Ζωής Κουπέπα ν. Ματθαίου Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής 2555/11, 22.7.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A223 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2555/11 Μεταξύ: Ζωής Κουπέπα, από τη Λεμεσό Ενάγουσας και Ματθαίου Γεωργίου Χαράλαμπου Γεωργίου Εναγομένων ----------------------------------- Αίτηση ημερ. 2.6.11 για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος Ημερομηνία: 22.7.11 Για την ενάγουσα/αιτήτρια: κ. Γ. Θεοδοσίου Για τους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση: κ. Ν. Καλλής Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 3.6.11, το Δικαστήριο εξέδωσε μετά από μονομερή αίτηση της αιτήτριας διάταγμα με το οποίο «διατάττει τους Καθ' ων η αίτηση εναγόμενους αρ.1 και 2 να εγκαταλείψουν άμεσα την πιο κάτω κατοικία και όπως παραδώσουν αμέσως ελεύθερη κατοχή της πιο κάτω κατοικίας στην αιτήτρια ενάγουσα. Περιγραφή κατοικίας: Κατοικία που βρίσκεται στην οδό Γιαννάκη Παπαχαραλάμπους αρ. 39 στην Απαισιά της επαρχίας Λεμεσού, επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 10272, Φ/Σχ. XLVII/64, αρ. τεμαχίου 321.» Τα γεγονότα που στηρίζουν την επίδικη θεραπεία παρέχονται μέσα από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας και είναι τα ακόλουθα: Η αιτήτρια είναι συνιδιοκτήτρια με τον εν διαστάσει σύζυγο της από ½ μερίδιο της κατοικίας η οποία βρίσκεται στο χωριό Απαισιά στη Λεμεσό. Το οικόπεδο επί του οποίου ανεγέρθηκε η κατοικία ανήκε στην αιτήτρια ως δώρο από τον πατέρα της, η κατοικία ήταν ημιτελής και αργότερα μετά το γάμο της με το σύζυγο της Μιχάλη Γεωργίου του μεταβίβασε το ½ μερίδιο με σκοπό να συνάψουν δάνειο για να αποπερατώσουν την κατοικία τους. Από το Φεβρουάριο του 2010 βρίσκεται σε διάσταση με το σύζυγο της και στις 21.9.10 εκδόθηκε διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο σύμφωνα με το οποίο η αποκλειστική χρήση της κατοικίας παραχωρήθηκε στην ίδια. Ο σύζυγος της εγκατέλειψε την επίδικη οικία η οποία αποτελούσε το συζυγικό οίκο και το διάταγμα κατέστη απόλυτο στις 26.5.
- Οι Εναγόμενοι είναι παιδιά του συζύγου της από προηγούμενο γάμο ηλικίας 27 και 25 χρόνων και διέμεναν μαζί τους στην εν λόγω κατοικία και παρά την αποχώρηση του πατέρα τους εξακολουθούν να διαμένουν εκεί αρνούμενοι να την εγκαταλείψουν. Η διαμονή των Εναγομένων στην οικία της Ενάγουσας όπως περιγράφεται από την ίδια είναι προβληματική και περιβάλλεται από κλίμα ψυχρότητας και αναστάτωσης. Η καθημερινή τους ζωή είναι γεμάτη από καυγάδες και ένταση και οι Καθ΄ ων η αίτηση/Εναγόμενοι αρνούνται να συνεισφέρουν οποιοδήποτε ποσό για τη διαμονή τους εκεί ούτε για ρεύμα, ούτε νερό ούτε για τηλέφωνο με αποτέλεσμα να δημιουργείται στην Ενάγουσα τεράστιο οικονομικό πρόβλημα. Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση την απειλούσαν ότι θα την εξαναγκάσουν να εγκαταλείψει την οικία και στις 27.5.11 ενώ η ίδια βρισκόταν στην εργασία της λέρωσαν την τουαλέτα χωρίς να καθαρίσουν, βούλωσαν την αποχέτευση και έφυγαν από το σπίτι έτσι ώστε να δημιουργηθεί μεγάλη δυσοσμία και να είναι αδύνατη η πρόσβαση της στην οικία μετά την επιστροφή της, από την εργασία της. Η Αιτήτρια αναγκάστηκε να κλειδώσει την τουαλέττα για να μην έχουν καμιά πρόσβαση σ' αυτή και ένεκα τούτου ο Εναγόμενος 1 της επιτέθηκε, την εξύβρισε με διάφορες ακατονόμαστες εκφράσεις και έσπασε διάφορα αντικείμενα στο σπίτι. Η Αιτήτρια κατήγγειλε τη συμπεριφορά αυτή στην αστυνομία και είναι η θέση της ότι ζει με φόβο και τρόμο ότι κάποια στιγμή οι Εναγόμενοι θα πραγματοποιήσουν τις απειλές τους εναντίον της ζωής της και φοβούμενη επίθεση αναγκάστηκε να κλειδώνεται το βράδυ στο δωμάτιο της. Καταλήγει η Αιτήτρια αναφέροντας ότι οι Εναγόμενοι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα συνεχίσουν να επεμβαίνουν στην οικία της και θα συνεχίσουν να προκαλούν σ' εκείνη αναστάτωση, ένταση και ανασφάλεια. Εκφράζει την πεποίθηση ότι υπάρχει κίνδυνος για τη σωματική της ακεραιότητα λαμβανομένου υπόψη ότι ήδη έχει υποστεί επίθεση και θα αποφευχθεί οποιοδήποτε περαιτέρω πρόβλημα μόνον εάν οι Εναγόμενοι εγκαταλείψουν την κατοικία της. Οι Εναγόμενοι ενίστανται στη συνέχιση ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος και με την ειδοποίηση ένστασης που καταχώρησαν εγείρουν 13 λόγους για τους οποίους θεωρούν την αίτηση απορριπτέα. Οπως μπορούν να κατηγοριοποιηθούν οι λόγοι ένστασης είναι: - Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Δεν αποκάλυψε ότι εκκρεμεί αίτηση παρακοής του Διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου με την οποία ζητείται και πάλιν η έξωση τους από την επίδικη κατοικία. - Η καταχώρηση της αγωγής συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. - Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και δεν στοιχειοθετήθηκε το κατ' επείγον του διατάγματος. - Οι Εναγόμενοι ουδέποτε ενόχλησαν, εξύβρισαν ή επιτέθηκαν στην Αιτήτρια. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 η οποία γίνεται εκ μέρους και για λογαριασμό του Εναγόμενου
- Αναφέρει εν πρώτοις ότι η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει ότι έχει καταχωρήσει εναντίον τους αίτηση ημερ. 4.1.11 στην αίτηση 53/10 του Οικογενειακού Δικαστηρίου ζητώντας την τιμωρία τους διότι δεν συμμορφώθηκαν με διάταγμα του δικαστηρίου ημερ. 21.9.
- Η αίτηση αυτή είναι ορισμένη για ακρόαση στις 23.9.
- Προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι νόμιμα διαμένουν εκεί διότι η κατοικία στην οποία διαμένουν αποτελεί συνιδιοκτησία της αιτήτριας και του πατέρα τους Μιχάλη Γεωργίου. Αρνείται ότι προκάλεσαν οποιοδήποτε πρόβλημα στην αιτήτρια ή ότι την εξύβρισαν ή της επιτέθηκαν. Θεωρεί τους ισχυρισμούς αυτούς ψευδείς και ανυπόστατους και ισχυρίζεται ότι ψευδώς η αιτήτρια προέβη σ' αυτή την καταγγελία για να δημιουργήσει υπόβαθρο για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ισχυρίζεται ότι από την ημέρα που ο πατέρας τους εγκατέλειψε την επίδικη κατοικία η αιτήτρια κλειδώνει κάποια δωμάτια τα οποία είναι απαραίτητα προς χρήση και για την ομαλή διαβίωση με σκοπό να δυσκολέψουν τη διαμονή τους στην κατοικία και να τους αναγκάσει να την εγκαταλείψουν. Αποτελεί ισχυρισμό του ενόρκως δηλούνται ότι η παρούσα αγωγή και αίτηση είναι καταχρηστική με μοναδικό σκοπό και στόχο την απομάκρυνση τους από την κατοικία και ότι χρησιμοποιεί τη μέθοδο αυτή με περαιτέρω σκοπό να επιλύσει τις οικονομικές διαφορές που έχει με τον πατέρα τους. Ο ενόρκως δηλών αντεξετάστηκε από το συνήγορο της αιτήτριας και δέχθηκε σ' αυτήν ότι κλήθηκαν με τον αδελφό του και προσήλθαν στον αστυνομικό σταθμό Λάνιας. Δέχθηκε ότι ο λόγος που κλήθηκαν είναι ότι επειδή ήταν κλειδωμένη η πόρτα του αποχωρητηρίου και ήθελαν να κάνουν μπάνιο έσπασαν την κλειδαριά με τράπανο και αρίδα. Σε σχέση με το βούλωμα της τουαλέτας ισχυρίστηκε ότι αυτή οφειλόταν στο γεγονός ότι ο μικρός τους αδελφός δηλαδή το παιδί της αιτήτριας με τον πατέρα τους πέταξε χαρτιά στη τουαλέτα και βούλωσε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα αίτηση έρεισμα έχει τα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Το άρθρο αυτό είναι εκείνο που εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, όπως τονίστηκε στην αίτηση Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704, αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τους καθορίστηκαν με σαφήνεια και περιεκτικότητα στην Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557) και επαναλήφθηκαν σε σωρεία άλλων αποφάσεων, και είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατος να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να σταθμίσει το Δικαστήριο αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το επίδικο διάταγμα. Ένα άλλο στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη αν οι διάφοροι παράγοντες και τα συμφέροντα των διαδίκων ισοζυγίζονται, είναι η διατήρηση της κατάστασης που επικρατούσε πριν ο Εναγόμενος αρχίσει τη δραστηριότητα της οποίας επιδιώκεται η παρεμπόδιση (status quo ante). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση της δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον Ενάγοντα να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όπως αναφέρθηκε στην Odysseos (ανωτέρω σελ. 569) η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Αξίζει να υπομνησθεί ότι στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσου διατάγματος, το Δικαστήριο δεν δικαιούται να διαγνώσει την ουσία της αγωγής, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 22(η)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60(δέστε Πούλλου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 275). Πρέπει, επίσης, να αποφύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 284). ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Κρίνεται σκόπιμο, ως πρώτο θέμα να εξεταστεί ο λόγος ένστασης που προβάλλει απόκρυψη γεγονότων εκ μέρους της αιτήτριας. Και τούτο, διότι απόφανση επιβεβαιωτική της ισχυριζόμενης απόκρυψης, οδηγεί την αίτηση, άνευ άλλου τινός, σε απόρριψη και το εκδοθέν διάταγμα σε ακύρωση. Είναι πράγματι καλά καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία, εάν διαπιστωθεί ότι εισήγηση για μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο ευσταθεί, τότε το Δικαστήριο, ή αργότερα το Εφετείο, πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Η αρχή της αποκάλυψης όλων των απαραίτητων για την κρίση της υπόθεσης στοιχείων πρέπει να προσφέρονται και αποκαλύπτονται στο Δικαστήριο όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται και εκδίδει διάταγμα κατόπιν μονομερούς αίτησης, χωρίς να ακούσει τον άλλο διάδικο. Και αυτό γιατί στο αρχικό στάδιο, το Δικαστήριο κατά παρέκκλιση της αρχής «Audi alteram partem» ή επί το ελληνικότερον «μηδένα δικάσεις πριν αμφί μύθον ακούσεις», ακούει τον ένα μόνο των διαδίκων, επιβάλλεται η αποκάλυψη των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να επηρεάσουν την απόφαση. Όπως εύστοχα τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφαση του στην υπόθεση Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons Ltd v. Άλλων
(1988)1 (Β) Α.Α.Δ. 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο είχε εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της απόφασης, η οποία είχε δοθεί από τον Γ. Πική, Πρόεδρο, από τη σελίδα 1186 του τόμου Αποφάσεων: ".Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 157/90, 30.5.96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED ν. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. (ανωτέρω) σελ.4. «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας, για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 598). Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη (βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britania Arrow Holdings plc
(1988)3 All E.R. 188). Τα ισχυριζόμενα ως μη αποκαλυφθέντα στοιχεία και γεγονότα, σύμφωνα με τον συνήγορο των καθ΄ων αναφέρονται στις παραγράφους 8, 11, 12 και 13 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 και αποδεικνύονται με τα επισυνημμένα τεκμήρια Α, Β, Γ και Δ. Τα γεγονότα αυτά τα οποία αποτελούν σύμφωνα με τον κ. Καλλή, ιδανική περίσταση εφαρμογής της σχετικής νομολογίας καθορίζονται ως εξής: Παρατίθεται οι εν λόγω παράγραφοι της ένορκης δήλωσης αυτολεξεί. «
- Η αιτήτρια δεν διατρέχει κανένα απολύτως κίνδυνο είτε από εμένα είτε από τον αδελφό μου. Είμαστε πολύ φιλήσυχοι, σχεδόν δεν της μιλάμε καθόλου για να αποφύγουμε οποιαδήποτε προστριβή μεταξύ μας και για να μην της δώσουμε την ευκαιρία να ισχυριστεί είτε ότι την εξυβρίσαμε είτε ότι την ενοχλήσαμε με οποιονδήποτε τρόπο. ............................
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τον νόμο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Ειδικότερα δεν υπάρχει τίποτε το επείγον που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος Οι ίδιοι οι ισχυρισμοί περί δημιουργίας ψυχολογικής και συναισθηματικής αναστάτωσης, δημιουργίας φόβου, ανησυχίας και άλλα προβλήθηκαν από την αιτήτρια και πάλι στην ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 4.1.11 προς υποστήριξη της αίτησης της με αριθμό 53/10 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Έχουν παρέλθει πέραν των 5 μηνών χωρίς να επιβεβαιωθούν οι ισχυρισμοί της. Μετά από τόσους μήνες και αφού η αιτήτρια διαπίστωσε ότι η πιο πάνω αίτηση της δεν θα είχε οποιανδήποτε δυνατότητα επιτυχίας και ήδη έχει οριστεί για ακρόαση στις 23.9.11 προχώρησε ψευδώς σε καταγγελία ότι την εξυβρίσαμε και της επιτεθήκαμε σωματικά (χωρίς οποιαδήποτε τραύματα αφού φυσικά κάτι τέτοιο δεν μπορεί να το αποδείξει και δεν έγινε) ακριβώς για να μπορεί να δικαιολογήσει την παρούσα αίτηση.
- Είναι εύλογο απορίας και πρέπει η αιτήτρια να εξηγήσει γιατί δεν καταχώρησε την παρούσα αγωγή και να ζητήσει την έκδοση του προσωρινού διατάγματος για την απομάκρυνση μας από την επίδικη κατοικία από τις 21.9.10 που πέτυχε το διάταγμα έξωσης του πατέρα μας στην αίτηση 53/
- Γιατί η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση της την καταχώρηση των αιτήσεων εναντίον μου εμένα και του Ματθαίου με την οποία ζητά την τιμωρία μας επειδή δεν συμμορφωθήκαμε κατ΄ισχυρισμόν της με το διάταγμα ημερομηνίας 21.9.
- Είμαι σίγουρος ότι αν το έπραττε και το Σεβαστό Δικαστήριο γνώριζε όλα τα γεγονότα της υπόθεσης δεν θα προχωρούσε στην έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 3.6.
- Όμως σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογείται το στοιχείο του κατεπείγοντος που προβλέπει η νομολογία». Όπως διαφαίνεται, τα γεγονότα που κυρίως ενδιαφέρουν είναι η καταχώρηση αίτησης παρακοής εκ μέρους της αιτήτριας εναντίον των καθ΄ ων. Τα γεγονότα αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον συνήγορο της αιτήτριας - δεν θα μπορούσε εξάλλου να τύχει άρνησης ή αμφισβήτησης - χαρακτηρίζονται όμως, ως επουσιώδη, τα οποία δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου διότι το διάταγμα έξωσης αναφέρεται στον πατέρα ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία και δεν έχει καμία σχέση με παράνομη επέμβαση των Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση. Υπέδειξε περαιτέρω ο συνήγορος πως «Έχει ασκηθεί παρακοή του διατάγματος αυτού με βάση συγκεκριμένες διατάξεις των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και του Περί Δικαστηρίων Νόμου που εξαναγκάζουν άτομα τα οποία δεν είναι διάδικοι σε κάποιο διάταγμα να υπακούσουν και να συμμορφωθούν σε αυτό. Στην περίπτωση μας οι Εναγόμενοι δεν μπορούν να είναι διάδικοι στο διάταγμα χρήσης οικογενειακής στέγης που Δικαιοδοσία έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο και όχι το Επαρχιακό.» Καταλήγει δε ο συνήγορος διατυπώνοντας το ερώτημα, αν θα έπαυαν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, αν το Δικαστήριο γνώριζε τα γεγονότα αυτά. Από την μελέτη των εγγράφων που συνθέτουν το Τεκμήριο Α και που είναι η αίτηση εξαναγκασμού σε συμμόρφωση του πατέρα των Εναγομένων και των ιδίων των Εναγομένων, όσον και την αποσταλείσα σε αυτούς επιστολή του συνηγόρου της Αιτήτριας ημερομηνίας 29.12.10, προκύπτει σαφέστατα ότι αφ΄ενός καλούνται οι Εναγόμενοι να εγκαταλείψουν το ακίνητο ώστε να υπακούσουν στο διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου και αφετέρου επιδιώκεται η τιμωρία τους για την άρνηση τους να το πράξουν και να συμμορφωθούν. Τα γεγονότα αυτά ήσαν και είναι ουσιωδέστατα. Έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο. Ανεξάρτητα αν η μη αποκάλυψη δεν ήταν σκόπιμη και εσκεμμένη η ύπαρξη τους θα συντελούσε στην διαμόρφωση και απόφανση του Δικαστηρίου για την έκδοση ή μη της επίδικης θεραπείας. Το γεγονός πώς η Αιτήτρια πέτυχε διάταγμα αποκλειστικής χρήσης της κατοικίας το οποίο στην ουσία κατέστη ατελέσφορο αφού οι Εναγόμενοι εξακολουθούσαν να διαμένουν στην κατοικία και η αίτηση παρακοής ορίσθηκε στις 23.9.11, αυτό δεν καθιστά την μη αποκάλυψη δικαιολογημένη ή προσφέρει επαρκείς λόγους για παράβλεψη του ζητήματος τούτου. Ενδεχομένως η συμπεριφορά των Εναγομένων (χωρίς να κρίνεται η αξιοπιστία τους), που συνίσταται στην επιμονή τους να διαμένουν σε μια κατοικία από την οποία ο πατέρας τους έφυγε, χωρίς να έχουν πλέον καμία σχέση με την οικοδέσποινα, χωρίς να είναι ενοικιαστές, χωρίς να πληρώνουν οτιδήποτε (δεν ισχυρίσθηκαν το αντίθετο), να μην είναι χαρακτηριστική αξιοπρέπειας και λογικής, όμως, παρά τούτα το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να αγνοήσει το ζήτημα της μη αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων όπως ανωτέρω αναφέρθηκαν. Έχοντας έτσι αποφασίσει στο ζήτημα τούτο, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος. Συνακόλουθα, στο Δικαστήριο δεν μένει άλλη επιλογή από του να απορρίψει την αίτηση. Η αίτηση απορρίπτεται. Το εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται. Τα έξοδα θα είναι έξοδα δίκης, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο