← Κύπρος

Κυριάκου Χριστοφόρου Λοϊζίδη ν. Κυριάκου Καπνίση, Αρ. Αγωγής: 90/2006, 8 Ιουλίου, 2011

Κυριάκου Χριστοφόρου Λοϊζίδη ν. Κυριάκου Καπνίση, Αρ. Αγωγής: 90/2006, 8 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A216 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 90/2006 Μεταξύ: Κυριάκου Χριστοφόρου Λοϊζίδη Ενάγοντα και Κυριάκου Καπνίση Εναγομένου Ημερομηνία: 8 Ιουλίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Α. Τόκας Για Εναγόμενο: κ. Χρ. Χριστοφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας είναι ο ιδιοκτήτης και κάτοχος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9682, Φ/Σχ. 48/1, Τεμάχιο 2061, στο χωριό Άγιος Ιωάννης Αγρού της Επαρχίας Λεμεσού και ο Εναγόμενος είναι ο ιδιοκτήτης και κάτοχος του συνορεύοντος ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9734, Φ/Σχ. 48/1, Τεμάχιο 2408, στο χωριό Άγιος Ιωάννης Αγρού της Επαρχίας Λεμεσού. Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγομένου αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και διάταγμα του Δικαστηρίου για άρση της επέμβασης επί του κτήματός του. Δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών Συγκεκριμένα, στην Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 19.11.2005 ο Εναγόμενος και/ή οι αντιπρόσωποι αυτού παράνομα και αυθαίρετα και/ή χωρίς την άδεια και/ή τη συγκατάθεση του Ενάγοντα επενέβηκε στο πιο πάνω κτήμα του και δι' εκσκαφής και/ή δι' άλλων μηχανικών μέσων προέβηκε σε ισοπέδωση και/ή μετακίνηση όγκων χωμάτων δημιουργώντας υψομετρική διαφορά μέχρι και 4 μέτρα εξ ολοκλήρου εντός του κτήματος του Ενάγοντα, καταλαμβάνοντας έτσι λωρίδα γης έκτασης 50 τετραγωνικών μέτρων περίπου. Ο Ενάγοντας περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η εν λόγω λωρίδα γης έκτασης 50 τετραγωνικών μέτρων περίπου του κτήματός του, την οποία κατέλαβε παράνομα και/ή αυθαίρετα ο Εναγόμενος, αποτελούσε μέρος ιδιωτικού δρόμου που χρησιμοποιείτο από τον ίδιο και ο οποίος συνεπεία της επέμβασης κατέστη απροσπέλαστος. Οι ίδιοι ισχυρισμοί προβάλλονται από τον Ενάγοντα και στις λεπτομέρειες επέμβασης που παρατίθενται στις Παραγράφους 6(α) και (β) της Έκθεσης Απαίτησης. Είναι, τέλος, η θέση του Ενάγοντα ότι συνεπεία της επέμβασης και/ή της αυθαίρετης ενέργειας του Εναγόμενου και/ή των αντιπροσώπων του, το κτήμα του παρουσιάζει κατά μήκος της νότιας πλευράς του υψομετρική διαφορά με το γειτονικό κτήμα του Εναγόμενου που φτάνει τα 4 μέτρα και το ακίνητο του Ενάγοντα και/ή τα χώματα και/ή το έδαφος αυτού παραμένουν χωρίς στήριγμα με κίνδυνο να καταρρεύσουν ανά πάσα στιγμή εκτός εάν ανεγερθεί αναγκαίο στήριγμα και/ή τοίχος αντιστήριξης με κόστος £ 4.800,

  1. Με την Έκθεση Υπεράσπισής του ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ο ίδιος ή οποιοδήποτε πρόσωπο για λογαριασμό του προέβηκε σε οποιαδήποτε επέμβαση στο κτήμα του Ενάγοντα και ουδεμία υψομετρική διαφορά έχει δημιουργηθεί. Επιπρόσθετα, ότι ουδέποτε κατέβαλε οποιαδήποτε λωρίδα γης που ανήκει στον Ενάγοντα, καλεί δε τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, στις 7.7.2006 ο Ενάγοντας καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για διεξαγωγή επιτόπιας εξέτασης των επιδίκων κτημάτων από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Κατόπιν επίδοσης της αίτησης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, στις 16.11.2006 εκδόθηκε σχετικό διάταγμα με τη σύμφωνη γνώμη της πλευράς του Εναγόμενου. Προσαχθείσα Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία για τον Ενάγοντα κατέθεσε ο Βοηθός Κτηματολογικός Λειτουργός κ. Ανδρέας Κυπριανού (ΜΕ1), ο Ανώτερος Χωρομέτρης κ. Ανδρέας Παφίτης (ΜΕ2) και ο ίδιος Ενάγοντας (ΜΕ3), ενώ ο Εναγόμενος δεν προσέφερε μαρτυρία προς υποστήριξη της εκδοχής του. Ο κ. Ανδρέας Κυπριανού (ΜΕ1) κατέχει σήμερα τη θέση του Βοηθού Κτηματολογικού Λειτουργού στον Κλάδο Επιτόπιων Ερευνών του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και στα πλαίσια των καθηκόντων του εξετάζει υποθέσεις επιτοπίων ερευνών που αφορούν δικαστικές υποθέσεις και δικαιώματα διαβάσεως. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ο κ. Κυπριανού ανέφερε ότι είχε εξετάσει το φάκελο του Κτηματολογίου με αναφορά Α1229/2006 σε σχέση με το διάταγμα επιτόπιας εξέτασης ημερομηνίας 16.11.2006 και ετοίμασε σχεδιάγραμμα ώστε να δώσει μαρτυρία. Σύμφωνα με τον ίδιο, η επιτόπια εξέταση αφορούσε τα τεμάχια 2061 και 2408 στο χωριό Άγιος Ιωάννης Αγρού της Επαρχίας Λεμεσού και στις 12.11.2008 διενήργησε έρευνα για πρώτη φορά οπότε και ετοιμάστηκε σχετικό σχεδιάγραμμα το οποίο στάληκε στις 9.12.2008 στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ώστε να κατατεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου της παρούσας αγωγής και αντίγραφο αυτού να δοθεί στους συνηγόρους των δύο πλευρών (το εν λόγω σχεδιάγραμμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 στα πλαίσια της αντεξέτασης του). Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ του συνηγόρου του Ενάγοντα και του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και αίτημα του Ενάγοντα για επανεξέταση της υπόθεσης (βλέπε Τεκμήρια 1-3), που είχε ως αποτέλεσμα τη διενέργεια δεύτερης επιτόπιας έρευνας στη βάση της οποίας και ετοιμάστηκε νέο σχεδιάγραμμα και σχετική αναφορά ημερομηνίας 13.10.2009 (Τεκμήριο 4). Σύμφωνα με τον ίδιο, επί του Τεκμηρίου 4 απεικονίζονται τα επίδικα ακίνητα και το κοινό εγγεγραμμένο σύνορό τους, όπως επίσης ένας τοίχος που κατασκευάστηκε το 2009 και η θέση αυτού. Αναφορικά με τον τοίχο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η θέση και το πλάτος του (0.25 μέτρα) εμφαίνονται στο Τεκμήριο 4, δήλωσε, όμως, ότι δεν ήταν εις γνώση του ποιός τον είχε κατασκευάσει. Πρόσθεσε επίσης, ότι στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού εκκρεμεί αίτηση του Ενάγοντα για εξωτερική οριοθέτηση ολόκληρου του ακινήτου του με αριθμό ΑΧ2671/2005 η οποία παραμένει σε εκκρεμότητα μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας αγωγής. Ερωτηθείς αναφορικά με τα δύο σχεδιαγράμματα, Τεκμήρια 4 και 5 ο κ. Κυπριανού, εξήγησε ότι στο Τεκμήριο 5 αποτυπώνεται η εκσκαφή, η οποία φαίνεται να είναι εξ ολοκλήρου εντός του κτήματος του Εναγόμενου ενώ στο Τεκμήριο 4 υπάρχει τοίχος αντιστήριξης ο οποίος επίσης βρίσκεται εντός του κτήματος του Εναγόμενου, διευκρίνισε ωστόσο ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει κατά πόσον ο τοίχος αντιστήριξης ανεγέρθηκε στο ακριβές σημείο της εκσκαφής. Ως ΜΕ2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ο κ. Ανδρέας Παφίτης, Ανώτερος Χωρομέτρης του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, στα καθήκοντα του οποίου περιλαμβάνεται ο έλεγχος της χωρομετρικής εργασίας των χωρομετρών του τμήματος. Σε σχέση με τον φάκελο 1229/2006, ο μάρτυρας ανέφερε ότι είχε διενεργήσει επιτόπια έρευνα με τον χωρομέτρη του τμήματος του προς το σκοπό εξακρίβωσης επέμβασης στο κτήμα του Ενάγοντα προερχόμενη από τον Εναγόμενο. Αρχικά έγινε η πρώτη έρευνα στις 12.11.2008 και ακολούθησαν και άλλες με τελευταία την επιτόπια έρευνα στις 15.7.
  2. Το Τεκμήριο 5 ετοιμάστηκε στη βάση της πρώτης επιτόπιας έρευνας αλλά λόγω του ότι σχετικό πόρισμα αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο του Ενάγοντα και ζητήθηκε η διεξαγωγή νέας έρευνας από ανώτερο υπάλληλο, σε μεταγενέστερο στάδιο έλαβε οδηγίες του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού και για το λόγο αυτό διενήργησε προσωπικά δύο επιτόπιες έρευνες ώστε να διαπιστώσει κατά πόσον υπήρχε επέμβαση στο ακίνητο του Ενάγοντα από τον Εναγόμενο. Η πρώτη έρευνα διενεργήθηκε στις 2.4.2009 και η δεύτερη στις 15.7.2009 και κατά την τελευταία έρευνα, όπου παρόντες ήταν οι διάδικοι, ο συνήγορος του Ενάγοντα κ. Τόκας, ο ΜΕ1 και ο ίδιος, έγινε επαλήθευση της πρώτης διαπίστωσης στις 2.4.
  3. Ουσιαστικά, κατά τις εν λόγω επισκέψεις διαπιστώθηκε ότι κατά μήκος του εγγεγραμμένου συνόρου του ακινήτου του Εναγόμενου υπήρχε περιτοίχισμα και σε ένα μήκος γύρω στα 17 ½ μέτρα υπήρχαν υπολείμματα σκυροδέματος τα οποία εκτείνονταν στο κτήμα του Ενάγοντα, στο μεγαλύτερο μήκος 60 εκ. Ο κ. Παφίτης διευκρίνισε ότι εντός του ακινήτου του Ενάγοντα ήταν τα υπολείμματα σκυροδέματος και όχι ο τοίχος που, όπως αναφέρθηκε από τους παρευρισκόμενους, κατασκευάστηκε από τον Εναγόμενο εντός του κτήματός του. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας, ο καθορισμός των συνόρων έγινε με βάση αποτυπώσεις που έγιναν στην περιοχή, εφαρμογή σχετικών φακέλων και του εν χρήση κτηματικού σχεδίου, ενώ οι διαπιστώσεις του καταγράφηκαν σε σχέδιο επί κλίμακας (Τεκμήριο 6), το οποίο ετοίμασε στα πλαίσια εξέτασης του φακέλου Α1229/2006 και στη βάση του οποίου ο Κλάδος Χαρτογραφίας του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (αρμόδιος για την ετοιμασία σχεδιαγραμμάτων) ετοίμασε το σχεδιάγραμμα Τεκμήριο
  4. Κατά την αντεξέταση του από τον κ. Χριστοφόρου και ερωτηθείς αναφορικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 και των εκεί αποτυπώσεων ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να καταθέσει οτιδήποτε σε σχέση με την ισχυριζόμενη εκσκαφή καθότι δεν ήταν παρών στην πρώτη επιτόπια εξέταση και ενεπλάκη στην εξέταση της υπόθεσης τον Απρίλιο του 2009 μετά από οδηγίες του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού. Ως τελευταίος μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Ενάγοντας ο οποίος στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι περί την 19.11.2005 είχε επισκεφθεί το κτήμα του και διαπίστωσε εκσκαφή και παραβίαση συνόρου από τον Εναγόμενο. Μια εβδομάδα προηγουμένως είχε μιλήσει τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο, ο οποίος και του ανέφερε ότι επρόκειτο να ισοπεδώσει το κτήμα του και είχε διαπιστώσει επέμβαση στο ακίνητό του από μέρους του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας εισηγήθηκε να κληθεί το Κτηματολόγιο ώστε να τους υποδειχθούν τα σύνορά τους και ο Εναγόμενος συμφώνησε. Όταν, όμως, την επόμενη Κυριακή επισκέφθηκε το κτήμα του, το είδε σκαμμένο και διαπίστωσε επέμβαση μέσα σε αυτό από τον Εναγόμενο. Ακολούθως, κατέφυγε στο δικηγόρο του ο οποίος απέστειλε στον Εναγόμενο επιστολή ημερομηνίας 23.11.2005 (Τεκμήριο 7) και κατόπιν αυτής ακολούθησε ανταλλαγή διαφόρων επιστολών με τον δικηγόρο του Εναγόμενου (Τεκμήρια 8-10), με τον Εναγόμενο να αρνείται οποιαδήποτε επέμβαση στο ακίνητο του Ενάγοντα. Παράλληλα, ο ίδιος καταχώρησε αίτηση για οριοθέτηση στις 22.11.2005 με αριθμό ΑΧ2671/2005 (Τεκμήριο 11). Η πρώτη επιτόπια έρευνα έγινε το 2008 και αφού το Κτηματολόγιο υπέδειξε τα σύνορα που χωρίζουν τα επίδικα κτήματα, με απόφασή του ημερομηνίας 9.12.2008 κατέληξε ότι δεν υπήρχε επέμβαση. Λόγω του ότι ο ίδιος πίστευε ότι υπήρχε επέμβαση ειδοποίησε σχετικά το δικηγόρο του, ο οποίος με τη σειρά του ζήτησε να κληθεί εκ νέου το Κτηματολόγιο για να επιβεβαιώσει την επιτόπου κατάσταση και την ύπαρξη επέμβασης. Νέα έρευνα έγινε τελικά τον Απρίλιο του 2009 κατά την οποία παρόντες ήταν οι διάδικοι και οι υπάλληλοι του Κτηματολογίου, μεταξύ των οποίων και ο ΜΕ2 κ. Ανδρέας Παφίτης, όπου διαπιστώθηκε ότι υπήρχε επέμβαση η οποία συνίστατο σε ανέγερση τοίχου από μπετόν που κατασκευάστηκε από τον Εναγόμενο για να χωρίσει το κτήμα του από αυτό του Ενάγοντα. Ακολούθησε νέα επιτόπια έρευνα στις 15.7.2009 κατά την οποία παρόντες ήταν όλοι οι παρευρισκόμενοι κατά την προηγούμενη επίσκεψη, όπως επίσης και ο δικηγόρος του, όπου και πάλι το Κτηματολόγιο υπέδειξε πραγματική επέμβαση στο κτήμα του, η οποία απεικονίζεται με μπλέ χρώμα στο Τεκμήριο 4 με το οποίο και συμφωνεί. Με αναφορά σε φωτογραφίες τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 17Α - 17Γ ο μάρτυρας υποστήριξε ότι υπήρχε επέμβαση στο κτήμα του με εκσκαφή από το κτήμα του Εναγόμενου, ενώ απέδωσε την μη αποτύπωση της επέμβασης στο Τεκμήριο 5 σε έχθρα που δημιουργήθηκε μεταξύ του ίδιου και των λειτουργών του Κτηματολογίου λόγω της πίεσης που ο ίδιος εξασκούσε σε αυτούς για τη διενέργεια της επιτόπιας έρευνας σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Αγορεύσεις Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Οι εκατέρωθεν θέσεις τους είναι καταγεγραμμένες στα γραπτά περιγράμματα που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και τα οποία υιοθέτησαν για σκοπούς αγορεύσεων και γι' αυτό το λόγο δεν κρίνω σκόπιμο να τις παραθέσω. Αναφορά, ωστόσο, θα γίνεται όπου κρίνεται αναγκαίο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατά την ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Έχοντας υπόψη την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, όπως επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους θα προχωρήσω αμέσως να κρίνω την αξιοπιστία τους. Αρχίζοντας από τον ΜΕ1 κ. Ανδρέα Κυπριανού, εκείνο που θα πρέπει αρχικά να λεχθεί είναι ότι ο μάρτυρας ήταν αντικειμενικός και ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να παρουσιάσει τα στοιχεία που προέκυψαν κατά τις επιτόπιες εξετάσεις τις οποίες διενήργησε και να βοηθήσει το Δικαστήριο στη βάση των ευρημάτων του. Με αναφορά στα δύο σχεδιαγράμματα (Τεκμήρια 4 και 5), επεξήγησε την επιτόπου κατάσταση και με σαφήνεια υπέδειξε στο Δικαστήριο ότι κατά την πρώτη επιτόπια εξέταση, και όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 5, η εκσκαφή η οποία αποτυπώθηκε φαίνεται να είναι εξ ολοκλήρου εντός του ακινήτου του Εναγόμενου. Σε σχέση δε με το Τεκμήριο 4, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στο εν λόγω σχεδιάγραμμα αποτυπώνεται ο τοίχος αντιστήριξης αλλά, όπως εξήγησε, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον ο τοίχος αυτός είχε ανεγερθεί στο ακριβές σημείο της εκσκαφής, κατέθεσε, όμως, ότι και ο ίδιος ο τοίχος βρίσκεται εντός του τεμαχίου του Εναγόμενου. Παράλληλα, ο κ. Κυπριανού ήταν ειλικρινής και ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι αναρμόδιος σε σχέση με τυχόν υψομετρικές διαφορές και τις μετρήσεις του σκυροδέματος εντός του ακινήτου του Ενάγοντα. Επιπρόσθετα, κατέθεσε στο Δικαστήριο χωρίς υπεκφυγές όλα τα σχετικά με την αλληλογραφία του Τμήματος του και του συνηγόρου του Ενάγοντα (Τεκμήρια 1-3) αναφορικά με την αμφισβήτηση της ορθότητας του Τεκμηρίου
  5. Με δεδομένη την καλή εντύπωση που μου άφησε ο κ. Κυπριανού και για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, η μαρτυρία του κ. Κυπριανού (ΜΕ1) γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο στην ολότητά της. Αποδεκτή είναι επίσης η μαρτυρία του ΜΕ2 κ. Ανδρέα Παφίτη ο οποίος επίσης παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ώστε με τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο να εκθέσει τα σχετικά γεγονότα και τις διαπιστώσεις του που προέκυψαν κατά τις διάφορες επισκέψεις του στην επίδικη περιοχή μετά την απόφαση του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για επανεξέταση της υπόθεσης. Καταρχήν επισημαίνω ότι με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ2 ο ίδιος ενεπλάκη στην εξέταση της υπόθεσης τον Απρίλιο του 2009, επομένως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την πρώτη επιτόπια εξέταση η οποία διενεργήθηκε από τον ΜΕ1 στις 12.11.
  6. Όπως εξήγησε, δεν γνώριζε πού ακριβώς ήταν η εκσκαφή αφού δεν ήταν παρών στην επιτόπια εξέταση στα αρχικά στάδια. Με αναφορά στα Τεκμήρια 4 και 6[1] ο κ. Παφίτης εξήγησε λεπτομερώς τις διαπιστώσεις του όπως προέκυψαν κατά τις επιτόπιες εξετάσεις τις οποίες διενήργησε ενώ κατά την αντεξέταση ήταν ιδιαίτερα επεξηγηματικός σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν τα σχετικά όργανα (βλέπε GPS) και έγιναν οι σχετικές αποτυπώσεις, στη βάση των οποίων εξάχθηκαν και τα σχετικά συμπεράσματα. Ερχόμενη στην αναφορά του μάρτυρα σε σχέση με την ύπαρξη υψομετρικής διαφοράς μεταξύ των δύο ακινήτων, παρατηρώ καταρχήν ότι αναφορικά με το Τεκμήριο 5 και τη θέση του ότι σε αυτό αποτυπώνεται υψομετρική διαφορά, ο κ. Παφίτης δεν κατέθεσε ότι η υψομετρική αυτή διαφορά δημιουργήθηκε από την εκσκαφή η οποία φαίνεται να έγινε εντός του ακινήτου του Εναγόμενου ούτε έκανε οποιαδήποτε αναφορά στην προ και κατά τον ουσιώδη χρόνο κατάσταση των επιδίκων κτημάτων. Πέραν τούτου, σε σχέση με το Τεκμήριο 4, ο κ. Παφίτης κατέθεσε μεν ότι ο τοίχος αντιστήριξης που υπάρχει εντός του ακινήτου του Εναγόμενου (υπολείμματα σκυροδέματος του οποίου επεκτείνονταν εντός του ακινήτου του Ενάγοντα) ανεγέρθηκε από τον Εναγόμενο, πλην όμως στη μαρτυρία του δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε θέση του ως προς το πως προέκυψε η υψομετρική διαφορά στην οποία έκανε αναφορά. Ο ΜΕ2 έδωσε στο Δικαστήριο την εντύπωση ενός ειλικρινούς ατόμου, πεπειραμένου στην εκτέλεση χωρομετρικών εργασιών και αντικειμενικού κριτή. Ήταν το πρόσωπο που διενήργησε τις επιτόπιες έρευνες μετά την απόφαση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού για επανεξέταση της υπόθεσης και γνώριζε προσωπικά τα γεγονότα για την περίοδο από τον Απρίλιο του 2009 και μετέπειτα και ήταν σε θέση να καταθέσει στο Δικαστήριο με σαφήνεια τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβηκε κατά τις επιτόπου επισκέψεις του. Επομένως, και η μαρτυρία του ΜΕ2 είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ας σημειωθεί στο στάδιο αυτό ότι όπως προκύπτει και από τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου, η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Ερχόμενη, τέλος, στον Ενάγοντα θα έλεγα ότι οι απαντήσεις του ήταν άμεσες και φυσικές, για τα πλείστα όμως ζητήματα, εξέφραζε απλά μια άποψη, χωρίς αυτή να τεκμηριώνεται με οποιοδήποτε τρόπο. Η μαρτυρία του σε σχέση με το πότε προέκυψε η ισχυριζόμενη επέμβαση και για την τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Εναγόμενο μια εβδομάδα πριν την 19.11.2005 οπότε και, όπως ισχυρίζεται, διαπίστωσε επέμβαση δι' εκσκαφής στο ακίνητο του από τον Εναγόμενο, είναι αποδεκτή αφού σε κάθε περίπτωση υποστηρίζεται και από την αλληλογραφία μεταξύ του δικηγόρου του και του δικηγόρου του Εναγόμενου (βλ. Τεκμήρια 7-10). Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη θέση του ότι στα πλαίσια επίλυσης της όλης κατάστασης είχε καταχωρήσει αίτηση στο Κτηματολόγιο για οριοθέτηση, η οποία επιβεβαιώνεται και με την προσκόμιση της σχετικής αίτησης που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Ωστόσο, δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ τη θέση του Ενάγοντα σε σχέση με την εχθρότητα η οποία, ως ισχυρίστηκε, δημιουργήθηκε μεταξύ του ίδιου και του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού που, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε ως αποτέλεσμα την μη αποτύπωση από τους λειτουργούς του Κτηματολογίου της επέμβασης με εκσκαφή κατά την πρώτη επιτόπια εξέταση. Συγκεκριμένα, όταν ο Ενάγοντας ερωτήθηκε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του εάν γνωρίζει οτιδήποτε αναφορικά με την ύπαρξη κάποιας καθυστέρησης στην εξέταση της αίτησης του για επιτόπια έρευνα, απάντησε: «Αυτή η καθυστέρηση οφειλόταν στο ότι εμείς ερχόμασταν στο Δικαστήριο, το Δικαστήριο είπε να γίνει επιτόπια εξέταση, οι κύριοι του Κτηματολογίου δεν μας έδιδαν σημασία και δημιουργήθηκε μια εχθρότητα με τους λειτουργούς και συγκεκριμένα τον κ. Ανδρέα Νικολάου». Όμως, η θέση αυτή του Ενάγοντα δεν παρουσιάζεται πειστική και σε κάθε περίπτωση παρέμεινε μετέωρη αφού: - Ο Ενάγοντας ανέφερε τα πιο πάνω κατά την δεύτερη ημέρα της κυρίως εξέτασης του και αφού κατά την πρώτη ημέρα της μαρτυρίας του, οπότε και έθεσε τη διαφωνία του με το αρχικό πόρισμα του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 5), καμία αναφορά έκανε σε εχθρότητα ή οποιαδήποτε άλλη προστριβή του με τους λειτουργούς του Κτηματολογίου. - Σε κάθε περίπτωση, ο Ενάγοντας δεν ισχυρίστηκε εχθρότητα ή προστριβή με τον ΜΕ1 ο οποίος εξέτασε αρχικά την αίτησή του και ετοίμασε τη σχετική αναφορά, ενώ παράλληλα δεν έδωσε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την ανάμειξη και εμπλοκή του κ. Ανδρέα Νικολάου στην εξέταση της αίτησής του. Υπενθυμίζεται ότι στα πλαίσια της δίκης, η μόνη αναφορά στο άτομο του κ. Ανδρέα Νικολάου έγινε από τον ΜΕ2 στα πλαίσια της αντεξέτασης του, οπότε και ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ο κος Νικολάου ήταν ο χωρομέτρης που έκανε τις αποτυπώσεις στην ευρύτερη περιοχή κατά την επανεξέταση της αίτησης. Επομένως, από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν προκύπτει οποιαδήποτε εμπλοκή του κ. Νικολάου στην πρώτη επιτόπια έρευνα στη βάση της οποίας ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 5 το οποίο αμφισβητείται από την πλευρά του Ενάγοντα. - Παράλληλα, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κατατέθηκε οποιαδήποτε επιστολή από την οποία να προκύπτει απαίτηση του Ενάγοντα για σύντομη εξέταση της αίτησης για επιτόπια έρευνα ή πιέσεις από την πλευρά του για το σκοπό αυτό ώστε να τεκμηριώνεται η θέση του για έχθρα των λειτουργών του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για αυτό το λόγο. Σε σχέση δε με τη μαρτυρία του Ενάγοντα αναφορικά με την ισχυριζόμενη επέμβαση στο ακίνητό του από τον Εναγόμενο παρατηρώ τα ακόλουθα: - Η θέση του ότι όταν την 19.11.2005 που επισκέφθηκε το κτήμα του το είδε σκαμμένο και ο Εναγόμενος είχε κάνει επέμβαση στο κτήμα του δεν συνάδει με την ενώπιον μου επιστημονική μαρτυρία του ΜΕ1 η οποία για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω έγινε αποδεκτή. - Όπως ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε αργότερα, κατά την επανεξέταση της αίτησής του για επιτόπια έρευνα, διαπιστώθηκε από το Κτηματολόγιο επέμβαση η οποία συνίστατο τότε «στο ότι είχε ανεγείρει ένα τοίχο αντιστήριξης για να χωρίσει το κτήμα του από το δικό του». Όπως, όμως, προκύπτει από το Τεκμήριο 4, ο τοίχος αυτός είχε ανεγερθεί εξ ολοκλήρου εντός του ακινήτου του Εναγόμενου και μόνο κάποια υπολείμματα από το μπετόν του τοίχου επενέβαιναν εντός του ακινήτου του Ενάγοντα. Πέραν τούτου, όμως, η μαρτυρία αυτή του Ενάγοντα δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσεις του που περιορίζονται σε επέμβαση δι' εκσκαφής και/ή δι' άλλων μηχανικών μέσων και τη δημιουργία υψομετρικής διαφοράς (Βλ. Νικηφόρος Παναγή ν. G. & P. Ergatides Motors Ltd

(2008)1 ΑΑΔ 1380) και αφορά γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της υπό εκδίκαση αγωγής. Επί τούτου, υπενθυμίζεται ότι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία ο τοίχος αντιστήριξης ανεγέρθηκε από τον Εναγόμενο μετά την πρώτη επιτόπια εξέταση από τον ΜΕ1 στις 12.11.2008. - Επίσης, η θέση του Ενάγοντα ότι ακόμα και σήμερα φαίνεται επί τόπου η εκσκαφή η οποία έγινε από τον Εναγόμενο αφού, όπως υποστήριξε, «ασχέτως ότι πήγαν και εσπάσαν τα κουγκριά επιφανειακά, πάλι φαίνεται η επέμβαση στο κτήμα μου. στο τεμάχιο το δικό μου (ο τοίχος αντιστήριξης) κάλυψε όλη την εσκαφή με υπολείμματα μπετόν» και πάλι δεν επιβεβαιώνεται από τους ΜΕ1 και ΜΕ2 οι οποίοι είναι ειδικοί επί του θέματος. - Αναφορικά, τώρα, με τις φωτογραφίες (Τεκμήρια 17Α-Γ) καταρχήν σημειώνεται ότι με τον τρόπο που λήφθηκαν οι εν λόγω φωτογραφίες και στα σημεία που αυτές αποτυπώνουν δεν εντοπίζεται με σαφήνεια το σύνορο των δύο κτημάτων, όπως επίσης δεν διακρίνεται η ισχυριζόμενη επέμβαση. Ας σημειωθεί επίσης ότι κατά την αντεξέταση του σε σχέση με τη φωτογραφία Τεκμήριο 17Α ερωτηθείς ο Ενάγοντας ως προς το μήκος της εκσκαφής, δεν μπορούσε να δώσει σαφή απάντηση, παρά μόνο ότι δεν ήταν σε όλο το μήκος του συνόρου. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «43.-
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 45
(2)στην παράγραφο 505: ¨Every unlawful entry by one person on land in the possession of another is a trespass for which a claim may be brought, even though no actual damage is done. A person trespasses upon land if he wrongfully sets foot on it, rides or drives over it or takes possession of it, or expels the person in possession, or pulls down or destroys anything permanently fixed to it, or wrongfully takes minerals from it, or places or fixes anything on it or in it, or if he erects or suffers to continue on his own land anything which invades the airspace of another, or if he discharges water upon another´s land, or sends filth or any injurious substance which has been collected by him on his own land onto another´s land¨. Στην υπόθεση Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.ά.
(2005)1 (Α) 244, όπου βασικός ισχυρισμός της εφεσείουσας στην αγωγή για παράνομη επέμβαση ήταν ότι η διαπλάτυνση του δημόσιου μονοπατιού που συνόρευε με τα κτήματα της έγινε με τρόπο που οδήγησε στην μελλοντική υποχώρηση της δομής, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι εάν η υπόθεση αυτή εξεταζόταν με βάση το αγγλικό δίκαιο, οι πράξεις των εφεσίβλητων θα στοιχειοθετούσαν μάλλον αμέλεια και όχι παράνομη επέμβαση και υποδείχθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Βέβαια με βάση το άρθρο 43 του δικού μας περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, η παράνομη επέμβαση μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους ως εξής:
(1)Με οποιαδήποτε παράνομη είσοδο στην περιουσία ή
(2)οποιαδήποτε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή
(3)με παράνομη παρέμβαση σε τέτοια περιουσία από οποιοδήποτε πρόσωπο. Στην παρούσα περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο με το να αναφέρει ότι δεν έχει ικανοποιηθεί ότι η αιτία της πτώσης της δόμης που έγινε σε αργότερο στάδιο ήταν η διαπλάτυνση του μονοπατιού, δείχνει ότι εξέτασε την υπόθεση και με βάση τη
(2)από τις πιο πάνω πτυχές της παράνομης επέμβασης, δηλαδή με το κριτήριο της παράνομης πρόκλησης ζημιάς και όχι μόνο κατά πόσο εισήλθαν οι εφεσίβλητοι στα κτήματα της εφεσείουσας.» Σχετική είναι και η απόφαση Μαρούλλα Χριστοφόρου Γεωργίου ν. Άριστου Αλέξανδρου Ματθαίου κ.ά
(2009)1 ΑΑΔ 587. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 38, αναφέρονται τα ακόλουθα στις παραγράφους 1194 και 1195 : «To amount to a trespass an act must be voluntary; but an act may be a trespass, although it is committed by mistake or without malice. A person is guilty of a trespass if he acts voluntarily, knowing the nature and quality of his act, even though he does not know the act to be wrongful.». Σχετικά με το θέμα αυτό, αναφέρεται στο σύγγραμμα Winfield and Jolowicz on Tort, 17η έκδοση, στη σελίδα 620, ότι σε αγωγή για παράνομη επέμβαση θα πρέπει να αποδειχθεί πρόθεση ή το λιγότερο αμέλεια από την πλευρά του εναγομένου. Η παράνομη επέμβαση είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου (Βλ. Γεώργιος Λάμπρου κ.ά. ν. Ελένη Κεφάλα κ.ά
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1516). Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός εάν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει κάποιος άλλος (βλ. σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, παρ.23-08 και Γλυκής ν. Ιερά Μονή Μαχαιρά
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 654). Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται απόδειξη ζημιάς. Η απουσία όμως συγκεκριμένης ζημιάς, περιορίζει τον ενάγοντα στην επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων μόνο (Βλ. Andrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ.379, Kakoullou and Another v. Kakoulli
(1985)1 CLR 355, Ttantis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 CLR 301 και Ευθύβουλου κ.ά. ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1059). Ο ενάγοντας σε αγωγή για παράνομη επέμβαση έχει το βάρος της απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης. Με την απόδειξη αυτής, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη (βλ. Παπακοκκίνου ν Αγγελική Σμυρλή κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 813 και Γεώργιος Κώστα Μάρκου ν Γεώργιου Π. Χρυσοστόμου κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1653). Ευρήματα του Δικαστηρίου Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: • Ο Ενάγοντας είναι ο ιδιοκτήτης και κάτοχος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9682, Φ/Σχ. 48/1, Τεμάχιο 2061, στο χωριό Άγιος Ιωάννης Αγρού της Επαρχίας Λεμεσού και ο Εναγόμενος είναι ο ιδιοκτήτης και κάτοχος του συνορεύοντος ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9734, Φ/Σχ. 48/1, Τεμάχιο 2408, στο χωριό Άγιος Ιωάννης Αγρού της Επαρχίας Λεμεσού. Κατά ή περί την 19.11.2005 ο Ενάγοντας επισκέφθηκε το κτήμα του στον Άγιο Ιωάννη Αγρού και θεώρησε ότι ο Εναγόμενος είχε προβεί σε εκσκαφή στο σύνορο των δύο κτημάτων. Είχε προηγηθεί τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων προ μιας εβδομάδας περίπου κατά την οποία ο Εναγόμενος ανέφερε στον Ενάγοντα ότι επρόκειτο να κάνει ισοπέδωση του κτήματός του και είχε διαπιστώσει επέμβαση στο κτήμα του από αυτόν. Ο Ενάγοντας εισηγήθηκε όπως κληθεί το Κτηματολόγιο για να υποδείξει εκ νέου τα σύνορα και τα έξοδα να καταβληθούν εξ ημισείας. Ο Εναγόμενος συμφώνησε μαζί του αλλά τελικά δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία μεταξύ τους ώστε να διευθετηθούν τα περαιτέρω. Αμέσως μετά την πιο πάνω επίσκεψη στο κτήμα του στις 19.11.2005, ο Ενάγοντας κατέφυγε στο δικηγόρο του ο οποίος απέστειλε στον Εναγόμενο σχετική επιστολή ημερομηνίας 23.11.2005 (Τεκμήριο 7) ισχυριζόμενος παράνομη επέμβαση από τον Εναγόμενο με εκσκαφέα και ισοπέδωση του κτήματος του και μεταφορά όγκων χωμάτων, καλώντας τον Εναγόμενο να αναστείλει κάθε περαιτέρω εργασία και επαναφορά του κτήματος του στην προτέρα κατάσταση του. Στο μεταξύ, στις 22.11.2005 ο Ενάγοντας είχε καταχωρήσει αίτηση από τον Ενάγοντα στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για οριοθέτηση του κτηματός του με αριθμό ΑΧ2671/2005, με πληρωμή του σχετικού τέλους (Τεκμήριο 11). Ο Εναγόμενος απάντησε με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 12.12.2005 (Τεκμήριο 8) αρνούμενος κάθε επέμβαση εντός του ακινήτου του Ενάγοντα, προβάλλοντας παράλληλα ότι οποιεσδήποτε εργασίες έγιναν βρίσκονται εντός του κτήματός του, αφού προηγουμένως προέβηκε σε οριοθέτηση. Ο Ενάγοντας απάντησε με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 14.12.2005 (Τεκμήριο 9) απορρίπτοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς και καλώντας τον Εναγόμενο να άρει κάθε παράνομη επέμβαση. Ο Εναγόμενος απέρριψε το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 14.12.2005 (Τεκμήριο 9) με επιστολή του δικηγόρου του επίσης ημερομηνίας 14.12.2005 (Τεκμήριο 10). Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 9.1.2006 και στα πλαίσια της αγωγής στις 16.11.2006 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου για επιτόπια εξέταση. Ο σχετικός φάκελος στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ανοίχθηκε με αναφορά Α 1229/2006 και η επιτόπια εξέταση με βάση το διάταγμα ημερομηνίας 16.11.2006 έγινε στις 12.11.2008 αφού στις 5.12.2006 ο Ενάγοντας κατέβαλε το σχετικό τέλος (η σχετική απόδειξη κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15) και οι δικηγόροι του είχαν αποστείλει αντίγραφα των εγγράφων προτάσεων με επιστολή τους προς το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 1.12.2006 (Τεκμήριο 14). Κατά την επιτόπια εξέταση στις 12.11.2008, από πλευράς του Κτηματολογίου παρόντες ήταν οι διάδικοι και ο ΜΕ1, Βοηθός Κτηματολογικός Λειτουργός ο οποίος εξέτασε την αίτηση και στη βάση των διαπιστώσεών του ετοίμασε σχετική Έκθεση και συνημμένο σχεδιάγραμμα ημερομηνίας 9.12.2008 (Τεκμήριο 5) από όπου προκύπτει ότι η εκσκαφή που διαπιστώθηκε ότι έγινε από τον Εναγόμενο ήταν εξ ολοκλήρου εντός του ακινήτου του και δεν υπήρχε οποιαδήποτε επέμβαση εντός του ακινήτου του Ενάγοντα. Όταν ο Ενάγοντας ενημερώθηκε για τη θέση του Κτηματολογίου ως το Τεκμήριο 5, αντέδρασε αποστέλλοντας στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λεμεσού σχετική επιστολή διά των δικηγόρων του κ.κ. Αντώνης Τόκας & Σία ημερομηνίας 30.12.2008 (Τεκμήριο 1) όπου προέβαλλε τη διαφωνία του με το πόρισμα του Κτηματολογίου και αξίωνε τη διενέργεια νέας επιτόπιας έρευνας από ανώτερο υπάλληλο του Κτηματολογίου με σκοπό την επακριβή αποτύπωση της επιτόπου κατάστασης και την ετοιμασία νέου σχεδιαγράμματος και αναφοράς όπου να διασαφηνίζεται η επακριβής επί τόπου κατάσταση με την παρουσίαση της υφιστάμενης έστω και μικρής επέμβασης. Σε απάντηση της εν λόγω επιστολής, Τεκμήριο 1, ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού απέστειλε στους δικηγόρους του Ενάγοντα επιστολή ημερομηνίας 12.1.2006 (Τεκμήριο 2), με κοινοποίηση στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού πληροφορώντας τους κ.κ. Αντώνης Τόκα & Σία ότι έγινε νέος έλεγχος της χωρομετρικής και σχεδιαστικής εργασίας χωρίς να εξακριβωθεί οποιοδήποτε λάθος και για το λόγο αυτό δεν θα διεξαγόταν νέα επιτόπια έρευνα. Ο Ενάγοντας επανήλθε με νέα επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 15.1.2009 (Τεκμήριο 3) επαναλαμβάνοντας την απαίτησή του για διενέργεια νέας επιτόπιας έρευνας για διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων και δεδομένων και όχι των θεωρητικών δεδομένων που παρουσιάστηκαν λανθασμένα επί του σχεδιαγράμματος, Τεκμήριο
  1. Ακολούθως, το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού αποφάσισε την επανεξέταση της υπόθεσης και το ζήτημα ανατέθηκε στον ΜΕ2, αφού ο Ενάγοντας πλήρωσε εκ νέου τα νενομισμένα τέλη (βλέπε Τεκμήριο 12). Στα πλαίσια της επανεξέτασης διενεργήθηκαν δύο επιτόπιες έρευνες. Η πρώτη στις 2.4.2009 και η δεύτερη στις 15.7.
  2. Κατά την επιτόπια έρευνα στις 15.7.2009 κατά τις οποίες παρόντες ήταν οι διάδικοι, ο συνήγορος του Ενάγοντα κ. Α. Τόκας και οι ΜΕ1 και ΜΕ
  3. Των εν λόγω επιτόπιων ερευνών είχε προηγηθεί αποτύπωση των σημείων από τον χωρομέτρη κ. Ανδρέα Νικολάου υπό την επίβλεψη του ΜΕ2 με συστήματα GPS. Τόσο κατά την επιτόπια έρευνα στις 2.4.2009 όσο και κατά την επιτόπια έρευνα στις 15.7.2009 διαπιστώθηκε από τους λειτουργούς του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού ότι κατά μήκος του εγγεγραμμένου συνόρου του κτήματος του Εναγομένου υπήρχε περιτοίχισμα το οποίο ανεγέρθηκε εντός του κτήματος του, όμως σε ένα μήκος γύρω στα 17 ½ μέτρα υπήρχαν υπολείμματα σκυροδέματος τα οποία εκτείνονταν προς το κτήμα του Ενάγοντα στο μεγαλύτερο μήκος τους 60 εκ. και με εμβαδό 6 Μ
  4. Στη βάση των διαπιστώσεων κατά τις επιτόπιες έρευνες στις 2.4.2009 και 15.7.2009 και σύμφωνα με το σχέδιο επί κλίμακας (Τεκμήριο 6), ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 4, όπου τα υπολείμματα σκυροδέματος απεικονίζονται με γκρίζο χρώμα. Συμπεράσματα Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, κρίνεται ότι ο Ενάγοντας δεν απέδειξε τις δικογραφημένες θέσεις του για επέμβαση στο κτήμα του δια εκσκαφής και/ή ισοπέδωσης και/ή μετακίνησης όγκων χωμάτων και/ή δημιουργίας υψομετρικής διαφοράς και/ή ότι ο ιδιωτικός δρόμος εντός αυτού έχει καταστραφεί και/ή κατέστη απροσπέλαστος αφού από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτουν τα ακόλουθα: Σε σχέση με την ισχυριζόμενη εκσκαφή εντός του ακινήτου του Ενάγοντα Ο ΜΕ1 κ. Ανδρέας Κυπριανού εξέτασε σε πρώτο στάδιο την αίτηση για διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας με αριθμό Α1229/2006 και ήταν παρών στις επιτόπιες έρευνες οι οποίες διεξήχθηκαν στις 12.11.2008 και 15.7.
  5. Με αναφορά στο Τεκμήριο 5, ο ΜΕ1 κατέθεσε ότι κατά την πρώτη επιτόπια εξέταση διαπιστώθηκε επί τόπου ότι η εκσκαφή βρίσκεται εξ ολοκλήρου στο κτήμα του Εναγόμενου, ενώ σε σχέση με την ισχυριζόμενη ύπαρξη υψομετρικής διαφοράς ερωτηθείς σχετικά κατά την αντεξέταση δήλωσε αναρμόδιος παραπέμποντας στον χωρομέτρη. Σε σχέση δε με το Τεκμήριο 4, ο κ. Κυπριανού κατέθεσε ότι ο τοίχος αντιστήριξης που αποτυπώνεται, έχει ανεγερθεί εξ ολοκλήρου στο κτήμα του Εναγόμενου αλλά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και να τοποθετηθεί ως προς το κατά πόσον ο τοίχος αυτός ανεγέρθηκε στο ακριβές σημείο της εκσκαφής. Σε σχέση με την ισχυριζόμενη εκσκαφή σχετικό είναι το πιο κάτω μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του: «Ε: Από τις δύο έρευνες διαπίστωσες οποιαδήποτε εκσκαφή μέσα στο ακίνητο του Ενάγοντα; Α: Στο πρώτιο σχεδιάγραμμα αποτυπώνεται η εκσκαφή η οποία φαίνεται εξ ολοκλήρου εντός του
  6. Στο δεύτερο υπάρχει τοίχος. Ε: Και ο τοίχος συμφωνείς ότι έγινε εξ ολοκλήρου εντός του 2408; Α: Δεν μπορώ να απαντήσω. Δεν γνωρίζω εάν ο τοίχος έχει ανεγερθεί στο ακριβές σημείο της εκσκαφής. .................................... Ε: Το έτος 2008, δηλαδή, δεν υπήρχε ούτε τοίχος ούτε επέμβαση; Α: Μάλιστα.» Ο ΜΕ2 κ. Παφίτης ανέλαβε την εξέταση της αίτησης Α1229/2006 τον Απρίλιο του 2009 και δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην εξέταση της υπόθεσης σε προγενέστερο στάδιο. Ερωτηθείς δε σε σχέση με την εκσκαφή η οποία αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 5, κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε διότι δεν ήταν παρών κατά την εν λόγω επιτόπια εξέταση. Επιπρόσθετα, όταν ο ΜΕ2 κλήθηκε να σχολιάσει τα σχεδιαγράμματα επί των Τεκμηρίων 4 και 5, σε σχέση με το Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι δεν υπάρχει περιτοίχισμα αλλά μόνο υψομετρική διαφορά μεταξύ των δύο ακινήτων, την οποία ούτε καθόρισε αλλά ούτε και προσδιόρισε, όπως επίσης δεν ανέφερε κατά πόσον η υψομετρική αυτή διαφορά δημιουργήθηκε λόγω της εκσκαφής, ενώ σε σχέση με το Τεκμήριο 4 ο μάρτυρας έκανε αναφορά σε υψομετρική διαφορά που δημιουργήθηκε λόγω της ανέγερσης του τοίχου αντιστήριξης και όχι συνεπεία της ισχυριζόμενης και δικογραφημένης εκσκαφής. Η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο σε εύρημα αναφορικά με επέμβαση δια εκσκαφής αφού αυτή παρέμεινε αόριστη και ατεκμηρίωτη. Συγκεκριμένα, με αναφορά στις φωτογραφίες οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 17Α - 17Γ προσπάθησε να υποδείξει ότι υπήρχε επέμβαση στο κτήμα του όμως κάτι τέτοιο δεν επιτεύχθηκε, αφού στις φωτογραφίες αυτές δεν αποτυπώνονται καθαρά τα σύνορα των επιδίκων κτημάτων αλλά ούτε και γενικότερα η έκταση της επίδικης περιοχής ώστε να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα. Σε κάθε περίπτωση, με δεδομένη τη μαρτυρία του ΜΕ1, ο οποίος εργάζεται στον κλάδο επιτόπιων ερευνών του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας από το 1991, που επισκέφθηκε την περιοχή και δεν διαπίστωσε εκσκαφή εντός του κτήματος του Ενάγοντα, η μαρτυρία του Ενάγοντα είτε από μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλη ενώπιον μου μαρτυρία, ακόμα και εάν γινόταν αποδεκτή, δεν θα μπορούσε να τεκμηριώσει την περιγραφόμενη στην Έκθεση Απαίτησης επέμβαση αφού με βάση τη νομολογία, η προσκόμιση μαρτυρίας από το αρμόδιο κτηματολογικό τμήμα ή από άλλο εμπειρογνώμονα ώστε να αποδειχθούν ισχυρισμοί για παράνομη επέμβαση είναι αναγκαία. Σχετική αναφορά γίνεται στην υπόθεση Ελένη Τσαγγάρη Δημητρίου ν. Ανδριανής Κυριάκου Εγγλέζου κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 1285, όπου η αγωγή της εφεσείουσας αφορούσε παράνομη επέμβαση στο κτήμα της στο χωριό Μιτσερό. Η επέμβαση συνίστατο, όπως ισχυρίστηκε, στη στερέωση στεγασμένης βεράντας σε κοινό τοίχο στις συνιδιοκτήτες οικοδομές των εφεσιβλήτων και σε άνοιγμα παραθύρου το οποίο έβλεπε πάνω από τη στέγη του καταστήματος της εφεσείουσας. Δεν δόθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας πέραν από τη μαρτυρία του συζύγου της. Στα πλαίσια της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε αναφέρθηκαν τα εξής: «Δεν δόθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως συνηθίζεται σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, μαρτυρία από το αρμόδιο κτηματολογικό τμήμα, μήτε οποιουδήποτε εμπειρογνώμονα, αρχιτέκτονα ή πολιτικού μηχανικού, για να αποδειχτεί η ουσία των ισχυρισμών της εφεσείουσας, ευθύνη και υποχρέωση βέβαια που είχε η ίδια.» Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν αργότερα και στην υπόθεση Μαρία Στεφάνου Παπαχριστοφόρου ν. Τάκη Κυριάκου Καπνιση (πιο πάνω). Αναφορικά με το Τεκμήριο 5 θα πρέπει στο στάδιο αυτό να σημειώσω ότι αυτό κατατέθηκε από τον ΜΕ2 κατά την αντεξέτασή του κατόπιν σχετικού αιτήματος του συνηγόρου του Εναγόμενου. Βέβαια, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ο μάρτυρας είχε ερωτηθεί και καταθέσει αριθμό επιστολών (βλέπε Τεκμήρια 1-3) / αλληλογραφία μεταξύ του συνηγόρου του Ενάγοντα και του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού με την οποία ο πρώτος ζητούσε από το Κτηματολόγιο την επανεξέταση της υπόθεσης καθότι ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι εκ λάθους δεν αποτυπώθηκε η παράνομη επέμβαση που υπήρχε επιτόπου. Κατά την επανεξέτασή του, όμως, ο κ. Κυπριανού ο οποίος ετοίμασε το Τεκμήριο 5 δεν ερωτήθηκε από τον κ. Τόκα αναφορικά με τα ευρήματα του ως το Τεκμήριο 5, ούτε τέθηκε σε αυτόν η θέση που προωθήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα αναφορικά με την ορθότητα ή μη των εν λόγω ευρημάτων ώστε αυτός να τοποθετηθεί σχετικά. Σε κάθε περίπτωση, ο ΜΕ1 ουδέποτε ισχυρίστηκε ή αποδέχτηκε ότι οι διαπιστώσεις του επί του Τεκμηρίου 5 είναι λανθασμένες. Επιπρόσθετα, από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δεικνύει ότι το Τεκμήριο 4 αναιρεί το Τεκμήριο 5, έχοντας μάλιστα υπόψη ότι με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ2 στα πλαίσια της επανεξέτασης και της νέας επιτόπιας έρευνας δεν υπήρξε αμφισβήτηση του κοινού εγγεγραμμένου σύνορου από τον Ενάγοντα. Σε σχέση με ισχυριζόμενη ύπαρξη υψομετρικής διαφοράς Αναφορικά με ζητήματα ύπαρξης υψομετρικής διαφοράς ο ΜΕ1 δήλωσε αναρμόδιος και αναφερόμενος στο Τεκμήριο 5 δεν έδωσε σχετική μαρτυρία. Παράλληλα, ο ΜΕ2, ο οποίος δεν ήταν παρών κατά την πρώτη επιτόπια εξέταση και ενεπλάκη στην εξέταση της υπόθεσης πολύ αργότερα, κατέθεσε ότι στο Τεκμήριο 5 αποτυπώνεται υψομετρική διαφορά χωρίς ωστόσο να δώσει οποιαδήποτε συγεκριμένη λεπτομέρεια είτε σε σχέση με την έκταση της είτε σε σχέση με το πώς αυτή δημιουργήθηκε. Επισημαίνεται ότι στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ερωτηθείς για την υψομετρική διαφορά μεταξύ των δύο ακινήτων με αναφορά στο Τεκμήριο 4, απάντησε: «Κυμαίνετα απ' ότι θυμάμαι. Σε κάποια σημεία αρχίζοντας από την ανατολική πλευρά, το έδαφος του 2408 είναι χαμηλότερο από το φυσικό έδαφος του 2061 (περίπου 2 μέτρα), γύρω στη μέση του περιτοιχίσματος η διαφορά είναι 1.20 μέτρα και στη δυτική πλευρά το 2061 είναι πιο χαμηλό από το 2408» ενώ όταν κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε πως έχει υπολογίσει τα όσα ανέφερε για υψομετρική διαφορά κατέθεσε: «Έχει μετρηθεί το ύψος του τοίχου αντιστήριξης μόνο σε ένα σημείο όπου τερματίζονται τα υπολείμματα σκυροδέματος εντός του 2061 στα δυτικά και το ύψος ήταν 1.20 μέτρα. Στις υπόλοιπες θέσεις δεν έχει μετρηθεί» ενώ λίγο αργότερα δέχθηκε ότι οι υπόλοιποι υπολογισμοί που έκανε έγιναν με το μάτι καθότι «έχει εμπειρία 20 χρόνια». Έχοντας υπόψη ότι ο ΜΕ2 δεν κατέθεσε οτιδήποτε σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο προκλήθηκε η υψομετρική διαφορά στην οποία αναφέρθηκε και ότι όλες οι αναφορές του μάρτυρα σε σχέση με την ύπαρξη υψομετρικής διαφοράς ήταν πάντοτε σε συσχετισμό με τον τοίχο αντιστήριξης, ο οποίος ανέγερθηκε πολύ αργότερα από την έγερση της αγωγής και την πρώτη επιτόπια έρευνα από τον ΜΕ1 στις 12.11.2008, κρίνω ότι ούτε με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ2 αποδεικνύεται ο πιο πάνω δικογραφημένος ισχυρισμός του Ενάγοντα. Υποδεικνύεται, τέλος, ότι ερωτηθείς ο ΜΕ2 κατά την αντεξέταση εάν η ισχυριζόμενη επέμβαση υπήρχε και το 2005 απάντησε ως εξής: «Δεν γνωρίζω, πρώτη φορά πήγα τον Απρίλιο του 2009». Η θέση του Ενάγοντα στην κυρίως εξέταση του ότι πέραν του τοίχου αντιστήριξης που φαίνεται στο Τεκμήριο 4 υπάρχει ένας «κρεμνός» τον οποίο έκανε ο Εναγόμενος με την εσκαφή που δημιούργησε στο κτήμα του, παρέμεινε στη σφαίρα της αοριστίας και δεν τεκμηριώθηκε. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι όταν κατά την αντεξέταση του ο Ενάγοντας ερωτήθηκε σε σχέση με το μήκος της εκσκαφής, απάντησε ότι δεν ήταν σε όλο το μήκος του κοινού συνόρου, ενώ αμέσως μετά, όταν ξαναερωτήθηκε σχετικά με το ίδιο θέμα, απάντησε ειρωνικά «να πάω με την κουρτέλλα να μετρήσω και να σου πω» αφήνοντας έτσι τη θέση του στη σφαίρα της αοριστίας. Επιπρόσθετα, σε σχέση με τις φωτογραφίες (Τεκμήρια 17Α - 17Γ), οι όλες αναφορές του Ενάγοντα αφορούσαν την ύπαρξη εκσκαφής και ουδεμία υπόδειξη έγινε από αυτόν σε σχέση με την δημιουργία υψομετρικής διαφοράς μεταξύ των επιδίκων κτημάτων. Πιο συγκεκριμένα, αναφερόμενος στις εν λόγω φωτογραφίες ο Ενάγοντας ανέφερε τα εξής: «Δεικνύουν εκσκαφή στο κτήμα το δικό μου με βάση τα σύνορα που μας έδειξε το Κτηματολόγιο». Η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς την μη απόδειξη ύπαρξης υψομετρικής διαφοράς μεταξύ των δύο κτημάτων κατά τον Νοέμβριο του 2005, οπότε και σύμφωνα με τον Ενάγοντα προέκυψε η επέμβαση, ή κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στις επιστολές που απεστάληκαν από τον συνήγορο του Ενάγοντα προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό ημερομηνίας 30.12.2008 και 15.1.2009 (Τεκμήρια 1 και 3 αντίστοιχα) δεν εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με την μη αποτύπωση υψομετρικής διαφοράς επί του σχεδιαγράμματος και της αναφοράς ημερομηνίας 9.12.2008 (Τεκμήριο 5). Γενικότερα, μπορεί να λεχθεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την επι τόπου κατάσταση και το υψόμετρο των επιδίκων κτημάτων πρίν και κατά τον ουσιώδη χρόνο. Είναι, βέβαια, γεγονός ότι ο ΜΕ2 κατά τις επι τόπου επισκέψεις του κατά το έτος 2009, και αφού στο μεταξύ είχε ανεγερθεί τοίχος αντιστήριξης, είχε διαπιστώσει την ύπαρξη υψομετρικής διαφοράς μεταξύ των επιδίκων κτημάτων, όμως η διαπίστωση αυτή δεν οδηγεί αφ' εαυτής στο συμπέρασμα ότι η υψομετρική διαφορά δημιουργήθηκε από οποιαδήποτε πράξη του Εναγομένου. Άλλωστε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο ΜΕ2 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποία ήταν η κατάσταση των επιδίκων κτημάτων πρίν από την πρώτη επίσκεψή του στην περιοχή στις 2.4.2009, ούτε και ανέφερε ότι κατά τις επιτόπου επισκέψεις του, του είχε λεχθεί οτιδήποτε από τους εμπλεκόμενους σε σχέση με το θέμα αυτό. Ούτε και δόθηκε μαρτυρία ενώπιον του Διακστηρίου ότι η ισχυριζόμενη δημιουργηθείσα υψομετρική διαφορά προέκυψε από τις εκσκαφές εντός του κτήματος του Εναγόμενου ή εάν προϋπήρχε αυτών. Λοιποί ισχυρισμοί του Ενάγοντα στην Έκθεση Απαίτησης Σε σχέση με την ισχυριζόμενη καταστροφή του ιδιωτικού δρόμου εντός του ακινήτου του Ενάγοντα ή ότι ο εν λόγω δρόμος κατέστη απροσπέλαστος από την ενώπιον μου μαρτυρία ελλείπει παντελώς οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με οποιασδήποτε παράνομη και αυθαίρετη ενέργεια του Εναγόμενου. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με κατάληψη από τον Εναγόμενο λωρίδας γης έκτασης 50 τετραγωνικών μέτρων ή οποιασδήποτε άλλης έκτασης εντός του ακινήτου του Ενάγοντα ούτε για ισοπέδωση του ακινήτου του Ενάγοντα ή μετακίνηση όγκων χωμάτων από αυτόν, ως οι δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Παρομοίως, από πλευράς του Ενάγοντα δεν δόθηκε μαρτυρία ότι η εν λόγω λωρίδα γης αποτελούσε μέρος ιδιωτικού δρόμου που χρησιμοποιείτο από τον ίδιο και ο οποίος συνεπεία της ισχυριζόμενης επέμβασης κατέστη απροσπέλαστος. Επομένως, κατάληξή μου είναι ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν θα μπορούσα να καταλήξω σε εύρημα ότι υπήρξε επέμβαση στο ακίνητο του Ενάγοντα με εκσκαφέα και/ή άλλα μηχανικά μέσα και/ή ότι ο Εναγόμενος προέβη σε ισοπέδωση και/ή μετακίνηση όγκων χωμάτων δημιουργώντας υψομετρική διαφορά ύψους 4 μέτρων ή οποιουδήποτε άλλου ύψους και/ή κατάληψη από τον Εναγόμενο λωρίδας γης εκτάσεως 50 τετραγωνικών μέτρων εντός του ακινήτου του Ενάγοντα. Η όλη μαρτυρία που προσέφερε ο Ενάγοντα προς απόδειξη της υπόθεσης του αφορούσε την ανέγερση τοίχου αντιστήριξης εντός του ακινήτου του Εναγόμενου, υπολείμματα σκυροδέματος του οποίου επεκτείνονταν εντός του ακινήτου του Ενάγοντα. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα όπως προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησης και σε κάθε περίπτωση, όπως διαφάνηκε, ο τοίχος αυτός ανεγέρθηκε το 2009, ήτοι μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Υποδεικνύεται, τέλος, ότι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν προσκόμισε μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισης του δεν ισοδυναμεί με αποδοχή των ισχυρισμών του Ενάγοντα (Βλέπε μεταξύ άλλων Λουκία Ανδρέου v. Fareh Almifalani, Πολιτική Έφεση 40/2007, απόφαση ημερομηνίας 29.5.2009), αφού εκείνο το οποίο παραμένει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσον με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία ο Ενάγοντας έχει αποδείξει την υπόθεση του. Αποζημιώσεις Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου σε σχέση με την μη απόδειξη παράνομης επέμβασης στο κτήμα του Ενάγοντα ως οι δικογραφημένες θέσεις του, για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα των αποζημιώσεων που θα μπορούσαν να του αποδοθούν σε περίπτωση που απεδείκνυε τους ισχυρισμούς του. Στην υπόθεση Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 CLR 65, ένα ζήτημα που εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάσθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιδικάσει αποζημιώσεις στη βάση του κόστους επαναφοράς του ακινήτου των εφεσειουσών στην προτέρα του κατάσταση, αφού δεν υπήρχε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αναφορικά με την μείωση της αξίας του ακινήτου συνεπεία της επέμβασης. Οι εφεσείουσες δεν αμφισβήτησαν τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων αλλά το ύψος αυτών. Το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε την αρχή ότι η αποζημίωση στα πλαίσια διάπραξης αστικού αδικήματος θα πρέπει να είναι το ποσό το οποίο θα βάλει τον ενάγοντα στη θέση που θα ήταν σε περίπτωση που δεν διαπράττετο το αδίκημα. Το σχετικό απόσπασμα παρατίθεται κατωτέρω: «The recent trend of authority leaves a wide margin of appreciation to the trial Court for ascertaining, as well as assessing the damage suffered. The underlying principle is that expressed by Lord Blackburn in Livingstone v. Rawyards Coal Co. [1880] 5 App. Cas., 25 at p. 29, that "damage should be that amount of money that should put the plaintiff in the position he would be if he did not suffer the wrong". This principle constitutes, as it was recently observed in Dodd Properties v. Canterbury C. C. [1980] 1 All E.R. 928 (C.A.), the foundation upon which rules relevant to the assessment of damage rest or derive their raison d' etre. All other rules are subordinate to the aforementioned basic principle, including the rule, as it was mentioned in Dodd, supra, that damage should be assessed at the date of the tort or breach, as the case may be. We need not debate these dicta, for the dale of assessment of the damage is not in issue. But we are in full agreement that restoration ab integrum is the object of compensatory damage in tort. There are no constraints to the choice of path leading to the assessment of damage. It is largely dependent on the facts of the particular case. So long as the award is designed to restore the injured party to the position he would enjoy but for the civil wrong, it will be upheld provided the outcome is also one reckoned as fair between the parties, which constitutes the second basic rule that governs the determination of damage in a given case. (C. R. Taylor (Wholesale) Limited v. Hepworths Limited [1977] 2 All E.R. 784 (May, J.). As Geoffrey Lane. L.J. emphasised in Services Europe Atlantique v. Stockholm [1978] 2 AH E.R. 764, 'justice and fairness should illuminate the process of assessing damages in the case'». Στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι συνεπεία των παράνομων ενεργειών του Εναγόμενου, το κτήμα του παρουσιάζει κατά μήκος της νότιας πλευράς του υψομετρική διαφορά με το γειτονικό κτήμα του Εναγόμενου που φτάνει τα 4 μέτρα και το ακίνητό του και/ή τα χώματά και/ή το έδαφος αυτού παραμένουν χωρίς στήριγμα με κίνδυνο ανά πάσα στιγμή να καταρρεύσουν εκτός εάν ανεγερθεί αναγκαίο στήριγμα και/ή τοίχος αντιστήριξης με κόστος £4,800. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του κατά την κυρίως εξέτασή του ο Ενάγοντας ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το τι επιδιώκει από το Δικαστήριο: «Ζητώ τον τερματισμό της επέμβασης στο κτήμα μου πέραν των συνόρων που έδειξε το Κτηματολόγιο και να μου ψηλώσει τον τοίχο πάνω∙ να μου ασφαλίσει το κτήμα μου για να μην λέει μετά, όπως και λέει, ότι θα πέφτουν χώματα από το δικό μου στο δικό του και θα μου κινήσει εκείνος αγωγή εμένα και τα έξοδα της ταλαιπωρίας που τραβώ τόσα χρόνια». Σε ερώτηση δε του κ. Χριστοφόρου κατά την αντεξέταση κατά πόσον ζητά από το Δικαστήριο να διατάξει τον Εναγόμενο να κάνει τοίχο αντιστήριξης στο δικό του κτήμα, ο Ενάγοντας απάντησε ότι «όχι, θέλω να ψηλώσει το δικό του τοίχο αντιστήριξης για να μην πέφτουν τα σκάρτα στο δικό του και να μου κινήσει αγωγή μετά όπως λέει». Πέραν από την πιο πάνω μαρτυρία του Ενάγοντα, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία αναφορικά με την αναγκαιότητα ανέγερσης του τοίχου που αναφέρεται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης ή σε σχέση με το κόστος ανέγερσης του τοίχου ή του κόστους επαναφοράς του κτήματος του Ενάγοντα στην προτέρα του κατάσταση ή ότι η ανέγερση αυτού του τοίχου είναι η ενδεδειγμένη ενέργεια για αντιμετώπιση του προβλήματος. Όπως έχει επαρκώς νομολογηθεί, ο γενικός κανόνας είναι ότι ο ενάγοντας έχει το βάρος απόδειξης της υπόθεσής του και κατ' επέκταση το μέγεθος της ζημιάς που έχει υποστεί. Το γεγονός ότι νομικά η παράνομη επέμβαση παρέχει από μόνη της δικαίωμα αγωγής δεν σημαίνει ότι απαλλάσσει τον ενάγοντα από το βάρος να αποδείξει την έκταση της ζημιάς του. Αν αποτύχει να το πράξει, δικαιούται μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις (Βλ. Πίτσα Είκοσι ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 467 και Βερεγγάρια Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Δημήτρη Κυριακίδη, Πολιτική Έφεση 404/2006, απόφαση ημερομηνίας 9.6.2010). Υπό το φώς των πιο πάνω αρχών και με δεδομένη την ενώπιον μου μαρτυρία και την μη προσκόμιση μαρτυρίας από πλευράς του Ενάγοντα με την παρουσίαση κάποιου εμπειρογνώμονα ο οποίος θα έκανε κάποια εισήγηση και θα εφοδίαζε το Δικαστήριο με στοιχεία αναφορικά με το κόστος της προτεινόμενης λύσης, υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι ακόμα και εάν ο Ενάγοντας απεδείκνυε την ισχυριζόμενη επέμβαση θα μπορούσαν να του επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους €30,00. Ερχόμενη, τέλος, στις διάφορες αποδείξεις τις οποίες ο Ενάγοντας παρουσίασε στο Δικαστήριο αναφορικά με τα δικαιώματα που κατέβαλε στο Κτηματολόγιο για την αίτηση οριοθέτησης ΑΧ2671/2005 (Τεκμήριο 11) της αίτησης για επιτόπια εξέταση Α1229/2006 (Τεκμήριο 15) και της επανεξέτασης της (Τεκμήριο 12) κρίνεται ότι τα ποσά που αναφέρονται στις εν λόγω αποδείξεις δεν θα μπορούσαν να επιδικαστούν υπέρ του Ενάγοντα λόγω του ότι αυτά δεν περιλαμβάνονται ούτε αξιώνονται με την Έκθεση Απαίτησης ως ο Ενάγοντας είχε υποχρέωση να πράξει. (Βλ. Papakokkinou v. Kanther (πιο πάνω), Kakoullou v. Kakoulli
(1985)1 ΑΑΔ 355, Κούνουνα κ.ά ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 2126). Τελική Κατάληξη Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από των Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / final / Θέμα: Πολιτική / τελική / Παράνομη Επέμβαση [1] Το Τεκμήριο 6 είναι σχέδιο σε κλίμακα το οποίο ετοίμασε ο μάρτυρας και στη βάση αυτού ο Κλάδος Χαρτογράφησης του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ετοίμασε το Τεκμήριο 4. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.