← Κύπρος

Δώρος Ήρωας κ.α. ν. Kersomnia Holdings Ltd, Αρ. Αγωγής: 550/11, 18 Ιουλίου 2011

Δώρος Ήρωας κ.α. ν. Kersomnia Holdings Ltd, Αρ. Αγωγής: 550/11, 18 Ιουλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A221 Αρ. Αγωγής: 550/11 Μεταξύ:

  1. Δώρος Ήρωας από την Λεμεσό
  2. Μαρία Πιερίδου Ήρωα, από την Λεμεσό Εναγόντων και Kersomnia Holdings Ltd, από την Λεμεσό Εναγομένης Αίτηση ημερ 4.2.11 υπό εναγόντων - αιτητών για έκδοση συντηρητικού διατάγματος Ημερομηνία: 18 Ιουλίου 2011 Για ενάγοντες - αιτητές: κα Κόκκινου Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κος Θρασυβούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση των εναγόντων εναντίον της εναγομένης εταιρείας, εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό παράβαση συμβολαίου αγοράς ακινήτου. Δυνάμει της πιο σύμβασης, οι ενάγοντες συμφώνησαν να αγοράσουν μια διώροφη οικία που θα ανεγειρόταν από τους εναγομένους, σε υπό διαχωρισμό ακίνητο. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, η εναγομένη εταιρεία παρέβηκε τους όρους του συμβολαίου αφού οι εργασίες ανέγερσης της οικίας έχουν διακοπεί από τον Αύγουστο του
  3. Επίσης δεν έχουν εξασφαλιστεί οι σχετικές άδειες για οικοδόμηση της οικίας. Έναντι του πιο πάνω συμβολαίου, οι ενάγοντες κατέβαλαν συνολικά το ποσό των €359.576,
  4. Οι ενάγοντες, επικαλούμενοι τις πιο πάνω παραβάσεις της σύμβασης από την εναγομένη, με επιστολή τους ημερομηνίας 20.1.2011 τερμάτισαν το συμβόλαιο αγοράς της πιο πάνω κατοικίας. Επιπλέον, ενόψει της κατ' ισχυρισμό οικονομικής αδυναμίας της εναγομένης να οικοδομήσει την επίδικη οικία και να συμμορφωθεί με τους όρους της σύμβασης, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με την οποία ζητούν μεταξύ άλλων ακύρωση του επίδικου συμβολαίου και επιστροφή όλων των ποσών που πλήρωσαν στην εναγόμενη. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει στους εναγομένους να πωλήσουν ή επιβαρύνουν το μερίδιο τους επί του τεμαχίου, στο οποίο συμφωνήθηκε η ανέγερση της κατοικίας μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής. Το πιο πάνω ακίνητο, βρίσκεται στο χωριό Φασούλα και φέρει αριθμό εγγραφής 13716, οι δε εναγόμενοι κατέχουν το 49% του όλου μεριδίου στο οποίο είχαν προγραμματίσει να ανεγείρουν δύο οικίες, μια εκ των οποίων πώλησαν στους ενάγοντες με την επίδικη συμφωνία. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6), στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ.
  5. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η εναγομένη εταιρεία με βάση πληροφορίες των εναγόντων, προτίθεται να επαναμεταβιβάσει το επίδικο τεμάχιο στην αρχική ιδιοκτήτρια σε μία προσπάθεια επίλυσης των διαφορών τους και προκειμένου να τερματίσουν το συμβόλαιο αντιπαροχής που υπέγραψαν με αυτή. Σε αυτή την περίπτωση, υπάρχει ορατός κίνδυνος η εναγομένη να αδυνατεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί προς όφελος τους. Αυτό γιατί η εναγομένη δεν έχει οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς ικανοποίηση Δικαστικής απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί εναντίον τους. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ο ενόρκως δηλών ενάγοντας 1 αναφέρει στην παράγραφο 4 ότι μετά από παράκληση της εναγομένης για σκοπούς δικής της δανειοδότησης, οι ενάγοντες υπέγραψαν και δεύτερο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Το δεύτερο αυτό συμβόλαιο έφερε την ίδια ημερομηνία και τους ιδίους όρους με το αρχικό συμβόλαιο εκτός σε ότι αφορά το τίμημα πώλησης. Στο αρχικό συμβόλαιο, το τίμημα πώλησης ήταν €452.779,00 πλέον ΦΠΑ €67.917,00 ενώ στο δεύτερο συμβόλαιο ήταν €521.123,00 πλέον ΦΠΑ €78.
  6. Αφού εξέτασα την αίτηση μονομερώς, εξέδωσα στις 4.2.11 διάταγμα που να απαγορεύει την μεταβίβαση του μεριδίου της εναγόμενης που ανέρχεται στο 49% επί του πιο πάνω τεμαχίου. Ακολούθως, όρισα την υπόθεση για επίδοση στην εναγομένη, τόσον του διατάγματος όσον και της μονομερούς αίτησης προκειμένου να εξεταστεί η οριστικοποίηση του διατάγματος. Η εναγομένη εταιρεία καταχώρησε ένσταση στην οριστικοποίηση του διατάγματος. Ως λόγους ένστασης, επικαλείται, μεταξύ άλλων ότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και απέκρυψαν ουσιαστικά γεγονότα, σημαντικά στην μονομερή εξέταση του αιτήματος. Επιπλέον με την ένσταση της, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι στην παρούσα περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 αλλά και των άρθρων 4 και 5 του Κεφ.6 για την οριστικοποίηση του διατάγματος. Ισχυρίζεται τέλος, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δικαιολογεί την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Παύλου Παναγή, εκ των διευθυντών της εναγομένης εταιρείας. Σε αυτήν, αναφέρει ότι σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, αμφότεροι οι ενάγοντες είναι συνεργοί σε ισχυριζόμενη παρανομία αφού αναφέρουν ότι υπέγραψαν δεύτερο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, προφανώς με σκοπό την καταδολίευση του Δημοσίου. Επίσης, έχουν αποκρύψει το γεγονός ότι προέβηκαν σε πληρωμές προς τους εναγομένους σύμφωνα με τις πρόνοιες του συμβολαίου που δεν χαρτοσημάνθηκε και δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Αγορεύσεις: Η συνήγορος για τους ενάγοντες στην αγόρευση της, ισχυρίσθηκε ότι οι αιτητές δεν ζητούν με την αγωγή τους, εφαρμογή παράνομης συναλλαγής αλλά την ακύρωση της συμφωνίας τους με την εναγομένη. Από την στιγμή δε που έρθει σε γνώση του Δικαστηρίου τυχόν παρανομία στην συναλλαγή, αυτό όχι μόνο έχει εξουσία ακύρωσης της συναλλαγής αλλά η παρέμβαση του είναι επιτακτικής φύσης. Όσον αφορά την απόκρυψη πληρωμών από το μη χαρτοσημανθέν συμβόλαιο, η συνήγορος ισχυρίσθηκε ότι στην ένορκη δήλωση της αίτησης γίνεται ενδελεχής αναφορά στην ύπαρξη των δυο συμβολαίων. Κατά πόσο οι πληρωμές έγιναν στην βάση του ενός ή του άλλου συμβολαίου, αποτελεί ζήτημα που θα επιλυθεί κατά την ακροαματική διαδικασία και δεν μπορεί να αποφασιστεί στο παρόν στάδιο. Δεν είναι όμως ουσιαστικό γεγονός που θα έπρεπε να αποκαλυφθεί κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Το ουσιαστικό γεγονός, είναι όπως αναφέρεται και στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της αίτησης, ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν στους εναγομένους μέχρι σήμερα €359.576,00 έναντι του τιμήματος πώλησης. Το κατά πόσο το ποσό αυτό πληρώθηκε έναντι του πρώτου ή του δεύτερου συμβολαίου δεν αποτελεί σημαντικό στοιχείο κατά την συνήγορο ούτε και μπορεί να αποφασιστεί στο παρόν στάδιο. Στη συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις που καθορίζει η νομολογία για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος δυνάμει των άρθρων 4 και 5 του ΚΕΦ.6 και του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  7. Ήταν η θέση της ότι στην παρούσα περίπτωση ισχύουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση και οριστικοποίηση του υπό κρίση διατάγματος. Επιπλέον, οι εναγόμενοι δεν έχουν υποδείξει με ποιο τρόπο η συνέχιση του διατάγματος θα τους προκαλέσει οποιαδήποτε ταλαιπωρία. Αντιθέτως, οι ενάγοντες ισχυρίζονται με την αίτηση τους ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η επίδικη περιουσία να αποξενωθεί με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους. Ο συνήγορος της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση, στην αγόρευση του επανέλαβε τους λόγους ένστασης όπως αναφέρονται στο δικόγραφο της ένστασης του. Ήταν η θέση του ότι από την στιγμή που οι ενάγοντες δεν ζήτησαν να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση της ένστασης, η μαρτυρία του για την παρανομία της σύμβασης παρέμεινε αναντίλεκτη. Υπήρξε επιπλέον κατά τον συνήγορο των εναγομένων, παραβίαση εκ μέρους των εναγόντων, της αρχής ότι έπρεπε να προσέλθουν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Δεν αναφέρθηκαν σε πληρωμές που έγιναν έναντι του μη χαρτοσημασμένου συμβολαίου και επιπλέον σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της αίτησης, είναι συνεργοί σε παρανομία αφού ισχυρίζονται ότι υπέγραψαν δεύτερο συμβόλαιο, προφανώς με σκοπό την καταδολίευση του Δημοσίου. Από μόνος του ο πιο πάνω ισχυρισμός, τους στερεί το δικαίωμα να προσέρχονται ενώπιον του Δικαστηρίου και να ζητούν θεραπεία σχετική με το δίκαιο της επιείκειας. Στη συνέχεια, ο συνήγορος των εναγομένων παραπέμποντας σε νομολογία, ισχυρίσθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60.. Τέλος, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι σε περίπτωση οριστικοποίησης του διατάγματος, το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει επιπρόσθετη εγγύηση υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης, αφού η προσωπική εγγύηση των €10.000,00 που διατάχθηκε αρχικά, δεν κρίνεται ικανοποιητική. Νομική Πτυχή Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, αφορά την δέσμευση ακίνητης περιουσίας που αφορά το αντικείμενο της αγωγής. Στην παρούσα όμως περίπτωση, οι ενάγοντες δεν ζητούν με την αγωγή τους ειδική εκτέλεση της σύμβασης ή εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι τους. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, αιτούνται αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης, η οποία παρέλειψε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους να οικοδομήσει και τους παραδώσει μια οικία επί του επιδίκου ακινήτου. Όσον αφορά το υπό κρίση συντηρητικό διάταγμα, αυτό επιζητείται σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της αίτησης για σκοπούς εκτέλεσης τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί εναντίον των εναγόντων. Το Δικαιοδοτικό πλαίσιο του άρθρου 5 του Κεφ. 6, αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου προς το σκοπό εκτέλεσης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και έτσι έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Το ίδιο συμβαίνει και με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, του οποίου οι πρόνοιες έχουν ευρύτερη εφαρμογή στην έκδοση συντηρητικού διατάγματος σε σχέση με το άρθρο 5 του Κεφ.
  8. Ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κωνσταντινίδης σε μελέτη του που δημοσιεύτηκε στο COPRUS DE JURE CUPR. II Τεύχος 1, σελ.179, αναφέρει τα ακόλουθα στην σελ. 202 σε σχέση με την αλληλοεπίδραση των δύο άρθρων: «Το άρθρο 5 είναι ειδική πρόνοια που ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης, με παρεμπίπτον διάταγμα, της πώλησης ή αποξένωσης της περιουσίας του Εναγομένου, εφ' όσον η απαίτηση του Ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Το άρθρο 5, αφού με την πρώτη παράγραφο του προσδιορίζει την έκταση της εξουσίας και τον σκοπό που είναι ταγμένη να εξυπηρετήσει, θέτει τις δικές του προϋποθέσεις αναφορικά με την άσκηση αυτής της εξουσίας. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα έτσι που να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν καλύπτει και τις περιπτώσεις που καλύπτει το άρθρο
  9. Επομένως δεν αποκλείεται η επιζήτηση διατάγματος που καλύπτεται από το Άρθρο 5 με βάση το Άρθρο 32 ή με βάση και τα δύο άρθρα ταυτόχρονα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, για να εκδοθεί το διάταγμα, είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν οι ειδικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5, σε όποιο βαθμό δεν συμπίπτουν με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32.» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει εξ' άλλου καθορίσει ότι στην εξέταση αιτήματος για έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, το οποίο στηρίζεται και στο άρθρο 5 του Κεφ.6, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα ειδικά κριτήρια που καθορίζει το άρθρο 5 (Βλ. μεταξύ άλλων Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδη

(1992)1 Α.Α.Δ 54). Οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 5 του Κεφ. 6 είναι οι εξής: · Καλή βάση Αγωγής · Με την αποξένωση της περιουσίας, πιθανόν ο ενάγοντας να παρεμποδιστεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του. Αναφορικά με την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 αναφέρονται οι πιο κάτω τρεις βασικές προϋποθέσεις: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της καλής βάσης αγωγής του άρθρου 5 του Κεφ. 6, ταυτίζεται με αυτή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. (Βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6 δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί πραγματική πρόθεση αποξένωσης ή επιβάρυνσης της περιουσίας του εναγομένου (Larticon co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ 1121). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία Λεωνίκ Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ 785, εκείνο που λαμβάνεται υπόψη είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση στην ικανοποίηση της Δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Τσιολάκκης κ.α ν. Στυλιανίδης
(1992)1 Α.Α.Δ 782, 785, λέχθηκε ότι εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί κίνδυνος μη ικανοποίησης της απόφασης αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία του εναγομένου και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί πραγματική προσπάθεια αποξένωσης (Βλ. επίσης Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α
(2006)1 Α.Α.Δ 281). Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στην ίδια μελέτη του Γ.Κ Κωνσταντινίδη στο CORPUS DE JURE CYPRII (ανωτέρω) και σε σχέση με την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελ. 214: "Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι απεριόριστοι και δεν επιδέχονται προσδιορισμό εκ των προτέρων. Γενικά, η έκδοση ή η άρνηση της έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος εξαρτάται από τον κεφαλαιώδη γνώμονα των αναγκών της δικαιοσύνης όπως αυτές αποκαλύπτονται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Με δεδομένη την εννοιολογική διαφοροποίηση όσων κριτηρίων ο νομοθέτης διαμόρφωσε ως προϋποθέσεις για την γέννηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, οι παράγοντες αυτοί εξετάζονται, βασικά, στα πλαίσια του έργου της στάθμισης των αντίστοιχων αναγκών ή συμφερόντων των διαδίκων, σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω στα επηρεαζόμενα μέρη ή έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του διατάγματος. Σε σχέση με το θέμα αυτό, θα υπενθύμιζα μόνο την υπόθεση American Cyanamid Co.,
(1975)1 All E.R. 504, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση που οι διάφοροι παράγοντες που είναι σχετικοί στην στάθμιση των αντίστοιχων συμφερόντων ή αναγκών των διαδίκων ισοζυγίζονται, πρέπει να επενεργεί στην απόφαση, το στοιχείο της διατήρησης του status quo ante, της διατήρησης, δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο Εναγόμενος άρχισε την δραστηριότητα της οποία επιδιώκεται η παρεμπόδιση." Επίσης στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 246, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Ένα ακόμα σημαντικό θέμα είναι το ζήτημα του επείγοντος, το οποίο αποτελεί όρο για την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα. Ο αιτητής φέρει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το επείγον της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος με μονομερή αίτηση. Stavros Hotel Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841, Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, 954 και R. C. K. Sports Ltd (αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 618, 624. Το Δικαστήριο, το οποίο επανεξετάζει την οριστικοποίηση ή ακύρωση του διατάγματος, έχει τη δυνατότητα να εξετάσει το ζήτημα αυτό στο σύνολο των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του. Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ένα άλλο στοιχείο που εξετάζεται, είναι κατά πόσον ο αιτητής κατά την διαδικασία της μονομερούς εξέτασης του αιτήματος του, έχει αποκαλύψει όλα τα ουσιαστικά στοιχεία που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί, η διαδικασία με μονομερή αίτηση, επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Συμπεράσματα. Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει, είναι η θέση της εναγομένης ότι το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί επειδή στην ένορκη δήλωση της αίτησης, γίνεται αναφορά σε υπογραφή δύο αγοραπωλητηρίων εγγράφων. Επί του προκειμένου, ο ενόρκως δηλών ενάγοντας 1 αναφέρει στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της αίτησης ότι μετά από παράκληση της εναγομένης και για σκοπούς δικής της δανειοδότησης, οι ενάγοντες υπέγραψαν και δεύτερο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Το δεύτερο αυτό συμβόλαιο, έφερε την ίδια ημερομηνία και τους ιδίους όρους με το αρχικό συμβόλαιο εκτός σε ότι αφορά το τίμημα πώλησης, το οποίο ήταν εμφανώς μεγαλύτερο. Είναι η θέση της εναγομένης ότι το δεύτερο συμβόλαιο, έγινε προφανώς για καταδολίευση του Δημοσίου. Υπονοείται βέβαια εδώ ότι οι διάδικοι δεν παρουσίασαν στις αρμόδιες αρχές το κανονικό συμβόλαιο αλλά άλλο με μικρότερα ποσά με αποτέλεσμα να πληρώσουν μειωμένα τέλη και φορολογία. Επειδή δε κατά την εναγομένη, οι ενάγοντες είναι συνεργοί σε καταδολίευση του δημοσίου δεν νομιμοποιούνται να ζητούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ τους. Το πρώτο στοιχείο που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι οι ενάγοντες δεν έχουν παραδεχθεί με την ένορκη δήλωση της αίτησης ότι η υπογραφή των δύο συμβολαίων έγινε για σκοπούς καταδολίευσης. Αυτή είναι η θέση της εναγομένης. Αντιθέτως, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αυτό έγινε για σκοπούς δανειοδότησης της εναγομένης και μετά από παράκληση της. Είναι γεγονός ότι η κατάθεση στις αρμόδιες αρχές μειωμένου ποσού πώλησης από το πραγματικό, έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια εσόδων από την Δημοκρατία. Όμως μόνο με αυτά τα στοιχεία, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε εύρημα για διάπραξη ποινικού αδικήματος καταδολίευσης του Δημοσίου. Ιδιαίτερα όταν υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις ως προς τα κίνητρα των διαδίκων που τους οδήγησαν στην υπογραφή δύο συμβολαίων για την ίδια συναλλαγή. Το οξύμωρο του όλου ισχυρισμού της εναγομένης, είναι ότι επικαλείται δική της συμμετοχή σε ποινικό αδίκημα, προκειμένου να αποφύγει τις αστικές υποχρεώσεις της όπως πηγάζουν από την επίδικη συμφωνία της με τους ενάγοντες. Ούτε είναι δυνατόν βέβαια, το Δικαστήριο να αφήσει διάδικο να αντλήσει πλεονέκτημα σε αστική αγωγή, επικαλούμενος την εκ μέρους του διάπραξη ποινικού αδικήματος. Πέραν τούτου, επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί με το υπάρχον υλικό που έχει ενώπιον του σε εύρημα για την διάπραξη ποινικού αδικήματος από οιονδήποτε διάδικο. Ενόψει των πιο πάνω δεν ισχύει η θέση της εναγομένης για ακύρωση του συντηρητικού διατάγματος λόγω συμμετοχής των εναγόντων σε αδίκημα καταδολίευσης του δημοσίου. Όμως, το παρόν Δικαστήριο παρότι δεν μπορεί να προβεί σε σχετικά ευρήματα δεν είναι δυνατόν να μείνει απαθές, όταν του προβάλλονται ισχυρισμοί για διάπραξη ποινικών αδικημάτων από οιονδήποτε διάδικο. Ως εκ τούτου, δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως αποστείλει την παρούσα αίτηση, την ένσταση καθώς και τις ενόρκους δηλώσεις που τις συνοδεύουν στον Γενικό Εισαγγελέα για σκοπούς διερεύνησης πιθανής διάπραξης ποινικού αδικήματος εκ μέρους των διαδίκων. Θα εξετάσω στην συνέχεια, κατά πόσον ευσταθούν οι ισχυρισμοί της εναγομένης για απόκρυψη ουσιαστικών στοιχείων από τους ενάγοντες κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Επί του προκειμένου, η εναγομένη επικαλέστηκε το γεγονός της πληρωμής κάποιων ποσών από τους ενάγοντες έναντι του δευτέρου συμβολαίου, το οποίο δεν χαρτοσημάνθηκε. Ούτε η πιο πάνω θέση της εναγομένης ευσταθεί. Στην ένορκη δήλωση της ένστασης, οι εναγομένη δεν εξειδικεύει τα ποσά που κατά τους ισχυρισμούς της πληρώθηκαν από τους ενάγοντες έναντι του δεύτερου συμβολαίου. Αντιθέτως, οι ενάγοντες στην ένορκη δήλωση της αίτησης, αναφέρουν ότι πλήρωσαν στην εναγομένη το συνολικό ποσόν των €359.576,00 έναντι των υποχρεώσεων τους που πήγαζαν από την επίδικη συμφωνία. Ούτε μπορεί να διαχωριστεί στο παρόν στάδιο αν τα ποσά αυτά αφορούν το πρώτο ή το δεύτερο συμβόλαιο. Ανεξαρτήτως τούτου, η μη αναφορά σε πληρωμή οιωνδήποτε ποσών έναντι του δεύτερου συμβολαίου δεν αποτελεί κατά την κρίση μου ουσιαστικό γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει το Δικαστήριο στην απόφαση του για μονομερή έκδοση του διατάγματος. Με δεδομένες τις πιο πάνω θέσεις μου θα εξετάσω στην συνέχει κατά πόσον οι ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις για οριστικοποίηση του υπό κρίση συντηρητικού διατάγματος. Από το σύνολο της μαρτυρίας που έχω ενώπιον μου, προκύπτει ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει καλή βάση αγωγής και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Υπενθυμίζω ότι η αγωγή στηρίζεται σε ισχυρισμούς για παράβαση σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων, οι οποίοι κατά τους ενάγοντες, εισέπραξαν το συνολικό ποσόν των €359.576,00 χωρίς όμως να εκπληρώσουν τις δικές τους υποχρεώσεις για οικοδόμηση και παράδοση της επίδικης οικίας. Το πιο πάνω ποσόν δε, οι ενάγοντες διεκδικούν με την παρούσα αγωγή τους. Οι ενάγοντες έχουν επίσης αποδείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της απαίτησης τους. Χωρίς να αποφαίνομαι επί της ουσίας της αγωγής, από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, κρίνω ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες. Στην ένορκη δήλωση της αίτησης, οι ενάγοντες επισυνάπτουν όλα τα αναγκαία έγγραφα καθώς και την αλληλογραφία τους με την εναγομένη ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι η εναγομένη με την ένσταση της, δεν αρνείται την εκ μέρους της υπογραφή των επίδικων συμφωνιών αλλά περιορίζεται σε ισχυρισμούς για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και σε συνεργία σε ισχυριζόμενο ποινικό αδίκημα καταδολίευσης της Δημοκρατίας. Υπενθυμίζω ότι αρκεί στο παρόν στάδιο κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να καταδειχθεί το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής. Στην παρούσα υπόθεση, από το σύνολο των περιστατικών που έχω ενώπιον μου, προκύπτει ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την προϋπόθεση αυτή στο βαθμό που καθορίζει η Νομολογία. Θα εξετάσω στην συνέχεια την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πραγματική πρόθεση του εναγομένου να αποξενώσει την περιουσία του. Αρκεί για την απόδειξη του στοιχείου αυτού, η παρουσίαση μαρτυρίας ότι υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η Δικαστική απόφαση που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα, στην περίπτωση που ο εναγόμενος αποξενώσει την περιουσία του. Στην παρούσα περίπτωση, οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι οι εναγόμενοι αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Αυτός ήταν και ο λόγος για την κατ' ισχυρισμό παράβαση της σύμβασης εκ μέρους τους. Έχουν μάλιστα προβεί σε διευθετήσεις να επιστρέψουν το επίδικο τεμάχιο στους προηγούμενους ιδιοκτήτες του αφού η μεταξύ τους συμφωνία αντιπαροχής, απέτυχε. Είναι επιπλέον ισχυρισμός των εναγόντων ότι η εναγομένη δεν έχει άλλη περιουσία, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς ικανοποίησης τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί εναντίον της. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί των εναγόντων δεν αμφισβητήθηκαν με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Ούτε ζητήθηκε η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση της αίτησης, προκειμένου να αντεξεταστεί και να αντικρουστούν οι πιο πάνω θέσεις του. Ως εκ τούτου, οι πιο πάνω ισχυρισμοί των εναγόντων παρέμειναν αναντίλεκτοι ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 ότι με την αποξένωση της επίδικης περιουσίας, πιθανόν να παρεμποδιστούν να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους. Για τους ιδίους λόγους, έχω ικανοποιηθεί ότι αποδείχθηκε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, ότι δηλαδή εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τέλος, έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κρίνω ότι είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς από το Δικαστήριο στις 4.2.11, καθίσταται οριστικό. Το αίτημα της εναγομένης για αύξηση του ποσού της εγγύησης σε περίπτωση οριστικοποίησης του διατάγματος, δεν αιτιολογήθηκε επαρκώς και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας να επιβαρύνουν την εναγομένη - καθ' ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο να πληρωθούν δε, στο τέλος της αγωγής. Επιπλέον όπως έχω προαναφέρει, δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως αποστείλει την παρούσα απόφαση μαζί με την αίτηση και την ένσταση καθώς και τις ενόρκους δηλώσεις που τις συνοδεύουν, στον Γενικό Εισαγγελέα για σκοπούς διερεύνησης πιθανής διάπραξης οιουδήποτε ποινικού αδικήματος εκ μέρους των διαδίκων. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.