποθετήθηκε, όπως δικαιούται βεβαίως ένας ειδικός, θεωρητικά στο πλαίσιο που η Υπεράσπιση του καθόρισε: παρουσίασε την Κλαυδία ως ένα πρόσωπο που κινείτο άνετα στο χώρο, αυτοεξυπηρετείτο και ζούσε μόνη της, χωρίς προβλήματα. Η Υπεράσπιση ότι έθεσε στο γιατρό, που δεν είχε την ευκαιρία να εξετάσει την Κλαυδία, σε αντίθεση με το γιατρό Χατζηβασίλη, ήταν τις δικές της θέσεις και μόνο. Ουδέποτε έθεσε στο γιατρό Κυραλλή τα περιστατικά αποπροσανατολισμού της Κλαυδίας σε χώρο και χρόνο αλλά εκμαίευσε τις θέσεις του αφού προηγουμένως τις πλαισίωσε όπως και η Νόρμα σε εξιδανικευμένες περιγραφές. Είναι τότε που ο Κυραλλής εξέφρασε την άποψη πως η Κλαυδία δεν πρέπει να βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο το 2005, αλλά η ασθένεια να βρισκόταν σε στάδιο μετρίου βαθμού, εξ ου και η Κλαυδία βρίσκεται ακόμα εν ζωή. Το γεγονός ότι η Κλαυδία πήγε στην τράπεζα στις 17.11.2007 και υπέγραψε τα σχετικά έντυπα μόνο ως ουδέτερο γεγονός μπορεί να κριθεί, αφού συνοδευόταν από την Νόρμα. Δεν έχουμε αυτόνομη μετάβαση της Κλαυδίας στην τράπεζα. Η μαρτυρία του Πανίκου Δημητρίου, Μ.Ε.4, υπεύθυνος καταστήματος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου στη Λεμεσό κατά την αντεξέταση δεν ήταν βοηθητική επ' αυτού. Ο γιατρός Χατζηβασίλης σχολίασε και έδωσε σαφής απαντήσεις όταν τέθηκε το ζήτημα της υπογραφής της Κλαυδίας όπως του υποδείχθηκε, Τεκμ.5 και 6: μπορεί κάποιος να γράφει καλλιγραφικά και ωραία αυτό όμως δεν αποτελεί έκφραση της νοητικής του κατάστασης. Εκείνο που προσμετρά, όταν δίδεται στον ασθενή να γράψει μια πρόταση, είναι αν καταγράφηκε ορθά. Εδώ θέλω να παρατηρήσω ότι ο γιατρός Χατζηβασίλης δεν ήταν απόλυτος όσον αφορά το στάδιο της ασθένειας της Κλαυδίας κατά το χρόνο της πρώτης εξέτασης: 14.1.
  6. Στο ιατρικό του πιστοποιητικό, Τεκμ.1, δεν καταγράφει το στάδιο της ασθένειας, περιορίζεται στην διάγνωση και στο ότι η Κλαυδία δεν είναι ικανή να χειρίζεται τις προσωπικές της υποθέσεις. Διευκρίνισε όμως στην κυρίως εξέταση, πως τρία χρόνια πριν, πρέπει να είχε εμφανή προβλήματα δυσλειτουργικότητας ενώ ένα χρόνο πριν από την εξέταση, δεν μπορούσε να διαχειριστεί τις προσωπικές της υποθέσεις. Η θέση του κατά την αντεξέταση ήταν πως η Κλαυδία μεταξύ Ιανουαρίου - Μαρτίου 2005 βρισκόταν στα όρια: μεταξύ μετρίου και προχωρημένου σταδίου και παρουσίαζε μια αργή εξελικτική επιδείνωση. Η υπεράσπιση επέμενε ιδιαιτέρως στο προσδόκιμο χρόνο ζωής από την ημερομηνία εμφάνισης της νόσου για να εισηγηθεί καταληκτικά πως αν η Κλαυδία είχε διαγνωστεί σε προχωρημένο στάδιο άνοιας ή αλτσχάϊμερ στις 14.1.2005, σήμερα θα έπρεπε να ήταν νεκρή: Ο ασθενής σε πέντε χρόνια περίπου από τη διάγνωση ή το «μάξιμουμ» θα χάσει τη ζωή του. Ο γιατρός Χατζηβασίλης αρνήθηκε την εισήγηση, θεωρώντας την λανθασμένη, υποστηρίζοντας πως τα έξη χρόνια είναι ο μέσος όρος, ενώ υπάρχουν περιπτώσεις που φτάνουν τα δεκαπέντε χρόνια και κάποτε - είπε - μπορεί να φτάσουν και τα είκοσι. Άλλωστε η όλη πορεία της ασθένειας της Κλαυδίας δείχνει, υποστήριξε, πως πρόκειται για αργή εξελικτική κατάληξη. Στην ουσία και οι δυο ειδικοί συμφωνούν για τα στάδια που διέρχεται η ασθένεια και η διαφωνία περιορίζεται στο προσδόκιμο όριο ζωής μετά τη διάγνωση, σημείο που υπό τις περιστάσεις δεν κρίνω καταλυτικό. Ο Δρ. Κυραλλής υποστήριξε τη θέση του χωρίς αναφορά σε οποιαδήποτε άλλα επιστημονικά συγγράμματα ή στοιχεία, όπως άλλωστε και ο Δρ. Χατζηβασίλης, οπότε εκ των πραγμάτων κρίνω πως πρόκειται για διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος που δεν μπορεί να επιδράσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να ανατρέψει την αξιολόγηση και την διάγνωση του θεράποντα ιατρού Δρα Χατζηβασίλη του οποίου η μαρτυρία παρέχει τα αναγκαία εχέγγυα για να καταλήξει το Δικαστήριο στη δική του κρίση. Την ίδια άποψη εκφράζει το Δικαστήριο και για την άλλη εισήγηση της Υπεράσπισης για πλημμελή εξέταση ή παρακολούθηση της Κλαυδίας. Ο Δρ. Χατζηβασίλης προχώρησε σε όλες τις ενδεδειγμένες εξετάσεις, όπως έκρινε ότι ήταν αναγκαίες για την περίπτωση που είχε ενώπιον του. Έδωσε σαφείς εξηγήσεις και υποστήριξε τη θέση του για το πώς κινήθηκε, αναλόγως με την κατάσταση της υγείας της Κλαυδίας, της ηλικίας της και του σταδίου της ασθένειας της. Το γεγονός ότι δεν προχώρησε σε άλλες πιο εξειδικευμένες εξετάσεις, που ο ίδιος δεν έκρινε υπό τας περιστάσεις ως αναγκαίες, δεν αλλάζει την ουσία του πράγματος. Τα στοιχεία που είχε ενώπιον του ήταν αρκετά για να καταλήξει στην διάγνωση. Αποδίδεται μομφή στο Δρα Χατζηβασίλη από την Υπεράσπιση για το ότι δεν συνέχισε την παρακολούθηση της Κλαυδίας και ότι αρκέστηκε να την δει μόνο τρεις φορές. Περίεργη φαίνεται η παρατήρηση και απάντηση δίνουν τα σχόλια του Δρα Χατζηβασίλη: Είδε την Κλαυδία όποτε του ζητήθηκε, είχε ήδη προχωρήσει με τη διάγνωση του και τίποτε περαιτέρω δεν μπορούσε να γίνει για να αντικριστεί καλύτερα η περίπτωση της. Δεν είναι βεβαίως υποχρέωση του θεράποντα γιατρού να παρακολουθεί ένα ασθενή μετά τη διάγνωση. Θα πρέπει να υπάρχει ανάλογο αίτημα είτε από τον ίδιο τον ασθενή, είτε από τους κοντινούς του συγγενείς ή τέλος, όπως στην περίπτωση της Κλαυδίας, από τον διαχειριστή. Η μαρτυρία της Νόρμας Πετρίδη, εναγομένης 1, ήταν θα έλεγα αφύσικα συνετή. Η μάρτυρας ήταν ιδιαίτερα συγκρατημένη στις αναφορές ή περιγραφές της και κατά την αντεξέταση παρουσίασε μηχανιστικά, μια καθόλα φυσιολογική Κλαυδία. Όταν η ίδια ερχόταν για διακοπές από την Αγγλία, μαγείρευαν, πήγαιναν βόλτες και περιπάτους, ψώνιζαν και τίποτα το ανησυχητικό δεν παρατήρησε στη συμπεριφορά της. Επικοινωνούσαν τηλεφωνικώς μέχρι και τον Νοέμβριο του 2009 σχεδόν κάθε εβδομάδα την έπαιρνε η ίδια η Νόρμα στο τηλέφωνο και η Κλαυδία ρωτούσε λεπτομέρειες για τους συγγενείς της αλλά και πάλι τίποτα το παράξενο δεν παρατήρησε στην συμπεριφορά της. Αφύσικο κρίνεται το γεγονός αυτό αν ληφθεί υπόψη πως ένα πρόσωπο που τηλεφωνεί από το εξωτερικό, τόσο τακτικά όπως η ίδια θέλει να το παρουσιάζει, σχεδόν κάθε εβδομάδα, σε ένα τόσο αγαπητό της πρόσωπο, που είναι υπερήλικας, να μην ενδιαφερθεί να ρωτήσει για την καθημερινότητα της και αν χρειαζόταν οποιαδήποτε βοήθεια. Η απάντηση της «μιλούσαμε για τα δικά μας» είναι καταληκτική γενικότητα που φανερώνει πως η μάρτυρας δεν ήθελε να τοποθετηθεί. Στο τέλος της ημέρας για ποια δικά της μπορούσαν να μιλούν, η Νόρμα και μια υπερήλικας, αν όχι για την καθημερινότητα τους; Ή έστω, ως δύο γυναίκες να κουβεντιάζουν και για το φαγητό ή τη φροντίδα του σπιτιού; Προσπάθησε ακόμη να παρουσιάσει αραιές τις επισκέψεις της Κανάρη ενώ την ίδια στιγμή πρόβαλλε άγνοια: η ίδια απουσίαζε στο εξωτερικό, ακριβώς για να αποδυναμώσει το λόγο της τελευταίας. Και πάλι περίεργο φαντάζει το γεγονός πως στις εβδομαδιαίες τους τηλεφωνικές συνδιαλέξεις δεν έγινε «κουβέντα», έστω και ως απλή αναφορά ή ως είδηση για τις επισκέψεις της και τη φροντίδα της προς τη θεία της. Έχω ήδη παρατηρήσει για το αφύσικο της περιγραφής των πραγμάτων, όπως μας τα μετέφερε Νόρμα Πετρίδη. Η Κανάρη με σαφήνεια αναφέρει πως η Νόρμα πληροφορήθηκε τα της κατάστασης της Κλαυδίας, οπότε και το 2002 και μετά το επεισόδιο με τον Πάμπο, άρχισε να έρχεται από το Λονδίνο και να μένει μαζί της για μικρά χρονικά διαστήματα, οπότε και την φρόντιζε. Είναι λοιπόν αφύσικο η Νόρμα να μην παρατήρησε όποια, μικρή, έστω αλλαγή, στη συμπεριφορά της Κλαυδίας ή στην ικανότητα της για αυτοεξυπηρέτηση ή στις συνήθειες της. Η ειδυλλιακή όπως είπα εικόνα που μας παρουσίασε, μιας γυναίκας που συνέχιζε να συμπεριφέρεται όπως και προηγουμένως, δεν έπεισε το Δικαστήριο. Βρίσκω πως η Νόρμα όχι μόνο γνώριζε για την κατάσταση της υγείας της θείας της, αλλά και αποκλείεται να μην είχε αντιληφθεί τα όσα η Κανάρη περιέγραψε, έστω και κατά το σύντομο χρόνο παραμονής της στην Κύπρο. Η πλήρης αναστροφή της εικόνας, το μαύρο - άσπρο που παρουσίασε η Νόρμα, μόνο ως ύποπτο μπορεί να κριθεί. Μας παρουσίασε μια ψεύτικη εικόνα και μια Κλαυδία χωρίς κανένα πρόβλημα. Έφτασε μέχρι του σημείου ν' αρνηθεί ακόμη και το αυτονόητο ότι λόγω ηλικίας ήταν φυσικό ή αναμενόμενο η Κλαυδία κάποτε να ξεχνούσε ή να μην ήταν σε θέση να αυτοεξυπηρετηθεί όπως παλιά. Αυτή ακριβώς η άρνηση παραδοχής του ελάχιστου και η ιδανική κατάσταση που παρουσίασε, μόνο ως ψέμα μπορεί να λογιστεί, ιδιαιτέρως δε αν ληφθεί υπόψη ότι τέσσερις μήνες μετά την επίδικη μεταβίβαση του σπιτιού, διαγιγνώσκεται από το γιατρό Χατζηβασίλη να πάσχει από άνοια. Και χάριν συζήτησης: έστω και αν δεν επρόκειτο για αλτσχάϊμερ αλλά για γεροντική άνοια, κάποιες «περίεργες» συμπεριφορές ή αλλαγές δεν μπορούσε να μην τις είχε προσέξει η Νόρμα. Που και σήμερα ακόμα επιμένει πως η Κλαυδία είναι σε θέση να αναγνωρίσει πρόσωπα, όπως και αναγνώρισε την ίδια κατά την τελευταία της επίσκεψη, αποκαλώντας την πότε «μάνα μου» και πότε, κατά την αντεξέταση, «Νόρμα μου». Ψεύτικη βρίσκω είναι η εικόνα που μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο με περιπάτους, συνομιλίες και σχολιασμούς των ειδήσεων από την τηλεόραση. Για δικούς της λόγους η μάρτυρας και για να ενισχύσει τη θέση της, πως τόσο η Κλαυδία, όσο και η αδελφή της, θα μπορούσαν να ζήσουν από μόνες τους και χωρίς ανάγκη φροντίδας, στήριξε τη θέση πως και η Λούλλα ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Ενώ η Κανάρη μας μετέφερε πως η τελευταία «ζούσε στον κόσμο της». Παραδέχθηκε βέβαια η εναγομένη 1 ότι η Λούλλα σε νεαρή ηλικία έπασχε από κατάθλιψη αλλά το «ξεπέρασε». Για να επανέλθει σταθερά στο μότο της: «όλα έβαιναν καλώς». Αφύσικες επίσης ήταν και οι εξηγήσεις που έδωσε η μάρτυρας, όταν κατόπιν ερωτήσεων του δικηγόρου του ενάγοντα, ισχυρίστηκε πως δεν ξανάρθε στην Κύπρο το διάστημα 2005 - 2009 γιατί «φύλαγε την άδεια της για τη δίκη» ή πιο κάτω, ότι εξοικονομούσε χρήματα για τη δίκη, ή αλλού ότι την προέτρεψαν γνωστοί της, «την έβαλαν πάνω», όπως είπε, για να μην την επισκεφθεί. Αποφάσισε, είπε η μάρτυρας, να δει την Κλαυδία μόνο το 2010, όταν ήλθε για τη δίκη. Και αυτό μετά που η Κλαυδία μεταβίβασε το σπίτι σε εκείνη και στον αδελφό της μετά που της έδωσε τα χρήματα από το γραμμάτιο, και μάλιστα όπως είπε η ίδια σε κάποια φάση της μαρτυρίας της, της τα έδωσε και για να έχει την ευχέρεια να έρχεται να τις βλέπει στην Κύπρο. Αυτό που χαρακτήρισα εξ υπαρχής, ως ψυχρή αντίκριση των πραγμάτων, παρέμεινε μέχρι τέλους. Αυτό που απεκόμισα από τη μάρτυρα ήταν μια μηχανιστική και υπολογιστική μεταφορά αναληθών γεγονότων και ψευδεπίγραφων αναφορών με σκοπό να προβάλει μια άλλη εικόνα από την πραγματική και που είναι αυτή που μετάδωσε στο Δικαστήριο ο αληθινός λόγος της Κανάρη και τα γνήσια συναισθήματα της τελευταίας προς την Κλαυδία. Μεταξύ της μαρτυρίας της Κανάρη και της μαρτυρίας της εναγομένης 1 προτιμώ τη μαρτυρία της πρώτης. Ως μαρτυρίας που προέρχεται από πρόσωπο που δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον για την έκβαση της υπόθεσης: κράτησε ίσες αποστάσεις από τις δυο πλευρές και είναι φανερό πως είχε γνήσιο ενδιαφέρον για την ευημερία της Κλαυδίας και μόνο. Η μαρτυρία της δόθηκε απαλλαγμένη από οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Φαίνεται τελικά πως η Κανάρη είναι το μοναδικό πρόσωπο που ενδιαφερόταν και ενδιαφέρεται πραγματικά για την ευημερία της Κλαυδίας, σε αντίθεση με τους κοντινούς της συγγενείς που μόνη τους έγνοια ήταν να της αποσπάσουν την περιουσία. Η μαρτυρία του γιατρού Χατζηβασίλη κατά τον ουσιώδη χρόνο 14.1.2005 10.2.2005, 4.3.2005 συμπλέει με τη μαρτυρία της Κανάρη. Η Κλαυδία δεν έδωσε καμιά ορθή απάντηση στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν από τον γιατρό Χατζηβασίλη σχετικά με τη χρονολογία, την ημερομηνία, τον μήνα ή την εποχή. Της ζητήθηκε να ακολουθήσει γραπτή οδηγία να κλείσει τα μάτια της, αλλά δεν αντέδρασε. Είτε λοιπόν δεν γνώρισε αυτό που διάβασε ή δεν ήταν σε θέση να ακολουθήσει την οδηγία και να κάνει αυτό που διάβασε. Της δόθηκε να γράψει μια πρόταση, όποια επιλέγει ο ασθενής, και την έγραψε λανθασμένα. Ο γιατρός Χατζηβασίλης είναι εκείνος που είχε την ευκαιρία να εξετάσει την Κλαυδία σε τρεις περιτπώσεις και να διαγνώσει την ασθένεια της κατόπιν των ενδεδειγμένων βρίσκω εξετάσεων. Η αξία της μαρτυρίας του γιατρού Κυραλλή είναι περιορισμένη εφόσον ουσιαστικά υποστήριξε τη θεωρητική πλευρά της ασθένειας, χωρίς να έχει την ευκαιρία να εξετάσει την ασθενή. Δεχόμενη τη μαρτυρία του Δρα Χατζηβασίλη είναι εύρημα μου ότι η Κλαυδία ένα χρόνο πριν την πρώτη εξέταση, χρόνος εντός του οποίου τελέστηκαν οι επίδικες πράξεις, είχε σοβαρό πρόβλημα νοητικών λειτουργιών που την καθιστούσε ανίκανη να διαχειρίζεται τις προσωπικές της υποθέσεις και περίπου, τρία χρόνια προηγουμένως, ήταν δυσλειτουργική: έκανε εμφανή λάθη όπως τα περιέγραψαν η Κανάρη και ο Δρ. Χατζηβασίλης. Ύποπτες όμως είναι και οι συνθήκες, όπως τις περιέγραψα πιο πάνω, της επίσκεψης του Κατσιολούδη, και η από μηχανής παρουσία του στο σπίτι των δυο αδελφών. Πολύ βολική ήρθε για τους εναγόμενους αυτή η πρώτη «επίσκεψη»,, οι οποίοι φρόντισαν, μέσω του εναγόμενου 2, να συστήσουν τον Κατσιολούδη σε αυτά τα δυο ανήμπορα πλάσματα, ως φίλο του τελευταίου, ο οποίος, όλως τυχαίως, αναφέρθηκε στο επάγγελμα του και όλως τυχαίως, εκείνες εκφράζουν την επιθυμία να μεταβιβάσουν την περιουσία τους στους εναγόμενους 1 και 2, χωρίς καν να ταυτοποιείται «το σπίτι» που ήθελαν (και οι δυο μαζί, έτσι μας μετέφερε ο μάρτυρας), να δωρίσουν στα ανίψια τους. Ικανοποιήθηκε όμως ο Κατσιολούδης ότι η Κλαυδία αντιλαμβάνονταν την πράξη! Είναι άξιο απορίας γιατί ο εναγόμενος 2 ζήτησε από τον Μ.Υ.3 να επισκεφθεί τις θείες του στη Λεμεσό «για να τις γνωρίσει». Δικαιολογήθηκε πως είχε να κάμει κάποιες μεταβιβάσεις στη Λεμεσό και ο εναγόμενος 2 ήλθε μαζί του, αφού ο ίδιος τον ειδοποίησε από προηγουμένως. Μας περιγράφει ο Μ.Υ.3 πως κατά την επίσκεψη του, η Κλαυδία και η Δήμητρα, εννοεί την Λούλλα, έτσι είπε του την σύστησαν, ήθελαν να μεταβιβάσει το σπίτι στο Θέλλο και την Νόρμα γιατί τους «ανάγιωσαν». Ο ίδιος υποσχέθηκε πως θα έφερνε το πληρεξούσιο για το σκοπό αυτό μια άλλη ημέρα. Έτσι το ετοίμασε και πήγαν στη Λεμεσό με τον εναγόμενο 2 μετά από μια εβδομάδα. Η αντεξέταση φανέρωσε το περίεργο και αφύσικο της πρόσκλησης του Μ.Υ.3 από τον εναγόμενο
  7. Ό,τι προηγήθηκε της πρώτης επίσκεψης γεννά εύλογα ερωτηματικά. Επιμένει ο μάρτυρας στη θέση πως ο εναγόμενος 2, τον οποίο γνωρίζει μέσω ενός φίλου του, τυπικά, τον προέτρεψε όποτε θα πήγαινε Λεμεσό, να το πει και στον ίδιο για να τον πάρει «να γνωρίσει τις θείες του». Τον είχε γνωρίσει, τον εναγόμενο 2, πέντε με έξι μήνες προηγουμένως. Δεν γνώριζε πολλά για το πρόσωπο του, γιατί δεν είχε καιρό «για περισσότερες σχέσεις με οποιοδήποτε». Επειδή όμως θα πήγαινε μόνος του στη Λεμεσό και ήθελε παρέα, τηλεφώνησε στον εναγόμενο 2, ο οποίος αποδέχθηκε την πρόσκληση. Τότε ο εναγόμενος 2 εξέφρασε επιθυμία να δει τις θείες του «που τον ανάγιωσαν». Όμως αυτές τις θείες, που τον ανάγιωσαν δεν πήγε να τις επισκεφθεί ο εναγόμενος 2 μόλις έφτασαν στη Λεμεσό, γύρω στις 8.30 π.μ., παρά μόνο, όπως διηγείται ο Μ.Υ.3, παρέμεινε στο καφενείο του Κτηματολογίου μέχρι να τελειώσει ο μάρτυρας, οπότε και μαζί έφτασαν στο σπίτι της Κλαυδίας. Τελικά φανερώνεται και ο λόγος που ο εναγόμενος 2 θέλησε ο Κατσιολούδης να «γνωρίσει» τις θείες. Είχαν όλα από προηγουμένως οργανωθεί για να προετοιμαστεί το έδαφος για την υπογραφή του πληρεξουσίου. Ο Μ.Υ.3 παρουσιάζει το ζήτημα «του κοτσιανιάσματος» να έρχεται τελείως φυσιολογικά. Προέκυψε «πάνω στην κουβέντα»: όταν τους είπε την ειδικότητα του εκείνες του είπαν «θέλω να μεταβιβάσουμε το σπίτι στον Θέλλο και τη Νόρμα». Όταν ρωτήθηκε από το δικηγόρο του ενάγοντα, αν διευκρινίστηκε για ποιο σπίτι μιλούσαν, αν επρόκειτο για το σπίτι που κατοικούσαν, απάντησε «δεν ξέρω». Του είπαν όμως ότι είχαν και κάποια δέντρα στη Λευκωσία και ήθελαν και εκείνα να τα μεταβιβάσει. Στη συνέχεια η ρηματική πρόταση του μάρτυρα «ήξεραν τι έκαμναν» και ότι «συνενοούνταν καλά», και ότι ο ίδιος τους εξήγησε, σκιάζεται από τις αμέσως επόμενες απαντήσεις: «Τούτο το σπίτι θα το μεταβιβάσω στο Θέλλο και την Νόρμα. Έτο κοτσιάνι. Τούτο το σπίτι στη Λεμεσό. Νομίζω ήταν ενορία ... Μου έδωσαν τα στοιχεία του κοτσιανιού. Έγραψα τα στοιχεία στο πληρεξούσιο. Έτο κοτσιάνι, νομίζω ήταν το κοτσιάνι πρόχειρα εκεί στο τραπέζι.» ............................... «Κάτσαμε εκεί στο σπίτι τους. Μας κέρασαν πάλι καφέ κ.λ.π. Είπα τους ότι, το σκοπό, τι θα κάμουν, ότι τούτο είναι πληρεξούσιο, το σπίτι θα μεταβιβαστεί πάνω σε αυτό που μου είπαν εκείνες κ.λ.π. τι θα κάμω. Γέμωσα το έντυπο του πληρεξουσίου εγώ, ήλθαν κοντά μου, έκατσαν στο τραπέζι, εγώ τους εξήγησα την πράξη που θα έκαμναν και αφού ικανοποιήθηκα εγώ προσωπικά, υπόγραψαν το σχετικό έντυπο». Η μετέπειτα αντίδραση της Κλαυδίας, έστω και μετά από δύσκολη συνεννόηση που είχε με την Κανάρη, όταν την ρώτησε αν μεταβίβασε το σπίτι και έδωσε τα χρήματα στο Θέλλο και την Νόρμα διερωτώμενη, γιατί να τους τα δώσει, ή διερωτώμενη «μα ποιο σπίτι», «μα ποιος Θέλλος», φανερώνει πράγματι πως η Κλαυδία, λόγω της πνευματικής της κατάστασης, δεν αναγνώριζε πρόσωπα και καταστάσεις. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως οι απαντήσεις της Κλαυδίας στον αδελφό της Χαράλαμπο και η άρνηση της, ότι μεταβίβασε την περιουσία της στους εναγομένους, ενδεχομένως δόθηκαν με σκοπό να σταματήσει ο τελευταίος να την ενοχλεί ή γιατί δεν ήθελε να του αποκαλύψει το γεγονός. Όμως η άρνηση της προς την Κανάρη ήταν επενδυμένη και με άλλα στοιχεία: δεν γνώριζε καν και αναρωτιόταν ποιος είναι ο Θέλλος ή για ποιο σπίτι επρόκειτο. Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να δεχθώ ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστά συμπεριφορά υγιούς προσώπου ο οποίος είχε πλήρη επίγνωση των πράξεων του και με δική του ελεύθερη απόφαση προχώρησε στις επίδικες ενέργειες. Η πιστοποίηση του Μ.Υ.3 δεν έχει κάτω από τις περιστάσεις που έγινε οποιαδήποτε αξία. Συνιστά απλώς τυπική νομιμοποίηση μιας μηχανικής πράξης. Εδώ παρατηρώ ότι η υπεράσπιση επεδίωξε το optimum. Η γραμμή που προώθησε, ιδιαιτέρως με τη μαρτυρία της Νόρμας, ήταν απόλυτη: Δεν υπήρχε καμία αλλαγή στην συμπεριφορά της Κλαυδίας, ούτε καν φυσιολογική αλλαγή λόγω ηλικίας και ενώ η τελευταία, ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα 85 χρονών, που καθόλου αφύσικο δεν ήταν να άρχιζε να ξεχνά πρόσωπα και πράγματα. Από την άλλη η μαρτυρία της Κανάρη όπως την έχω αποδεκτεί, δεν ήταν μονοδιάστατη. Δέχθηκε πως η Κλαυδία είχε κάποιες εκφάνσεις αντίληψης ή περιστασιακή αναγνώριση ή ενθύμιση προσώπων, που επέτρεπαν στοιχειώδη κάποτε επαφή με τα πράγματα. Δεν μπορούν όμως αυτά να απομονωθούν για να ανατρέψουν την ολοκληρωμένη και όχι αποσπασματική εικόνα της διανοητικής υγείας της Κλαυδίας όπως την περιέγραψε η Κανάρη. Έχω αποδεχθεί τα ευρήματα του γιατρού Χατζηβασίλη τα οποία και υιοθετώ χωρίς να είναι ανάγκη να τα επαναλάβω. Προκύπτει από τη μαρτυρία του, σε συνδυασμό και σε συνάρτηση με τη μαρτυρία της Κανάρη, ότι από το 2000 περίπου η Κλαυδία είχε παρουσιάσει εμφανή προβλήματα δυσλειτουργικότητας και ένα χρόνο πριν από την υπογραφή του επίδικου πληρεξουσίου, το 2004, δεν ήταν ικανή να διαχειριστεί τις προσωπικές της υποθέσεις. Στις 4.3.2005 διαγνώστηκε να πάσχει από πρωτογενή άνοια αλτσχάϊμερ. Η πορεία της ασθένειας της ήταν αργή και σταθερή με κατάληξη σήμερα την απουσία οποιασδήποτε επαφής της με το περιβάλλον. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υφίστατο διανοητική έκπτωση της Κλαυδίας και κατά συνέπεια έχει θεμελιωθεί η απουσία δικαιοπρακτικής ικανότητας. Οι εναγόμενοι 1 και 2 με τη βοήθεια του Κατσιολούδη και την χρησιμοποίηση της ιδιότητας του ως πιστοποιούντα υπαλλήλου, ηθελημένη ή μη, εκμεταλλεύτηκαν την πνευματική κατάσταση της Κλαυδίας και απέσπασαν τυπικά πλέον την υπογραφή της, ενώ γνώριζαν βρίσκω για την ανικανότητα της, η οποία ήταν παρούσα και εμφανής. Chitty on Contract, General Principles, 21η Έκδ. § 1075 -
  8. Evidence of unsoundness of mind. If the party was sane when the contract was made, evidence of previous or subsequent unsoundness of mind is not material. But in a doubtful case such evidence might create a suspicion that he was insane a the time of making the contract. The mere existence of a delusion in the mind of a person making a contract is not conclusive of his inability to understand it, even though the delusion is connected with the subject-matter of the contract. And evidence that he is well known in the neighbourhood to be of unsound mind is not admissible to prove that the other party knew of the insanity. It is probable that treatment for mental disorder under the Mental Health Act, 1959, or a finding of a judge of the Court of Protection that the contracting party was incapable of managing and administering his property and affairs would constitute prima facie evidence of insanity, but not vice versa." Halsbury's Laws of England, Τόμος, § 43, σελ.
  9. Δεν έχω αμφιβολία ότι μεταξύ της Κλαυδίας και της Νόρμας, υπήρχε μια ιδιαίτερη στενή σχέση και στενός δεσμός που και η πλευρά του ενάγοντος δέχεται. Δεν ισχύει το ίδιο για τον εναγόμενο 2 που φαίνεται να απουσιάζει παντελώς από το σκηνικό. Τον εισαγάγει μόνο λεκτικά η Νόρμα «ανάγιωσε μας και τους δυο μας σαν παιδιά της η Κλαυδία». Όμως αυτή η αγάπη και αυτός ο δεσμός δεν ήταν αρκετός για να οδηγήσει την Κλαυδία να μορφώσει λογική κρίση για να αποφασίσει να μεταβιβάσει το σπίτι στους εναγόμενους 1 και
  10. Παρά τα προβλήματα που αντιμετώπιζε με τον αδελφό της, παρά τα προβλήματα της υγείας της που άρχισαν από το 2000, η Κλαυδία δεν είχε εκφράσει προηγουμένως τέτοια πρόθεση. Και όχι μόνο. Παρά τις προτροπές της Κανάρη να μεταβιβάσει την περιουσία της σε όποιον συγγενή της ήθελε, για να την φροντίζει, αυτή αρνιόταν πεισματικά. Κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψα πιο πάνω αποσπάστηκε η υπογραφή της Κλαυδίας επί του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 16.11.2004, Τεκμ.8, το οποίο κηρύσσεται άκυρο όπως άκυρη και η επιγενόμενη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στους εναγόμενους 1 και 2 κάτω από τις πρόνοιες των άρθρων 10
(1)- 12 του Κεφ.
  1. Όσον αφορά την επιδιωκόμενη δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εγγραφή της εναγομένης 1 ως συνδικαιούχος επί του λογαριασμού προθεσμίας και/ή γραμματίου της Κλαυδίας Στεφάνου, με αρ. 3231927-5 (CYP) είναι άκυρη εξ υπαρχής, αυτή δεν μπορεί να επιτύχει και να αποδοθεί από το Δικαστήριο η ανάλογη θεραπεία. Η ίδια η Νόρμα κατά την κυρίως εξέταση αναφέρθηκε σε ένα κοινό λογαριασμό ;83.000.00 «το γραμμάτιο που είπαμε τη Δευτέρα» όπου «υπήρχαν και τα δυο ονόματα, από την αρχή που άνοιξε τον λογαριασμό». Αναφέρθηκε σε ένα δευτεράκι που «άνοιξε» στις 17.11.2004 από γραμμάτιο που είχε η θεία της το οποίο και ακύρωσε. Της έδωσε κάποια χρήματα της ίδιας, ενώ το υπόλοιπο ποσό το κατέθεσε σε κοινό λογαριασμό. Κατά την αντεξέταση δέχτηκε πως επρόκειτο για ένα γραμμάτιο 47.320,
  2. Προσδιόρισε τα χρήματα που της έδωσε σε 20.000,00, 7.000,00 τις κρατούσαν για να ξοδεύουν, από τις οποίες 3.000,00, άφησε στον αδελφό της, αν χρειαστεί να πληρώσει ορισμένες διαδικασίες. Ο Μ.Ε.4 Πανίκος Δημητρίου δεν ήταν σε θέση να δώσει με σαφήνεια το ιστορικό της δημιουργίας του γραμματίου, ο οποίος με τα στοιχεία που διέθετε ανέφερε ότι η αρχική κατάθεση προήλθε από άλλο λογαριασμό/γραμμάτιο για το οποίο όμως δεν μπορούσε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Εξάγεται από τη μαρτυρία του πως η Κλαυδία διατηρεί στην τράπεζα ένα λογαριασμό όψεως με υπόλοιπο 10.580,31, ένα λογαριασμό μετοχών αξίας €17.10 και λογαριασμό μερισμάτων €8,
  3. Υπάρχουν ακόμα δυο λογαριασμοί οι οποίοι είναι από κοινού με την Νόρμα Πετρίδη: κατάθεση προθεσμίας €170.202,62 και μια κατάθεση με ένα μήνα προειδοποίηση με υπόλοιπο €21.007,
  4. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του στην πιο πάνω κατάθεση προθεσμίας η Νόρμα ήταν συνδικαιούχος από το άνοιγμα του λογαριασμού το
  5. Ο δεύτερος λογαριασμός με προειδοποίηση ανοίχθηκε στις 17.11.2004 με συνδικαιούχο από την ημερομηνία αυτή την Νόρμα. Όταν άνοιξε ο λογαριασμός στις 17.11.2004 φαίνεται ότι μεταφέρθηκε ένα γραμμάτιο 27.389 για το οποίο δεν μπορούσε να δώσει άλλα στοιχεία τα οποία δεν είχε στη διάθεση του. Διευκρίνισε κατά την αντεξέταση πως για το λογαριασμό με ένα μήνα προειδοποίηση που ανοίχθηκε στις 17.11.2004 δεν ήταν σε θέση να πει από πού προήλθαν τα χρήματα, αλλά μπορούσε να πει πως έγινε μεταφορά από κατάθεση «transfer from the fixed deposit». Ενόψει της αδυναμίας προσδιορισμού με σαφήνεια του ζητήματος, του γεγονότος ότι η εναγομένη 1 ήταν δικαιούχος ή συνδικαιούχος με την Κλαυδία σε κάποιο από τους λογαριασμούς ή ότι κάποια ποσά προήλθαν από άλλο γραμμάτιο ή λογαριασμό για τον οποίο δεν υπάρχουν στοιχεία, το ζήτημα οδηγείται σε απόρριψη. Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου δεν είναι τέτοιας ποιότητας ώστε να στηριχθώ σε αυτή και να καταλήξω σε θετικά συμπεράσματα. Ο ενάγοντας απέτυχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στέρεα μαρτυρία. Πριν ολοκληρώσω θα ήθελα να παρατηρήσω πως δεν διαφωνώ πως ο Χαράλαμπος Στεφάνου, ενάγων και διαχειριστής της περιουσίας της Κλαυδίας με τις προηγούμενες του ενέργειες, όπως περιγράφηκαν από την Κανάρη, έδρασε σε βάρος των συμφερόντων της τελευταίας και ότι έχει και ο ίδιος συμφέρον, όπως και οι λοιποί συγγενείς, πλην των εναγομένων, από την επιδιωκόμενη ακύρωση των επίδικων δωρεών. Δεν παύει όμως να είναι ο νόμιμος διαχειριστής της περιουσίας της κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου, το οποίο σημειώνω ότι οριστικοποιήθηκε εκ συμφώνου, Τεκμ.4 στην παρουσία όπως φαίνεται των λοιπών ενδιαφερομένων προσώπων, όπως περιγράφονται στο πιστό αντίγραφο του πρακτικού του Δικαστηρίου ημερομηνίας 4.12.2006, ως καθ' ων η αίτηση 1 - 5 και στην απουσία της καθ' ης η αίτηση
  6. Οι όποιες παρατηρήσεις του κ. Μακρίδη για τη συμπεριφορά του Στεφάνου και τις παραλείψεις του ως διαχειριστή, δεν καταχώρισε λογαριασμούς ή άλλα συναφή με τη διαχείριση, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη εφόσον δεν έχουν δοθεί ως μαρτυρία. Η αγωγή επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδονται δηλώσεις και διατάγματα του Δικαστηρίου ως οι §§ 1, 2 και 3 της Έκθεσης Απαιτήσεως πλέον έξοδα εναντίον των εναγομένων 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Ακύρωση μεταβίβασης / ανικανότητα / ψυχική πίεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.