← Κύπρος

Hellenic Bank Public Company Ltd ν. CMCypronetwork Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής:5239/06, 14 Ιουλίου 2011

Hellenic Bank Public Company Ltd ν. CMCypronetwork Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής:5239/06, 14 Ιουλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A219 Αρ. Αγωγής:5239/06 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Ltd, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και

  1. C.M.Cypronetwork Ltd, εκ Λεμεσού
  2. Χρίστος Μιχαηλίδης, εκ Λεμεσού
  3. Σπύρος Ραγιάς, εκ Λεμεσού Εναγομένου Αίτηση ημερ. 18.4.11 υπό εναγομένου 3 - αιτητή για τροποποίηση υπεράσπισης Ημερομηνία: 14 Ιουλίου 2011 Για εναγόμενο 3 - αιτητή: κος Νίκος Νικολάου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Λένα Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση των εναγόντων εναντίον του εναγομένου 3, ανέρχεται στο ποσό των £65.000,00 και εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό εγγύηση για τραπεζικό δάνειο που παραχωρήθηκε στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία - εναγομένη 1, με την εγγύηση των εναγομένων 2 και
  4. Μετά την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της συμπλήρωσης τροποποιημένων δικογράφων, η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε αρκετές φορές μετά από αίτημα των διαδίκων. Σημειώνεται ότι πλείστες αναβολές, ζητήθηκαν προκειμένου να επιτευχθεί εξώδικος συμβιβασμός της αγωγής κάτι που τελικά δεν κατέστη δυνατόν. Ακολούθησε στις 18.4.2011, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης από τον εναγόμενο 3 με την οποία ζητά την τροποποίηση του δικογράφου της υπεράσπισης του. Επιχειρείται με την αίτηση να προστεθούν στην υπεράσπιση του εναγόμενου 3, ισχυρισμοί περί ακυρότητας της εγγύησης που υπέγραψε καθώς και λεπτομέρειες αλληλογραφίας του με τους ενάγοντες. Αναφέρεται επιπλέον, ισχυρισμός για καθυστέρηση εκ μέρους των εναγόντων στην προώθηση δικαστικών μέτρων εναντίον της πρωτοφειλέτιδας εναγομένης 1, η οποία κατά την κρίση του εναγόμενου 3 εμποδίζει τους ενάγοντες από του να διεκδικούν οποιαδήποτε ποσά από τον ίδιο. Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.25 ΘΘ.1-6 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Πελαγίας Κυριακίδου, συνηγόρου στην δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τον εναγόμενο
  5. Σύμφωνα με την πιο πάνω ένορκη δήλωση, στις αρχές Φεβρουαρίου 2011 ο εναγόμενος 3 επισκέφθηκε τα γραφεία των συνηγόρων με σκοπό την ανάληψη εκ μέρους τους, της υπεράσπισης στην παρούσα αγωγή. Με την προσκόμιση των σχετικών φακέλων τόσον της παρούσας υπόθεσης όσον και άλλων δύο υποθέσεων που αφορούν τους ιδίους διαδίκους αλλά και από μελέτη των γεγονότων όπως εκτέθηκαν από τον πελάτη τους, διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση της υπεράσπισης του εναγομένου
  6. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, από την υπάρχουσα υπεράσπιση ελλείπουν βασικές πτυχές της εκδοχής του εναγόμενου 3, οι οποίες δεν έχουν δικογραφηθεί και είναι αναγκαίο να τεθούν στα δικόγραφα ώστε να συνάδουν με την μαρτυρία που θα προσκομιστεί. Αναφέρεται επίσης στην ένορκη δήλωση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση, ο εναγόμενος 3 δεν επιχειρεί να εισαγάγει νέα αιτία αγωγής αλλά να παρουσιάσει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης για σκοπούς καλύτερης απονομής της δικαιοσύνης. Τα στοιχεία που επιθυμεί να προσθέσει ο εναγόμενος 3, είναι σημαντικά ούτως ώστε να έχει το Δικαστήριο ενώπιον του, όλες τις θέσεις των διαδίκων. Επιπλέον δεν θα προξενηθεί οιαδήποτε ζημιά στην ενάγουσα, η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ως λόγους ένστασης, επικαλείται μεταξύ άλλων ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της Δικαστικής διαδικασίας. Αναφέρεται επιπλέον ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με υπερβολική καθυστέρηση και οι τυχόν δυσκολίες συνεννόησης του αιτητή με τους εκάστοτε συνηγόρους του στον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης δεν συνιστούν βάσιμο λόγο για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας. Τέλος, αναφέρεται στην ένσταση ότι η αίτηση δεν γίνεται καλόπιστα και θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα της ενάγουσας. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση υπαλλήλου της ενάγουσας στην οποία επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αγορεύσεις Ο συνήγορος του εναγομένου 3 - αιτητή, στην αγόρευση του αναφέρθηκε στη νομολογία σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στους λόγους ένστασης, ισχυριζόμενος ότι κανείς από αυτούς δεν πρέπει να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι καμία καθυστέρηση δεν υπήρξε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης αφού το γραφείο του ανέλαβε την υπόθεση μόλις τον Απρίλιο του 2011, οπόταν και διαπιστώθηκε η ανάγκη τροποποίησης της υπεράσπισης. Ανεξαρτήτως τούτου, ισχυρίστηκε ότι ο παράγοντας του χρόνου από μόνος του δεν είναι αποφασιστικής σημασίας και ότι στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει ανυπέρβλητο εμπόδιο για αποδοχή του αιτήματος δεδομένου ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει και ως εκ τούτου δεν δημιουργείται ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα της ενάγουσας. Επιπλέον, με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγονται γεγονότα στην υπεράσπιση του εναγομένου 3, τα οποία οι ίδιοι οι ενάγοντες γνώριζαν και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι θα επηρεαστούν δυσμενώς ή θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη εάν εγκριθεί το αίτημα. Η συνήγορος της ενάγουσας - καθ' ης η αίτησης στην αγόρευση της, έκανε αναφορά στις νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφου. Ήταν η θέση της ότι στην παρούσα υπόθεση, έχει διαρρεύσει κάθε εύλογο χρονικό διάστημα από την καταχώρηση της υπεράσπισης του εναγόμενου 3 στις 16.5.2007, μέχρι την ημέρα καταχώρησης της παρούσας στις 18.4.
  7. Ισχυρίστηκε ως εκ τούτου ότι η αίτηση τροποποίησης γίνεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας με αποτέλεσμα τον ανεπανόρθωτο επηρεασμό των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Επιπλέον, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η όλη συμπεριφορά του αιτητή είναι κακόπιστη. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι τα τελευταία 3 χρόνια είχε από κοινού με τον εναγόμενο 2, τόσο τηλεφωνική όσο και προσωπική επικοινωνία με την ενάγουσα, υποβάλλοντας διάφορες προτάσεις εξώδικου συμβιβασμού της παρούσας αλλά και άλλων αγωγών που εκκρεμούν μεταξύ των διαδίκων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Οι εν λόγω επαφές κατά την συνήγορο, ήταν και ο κύριος λόγος αναβολής της ακρόασης της παρούσας αγωγής. Στις πιο πάνω συναντήσεις όμως, ο εναγόμενος 3 ουδέποτε επικαλέστηκε κατά τη συνήγορο, τους ισχυρισμούς που αναφέρει στην παρούσα αίτηση του. Ενόψει των πιο πάνω, είναι η θέση της συνηγόρου ότι ο αιτητής δεν απέσεισε το αποδεικτικό βάρος για τη δικαιολόγηση των αιτημάτων του και τη μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας. Νομική πτυχή Η Δ.25 θ.1 επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση έχει ως ακολούθως: "The court or a judge may, at any stage of the proceedings allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων." Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου δυνάμει του πιο πάνω κανονισμού, υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των Αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η σύγχρονη τάση όπως προκύπτει από τη Νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου

(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα του Λόρδου Denning στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754: "I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε σε μεταγενέστερη νομολογία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Easton v. Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257 & Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ 44). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης μεταξύ άλλων ότι το θέμα ως προς το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης Δίκης. Επιβεβαιώθηκε επίσης ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, ταυτίζεται πλήρως με τις αρχές που εφαρμόζονται στην Αγγλία επί του θέματος αυτού. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε)
  1. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση αυτή: "Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
  2. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  3. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  4. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  5. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη". Έχει νομολογηθεί επίσης ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όμως που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Oπως λέχθηκε στην υπόθεση Patrick Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 AAΔ 607, 613 σε μια αίτηση αυτής της μορφής δεν χρειάζεται να τίθεται στην ένορκη δήλωση ισχυρισμός ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία ή να εξετάζονται ακόμη και οι λόγοι της καθυστέρησης γιατί θεωρείται από την ίδια την κατάθεση της αίτησης ότι ο διάδικος θεωρεί την τροποποίηση αναγκαία, ενώ το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με βάση το σύνολο του υπάρχοντος υλικού και ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας και της άλλης πλευράς. Συμπεράσματα. Έχοντας υπόψη τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών όπως προκύπτουν από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αλλά και από τις ένορκες δηλώσεις της παρούσας διαδικασίας, κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν εισάγει νέα βάση υπεράσπισης ούτε επιφέρει την ριζική μετατροπή της υπεράσπισης του εναγομένου. Η αρχική θέση του εναγομένου 3, ήταν ότι η επίδικη εγγύηση του ήταν άκυρη. Αυτό που επιδιώκεται στην ουσία με την παρούσα, είναι η εισαγωγή ισχυρισμών επεξηγηματικών της θέσης του σε σχέση με την πιο πάνω εκδοχή του. Επιδιώκει να προβάλει ισχυρισμούς για την εκ μέρους του γραπτή ειδοποίηση προς τους ενάγοντες κατά το 2003 ότι ακυρώνει την εγγύηση που υπέγραψε αναφορικά με τα δάνεια που συνήψε η πρωτοφειλέτιδα εναγομένη 1. Επικαλείται επίσης μεταγενέστερες συμφωνίες της ενάγουσας με τους εναγομένους 1 & 2 που ακυρώνουν την εκ μέρους του υπογραφείσα εγγύηση. Υπό τας περιστάσεις, κρίνω ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, η ενάγουσα δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων. Επιπλέον δεν έχει αποδειχθεί κακοπιστία του εναγομένου 3 στην καταχώρηση της παρούσας. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και μετά από συνυπολογισμό όλων των δεδομένων της υπόθεσης, κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Με δεδομένη την φύση της αξίωσης σε συνυπολογισμό και με τους άλλους παράγοντες της νομολογίας, βρίσκω ότι με την έγκριση της αίτησης εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης αφού θα δοθεί η δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιληφθεί των ουσιαστικών διαφορών των διαδίκων. Αντιθέτως, ότι τυχόν απόρριψη του αιτήματος θα στερούσε ουσιαστικά από τον εναγόμενο 3, του δικαιώματος να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου, την υπόθεση του όπως ο ίδιος κρίνει ορθό. Τέλος, σημαντικό στοιχείο στην πιο πάνω απόφαση μου, αποτελεί το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει ούτως ώστε η εκτροπή από την πορεία της Δίκης να μειώνεται σημαντικά. Εν όψει όλων των πιο πάνω, εκδίδω διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης του εναγομένου 3 ως το αιτητικό της παρούσας αίτησης. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Στην συνέχεια να ισχύσουν οι διατάξεις των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ, Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Στην παρούσα υπόθεση, η ενάγουσα δεν ευθύνεται σε οποιονδήποτε βαθμό στην δημιουργία των εξόδων που χάνονται με την τροποποίηση της υπεράσπισης. Κρίνω ως εκ τούτου ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο τους ο εναγόμενος 3 -αιτητής. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τα έξοδα της παρούσας αίτησης, τα οποία θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση. Δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να αποκλίνω από τον βασικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας, τα δικαιούται ο επιτυχών διάδικος που στην περίπτωση αυτή είναι ο εναγόμενος 3 - αιτητής (Βλ. Χατζηγέρου ν. Α.Η.Κ
(2003)3 Α.Α.Δ 31). Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, αποφασίζω όπως όλα τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση να τα επιβαρυνθεί ο εναγόμενος 3 - αιτητής ενώ τα έξοδα της παρούσας αίτησης να βαρύνουν την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση. Όλα τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο να πληρωθούν δε, στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.