← Κύπρος

Mιχαλάκης Ιωάννου κ.α. ν. Νίκος Καλογήρου κ.α., Αρ. Αγ.: 4086/06, 08/07/2011

Mιχαλάκης Ιωάννου κ.α. ν. Νίκος Καλογήρου κ.α., Αρ. Αγ.: 4086/06, 08/07/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A215 ΣΤΟ EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 4086/06 Μεταξύ:

  1. Mιχαλάκης Ιωάννου από τη Λεμεσό
  2. Mαίρης Ιωάννου από τη Λεμεσό Εναγόντων και
  3. Νίκος Καλογήρου από τη Λεμεσό
  4. Ανδρέας Λεβέντης από τη Λεμεσό Εναγομένων KAI ΣΤΟ EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ. Αγ.: 5316/07 Μεταξύ: Νίκος Καλογήρου από τη Λεμεσό Ενάγοντας και Ανδρέας Λεβέντης από τη Λεμεσό Εναγόμενος ------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 08/07/
  5. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες στην Αγ. Αρ. 4086/06 : κ. Χρίστος Χριστοφόρου. Για τον εναγόμενο Νο.1 στην Αγ. Αρ. 4086/06 και ενάγοντα στην Αγ. Αρ. 5316/07: κ. Κωνσταντίνος Κουρίδης για κ.κ. Ανδρέας Νεοκλέους & Σια. Για τον εναγόμενο Νο.2 στην Αγ. Αρ. 4086/06 και εναγόμενο στην Αγ. Αρ. 5316/07: κ. Κ.Μ. Χατζηπιέρας. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγές, εγέρθηκαν συνέπεια οδικού δυστυχήματος το οποίο επισυνέβη κατά ή περί τις 25/09/2005 στον κύριο δρόμο Σαϊττά - Πέρα Πεδίου, της επαρχίας Λεμεσού. Στην Αγ. Αρ. 4086/06, οι ενάγοντες 1 και 2 επιρρίπτουν ευθύνη για την πρόκληση του εν λόγω δυστυχήματος στους εναγομένους 1 και 2, αναφέροντας σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας τους και αξιώνουν εναντίον τους αποζημιώσεις. Οι εναγόμενοι 1 και 2 με τις υπερασπίσεις τους αρνούνται ευθύνη και ταυτόχρονα επιρρίπτουν την ευθύνη για την πρόκληση του εν λόγω δυστυχήματος ο ένας στον άλλο. Προς το σκοπό αυτό, αμφότεροι οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν σχετικές ειδοποιήσεις συνεναγομένου σύμφωνα με την Δ.10, Θ.
  6. Στην Αγ. Αρ. 5316/07, ο ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις εναντίον του εναγομένου, οι οποίες προκλήθηκαν από το πιο πάνω δυστύχημα το οποίο επισυνέβη όπως ισχυρίζεται ένεκα της αμέλειας του. Κατόπιν αίτησης του εναγομένου 2 στην Αγ. Αρ. 4086/06, εκδόθηκε διάταγμα συνεκδίκασης των πιο πάνω αγωγών, αναφορικά με το θέμα της ευθύνης μόνο. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας των πιο πάνω συνενωμένων αγωγών και μετά το πέρας της μαρτυρίας για την πλευρά των εναγόντων 1 και 2, όλοι οι συνήγοροι των διαδίκων προέβηκαν σε σειρά παραδεκτών γεγονότων, κάποια από τα οποία αφορούσαν και τις αποζημιώσεις στις δύο αγωγές, παρόλο που η διαδικασία αυτή αφορούσε μόνο το θέμα της ευθύνης. Τα εν λόγω παραδεκτά γεγονότα είναι τα ακόλουθα: Oι ενάγοντες αρ. 1 και αρ. 2 δεν φέρουν ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα και η ευθύνη θα αποφασιστεί μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 στη διαδικασία συνεναγομένων. Οι αποζημιώσεις που δικαιούται ο ενάγοντας αρ. 1 στην Αγ. Αρ. 4086/06 είναι €7,658.00 πλέον νόμιμο τόκο από 20/01/
  7. Οι γενικές αποζημιώσεις που δικαιούται η ενάγουσα αρ. 2 στην Αγ. Αρ. 4086/06 είναι €1,500 πλέον νόμιμο τόκο από 20/01/
  8. Τα έξοδα των εναγόντων 1 και 2 είναι €3,000 πλέον Φ.Π.Α. και θα καταβληθούν από τους εναγομένους 1 και/ή 2 ανάλογα με την απόφαση του Δικαστηρίου για το θέμα της ευθύνης. Οι αποζημιώσεις των εναγόντων 1 και 2 θα καταβληθούν από τους εναγομένους 1 και/ή 2 ανάλογα με το ποσοστό ευθύνης. Σε καμία περίπτωση, οι εναγόμενοι 1 και/ή 2 θα δικαιούνται έξοδα από τους ενάγοντες 1 και
  9. Οι αποζημιώσεις του ενάγοντα στην Αγ. Αρ. 5316/07 συμφωνήθηκαν στο ποσό των €15,500 πλέον νόμιμο τόκο από 21/2/2011 και τα έξοδα του ενάγοντα ανέρχονται στο ποσό των €2,500 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. Τα ποσά αυτά θα μειωθούν ανάλογα με το ποσοστό ευθύνης. Μετά τις πιο πάνω δηλώσεις των συνηγόρων των διαδίκων, ο συνήγορος των εναγόντων 1 και 2 έκρινε ότι δεν χρειαζόταν να συνεχίσει να εμφανίζεται στη διαδικασία και με άδεια του Δικαστηρίου, απεχώρησε. Έτσι η ακροαματική διαδικασία συνέχισε μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 στην Αγ. Αρ. 4086/
  10. Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω δηλώσεις και τα παραδεκτά γεγονότα, το μόνο ζήτημα που απομένει να εξεταστεί και να αποφασιστεί από το Δικαστήριο στις παρούσες αγωγές, είναι το θέμα της ευθύνης για το επίδικο δυστύχημα, μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 στην Αγ. Αρ. 4086/06 και ενάγοντα και εναγομένου στην Αγ. Αρ. 5316/07 αντίστοιχα. Ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτύρησαν για λογαριασμό των εναγόντων 1 και 2 ο Αστυφ. 2218 κ. Γεώργιος Γεωργίου και ο ίδιος ο ενάγοντας αρ.
  11. Για λογαριασμό του εναγομένου αρ. 1, κατέθεσε ο ίδιος ο εναγόμενος 1 και η κα Μαρία Ιωαννίδου, Πρωτοκολλητής του Ε.Δ.Λεμεσού. Για την πλευρά του εναγομένου 2, μαρτύρησε ο ίδιος ο εναγόμενος 2 μόνο. Επίσης, κατά την δίκη κατατέθηκαν συνολικά επτά

(7)τεκμήρια για τα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω και εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο. Όλο το μαρτυρικό υλικό έχει καταγραφεί και σημειωθεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτό αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα γίνει όμως κατωτέρω, περιληπτική αναφορά του περιεχομένου της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα για να διαφανούν τα γεγονότα και οι εκδοχές των μερών. O Aστυφύλακας 2218 Γ. Γεωργίου κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι στις 25/09/2005 ειδοποιήθηκε για ένα δυστύχημα που υπήρχε στο κύριο δρόμο Σαϊττά - Πέρα Πεδίου και αμέσως επισκέφθηκε τη σκηνή. Ετοίμασε σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  1. Παρόντες στη σκηνή ήταν ο ενάγοντας 1, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής EZA 072 και ο εναγόμενος 1, o οποίος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής KJL
  2. Επίσης, ο ίδιος έδωσε γραπτή κατάθεση για το πιο πάνω δυστύχημα την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 2 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Στο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος σημειώνεται με το γράμμα Β η πορεία που ακολουθούσε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, εναγόμενος 1 πριν το δυστύχημα. Με βάση αυτό ο εναγόμενος 1 κατευθυνόταν από το Πέρα Πέδι προς Σαϊττά. Με το γράμμα Γ σημειώνεται η πορεία του οδηγού του οχήματος με αρ. εγγραφής EZA 072, του ενάγοντα 1 δηλαδή. Ο ενάγοντας 1 οδηγούσε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και κατευθυνόταν προς Πέρα Πέδι. Σύμφωνα με το μάρτυρα αυτό εκεί που σημειώνεται το γράμμα Β επί του τεκμηρίου 1 και δεικνύει την πορεία που ακολουθούσε ο εναγόμενος 1, υπήρχε κλειστή στροφή προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του οδηγού της μοτοσυκλέτας. Μετά την κλειστή στροφή, στα αριστερά της πορείας του εναγομένου 1, υπήρχε μια είσοδος οικίας η οποία βρίσκεται σε ύψωμα. Η ορατότητα από την στροφή μέχρι την είσοδο αυτή, ήταν περιορισμένη και σύμφωνα με τις μετρήσεις του ήταν γύρω στα 30 μέτρα, χωρίς ωστόσο να προσδιορίσει από ποιο σημείο άρχεται η εν λόγω απόσταση ορατότητας και σε ποιο σημείο τελειώνει. Να σημειωθεί ακόμη ότι ουδείς εκ των δικηγόρων των εναγομένων έφερε τον εν λόγω μάρτυρα αντιμέτωπο με το γεγονός (αποτελεί κοινή θέση όλων των πλευρών) ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του κοντά στο κέντρο του δρόμου και σε ποιο βαθμό το εν λόγω γεγονός διαφοροποιεί τη θέση περί την απόσταση της ορατότητας. Με το γράμμα Α επί του τεκμηρίου 1 δεικνύεται η πορεία του οχήματος του εναγομένου
  3. Αυτός φαίνεται να εισήλθε από την είσοδο της οικίας προς τον κύριο δρόμο Σαϊττά - Πέρα Πεδίου. Με το γράμμα Γ1 δεικνύεται η τελική θέση του οχήματος του ενάγοντα
  4. Αυτή βρίσκεται στην αριστερή μεριά της λωρίδας κυκλοφορίας του ενάγοντα 1, καταλαμβάνοντας και μέρος του ασφάλτινου παγκέτου. Επίσης, η τελική θέση του εν λόγω οχήματος βρίσκεται απέναντι και λίγα μέτρα πιο κάτω από την είσοδο στην οικία, προς Σαϊττά. Στην άκρη των δύο λωρίδων κυκλοφορίας υπήρχε ασφάλτινο παγκέτο και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του εναγομένου 1, υπήρχε και χωμάτινο παγκέτο. Επίσης, στη λωρίδα κυκλοφορίας του ενάγοντα 1, στο τέλος του αριστερού παγκέτου, υπήρχε σιδερένιο κιγκλίδωμα. Με το γράμμα Χ2 σημειώνεται το σημείο σύγκρουσης της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 με το όχημα του ενάγοντα 1 και αυτό βρίσκεται στην δεξιά μπροστινή μεριά του εν λόγω οχήματος, εκεί στην τελική του θέση. Με το γράμμα Χ σημειώνεται ως το πρώτο σημείο σύγκρουσης της μοτοσυκλέτας με το πιο πάνω κιγκλίδωμα. Η απόσταση του σημείου αυτού από το γράμμα 0 επί του σχεδιαγράμματος που ξεκινά η βασική γραμμή που σημείωσε ο μάρτυρας, είναι 6,50 μέτρα. Το σημείο 0 βρίσκεται στο σιδερένιο κιγκλίδωμα και είναι περίπου στο τέλος της στροφής σύμφωνα με την πορεία του μοτοσικλετιστή. Με το γράμμα Χ1 σημειώνεται ως το δεύτερο σημείο σύγκρουσης της μοτοσυκλέτας με το εν λόγω κιγκλίδωμα και απέχει 19,50 μέτρα από το σημείο
  5. Με το γράμμα Χ2 σημειώνεται το σημείο σύγκρουσης της μοτοσυκλέτας με το όχημα του ενάγοντα
  6. Αυτό απέχει 36,50 μέτρα από το σημείο 0 και βρίσκεται στην αριστερή άκρη της λωρίδας κυκλοφορίας του ενάγοντα
  7. Ο δρόμος είναι μετρημένος σε διάφορα σημεία, ξεκινώντας από την στροφή μέχρι το σημείο σύγκρουσης και μετά από αυτό. Από το σημείο 0 της γραμμής που σημείωσε ο μάρτυρας μέχρι το απέναντι σημείο από το πίσω μέρος του οχήματος του ενάγοντα, όπως είναι στην τελική του θέση, η απόσταση είναι 39,00 μέτρα. Στα 16,50 μέτρα της γραμμής, το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του εναγομένου 1 είναι 3,10 μέτρα και το πλάτος της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας 3,30 μέτρα. Το ασφάλτινο παγκέτο της λωρίδας κυκλοφορίας του εναγομένου είναι 1,50 μέτρα και το χωμάτινο παγκέτο 2,40 μέτρα. Στα 30,00 μέτρα της γραμμής, δηλαδή εκεί που είναι η είσοδος στην οικία, το ασφάλτινο παγκέτο στην λωρίδα κυκλοφορίας προς Σαϊττά είναι 1,20 μέτρα και η λωρίδα κυκλοφορίας 3,30 μέτρα. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός στην κατάθεση του τεκμήριο 2, αναφέρει ότι κατά την εξέταση του δυστυχήματος ο εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι ενώ κατευθυνόταν προς Σαϊττά με την μοτοσυκλέτα του, ένα αυτοκίνητο μάρκας «MERCEDES», χρώματος ασημί εξήλθε από την αυλή της οικίας του απότομα μπροστά του, ανακόπτοντας την πορεία του και στην προσπάθεια του να το αποφύγει έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του ενάγοντα 1 που ερχόταν από απέναντι. Τον ισχυρισμό αυτό αναφέρει, τον επιβεβαίωσε και ο ενάγοντας
  8. Κατόπιν τούτου, ο μάρτυρας μετέβηκε στην οικία από όπου βγήκε τον εν λόγω όχημα σύμφωνα με τους πιο πάνω ισχυρισμούς, όπου εντόπισε τον εναγόμενο
  9. Ο εναγόμενος 2 του ανέφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του εν λόγω «MERCEDES» και αφού μετέβηκαν στη σκηνή του δυστυχήματος μαζί, του επιβεβαίωσε ότι εξήλθε με το αυτοκίνητο του από την αυλή της οικίας του αλλά έλεγξε το δρόμο ικανοποιητικά και αφού ήταν ελεύθερος εξήλθε με το αυτοκίνητο του σε αυτόν και κατευθύνθηκε προς το Σαϊττά. Ο μάρτυρας επίσης, είπε ότι το όριο ταχύτητας στο σημείο που έγινε το δυστύχημα ήταν 50 χ.α.ω και ότι στην σκηνή δεν βρήκε οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης εκτός από ίχνη ολίσθησης της μοτοσυκλέτας μετά το δυστύχημα, τα οποία σημείωσε στο σχεδιάγραμμα. Περαιτέρω, είπε ότι στο σημείο υπάρχουν μεμονωμένες εξοχικές κατοικίες. Τέλος, ανέφερε ότι στις 26/10/2005 κατηγόρησε γραπτώς τον εναγόμενο 2 ότι οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚJY 545 χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και ο οποίος αρνήθηκε την κατηγορία. Επίσης, στις 11/06/2006 κατηγόρησε γραπτώς τον εναγόμενο 1 με την ίδια κατηγορία, ο οποίος επίσης αρνήθηκε την κατηγορία. Ο ενάγοντας 1 κατέθεσε ότι στις 25/09/2005 οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής ΕΖΑ 072 με συνοδηγό τη σύζυγο του, ενάγουσα 2 και κατευθυνόταν από Σαϊττά προς Πέρα Πέδι. Σε μια απότομη στροφή βγήκε ένα αυτοκίνητο χρώματος ασημί στον κύριο δρόμο και αναγκάστηκε να ελαττώσει ταχύτητα και να πιάσει πιο αριστερά για να του δώσει χώρο να φύγει, καθότι το εν λόγω όχημα εισήλθε και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Το αυτοκίνητο αυτό έβγαινε από την είσοδο του σπιτιού του, το οποίο βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του ενάγοντα, σύμφωνα με την πορεία του. Μόλις το εν λόγω όχημα προχώρησε προς Σαϊττά, αντιλήφθηκε μια μοτοσυκλέτα η οποία βρισκόταν στην στροφή απέναντι του να χάνει τον έλεγχο, να πηγαίνει ζικ ζακ στο δρόμο, να συγκρούεται στο κιγκλίδωμα και τελικά να συγκρούεται στη δεξιά πλευρά του οχήματος του. Ακολούθως, κατέβηκε από το όχημα του και συνομίλησε με τον οδηγό της μοτοσυκλέτας ο οποίος του ανέφερε ότι είναι ο γιος του Καλογήρου που πωλεί αυτοκίνητα και ότι θα του επιδιορθώσει τις ζημιές του οχήματος του. Μετά ήρθε η Αστυνομία και της εξήγησε πώς έγινε το δυστύχημα. Ο οδηγός του «Mercedes» δεν σταμάτησε στη σκηνή και τον είδε μετά από πάροδο περίπου 15 - 20 λεπτών όταν επέστρεψε σπίτι του. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του εναγομένου 1, κατέθεσε στο Δικαστήριο την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία για το εν λόγω δυστύχημα ως τεκμήριο 3 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Τέλος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει το λόγο που ο εναγόμενος 1 έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του και κτύπησε στο όχημα του. Δεν απέκλεισε όμως, το ενδεχόμενο, αυτό να έγινε λόγο της εισόδου του οχήματος του εναγομένου 2 στο κύριο δρόμο. Η κα Μαρία Ιωαννίδου, Πρωτοκολλητής του Ε.Δ.Λεμεσού κατέθεσε ότι ως εκ της θέσεως της έχει στην κατοχή και έλεγχο της το φάκελο της Ποινική Υπόθεσης Αρ. 5334/09 στην οποία κατηγορούμενος ήταν ο εναγόμενος
  10. Όπως προκύπτει από το φάκελο είπε, ο εναγόμενος 1 στις 22/10/2010 αθωώθηκε στην κατηγορία της αμελούς οδήγησης που αντιμετώπιζε, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Αντεξεταζόμενη επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 4 το φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης Αρ. 17082/06 Ε.Δ.Λεμεσού, στην οποία κατηγορούμενος ήταν ο εναγόμενος 2, για σκοπούς αξιολόγησης προηγούμενων δηλώσεων και αναφορών των μαρτύρων στην εν λόγω υπόθεση. Ανέφερε επίσης, ότι και ο εναγόμενος 2 στις 08/08/2007 αθωώθηκε στην κατηγορία της αμελούς οδήγησης που αντιμετώπιζε στην πιο πάνω υπόθεση, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, εναγόμενος 1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι κατά τις 25/09/2005 ξεκίνησε μαζί με τους φίλους του με τις μοτοσυκλέτες τους, να μεταβούν στις Κ. Πλάτρες για καφέ. Κατά την επιστροφή του, σε κάποιο μέρος του δρόμου όπου υπάρχει μια κατηφορική, κλειστή αριστερή στροφή, ελάττωσε ταχύτητα για να πάρει την στροφή κανονικά και μπαίνοντας στην στροφή με την μοτοσυκλέτα του, ξαφνικά είδε μπροστά του σε πολύ κοντινή απόσταση ένα αυτοκίνητο χρώματος ασημί, μάρκας «Mercedes» σε κάθετη θέση επί του δρόμου. Έκανε αναγκαστικά ελιγμό αποφυγής προς τα δεξιά και στην προσπάθεια του να επανέλθει πίσω στο ρεύμα πορείας του, συγκρούστηκε με αυτοκίνητο το οποίο ερχόταν από απέναντι στη μέση του δρόμου, στη δεξιά πλευρά του. Από τη σύγκρουση εκτινάχθηκε στο δεξιό χαντάκι του δρόμου και μετά ήρθαν οι φίλοι του και το σήκωσαν. Είδε τον οδηγό του οχήματος που συγκρούστηκε και του ανέφερε ότι είναι γιος του Καλογήρου που πουλά αυτοκίνητα για να ξέρει ποιος είναι και ότι θα κανονίσει τις ζημιές του οχήματος του με την έννοια ότι έχει άδεια και ασφάλεια. Κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ως τεκμήριο 5 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Οδηγούσε με ταχύτητα εντός του επιτρεπόμενου ορίου ανέφερε, καθότι πριν την στροφή είχε ελαττώσει ταχύτητα. Διαφώνησε με τα σημεία Χ και Χ1 επί του σχεδιαγράμματος καθότι αν συγκρουόταν είπε με το κιγκλίδωμα θα ανατρεπόταν επί τόπου. Απλά έκανε ελιγμό αποφυγής ανέφερε και εισερχόμενος στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας μπορεί να πέρασε ξυστά από το κιγκλίδωμα αλλά σε καμία περίπτωση δεν συγκρούστηκε με αυτό. Κατά την ώρα της σύγκρουσης είπε, είδε το «Mercedes» να συνεχίζει την πορεία του προς Σαϊττά. Επίσης, ανέφερε ότι φορούσε κράνος και πλήρη εξοπλισμό μοτοσυκλέτας, γάντια και μπότες. Ο εναγόμενος 2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι εκεί που έγινε το επίδικο δυστύχημα, στο ύψωμα προς τα βόρεια βρίσκεται το σπίτι του. Υπάρχει ένας ανηφορικός δρόμος προς το σπίτι του που είναι ο χώρος στάθμευσης στην οικία του. Για να βγει στο δρόμο, κατεβαίνει με την όπισθεν εντός της αυλής του, στα αριστερά του κύριου δρόμου υπάρχει ένα αυλάκι όπου στρίβει και βγαίνει παράλληλα στο δρόμο. Ο δρόμος εκεί που βγαίνει έχει αρκετό πλάτος και δεν χρειάζεται να μπει στην άλλη λωρίδα κυκλοφορίας. Τη συγκεκριμένη ημέρα του ατυχήματος, δεν μπήκε στην άλλη πλευρά, το πολύ να πάτησε τη διαχωριστική γραμμή. Από την αντίθετη πλευρά ερχόταν είπε ένα αυτοκίνητο μάρκας «Land Rover» αλλά δεν θυμάται αν χρειάστηκε το όχημα αυτό να σταματήσει για να περάσει. Ανέφερε όμως, ότι δεν χρειαζόταν να σταματήσει αφού δεν μπήκε στην δική του πλευρά. Πριν μπει στον κύριο δρόμο κοίταξε πίσω από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του, έβγαλε το κεφάλι του έξω από το παράθυρο και όταν ο δρόμος ήταν καθαρός έφυγε γρήγορα προς Σαϊττά. Ο λόγος που έφυγε γρήγορα και αυτό κάνει πάντοτε, είναι διότι είναι κοντά η στροφή και δεν μπορεί να δει και για να αποφύγει οποιοδήποτε δυστύχημα, φεύγει γρήγορα. Επέστρεψε πίσω από την φρουταρία στην οποία είχε πάει εκεί κοντά, μετά από πάροδο περίπου 15 λεπτών και είδε ότι υπήρχε δυστύχημα, μίλησε με τον οδηγό του Land Rover και μετά από ορισμένη ώρα πήγε και η Αστυνομία σπίτι του. Κατέθεσε επίσης στο Δικαστήριο γραπτή κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία ως τεκμήριο 6 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι μάρτυρες αυτοί απαντούσαν τις ερωτήσεις, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα καθώς επίσης και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Επίσης, έχω υπόψη μου τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα και τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας του (βλ. ενδεικτικά Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454). Ο Αστυφύλακας 2218 Γ. Γεωργίου κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο εξεταστής του δυστυχήματος και κατέθεσε το σχετικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε. Τα όσα ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε δεν αμφισβητήθηκαν γενικά από τους διαδίκους. Κατά την αντεξέταση του από πλευράς εναγομένου 1 δεν αμφισβητήθηκε μεγάλο μέρος τη μαρτυρίας του ούτε και οι μετρήσεις του επί του σχεδιαγραφήματος. Εκείνο που αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο 1 ήταν τα σημεία Χ και Χ1 επί του τεκμηρίου 1, που αφορούν τα σημεία σύγκρουσης που ανέφερε ο μάρτυρας αυτός επί του σιδερένιου κιγκλιδώματος. Ο δε εναγόμενος 2 αντεξέτασε τον μάρτυρα αυτό επί των πιο πάνω σημείων Χ και Χ1 με σκοπό να εξηγήσει τον τρόπο που κατέληξε σε αυτά και ουσιαστικά να υποστηρίξει τα σχετικά ευρήματα του. Επίσης, υποβλήθηκαν στον μάρτυρα αυτό από τον εναγόμενο 2 διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με διάφορες μετρήσεις επί του σχεδιαγράμματος της σκηνής του δυστυχήματος. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του μάρτυρα, γενικά κρίνω ότι αυτός ήταν ειλικρινής και αντικειμενικός και μοναδικός σκοπός του ήταν να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα, στο μέτρο που θυμόταν και γνώριζε. Δεν διέκρινα ότι αυτός είχε σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή κάποιου από τους διαδίκους. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο μάρτυρας αυτός είναι εμπειρογνώμονας και η μαρτυρία του σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο για να καταλήξει στα δικά του ευρήματα αναφορικά με τις συνθήκες που έγινε το επίδικο δυστύχημα, συνυπολογίζοντας και ελέγχοντας και την ορθότητα της υπόλοιπής μαρτυρίας που έχει ενώπιον του. Ο μάρτυρας θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων του (βλ. Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Eπίσης, έχει λεχθεί σε σωρεία αποφάσεων ότι η πραγματική μαρτυρία δεν αποδεικνύει πώς έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί πολύτιμο υλικό με βάση το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα για τις συνθήκες που επισυνέβη ένα δυστύχημα (βλ. Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 C.L.R. 486 και Charalambous and another v. Kaifas
(1986)1 C.L.R. 278). Περαιτέρω, η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Κονναρή v. Κυριάκου
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 267). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω λοιπόν, θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί και να λάβει υπόψη του το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε ο μάρτυρας αυτός αλλά και την υπόλοιπή του μαρτυρία εκτός από τα σημεία Χ και Χ1 που σημείωσε επί αυτού για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω. Η μαρτυρία του επί των εν λόγω σημείων παρουσιάζει κάποιες αδυναμίες και από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος συγκρούστηκε με το κιγκλίδωμα στα εν λόγω σήμεία. Παρά την επιμελή δουλεία που έκανε ο μάρτυρας αποτυπώνοντας τη σκηνή του δυστυχήματος στο τεκμήριο 1, εντούτοις δεν μπόρεσε να βοηθήσει το Δικαστήριο να προβεί στα δικά του συμπεράσματα αναφορικά με τα σημεία σύγκρουσης Χ και Χ
  1. Παρά την θέση του αναφορικά με την ορθότητα των εν λόγω σημείων σύγκρουσης εντούτοις θα πρέπει να εξεταστεί η ορθότητα τους σε συνάρτηση με όσα ο ίδιος ανέφερε. Στην κατάθεση του, τεκμήριο 2, αναφέρει ότι το σημείο Χ το σημείωσε ως το πρώτο σημείο σύγκρουσης της μοτοσυκλέτας του εναγομένου 1 στο σιδερένιο κιγκλίδωμα καθότι αυτό ήταν εμφανές και ευδιάκριτο λόγω του ότι στο κιγκλίδωμα υπήρχαν ίχνη μπογιάς μετά από τρίψιμο πάνω σε αυτό της μοτοσυκλέτας. Επίσης, στο εν λόγω τεκμήριο αναφέρει ότι το σημείο Χ1 το σημείωσε καθότι αυτό ήταν εμφανές και ευδιάκριτο αφού πάνω στο κιγκλίδωμα υπήρχαν ίχνη από τρίψιμο της στολής που φορούσε ο εναγόμενος
  2. Αντεξεταζόμενος όμως, από πλευράς εναγομένου 1 και ζητώντας του να επεξηγήσει και να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με το πώς κατέληξε στα σημεία αυτά φάνηκε ότι δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Ερωτούμενος κατά πόσο τα ίχνη μπογιάς που βρήκε στο κιγκλίδωμα τα έλεγξε και αυτά προέρχονταν από τη μοτοσυκλέτα του εναγομένου 1, δεν μπορούσε να απαντήσει και επέμενε ότι κατέληξε σε αυτά με βάση τα ευρήματα και εξετάσεις που έκανε στη σκηνή. Περαιτέρω, αναφορικά με τα ίχνη της στολής του εναγομένου 1 που βρήκε όπως ισχυρίστηκε εκεί που σημείωσε το σημείο Χ1, δεν μπορούσε να επεξηγήσει αν αυτά προέρχονταν από την στολή του εναγομένου 1 και κατά πόσο προέβηκε σε οποιεσδήποτε εξετάσεις. Ανέφερε ότι δεν θυμάται αν έλεγξε την εν λόγω στολή και κατά πόσο έλειπε κάποιο κομμάτι από αυτή, αλλά επέμενε ότι το σημείωσε και ήταν ορθό με βάση τα ευρήματα και τους ελέγχους που έκανε στη σκηνή. Πέρα από τα πιο πάνω, κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας αυτός από πλευράς εναγομένου 2, έγινε προσπάθεια για να δώσει κάποιες συγκεκριμένες λεπτομέρειες και ενέργειες στις οποίες προέβηκε για να καταλήξει στα σημεία Χ και Χ1, χωρίς όμως πάλι να ήταν σε θέση να το πράξει. Δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο κοίταξε τη στολή του εναγομένου και την σύγκρινε με το τρίψιμο που ισχυρίστηκε ότι βρήκε στο κιγκλίδωνα. Oύτε κατά πόσο σύγκρινε την μπογιά που κατ' ισχυρισμό του βρήκε επί του μεταλλικού κιγκλιδώματος με τη μοτοσυκλέτα του εναγομένου 1 για να φανεί αν αυτή αφέθηκε από την εν λόγω μοτοσυκλέτα συνεπεία τριβής της με το κιγκλίδωμα. Ωστόσο, επέμενε για την ορθότητα των εν λόγω σημείων παρά τις πιο πάνω αδυναμίες που παρουσίαζε η μαρτυρία του. Επί τούτου, για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω, αποδέχομαι την θέση του ενάγοντα 1, βάση της οποίας, ο εναγόμενος 1 είχε σίγουρα μια φορά επαφή με το κιγκλίδωμα προτού συγκρουστεί με το όχημα του. Αναφορικά με το κατά πόσο ο εναγόμενος 1 συγκρούστηκε και δεύτερη φορά με το κιγκλίδωμα προτού συγκρουστεί με το όχημα του ενάγοντα 1, ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι «δεν ήμουν σίγουρος για την δεύτερη φορά». Το κατά πόσο ο ενάγοντας 1 είναι σίγουρος ή μη για τη δεύτερη ισχυριζόμενη επαφή του εναγόμενου 1 με το κιγκλίδωμα είναι ουσιαστικής σημασίας, αφού σύμφωνα με τον ενάγοντα 1, τόσο το σημείο Χ όσο και το σημείο Χ1 τέθηκαν επί του πρόχειρου σχεδίου καθ' υπόδειξη του ιδίου προς το μάρτυρα αυτόν. Επομένως, η ορθότητα του σημείου Χ επί του τεκμηρίου 1, παρά τις αδυναμίες που παρουσιάζει η μαρτυρία του αστυφύλακα γι αυτήν, επιβεβαιώνεται από τη θέση του ενάγοντα 1, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του οποίου ακολουθεί. Αναφορικά όμως, με το σημείο Χ1, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια για την ορθότητα και ακρίβεια του επί του σχεδιαγράμματος που σημείωσε ο μάρτυρας αυτός ούτε μπορεί να αποτελέσει τούτο σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των υπόλοιπων μαρτύρων. Αναφορικά με το θέμα της ορατότητας ενός οδηγού που οδηγεί στη ρηθείσα στροφή, όπως ανέφερα και ανωτέρω, η μοναδική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αφορά στον γενικό ισχυρισμό του αστυφύλακα εξεταστή και δη ότι τούτη περιορίζεται περίπου σε 30 μέτρα. Να σημειωθεί ότι πιθανόν εμπλεκόμενα στο εν λόγω δυστύχημα, είναι τρία οχήματα όλα σε κάποιο στάδιο εν κινήσει. Με εξαίρεση το όχημα του ενάγοντα 1 το οποίο σε κάποιο στάδιο ακινητοποιείται, τα οχήματα του εναγόμενου 1 και του εναγόμενου 2 κινούνται με τρόπο που ανάλογα με το σημείο που έκαστος βρίσκεται σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή η απόσταση της ορατότητας μεταξύ των δύο αυξομειώνεται ανάλογα. Δεν είναι ανάγκη να είναι κάποιος εμπειρογνώμονας και ούτε να αναζητήσει γνώμη πραγματογνώμονα για να αντιληφθεί ότι ανάλογα με το σημείο στο οποίο βρίσκεσαι εντός του δρόμου διαφοροποιείται και η δυνατότητα (απόσταση) εντός της οποίας δυνατό ο ένας οδηγός να αντιληφθεί την παρουσία του άλλου. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος εμπειρογνώμονας για να κατανοήσει ότι σε μια κλειστή στροφή η οποία άρχεται από βορρά και καταλήγει προς ανατολή, το νοτιότερο σημείο στο οποίο βρίσκεται κάποιος εντός του δρόμου, το μεγαλύτερο της απόστασης της ορατότητας του προς ανατολή. Επομένως, η γενική και μόνο αναφορά του αστυφύλακα εξεταστή σε ορατότητα περίπου 30 μέτρα χωρίς ωστόσο αυτή να συνδεθεί έστω και γενικά με το κατά πόσο αφορά την ορατότητα που είχε ο εναγόμενος 1 ή ο εναγόμενος 2 ή ο ενάγοντας 1 και χωρίς να συνδεθεί και πάλι έστω και γενικά με το σημείο που οιοσδήποτε εκ των πιο πάνω βρισκόταν σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για να μπορεί το Δικαστήριο να βασίσει οποιοδήποτε εύρημα ή έστω συμπέρασμα. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος εκτός από το σημείο Χ1 το οποίο είναι σημειωμένο επί αυτού καθώς επίσης και την αναφορά του - για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω - περί του ότι η ορατότητα στην εν λόγω στροφή περιορίζετο στα 30 περίπου μέτρα. Ο ενάγοντας 1 ήταν άμεσα εμπλεκόμενος στο επίδικο δυστύχημα και κατέθεσε στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα βίωσε και τα θυμόταν. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Εξιστόρησε τα γεγονότα με το δικό του απλοϊκό τρόπο και κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και αντικειμενικός. Αναφορικά με το τι προηγήθηκε της σύγκρουσης της μοτοσυκλέτας του εναγομένου 1 με το όχημα του, ανέφερε ότι είδε τον εναγόμενο 1 την ώρα που έστριβε στη στροφή, ήταν γυρτός και μόλις ίσιωσε τη μοτοσυκλέτα του, έχασε τον έλεγχο της, έκανε ζικ ζακ για 5 - 6 μέτρα στο δρόμο και αφού κτύπησε επί του κιγκλιδώματος στο σημείο Χ ως αυτό εμφαίνεται στο τεκμήριο 1, ακολούθως συγκρούστηκε με το όχημα του. Αυτό έγινε είπε, την ίδια ώρα που βγήκε το όχημα του εναγομένου 2 από την είσοδο της οικίας του αλλά δεν γνώριζε και ούτε ανέφερε κατά πόσο η μοτοσυκλέτα έχασε τον έλεγχο της λόγω της εισόδου του εν λόγω οχήματος στην πορεία της. Εκείνο το οποίο ανέφερε όμως, ήταν ότι την ώρα που βγήκε το εν λόγω όχημα του εναγομένου 2 έστριψε το όχημα του πιο αριστερά στην πορεία του και ελάττωσε ταχύτητα για να του δώσει χώρο να στρίψει γιατί μπήκε και στην πλευρά του. Ήταν είπε, λίγος ο χώρος εκεί και το όχημα του εναγομένου 2 μεγάλο. Η θέση του αυτή συνάδει και με την τελική θέση του οχήματος του επί του τεκμηρίου 1, η οποία βρίσκεται στην αριστερή άκρη της πορείας του, καταλαμβάνοντας και μέρος από το ασφάλτινο παγκέτο. Ακολούθως, ανέφερε ότι όταν ήρθε η Αστυνομία της εξήγησε πώς έγινε το δυστύχημα και της υπέδειξε και το πρώτο σημείο σύγκρουσης της μοτοσυκλέτας με το κιγκλίδωμα. Δεν ήταν σίγουρος όμως, κατά πόσο η μοτοσυκλέτα συγκρούστηκε και δεύτερη φορά με το κιγκλίδωμα. Ούτε στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία μετά το δυστύχημα (τεκμήριο 3) αναφέρεται σε δεύτερο κτύπημα της μοτοσυκλέτας στο κιγκλίδωμα. Έχοντας υπόψη την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν συνάγεται ούτε μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα για δεύτερο κτύπημα της μοτοσυκλέτας στο σιδερένιο κιγκλίδωμα. Πέραν αυτού όμως, ο μάρτυρας αυτός ήταν σταθερός στη θέση του και ως εκ τούτου αποδέχομαι την υπόλοιπη του μαρτυρία. Η κα Μαρία Ιωαννίδου κατέθεσε υπό την ιδιότητα της ως Πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Λεμεσού η οποία είχε υπό την κατοχή και φύλαξη της τους φακέλους των ποινικών υποθέσεων αρ. 5334/09 και 17082/06 που καταχωρήθηκαν εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αντίστοιχα για το εν λόγω δυστύχημα. Πέραν τούτου, η μάρτυρας αυτή κατέθεσε στο Δικαστήριο το φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης Αρ. 17082/06 ως τεκμήριο
  3. Η κατάθεση του εν λόγω τεκμηρίου έγινε για το περιορισμένο σκοπό της αντεξέτασης των μαρτύρων επί συγκεκριμένων αναφορών τους στην εν λόγω υπόθεση και όχι για να αποδείξει τον τρόπο που έγινε το εν λόγω δυστύχημα σύμφωνα με τη μαρτυρία που δόθηκε στην εν λόγω υπόθεση. Η μαρτυρία η οποία προσάχθηκε στη ποινική υπόθεση αφορά τους σκοπούς της εν λόγω υπόθεσης και μόνο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Varnakides v. Papamichael and another
(1970)1 C.L.R. 367). Ως εκ τούτου η αξιολόγηση των θέσεων που πρόβαλε ο εναγόμενος 1 στην εν λόγω ποινική υπόθεση επί συγκεκριμένων θέσεων που αντεξετάστηκε θα αξιολογηθεί κατωτέρω υπό αυτό το πρίσμα και με σκοπό να διαφανούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος περιορίστηκε στα πιο πάνω και δεν συντρέχει οποιασδήποτε λόγος να μην την αποδεκτώ. Προχωρώντας τώρα να αξιολογήσω τη μαρτυρία του εναγομένου 1, θα προβώ κατωτέρω σε λεπτομερή αναφορά σε αυτή για να διαφανεί το αξιόπιστο ή όχι της εκδοχής που πρόβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τη πραγματική μαρτυρία και την υπόλοιπη μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή. Να διευκρινιστεί επίσης εδώ, ότι η μαρτυρία εξετάζεται στην ολότητα της και σφαιρικά και δεν κρίνεται με αναφορά μόνο σε μεμονωμένες θέσεις και ισχυρισμούς. Kύρια θέση και εκδοχή του εναγομένου 1 είναι ότι το όχημα μάρκας "Mercedes" χρώματος ασημί που οδηγούσε ο εναγόμενος 2, εξήλθε από την είσοδο της οικίας του, του απέκοψε την πορεία και έτσι αναγκάστηκε να κάνει ελιγμό αποφυγής προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του και να συγκρουστεί με το όχημα που οδηγείτο από τον ενάγοντα 1 στη λωρίδα κυκλοφορίας του τελευταίου. Το όχημα του εναγομένου 2 δεν σταμάτησε και συνέχισε την πορεία του. Ο εναγόμενος 1, παρόλο που έτυχε μακράς και λεπτομερούς αντεξέτασης, επέμενε στη θέση του ότι ανεκόπη η πορεία του από το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 2 και σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του διαφάνηκε ότι διαφοροποιούσε τη θέση του αυτή ή προέκυψε από τη μαρτυρία του ότι πιθανόν να ήταν κάποιος άλλος ο λόγος που έγινε το επίδικο δυστύχημα. Κατ' αρχή από την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο και συγκεκριμένα από την μαρτυρία του αστυνομικού εξεταστή και ειδικότερα από την μαρτυρία του ενάγοντα 1, τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστες, προκύπτει ότι την αμέσως προηγούμενη στιγμή του δυστυχήματος το όχημα του εναγομένου 2 βρισκόταν στο χώρο και εξήλθε από την είσοδο της κατοικίας του. Μάλιστα ο ενάγοντας 1 είπε ότι όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Η θέση της υπεράσπισης του εναγομένου 2, ήταν ουσιαστικά ότι η προβολή αυτής της εκδοχής του εναγομένου 1 ήταν εκ των υστέρων σκέψεις του εναγομένου 1 με απώτερο σκοπό να αποφύγει οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα. Ο εναγόμενος 1 αντεξετάστηκε επί του γεγονότος ότι στην πρώτη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία τις 7/10/2005 δεν ανέφερε την πιο πάνω θέση. Προκύπτει από την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ότι στην Αστυνομία έδωσε δύο καταθέσεις. Η μια κατάθεση είναι το τεκμήριο 7 επί του τεκμηρίου 4 (φακέλου της Ποινική Υπόθεσης Αρ. 17082/06) η οποία αναγράφει ότι άρχισε η ώρα 16:55 και τέλειωσε στις 17:10 της 07ης/10/05 και η άλλη είναι το τεκμήριο 5 η οποία δόθηκε την ίδια ημερομηνία από η ώρα 17:15 μέχρι η ώρα 17:
  1. Ο μάρτυρας επέμενε ότι είπε στην Αστυνομία από την αρχή το λόγο του δυστυχήματος και ότι αυτό το ανέφερε και στην κατάθεση του. Δεν γνώριζε να αναφέρει στο Δικαστήριο για ποιο λόγο λήφθηκαν από αυτό δύο καταθέσεις την ίδια ημερομηνία, μάλιστα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα η μια από την άλλη και για ποιό σκοπό έγινε αυτό και ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τις διαδικασίες που ακολουθεί η Αστυνομία και ούτε γνωρίζει για ποιο λόγο ο Αστυνομικός δεν κατέγραψε την θέση του αυτή στην πρώτη κατάθεση. Να αναφερθεί επίσης, όπως φαίνεται από το τεκμήριο 7 επί του τεκμηρίου 4, η κατάθεση αυτή του μάρτυρα αναφέρεται μόνο στο σχέδιο της σκηνής και κατά πόσο συμφωνεί με αυτό. Η δεύτερη κατάθεση του (τεκμήριο 5) αναφέρεται στα γεγονότα τα οποία ο ίδιος ανέφερε στην Αστυνομία ότι οδήγησαν στη πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Δεν θεωρώ ότι, το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στην πρώτη του κατάθεση στην Αστυνομία ο λόγος της σύγκρουσης του μάρτυρα με το όχημα του ενάγοντα 1 είναι στοιχείο το οποίο καθιστά ακροσφαλή του θέση του για το πώς έγινε η σύγκρουση ή ότι αυτή αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις του εναγομένου
  2. Ούτε ο αστυνομικός ρωτήθηκε κατά την μαρτυρία του να διευκρινίσει και να εξηγήσει γιατί πήρε δύο καταθέσεις όπως πιο πάνω αναφέρεται από το μάρτυρα και ποιο σκοπό εξυπηρετούσε αυτό. Φαίνεται όμως, ότι η πρώτη κατάθεση αφορούσε το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος και κατά πόσο ο εναγόμενος 1 συμφωνούσε με αυτό. Η θέση όμως του μάρτυρα, ότι ανέφερε στην Αστυνομία από την πρώτη στιγμή τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, ενισχύεται και από την μαρτυρία του αστυνομικού εξεταστή, ο οποίος ανέφερε ότι όταν επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, ο εναγόμενος 1 του ανέφερε το λόγο της σύγκρουσης του με το όχημα του ενάγοντα 1 και είπε ότι ένα όχημα μάρκας Mercedes εξήλθε από την παρακείμενη είσοδο και του απέκοψε το δρόμο. Είναι μετά από αυτή την αναφορά του εναγομένου 1 που ο αστυνομικός ζήτησε και πήρε κατάθεση από τον εναγόμενο
  3. Επομένως, η θέση ότι ο εναγόμενος 1 δεν ανέφερε στην πρώτη του κατάθεση στην Αστυνομία το λόγο της σύγκρουσης δεν αδυνατίζει την εκδοχή του ούτε συνηγορεί στο γεγονός ότι η εκδοχή αυτή ήταν εκ των υστέρων σκέψεις του εναγομένου 1, αφού από την πρώτη στιγμή στην σκηνή του δυστυχήματος ανέφερε στον Αστυνομικό τον τρόπο που επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Πέραν τούτου, ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός αμέσως μετά τη σύγκρουση ανέφερε στον ενάγοντα 1 ποιός είναι και ότι θα του επιδιορθώσει τις ζημιές του οχήματος του και να μην ανησυχεί, υποδηλεί ότι αναλάμβανε ευθύνη για το δυστύχημα και ως εκ τούτου «εφεύρε» την εκδοχή που πρόβαλε μετά για να απαλλαχτεί οποιασδήποτε ευθύνης και να επιρρίψει την ευθύνη για το δυστύχημα στον εναγόμενο
  4. Επί αυτού παρατηρώ ότι η πιο πάνω δήλωση του εναγομένου 1, δεν είναι ρητή δήλωση παραδοχής αποκλειστικής ευθύνης για το επίδικο δυστύχημα. Είναι μια αναφορά που έγινε στον ενάγοντα 1 για κάλυψη των ζημιών του και εξήγησε τους λόγους που προέβη στην εν λόγω δήλωση. Ο μάρτυρας είπε ότι έδωσε ουσιαστικά τα στοιχεία του στον ενάγοντα 1 για να ξέρει ποιος είναι και ότι έχει και άδεια και ασφάλεια και ότι οι ζημιές του θα πληρωθούν από την ασφαλιστική του εταιρεία. Ανέφερε αυτά είπε, διότι θεωρούσε ότι έπρεπε να καλύψει τις ζημιές του ενάγοντα 1 αφού εισήλθε στη λωρίδα του και κτύπησε στο όχημα του και ότι η διαφορά του ήταν με τον εναγόμενο
  5. Εκείνο που ενδιαφέρει όμως εδώ και θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι η πιο πάνω δήλωση του εναγομένου 1 στη σκηνή του δυστυχήματος έγινε προς τον ενάγοντα 1 και όχι προς τον εναγόμενο
  6. Επίσης, δεν είναι ρητή δήλωση παραδοχής αποκλειστικής ευθύνης για το δυστύχημα. Όποια αξία και αν έχει η δήλωση αυτή, αφορά τον ενάγοντα 1 και όχι τον εναγόμενο
  7. Δεν θεωρώ ότι εμποδίζει τον εναγόμενο 1 να ισχυρίζεται ότι για το εν λόγω δυστύχημα ευθύνη φέρει ο εναγόμενος 2, την στιγμή μάλιστα που ο εναγόμενος 1 τη θέση του για τον τρόπο που έγινε το εν λόγω δυστύχημα, την πρόβαλε από την αρχή στην Αστυνομία στη σκηνή του δυστυχήματος, αμέσως μετά την πιο πάνω δήλωση του. Επομένως, η πιο πάνω δήλωση του εναγομένου 1 δεν θεωρώ ότι κλονίζει την αξιοπιστία του αναφορικά με την απαίτηση του έναντι του εναγομένου 2 ή τον εμποδίζει να επιρρίπτει την ευθύνη για το εν λόγω δυστύχημα σε αυτόν. Ούτε θεωρώ ότι από αυτή τη δήλωση του συνάγεται ότι πρόβαλε εκ των υστέρων την εκδοχή του για να αποποιηθεί της ευθύνης για το δυστύχημα. Δεν υπάρχει επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι την εκδοχή του αυτή ο εναγόμενος 1 την πρόβαλε μετά που άκουσε τον ενάγοντα 1 να αναφέρεται στην έξοδο του οχήματος από την παρακείμενη είσοδος της οικίας. Τουναντίον, ο Αστυνομικός εξεταστής ανέφερε ότι είναι ο εναγόμενος 1 που του ανέφερε πρώτος για την έξοδο του εν λόγω οχήματος από την είσοδο της οικίας, κάτι το οποίο επιβεβαίωσε και ο ενάγοντας
  8. Πέρα από τα πιο πάνω, η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού θα πρέπει να ειδωθεί στο σύνολο της επί των ουσιωδών αναφορών του σχετικά με τον τρόπο πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Ο μάρτυρας αρχικά ανέφερε ότι όταν για πρώτη φορά είδε το όχημα να του αποκόπτει την πορεία του, αυτό βρισκόταν γύρω στα 10 μέτρα. Στην συνέχεια κατά την αντεξέταση του και αφού του υποβλήθηκε ότι στην ποινική διαδικασία ανέφερε ότι όταν το είδε ήταν 20 με 30 μέτρα, είπε ότι μπορεί να έκανα λάθος υπολογισμούς. Παρά τα πιο πάνω όμως, να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας τόσο στη κατάθεση του στην Αστυνομία όσο και στην υπόλοιπη του προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο, ανέφερε ότι το όχημα που του απέκοπτε την πορεία του, το είδε μόλις εισήλθε στην στροφή. Δηλαδή, μόλις κατέστη δυνατό για τον ίδιο να αντιληφθεί την παρουσία του εν λόγω οχήματος στο δρόμο. Δεν μπορεί να αναμένεται από ένα μάρτυρα να είναι σε θέση να υπολογίσει και/ή να θυμάται ή να αναφέρει επ' ακριβώς αποστάσεις, πόσο μάλλον όταν η αντίληψη του γι αυτές λαμβάνει χώρα κατά την ώρα ενός δυστυχήματος στα πλαίσια του οποίου ο ίδιος βρίσκεται αντιμέτωπος με τον κίνδυνο της σύγκρουσης η οποία εν τέλει και επέρχεται. Επίσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν είδε το όχημα του εναγομένου 2, αυτό ήταν κάθετα στο δρόμο και αρχικά είδε την πλαϊνή του πλευρά. Περαιτέρω, είπε ότι κατά την προσπάθεια του να στρίψει την στροφή βρισκόταν στη δεξιά πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας του, κοντά στο κέντρο του δρόμου. Πέραν τούτου, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η αναφορά του ενάγοντα 1, του οποίου την μαρτυρία το Δικαστήριο ήδη έκανε αποδεκτή ότι τη στιγμή που εισήλθε στο κύριο δρόμο το όχημα του εναγομένου 2, το μπροστινό του μέρος κατέλαβε και μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγούσε ο πρώτος. Η θέση που πρόβαλε ο εναγόμενος 1 αναφορικά με το τι επακολούθησε μετά που είδε το όχημα να του αποκόπτει την πορεία του και μέχρι τη σύγκρουση, δεν διαφέρει από αυτά που περιέγραψε στο Δικαστήριο ο ενάγοντας
  9. Δηλαδή, η πορεία που ακολούθησε ο εναγόμενος 1 και τις ενέργειες που ο ίδιος έκανε πριν τη σύγκρουση, συνάδουν με αυτά που ο ενάγοντας 1 ανέφερε στο Δικαστήριο. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι έκανε ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει το όχημα του εναγομένου 2 που του απέκοπτε την πορεία, στην προσπάθεια του αυτή μπορεί να πέρασε ξυστά από το σιδερένιο κιγκλίδωμα και ακολούθως στην προσπάθεια του να κινηθεί προς τα αριστερά για να επανέλθει στην πορεία του δεν τα κατάφερε με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα του ενάγοντα
  10. Η πορεία αυτή που διέγραψε η μοτοσυκλέτα του εναγομένου 1 δεν έρχεται σε σύγκρουση με τα όσα ανέφερε ο ενάγοντας
  11. Ο ενάγοντας 1, ανέφερε ότι όταν είδε τη μοτοσυκλέτα αυτή ήταν γυρτή και προσπαθούσε να στρίψει τη στροφή και ακολούθως στην προσπάθεια της να ισιώσει, άρχισε να πηγαίνει ζικ ζακ διανύοντας απόσταση 5-6 μέτρων και ακολούθως να κτυπά στο κιγκλίδωμα και στην συνέχεια πάνω στο όχημα του. Η πορεία που ανέφερε ο εναγόμενος 1 ότι διέγραψε με τη μοτοσυκλέτα του πριν την ώρα της σύγκρουσης, συνάδει ή τουλάχιστον δεν αντικρούεται με την περιγραφή που έδωσε ο ενάγοντας
  12. Πέραν τούτου, να σημειωθεί ότι ο ενάγοντας 1 ανέφερε ότι όταν είδε την μοτοσυκλέτα του εναγομένου 1, ήταν στη στροφή, γυρτή και προσπαθούσε να στρίψει την στροφή. Από αυτό προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η μοτοσυκλέτα του εναγομένου 1 δεν είχε εκτραπεί μέχρι το σημείο εκείνο και οδηγείτο κανονικά. Επίσης, στο τεκμήριο 1 δεν σημειώνονται ούτε φαίνεται να υπάρχουν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης ή ολίσθησης της μοτοσυκλέτας στο σημείο της στροφής, πριν αυτή κατευθυνθεί στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Επομένως, η εισήγηση του συνηγόρου του εναγομένου 2, ότι το σημείο Χ σε συνδυασμό με το μικρό της απόσταση της ορατότητας στην συγκεκριμένη στροφή, θα έπρεπε να οδηγήσει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η αιτία για να ανατραπεί και/ή να χαθεί ο έλεγχος της μοτοσυκλέτας από τον εναγόμενο 1 δεν ήταν η παρουσία του οχήματος του εναγομένου 2 στο δρόμο αλλά ο τρόπος οδήγησης από τον εναγόμενο 1, δεν βρίσκει κανένα, κατά την άποψη μου, έρεισμα. Και αυτό γιατί η εν λόγω θέση θα καθίστατο ουσιαστική αν μπορούσε το Δικαστήριο με την ενώπιον του αποδεκτή μαρτυρία να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα ή έστω συμπέρασμα αναφορικά με το σημείο στο δρόμο από το οποίο ο εναγόμενος 1 θα μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία του εναγομένου 2 στο δρόμο. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο θα αποδεχθεί το σημείο Χ ως το πρώτο σημείο σύγκρουσης της μοτοσυκλέτας με το κιγκλίδωμα, τότε θα πρέπει να καταλήξει το Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος 1 έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του σε τέτοιο προγενέστερο σημείο που ήταν αδύνατο για το τελευταίο να είχε ορατότητα και να μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία του εναγομένου 2 στο δρόμο. Ανεξάρτητα της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με την ορατότητα στο συγκεκριμένο δρόμο ως πιο πάνω αναφέρω, με βάση την αποδεκτή ενώπιον μου μαρτυρία, ο εναγόμενος 1 διανύει απόσταση μόνο 5 - 6 μέτρων από την ώρα που χάνει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του μέχρι και το σημείο Χ. Η δε απόσταση είναι προφανώς διαγώνια συνεπεία της δεξιόστροφης κίνησης της μοτοσυκλέτας. Σε πραγματικούς αριθμούς, και δη σε οριζόντια μέτρηση, η εν λόγω απόσταση είναι προφανώς μικρότερη. Έστω και αν συνυπολογίσω ότι, της απώλειας του ελέγχου της μοτοσυκλέτας, προηγείται κάποιο χρονικό διάστημα στο οποίο ο εναγόμενος 1 οδηγεί της μοτοσυκλέτα του (thinking distance) και πάλι δεν μπορεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί με οποιαδήποτε ασφάλεια στο συμπέρασμα που ο συνήγορος του εναγόμενου 2 εισηγείται ότι αποτελεί πραγματικό γεγονός. Αναφορικά τώρα με τις συγκρούσεις του εναγομένου 1 στο σιδερένιο κιγκλίδωμα, ο εναγόμενος 1 δεν αρνήθηκε ότι συγκρούστηκε με αυτό. Αν και γενικά η θέση του ήταν ότι δεν συγκρούστηκε με το κιγκλίδωμα, εντούτοις αποδέχτηκε το ενδεχόμενο να είχε επαφή με αυτό, αφού ανέφερε ότι κινήθηκε προς αυτό και ότι πιθανό να πέρασε ξυστά από αυτό. Η θέση του μάρτυρα αυτού δεν έρχεται σε σύγκρουση με την πραγματική μαρτυρία που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του. Σύμφωνα με τον αστυφύλακα, στο σημείο Χ βρήκε στοιχεία που συνήδαν με επαφή μοτοσυκλέτας με το κιγκλίδωμα. Ούτε η μαρτυρία του ενάγοντα 1 συγκρούεται καθοιονδήποτε τρόπο με τη μαρτυρία του εναγομένου 1 και αυτό γιατί μοναδική διαφορά μεταξύ των δύο, περιορίζεται στη χρήση από τον ενάγοντα 1, αναφορικά με την επαφή του εναγομένου 1 με το κιγκλίδωμα, της λέξης «κτύπησε» αντί της λέξης «ξυστά» που χρησιμοποίησε ο εναγόμενος
  13. Τόσο η χρήση της λέξης «ξυστά» όσο και η χρήση της λέξης «κτύπησε», από τα πιο πάνω πρόσωπα, σκοπό είχε να θέσει στο Δικαστήριο την θέση των εν λόγω προσώπων, ότι ο εναγόμενος 1 είχε επαφή με το κιγκλίδωμα. Η υποκειμενική αντίληψη εκάστου προσώπου ως προς τη σφοδρότητα και/ή γενικά τον τρόπο με τον οποίο έγινε η εν λόγω επαφή και κατά ακολουθία η επιλογή διαφορετικής ελληνικής λέξης, από έκαστο, για σκοπούς περιγραφής της εν λόγω επαφής, ουδόλως μπορεί να αποτελέσει τη βάση επί της οποίας μπορεί να εξαχθεί εύρημα ή έστω συμπέρασμα, ότι επί του προκειμένου, η μαρτυρία των δύο εν λόγω μαρτύρων συγκρούεται. Επανερχόμενος στην μαρτυρία του εναγομένου 1, αυτός αναφέρθηκε και στην ταχύτητα με την οποία κινείτο τόσο πριν αλλά και μετά που εισήλθε στη εν λόγω στροφή. Ανέφερε ότι κινείτο στο επιτρεπτό όριο ταχύτητας καθότι πριν την στροφή ελάττωσε ταχύτητα. Αντεξεταζόμενος ότι στην ποινική υπόθεση ανέφερε ότι η ταχύτητα του ήταν μεγαλύτερη του επιτρεπτού ορίου ανέφερε ότι πριν την στροφή οδηγούσε πέραν του ορίου ταχύτητας, γύρω στα 70 χ.α.ω περίπου αλλά σε καμία περίπτωση δεν οδηγούσε με ταχύτητα 100 ή 200 χ.α.ω. Εκείνο που διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα επί του σημείου αυτού είναι ότι πριν να εισέλθει στην συγκεκριμένη στροφή η ταχύτητα του πιθανόν να ήταν πέραν του επιτρεπτού ορίου, γύρω στα 70 χ.α.ω. Αυτό είχε αναφέρει και στην ποινική υπόθεση, όπως ο ίδιος ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εκείνο που παραμένει όμως, είναι ότι από την όλη μαρτυρία του μάρτυρα δεν διαφάνηκε ότι κατά την είσοδο του στην στροφή η ταχύτητα του ήταν πέραν του επιτρεπτού ορίου. Ο ίδιος ανέφερε ότι ελάττωσε ταχύτητα πριν τη στροφή και το όριο ταχύτητας του ήταν γύρω στα 50 χ.α.ω. Ούτε έχει διαφανεί από την αντεξέταση του ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Με μόνο τις αναφορές του εναγομένου 1 το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε εύρημα αναφορικά με τη θέση της υπεράσπισης ότι αυτός οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και ότι αυτός ήταν ο λόγος που έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του. Επίσης, ο εναγόμενος 1 αντεξετάστηκε και επί του τρόπου που κάποιος πρέπει να επιχειρεί στροφή όταν οδηγεί μοτοσυκλέτα. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι το γεγονός ότι η μοτοσυκλέτα του ήταν γυρτή στη στροφή υποδηλεί ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και γι αυτό την έγειρε για να στρίψει. Ο εναγόμενος αρνήθηκε τη θέση αυτή. Παρόλα αυτά όμως και πάλι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε σχετικό εύρημα ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα χωρίς τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα επί του ζητήματος αυτού. Εκείνο που προκύπτει και είναι το σημαντικό, είναι ότι η θέση του εναγομένου 1 ότι η σύγκρουση με το όχημα του ενάγοντα 1 έγινε λόγω του ελιγμού αποφυγής με το όχημα του εναγομένου 2 που εισήλθε στον κύριο δρόμο, ενισχύεται και από την υπόλοιπη μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή. Υπήρχε δηλαδή, ορατότητα από το σημείο που βρισκόταν ο εναγόμενος 1 μέχρι το σημείο που εισήλθε το όχημα του εναγομένου 2 στο κύριο δρόμο, η είσοδος του οχήματος του εναγομένου 2 έγινε την ώρα που εναγόμενος 1 επιχειρούσε να στρίψει τη στροφή, η μοτοσυκλέτα του εναγομένου 1 δεν είχε εκτραπεί πριν την είσοδο του οχήματος του εναγομένου 2 στο κύριο δρόμο και δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να συνηγορεί ότι η γενεσιουργός αιτία που ο εναγόμενος 1 έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του και κινήθηκε δεξιότερα ήταν ο τρόπος οδήγησης της μοτοσυκλέτας του και η υπερβολική ταχύτητα που οδηγούσε εκείνη την ώρα στο συγκεκριμένο σημείο. Έχοντα υπόψη ολόκληρη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε αυτή και να προβεί σε ασφαλή ευρήματα. Ο μάρτυρας αυτός ήταν σταθερός στην εκδοχή του αναφορικά με τον τρόπο που επισυνέβη το επίδικο ατύχημα, παρά την μακρά αντεξέταση που είχε. Κάποιες μικροαντιφάσεις και τυχόν αδυναμίες στην εξιστόρηση των γεγονότων από το μάρτυρα αυτό δεν θεωρώ ότι είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της βασικής εκδοχής που πρόβαλε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, κάποιοι από τους ισχυρισμούς του μάρτυρα αυτού συνάδουν ή δεν αντικρούονται από την υπόλοιπη μαρτυρία την οποία έκανε αποδεκτή το Δικαστήριο, όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω. Προχωρώντας τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του εναγομένου 2, παρατηρώ ότι αυτή συγκρούεται τόσο με την πραγματική μαρτυρία όσο και με την υπόλοιπη μαρτυρία που το Δικαστήριο αποδέκτηκε. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αυτός ισχυρίστηκε ότι κινήθηκε με πισινή πορεία από την οικία του μέχρι και το παρακείμενο αυλάκι που υπάρχει παράλληλα με τον κύριο δρόμο και ακολούθως εισήλθε σε αυτό και προχώρησε προς Σαϊττά. Αν η εκδοχή του μάρτυρα αυτού είναι ορθή σημαίνει ότι δεν υπήρχε λόγος το μπροστινό μέρος του οχήματος του να χρειαστεί να εισέλθει και εντός την αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Ο ίδιος είπε ότι σε καμία περίπτωση έπραξε κάτι τέτοιο και ότι το πολύ να πάτησε τη διαχωριστική γραμμή του δρόμου. Η θέση αυτή όμως, συγκρούεται με τη θέση του οχήματος του ενάγοντα 1 όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα και με τη μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα 1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε επί του σημείου αυτού, ότι το όχημα του εναγομένου 2 εισήλθε και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Ο λόγος που το όχημα του ενάγοντα 1 κινήθηκε αριστερότερα, εκεί κοντά στη τελική του θέση όπως φαίνεται στο τεκμήριο 1, είναι για να δώσει χώρο στο όχημα του εναγομένου
  14. Δεν προέκυψε οτιδήποτε άλλο και ούτε τέθηκε στον ενάγοντα 1 οποιοσδήποτε άλλος λόγος που κινήθηκε αριστερότερα. Επίσης, από το τεκμήριο 1, το όχημα του ενάγοντα 1 βρίσκεται στην αριστερή πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας του και μέρος του εντός του αριστερού παγκέτου σύμφωνα με τη πορεία του. Από αυτό προκύπτει ότι δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση του εναγομένου 2 ότι δεν κινήθηκε και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ενάγοντα
  15. Ο ίδιος μάλιστα στην αντεξέταση του ανέφερε ότι είναι αρκετός ο χώρος για να μπει από την άσπρη διαχωριστική γραμμή του δρόμου και μέσα εντός της πορείας προς Σαϊττά. Ισχυρίστηκε ότι είδε το όχημα του ενάγοντα 1 που ερχόταν από την απέναντι πλευρά αλλά δεν θυμόταν να αναφέρει αν σταμάτησε ή όχι. Είπε ότι δεν χρειαζόταν να σταματήσει διότι δεν μπήκε στη λωρίδα του. Αυτή η θέση δε συνάδει, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω με την θέση του οχήματος του ενάγοντα 1 όπως φαίνεται στο τεκμήριο 1 αλλά και με την μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα 1 επί αυτού του σημείου. Δεδομένων των πιο πάνω η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και γι αυτό απορρίπτεται. Λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Κατά τις 25/09/2005, ο ενάγοντας 1 οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής ΕΖΑ 72, μάρκας Land Rover, με συνοδηγό την ενάγουσα 2, στο κύριο δρόμο Σαϊττα - Πέρα Πεδίου με κατεύθυνση το Πέρα Πέδι. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, στη δεξιά πλευρά σύμφωνα με την πορεία του ενάγοντα 1 υπήρχε μια είσοδος που οδηγούσε σε μια κατοικία πάνω στο ύψωμα. Ένα όχημα μάρκας Mercedes χρώματος ασημί με αρ. εγγραφής KJY 545, που οδηγείτο από τον εναγόμενο 2, στην προσπάθεια του να εισέλθει στο κύριο δρόμο Σαϊττά - Πέρα Πεδίου από την εν λόγω είσοδο της οικίας και να κατευθυνθεί προς Σαϊττα, χρησιμοποίησε μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας του ενάγοντα
  16. Τότε, ο ενάγοντας ελάττωσε ταχύτητα και κατευθύνθηκε προς τα αριστερά χρησιμοποιώντας μέρος του ασφάλτινου παγκέτου για να δώσει χώρο στο εν λόγω όχημα να στρίψει και να εισέλθει εντός του κυρίου δρόμου και να ευθυγραμμιστεί στην απέναντι λωρίδα. Εκείνη την ώρα, ο εναγόμενος 1 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με αρ. εγγραφής KJL 200 στο κύριο δρόμο Σαϊττά - Πέρα Πεδίου και κατευθυνόταν προς Σαϊττά. Στην πορεία του εναγομένου 1, πριν το σημείο από όπου εξήλθε το όχημα του εναγομένου 2, υπήρχε μια επικίνδυνη, κατηφορική, κλειστή στροφή 80 - 90 μοίρες. Η ορατότητα στο σημείο ήταν σχετικά περιορισμένη. Με την είσοδο του εναγομένου 1 στην εν λόγω στροφή, οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του στη δεξιά πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας του, κοντά στο κέντρο του δρόμου και στην προσπάθεια του να στρίψει τη μοτοσυκλέτα του, είδε το όχημα του εναγομένου 2 να βρίσκεται κάθετα στο δρόμο, να κινείται με χαμηλή ταχύτητα και να του αποκόπτει την πορεία του. Η ταχύτητα του εκείνη την ώρα ήταν γύρω στα 50 χ.α.ω, που ήταν το όριο ταχύτητας στο σημείο. Ο εναγόμενος 1, στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα του εναγομένου 2, έκανε ελιγμό προς τα δεξιά στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του, να έρθει σε επαφή με το σιδερένιο κιγκλίδωμα που υπήρχε στην άκρη της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του και στην προσπάθεια του να επανέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, συγκρούστηκε με το όχημα του ενάγοντα 1, στο μπροστινό δεξιό μέρος του, που ερχόταν από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Η σύγκρουση με το όχημα του ενάγοντα 1 ήταν σφοδρή και είχε βγει ο τροχός του και το όχημα έμεινε ακινητοποιημένο. Εν τω μεταξύ το όχημα του εναγομένου 2 συνέχισε κανονικά τη πορεία του χωρίς να σταματήσει στη σκηνή. Με τη σύγκρουση η μοτοσυκλέτα του εναγομένου 1 ανατράπηκε και ακινητοποιήθηκε λίγα μέτρα πιο κάτω από την τελική θέση του οχήματος του ενάγοντα
  17. Ακολούθως, ο εναγόμενος 1 σηκώθηκε από το έδαφος και συνομίλησε με τον ενάγοντα 1 του οποίου ανέφερε ότι είναι ο γιος του Καλογήρου που πουλά αυτοκίνητα και ότι θα του επιδιορθώσει τις ζημιές του οχήματος του. Μετά από πάροδο περίπου 15 - 20 λεπτών, ο εναγόμενος 2 επέστρεψε στην οικία του όπου πάρκαρε το όχημα του και κατευθύνθηκε στη σκηνή όπου συνομίλησε με τον ενάγοντα 1 και του εξήγησε τι έγινε. Ακολούθως, τη σκηνή επισκέφθηκε ο Αστυφύλακας 2218 Γ. Γεωργίου ο οποίος εξέτασε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το εν λόγω δυστύχημα. Στις 26/10/2005 ο εναγόμενος 2 κατηγορήθηκε από την Αστυνομία επί το ότι οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚJY 545 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα με αποτέλεσμα να προκαλέσει δυστύχημα. Ακολούθως, καταχωρήθηκε εναντίον του η ποινική υπόθεση αρ. 17082/06 Ε.Δ. Λεμεσού όπου κατόπιν ακροαματικής διαδικασία αθωώθηκε στην πιο πάνω κατηγορία που αντιμετώπιζε. Επίσης, στις 11/06/2006 ο εναγόμενος 1 κατηγορήθηκε από την Αστυνομία επί το ότι οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής KJL 200 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα με αποτέλεσμα να προκαλέσει δυστύχημα. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε εναντίον του η ποινική υπόθεση αρ. 5334/09 Ε.Δ. Λεμεσού όπου κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας αθωώθηκε στην πιο πάνω κατηγορία που αντιμετώπιζε. Η αιτία αγωγής των εναγόντων είναι το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Το άρθρο 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 κωδικοποιεί το κοινοδίκαιο (βλ. Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562 και Υuen Kunyew v. A.G. of Hong Kong
(1987)2 ALL ER 705) αναφορικά με το αστικό αδίκημα της αμέλειας, αλλά όπως έχει νομολογηθεί, όχι εξαντλητικά. Το άρθρο 51
(1)(α) ορίζει ως αμέλεια την τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής. Περαιτέρω, για να τύχει αποζημίωσης το θύμα πρέπει ο υπαίτιος της αμέλειας να υπέχει υποχρέωση έναντι του. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, λέχθηκε ότι η αμέλεια, ως πραγματικό γεγονός, συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Σε υποθέσεις οδικών δυστυχημάτων, η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (δέστε Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387), o δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή (δέστε Ιωάννου v. Στυλιανού
(1998)1(Γ) 1861). Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (δέστε Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Ο καταμερισμός της ευθύνης μεταξύ των εμπλεκομένων οδηγών γίνεται στη βάση όλων των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και στη βάση κοινής λογικής (βλ. Christodoulou v. Menicou and others
(1966)1 C.L.R. 17). Αποφασίζεται αρχικά κατά πόσο έχει αποδειχθεί αμέλεια εναντίον των εναγομένων και αν ναι, τότε εξετάζεται με βάση το άρθρο 57 του Κεφ. 148 κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια. Σε περίπτωση που επιδόθηκαν ειδοποιήσεις με βάση το άρθρο 64 και τη Δ.10, Θ.12
(1)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, τότε γίνεται καταμερισμός της ευθύνης και του ποσοστού συνεισφοράς ή αποζημίωσης μεταξύ των εναγομένων. (βλ. Φοίβος Μαυρίδης v. Rima J. Dharaghji και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013). Επίσης, στην εν λόγω απόφαση λέχθηκε ότι στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των δύο εναγομένων, οι δύο καθοριστικοί παράγοντες είναι: Η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης (βλ. επίσης Κυριάκος Χριστοδούλου v. Γρηγόρης Γρηγορίου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 178). Το πρώτο ερώτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση, είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι ένοχοι αμέλειας και ευθύνονται και οι δύο για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Κατ' αρχή να αναφερθεί ότι το αποτέλεσμα των ποινικών υποθέσεων που αντιμετώπιζαν για το επίδικο δυστύχημα οι εναγόμενοι 1 και 2, δεν είναι στοιχείο που μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση. Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 αθωώθηκαν στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζαν για αμελή οδήγηση κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας είναι άσχετο με την παρούσα διαδικασία και δεν μπορεί να συνυπολογιστεί ούτε να αποτελέσει κώλυμα στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης εναντίον τους. Η ποινική διαδικασία είναι κάτι ξεχωριστό, οι διάδικοι και το αντικείμενο της δίκης εκείνης διαφορετικοί και δεν μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία σε πολιτική αγωγή (βλ. Varnakides v. Papamichael and another (ανωτέρω) και Λουκά v. Κούρτη και άλλων
(1993)1 Α.Α.Δ. 601). Με βάση λοιπόν, τα ευρήματα του Δικαστηρίου για τις συνθήκες πρόκλησης του εν λόγω δυστυχήματος, κρίνω ότι ο εναγόμενος 2 δεν επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια και φέρει ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Εισήλθε στο κύριο δρόμο Σαϊττά - Πέρα Πεδίου από την παρακείμενη είσοδο της οικίας του και στην προσπάθεια του να ευθυγραμμιστεί στη λωρίδα κυκλοφορίας του για να κατευθυνθεί προς Σαϊττά, εισήλθε και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να αναγκάσει τον ενάγοντα 1, να ελαττώσει ταχύτητα και να κατευθυνθεί αριστερότερα σύμφωνα με την πορεία του. Την ίδια ώρα παρέλειψε να αντιληφθεί τη μοτοσυκλέτα του εναγομένου 1, η οποία βρισκόταν στην στροφή και κατευθυνόταν προς Σαϊττά με αποτέλεσμα να της αποκόψει την πορεία της και να αποτελέσει κίνδυνο στο δρόμο γι αυτήν. Η ενέργεια του αυτή είχε ως αποτέλεσμα να αναγκαστεί ο εναγόμενος 1 να λάβει μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης με το όχημα του και στην προσπάθεια του αυτή, συγκρούστηκε με το όχημα του ενάγοντα 1, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω οδική συμπεριφορά του εναγομένου 2 και τις πιο πάνω παραλείψεις του, καταλήγω ότι αυτός δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή κατά την οδήγηση του οχήματος του και ευθύνεται για το επίδικο δυστύχημα έναντι των εναγόντων. Από την άλλη θα πρέπει να εξεταστεί και κατά πόσο και ο εναγόμενος 1 φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αυτός οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του μεγάλου κυβισμού, σε μια επικίνδυνη και κλειστή, κατηφορική στροφή με περιορισμένη ορατότητα, κοντά στο κέντρο του δρόμου με ταχύτητα γύρω στα 50 χ.α.ω που είναι το επιτρεπτό όριο. Το βίαιο της σύγκρουσης με το όχημα του ενάγοντα 1 και η αποκοπή του δεξιού τροχού του οχήματος του δεν είναι ικανό να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Στην Κωνσταντίνος Δανός v. 1. Παναγιώτη Χριστοφίδη κ.α.
(2004)1 Β Α.Α.Δ. 706 λέχθηκε ότι χωρίς τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να εξάξει συμπέρασμα ως προς τη ταχύτητα, από τη βιαιότητα της σύγκρουσης, διότι άλλως θα μετατρεπόταν το ίδιο σε εμπειρογνώμονα. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα γεγονότων, εκείνο που θα πρέπει να αναφερθεί είναι ότι, δεν αναμένεται από ένα οδηγό να λάβει μέτρα προφύλαξης από ασυνήθιστο κίνδυνο στο δρόμο. Δεν αναμένεται από ένα συνετό οδηγό μετά από στροφή να του αποκόπτεται η πορεία του ((βλ. Κώστα Ξυπτέρα v. Χριστόδουλου Κυπριανού
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1696 ). Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο εναγόμενος 1 όφειλε να αναμένει ότι μετά τη στροφή το όχημα του εναγομένου 2 θα του απέκοπτε την πορεία του έτσι ώστε να επιφορτιστεί με το βάρος να λάβει πρόσθετα μέτρα προφύλαξης. Εκείνο που με έχει προβληματίσει είναι κατά πόσο η μορφολογία του δρόμου στο σημείο εκείνο - επικίνδυνη, κατηφορική, κλειστή στροφή με περιορισμένη ορατότητα - επέτρεπαν στον εναγόμενο 1 να οδηγεί την μοτοσυκλέτα του μεγάλου κυβισμού, κοντά στο κέντρο του δρόμου, με ταχύτητα 50 χ.α.ω αν και η εν λόγω ταχύτητα ήταν εντός των επιτρεπτών ορίων. Στην Δημητρίου και άλλη v. Χαραλάμπους
(1992)1Β Α.Α.Δ. 756 λέχθηκε ότι «Η ταχύτητα όμως μέσα στα επιτρεπόμενα από το νόμο όρια δεν είναι απαραιτήτως και η ενδεδειγμένη ως ασφαλής. Ποιά ταχύτητα είναι ασφαλής αποτελεί στοιχείο που συναρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις και συνθήκες που επικρατούν και που αφορούν τις τοπικές ρυθμίσεις για την τροχαία και στην κατά τον ουσιώδη χρόνο γενική κίνηση στο δρόμο.» (βλ. επίσης Γιαννάκης Φελλάς v. Ιουλίας Στυλιανού και άλλου
(1992)1Α Α.Α.Δ. 595) Θεωρώ ότι υπό τις πιο πάνω συνθήκες που υπήρχαν στο σημείο που έγινε το επίδικο ατύχημα σε συνδυασμό με τον τρόπο οδήγησης της μοτοσυκλέτας του εναγομένου 1 (στο μέσο σχεδόν του δρόμου) και την ταχύτητα με την οποία κινείτο στην στροφή, όπως ο ίδιος ανέφερε, θα πρέπει να του καταλογιστεί ευθύνη για την πρόκληση του εν λόγω δυστυχήματος. Κρίνω ότι στο συγκεκριμένο σημείο θα έπρεπε να οδηγεί πολύ προσεκτικά έτσι ώστε να ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά οποιονδήποτε πιθανόν κίνδυνο υπήρχε στο δρόμο μετά από την στροφή. Βρισκόταν σε μια στροφή, που με περιορισμένη ορατότητα και δεν ήταν σε θέση να έχει επαρκή έλεγχο και αντίληψη για την κίνηση στο δρόμο, τόσο στην πορεία του όσο και από την αντίθετη πλευρά. Επίσης, ο ίδιος ανέφερε ότι σε περίπτωση που χρησιμοποιούσε τα φρένα της μοτοσυκλέτας του για να αποφύγει τη σύγκρουση, τότε θα ανατρεπόταν. Επομένως, ο τρόπος οδήγησης της μοτοσυκλέτας του στο εν λόγω σημείο δεν τον καθιστούσε ικανό να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τυχόν κίνδυνο θα προέκυπτε στο δρόμο. Συνέπεια αυτού θεωρώ ότι συνέβαλε και ο ίδιος για την πρόκληση του εν λόγω δυστυχήματος και ευθύνεται για τις ζημιές που υπέστησαν οι ενάγοντες. Πέραν τούτου όμως, δεν μπορεί να καταλογιστεί ευθύνη στον εναγόμενο 1 και για τα μέτρα που έλαβε για να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα του εναγομένου 2. Όπως είπε βρισκόταν σε κατάσταση κινδύνου και το μόνο που μπορούσε να κάνει εκείνη τη στιγμή ήταν ελιγμό προς τα δεξιά. Η θέση της υπεράσπισης του εναγομένου 2 ότι είχε αρκετό χώρο προς τη λωρίδα κυκλοφορίας του και μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτό το χώρο δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η πορεία του εναγομένου 1 ανεκόπη από την ενέργεια του εναγομένου 2 να εισέλθει στον κύριο δρόμο. Η απόσταση που είχε ήταν περιορισμένη και υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να κατακριθεί γι αυτή του την ενέργεια να κάνει ελιγμό προς τα δεξιά καθότι ενέργησε κάτω από την αγωνία της στιγμής (βλ. Νικολαϊδης κα. v. Kλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, Αdamis and another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και Κυριάκου v. Φιλίππου
(1992)1Α Α.Α.Δ. 642). Δεδομένων των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, κρίνω ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 φέρουν και οι δύο ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος και ευθύνονται έναντι των εναγόντων. Δεν τίθεται θέμα συντρέχουσας αμέλειας των εναγόντων αφού είναι παραδεκτό γεγονός ότι αυτοί δεν ευθύνονται για την πρόκληση του δυστυχήματος. Επομένως, το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να αποφασιστεί είναι ο καταμερισμός της ευθύνης μεταξύ των εναγομένων 1 και
  1. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα όπως έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, η κύρια αιτία για την πρόκληση του εν λόγω δυστυχήματος, ήταν η ενέργεια του εναγομένου 2 να εισέλθει εντός του κυρίου δρόμου Σαϊττά - Πέρα Πεδίου, με τον τρόπο που εισήλθε και χωρίς να ήταν ασφαλές να το πράξει αποκόπτοντας την πορεία του εναγομένου 1, ο οποίος εκείνη την ώρα οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του και προσπαθούσε να στρίψει την στροφή. Έχοντας υπόψη τις παραλείψεις του εναγομένου 2 θεωρώ ότι αυτός βαρύνεται με μεγάλο ποσοστό ευθύνης για την πρόκληση του εν λόγω δυστυχήματος. Από την άλλη η ευθύνη του εναγομένου 1, έγκειται στο τρόπο οδήγησης της μοτοσυκλέτας του στο σημείο εκείνο, κάτι που τον εμπόδιζε να λάβει αποτελεσματικά μέτρα αποφυγής του δυστυχήματος. Οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με ταχύτητα η οποία δεν ήταν ασφαλής σε συνδυασμό πάντοτε με το γεγονός ότι κινείτο σε μια κατηφορική, κλειστή στροφή με περιορισμένη ορατότητα και κινείτο κοντά στο κέντρο του δρόμου. Ο τρόπος αυτός οδήγησης της μοτοσυκλέτας του στο σημείο εκείνο, δεν του επέτρεπε τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για αποφυγή οποιουδήποτε κινδύνου πιθανόν να εμφανιζόταν στο δρόμο. O ίδιος ανέφερε ότι σε περίπτωση που χρησιμοποιούσε τα φρένα της μοτοσυκλέτας του, τότε αυτός θα ανατρεπόταν κάτι το οποίο υποδηλεί ότι υπό τις περιστάσεις η ταχύτητα με την οποία κινείτο δεν ήταν η ενδεδειγμένη και η ασφαλής. Υπό τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη τις αρχές καταμερισμού της ευθύνης, την κοινή λογική και την εμπειρία θεωρώ ορθό όπως η ευθύνη καταμεριστεί σε 30% για τον εναγόμενο 1 και σε 70% για τον εναγόμενο
  2. Παρόλο που οι εν λόγω αγωγές συνενώθηκαν μόνο για το θέμα της ευθύνης, με τις δηλώσεις των διαδίκων και τα παραδεκτά γεγονότα στα οποία έχουν προβεί, προκύπτει ότι ουσιαστικά η συνένωση επεκτάθηκε σε όλα τα επίδικα θέματα. Έχουν δηλωθεί στο Δικαστήριο όλα τα ποσά των αποζημιώσεων, οι τόκοι και τα έξοδα. Δεδομένου αυτού θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα αποσυνένωσης των εν λόγω αγωγών με σκοπό την έκδοση απόφασης σε κάθε μια από αυτές στην βάση των ποσών που έχουν δηλωθεί και της ευθύνης όπως έχει διαπιστωθεί στην παρούσα διαδικασία. Τα έξοδα των συνενωμένων αγωγών μεταξύ εναγόντων και εναγομένων έχουν συμφωνηθεί και δεν χρειάζεται να εκδοθεί οποιαδήποτε άλλη διαταγή. Αναφορικά με τα έξοδα μεταξύ των συνεναγομένων δεν κρίνω ορθό να εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα αφού αυτοί θεωρούνται ως συναδικοπραγούντες και η ευθύνη τους έχει διαπιστωθεί στην βάση των ίδιων γεγονότων. Επομένως, εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των αγωγών. Προτού προχωρήσω στην έκδοση απόφασης στην Αγ. Αρ. 4086/06, θα πρέπει να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο θα εκδοθεί αυτή, σε σχέση με την υποχρέωση των εναγομένων 1 και 2 στην καταβολή των αποζημιώσεων προς τους ενάγοντες. Έχει δηλωθεί στο Δικαστήριο ότι η ευθύνη τους έναντι των εναγόντων θα είναι ανάλογα με το ποσοστό ευθύνης που θα κριθεί ότι βαρύνεται έκαστος από αυτούς. Επίσης όμως, έχει δηλωθεί και το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν ευθύνονται με οποιονδήποτε τρόπο για το δυστύχημα. Όπως έχει διαφανεί η διαφορά ήταν μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 και οι ενάγοντες δεν εμπλέκονται σε αυτή με οποιονδήποτε τρόπο και ούτε θα πρέπει να επηρεάζονται τα δικαιώματα τους από αυτή. Σε περίπτωση που η υποχρέωση των εναγομένων 1 και 2 έναντι των εναγόντων θα είναι ανάλογα με το ποσοστό ευθύνης εκάστου από αυτούς, τότε αναπόφευκτα, στο ενδεχόμενο αμφισβήτησης της πιο πάνω κρίσης του Δικαστηρίου, θα πρέπει να εμπλέκονται και οι ενάγοντες αφού θα επηρεάζονται τα δικαιώματα τους, χωρίς ωστόσο να έχουν άμεση σχέση. Πέραν τούτου, ο τρόπος καταμερισμού της ευθύνης σε τέτοιες περιπτώσεις προκύπτει από το Νόμο και συγκεκριμένα από τα άρθρα 51, 57 και 64 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 καθώς επίσης και από τη Δ.10, Θ.12
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Δηλαδή, αποφασίζεται πρώτα κατά πόσο υπάρχει ευθύνη από τους εναγόμενους και αν ναι, τότε αποφασίζεται κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια από τους ενάγοντες. Ακολούθως, γίνεται ο καταμερισμός της ευθύνης και ο καθορισμός του ποσοστού της συνεισφοράς ή αποζημίωσης μεταξύ των εναγομένων. Στην Μαυρίδης v. Rima J. Dharaghji και Άλλων (ανωτέρω) λέχθηκε ότι αυτή τη προσέγγιση πρέπει να ακολουθούν τα πρωτόδικα Δικαστήρια στις υποθέσεις του είδους τούτου. Δεδομένων των πιο πάνω θεωρώ ορθότερο όπως οι εναγόμενοι 1 και 2 να ευθύνονται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως έναντι των εναγόντων και να εκδοθεί διάταγμα συνεισφοράς μεταξύ τους ανάλογα με το ποσοστό ευθύνης που βαραίνει έκαστο από αυτούς. Ως εκ τούτου, στην Αγ. Αρ. 4086/06 εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα 1 και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €7,658.00 πλέον νόμιμο τόκο από 20/01/2011 μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας 2 και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €1,500 πλέον νόμιμο τόκο από 20/01/2011 μέχρι εξόφλησης. Οι εναγόμενοι 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως να καταβάλουν στους ενάγοντες 1 και 2 τα έξοδα της αγωγής τα οποία έχουν συμφωνηθεί σε €3,000 πλέον Φ.Π.Α. πλέον νόμιμο τόκο από 20/01/2011 μέχρι εξόφλησης. Εκδίδεται επίσης, διάταγμα συνεισφοράς μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 σύμφωνα με το ποσοστό ευθύνης εκάστου από αυτούς, δηλαδή ο εναγόμενος 2 να συνεισφέρει στον εναγόμενο 1 το 70% της απαίτησης και των εξόδων των εναγόντων 1 και 2 και ο εναγόμενος 1 να συνεισφέρει στον εναγόμενο 2 το 30% της απαίτησης και των εξόδων των εναγόντων 1 και 2. Στην Αγ. Αρ. 5316/07 εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €10,850 (70% Χ €15,500) πλέον νόμιμο τόκο από 21/02/2011 μέχρι εξόφλησης πλέον το ποσό των €1,750 (70% Χ €2,500 ως η συμφωνία των μερών) έξοδα της αγωγής συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. πλέον νόμιμο τόκο από 21/02/2011 μέχρι εξόφλησης. (Υπ.)........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Πολιτική / Δistixima cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.