Lainers Enterprises Ltd ν. Masterya Ltd κ.α., Συνενωμένες Αγωγές: 3967/09, 3968/09, 3969/09, 3970/09, 3971/09, 3972/09, 3973/09, 3974/09, 3975/09, 3976/09, 4.8.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A225 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές: 3967/09, 3968/09, 3969/09, 3970/09, 3971/09, 3972/09, 3973/09, 3974/09, 3975/09, 3976/09 Αρ. Αγωγής: 3967/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας - και -
- Masterya Ltd, εκ Λεμεσού
- Gamdalyo Holdings Ltd, εκ Λεμεσού Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Αρ. Αγωγής: 3968/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας - και -
- Masterya Ltd, εκ Λεμεσού
- Gamdalyo Holdings Ltd, εκ Λεμεσού Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Αρ. Αγωγής: 3969/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας - και -
- Masterya Ltd, εκ Λεμεσού
- Gamdalyo Holdings Ltd, εκ Λεμεσού Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Αρ. Αγωγής: 3970/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας - και -
- Masterya Ltd, εκ Λεμεσού
- Gamdalyo Holdings Ltd, εκ Λεμεσού Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Αρ. Αγωγής: 3971/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας - και -
- Masterya Ltd, εκ Λεμεσού
- Gamdalyo Holdings Ltd, εκ Λεμεσού Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Αρ. Αγωγής: 3972/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας - και -
- Masterya Ltd, εκ Λεμεσού
- Gamdalyo Holdings Ltd, εκ Λεμεσού Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Αρ. Αγωγής: 3973/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας - και -
- Masterya Ltd, εκ Λεμεσού
- Gamdalyo Holdings Ltd, εκ Λεμεσού Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Αρ. Αγωγής: 3974/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας - και -
- Masterya Ltd, εκ Λεμεσού
- Gamdalyo Holdings Ltd, εκ Λεμεσού Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Αρ. Αγωγής: 3975/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας - και -
- Masterya Ltd, εκ Λεμεσού
- Gamdalyo Holdings Ltd, εκ Λεμεσού Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Αρ. Αγωγής: 3976/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας - και -
- Masterya Ltd, εκ Λεμεσού
- Gamdalyo Holdings Ltd, εκ Λεμεσού Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος ημερομηνίας 19.4.2011 Ημερομηνία: 4.8.2011 Για την ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Σ. Πατσαλίδης (κα Μ. Πατσαλίδου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση: κ. Α. Θεοφίλου (κ. Κυριακίδης για ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά από μονομερή αίτηση των Εναγόντων εκδόθηκε στις 20.4.2011 «παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα το οποίο εμποδίζει και/ή απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 2 όπως πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή άλλως πως δεσμεύσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν, το μερίδιο των (1/2) έκαστος, επ΄ ακινήτου υπ΄ αρ. εγγραφής 0/26377, Τμήμα 5, Φύλλο 0, Σχέδιο 2-207-340, Τεμάχιο 376, υπ΄ αρ. φακέλου 5/Π/7485/2007, ήτοι οικόπεδο κείμενον στην γεωγραφική περιοχή Ποταμού Γερμασόγειας, Δήμος Γερμασόγειας της επαρχίας Λεμεσού «ΚΟΚΚΙΝΟΓΙΑ, ΛΟΥΡΕΣ», εκτάσεως 2,172 τ.μ. περίπου, μέχρι περατώσεως μιας εκάστης των συνενωμένων Αγωγών υπ΄ αρ. 3967/09 έως και 3976/09 και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου.» Με την ίδια αίτηση εζητείτο και παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να εμποδίζει τους Εναγόμενους να πωλήσουν και υποθηκεύσουν τα μερίδια τους επί ακινήτου στην τοποθεσία «ΣΥΤΖΙΑ» (υπό στοιχείο Α) το οποίο όμως απερρίφθη από το Δικαστήριο την ημερομηνία που εκδόθηκε το ανωτέρω διάταγμα. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Λιουντμίλα Ζερβού, εγγεγραμμένης, όπως αναφέρει, διευθύντριας της ενάγουσας εταιρείας. Για τούτο, ενόψει της ιδιότητας της αυτής, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και τις λεπτομέρειες της υπόθεσης τα οποία και παραθέτει. Αναφέρει ότι στις 22.2.2008 δυνάμει δέκα πωλητηρίων εγγράφων τα οποία υπεγράφησαν μεταξύ ενάγουσας και εναγομένων 1 και 2, οι τελευταίοι πώλησαν προς την ενάγουσα δέκα διαμερίσματα τα οποία έφεραν διακριτικούς αριθμός Α201, Α203, Α303, Β103, Β203, Β303, Α204, Α304, Β204 και Β304 επί του κτιριακού συγκροτήματος MALIBU COMPLEX, την ανέγερση του οποίου είχαν αναλάβει οι εναγόμενοι 1 και 2 επί του επίδικου ακινήτου. Καταγράφεται περαιτέρω στην ένορκη δήλωση η τιμή αγοράς ενός εκάστου των διαμερισμάτων η οποία κυμαινόταν μεταξύ του ποσού των €200.000 μέχρι ποσού €466.000 και η οποία τιμή θα καταβαλλόταν με δόσεις όπως τα συμβόλαια προδιέγραφαν. Τις δόσεις αυτές, είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας, ότι η ενάγουσα εταιρεία έχει καταβάλει και παρέθεσε πίνακα των καταβληθεισών δόσεων και τις ημερομηνίες στις οποίες αυτές δόθηκαν. Σύμφωνα πάντοτε με την ενόρκως δηλούσα, στις 28.4.2009 αμφότεροι οι εναγόμενοι με επιστολή του δικηγόρου τους ζητούσαν την εκ μέρους της ενάγουσας καταβολή άλλων δόσεων οι οποίες αφορούσαν αντίστοιχες δόσεις και των δέκα διαμερισμάτων, συνολικού ποσού ύψους €315.238,00 προειδοποιώντας την ενάγουσα ότι σε περίπτωση παράλειψης της να συμμορφωθεί εντός προθεσμίας 10 ημερών θα προέβαιναν στον τερματισμό των πωλητηρίων εγγράφων (Τεκμήριο Γ). Η ενάγουσα προσωπικά, αλλά και μέσω εμπειρογνωμοσύνης, διαπίστωσε ότι (α) κατά την ημερομηνία υπογραφής των επιδίκων πωλητηρίων εγγράφων δεν είχε υποβληθεί και ως εκ τούτου δεν υπήρχε πολεοδομική άδεια και η περί τούτου αίτηση υπεβλήθη την 20.5.
- (β) κατά το Μάιο 2009 αρμόδιος εμπειρογνώμονας διαπίστωσε ότι οι εναγόμενες εταιρείες δεν είχαν προβεί στην έναρξη οιωνδήποτε οικοδομικών εργασιών όχι μόνο των επίδικων διαμερισμάτων αλλά και οποιουδήποτε άλλου διαμερίσματος στο εν λόγω συγκρότημα και το ακίνητο παρέμενε οικόπεδο. (γ) Εκ των πραγμάτων ήταν και είναι αδύνατο να γίνει κατορθωτή η παράδοση των δέκα διαμερισμάτων ολοκληρωμένων προς την ενάγουσα. (δ) Ήταν έκδηλο ότι οι εναγόμενες εταιρείες δεν είχαν την πρόθεση και/ή τη δυνατότητα να προχωρήσουν με την έναρξη των οικοδομικών εργασιών και να ανταποκριθούν προς τους όρους των πωλητηρίων εγγράφων. (ε) Διαπιστώθηκε ότι κατά το χρόνο της υπογραφής των πωλητηρίων εγγράφων τα συνημμένα σε αυτά αρχιτεκτονικά σχέδια δεν είχαν εγκριθεί από την πολεοδομική αρχή και τα σχέδια αυτά τροποποιήθηκαν αργότερα ερήμην και εν αγνοία της ενάγουσας εταιρείας. Η ενάγουσα, δι΄ επιστολών του δικηγόρου της ημερομηνίας 3.6.2009, οι οποίες επιδόθηκαν στους αξιωματούχους των εναγομένων εταιρειών προέβη σε αμετάκλητο τερματισμό της ισχύος ενός εκάστου των δέκα πωλητηρίων εγγράφων ημερομηνίας 22.6.2008 λόγω «προβλεφθείσης και/ή προκαταβολικής και/ή προμηνυόμενης αθετήσεως των υποχρεώσεων των Εναγομένων
(1)και
(2)(anticipatory breach), ευρισκόμενοι εν πλήρη αδυναμία να ανταποκριθούν προς τους όρους των προμνησθέντων εγγράφων» (Τεκμηρίων Ε). Με τις ίδιες επιστολές η ενάγουσα αξίωσε την επιστροφή των ποσών που είχε καταβάλει προς την ενάγουσα για την αγορά των επιδίκων διαμερισμάτων. Αποτελεί ισχυρισμό της ενόρκως δηλούσας ότι η ενάγουσα συνεπεία της προκαταβολικής παράβασης των υποχρεώσεων εκ μέρους των εναγομένων υπέστη ζημιά τόσο ως προς το αθροιστικό ποσό των €945.710,00 όσο και αποζημιώσεις για άλλες ζημιές οι οποίες φαίνονται στο παρακλητικό των αγωγών που έχει καταχωρήσει εναντίον των εναγομένων. Οι υπόλοιπες αξιούμενες θεραπείες αφορούν αξίωση για νόμιμες αποζημιώσεις, τόκους και έκδοση διατάγματος το οποίο να δηλώνει ότι τα επίδικα συμβόλαια ορθώς τερματίστηκαν υπαιτιότητι των εναγομένων. Με την ένορκη δήλωση εκφράζεται η πεποίθηση της ενόρκως δηλούσας ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι αδύνατο και δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν ληφθεί υπόψη ότι στις 15.10.2010 οι εναγόμενοι υπόβαλαν αίτηση στο Δικαστήριο για την απόσυρση των αγοραπωλητηρίων εγγράφων και η οποία εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 3.3.2011. Υποδεικνύεται ότι με τις ένορκες δηλώσεις που συνόδευαν τις αιτήσεις των εναγομένων για απόσυρση των επιδίκων εγγράφων από το Κτηματολόγιο γινόταν μνεία περί διαπραγμάτευσης του διευθυντή των εναγομένων με δύο ξένους επενδυτές ώστε να επιτύχουν την πώληση των δέκα διαμερισμάτων στο MALIBU COMPLEX με ευνοϊκούς όρους. Αναφέρεται περαιτέρω στην ίδια ένορκη δήλωση ότι επί των εν λόγω ακινήτων υπάρχουν επιβαρύνσεις όπως αυτές φαίνονται στα πιστοποιητικά έρευνας ακινήτου ιδιοκτησίας των εναγομένων (Τεκμήρια Θ και Ι). Για τούτο, εν κατακλείδι εκφράζεται η πεποίθηση της ενόρκως δηλούσας ότι «η εξέτασις του αιτήματος είναι δυνατόν να γίνη και με βάσιν τας προνοίας της Νομολογίας, δυνάμει της οποίας «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (HINDERED) ως προς την ικανοποίησιν Απόφασης, εκδοθησομένης προς όφελος των Εναγόντων, είναι αρκετή», άνευ αποδείξεως προθέσεως αποξενώσεως ή επιβαρύνσεως ή περαιτέρω επιβαρύνσεως της ακινήτου περιουσίας των Εναγομένων εταιρειών
(1)και
(2).» Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 20.4.2011 πριν την έκδοση του επίδικου διατάγματος καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους της ιδίας στην οποία αναφερόταν ως γεγονός η ύπαρξη πληροφορίας για συζήτηση του διευθυντή των εναγομένων με αγοραστές για πώληση των επιδίκων διαμερισμάτων η οποία συζήτηση τοποθετείτο σε πολύ κοντινή ημερομηνία με την καταχώρηση της αίτησης. Οι εναγόμενοι ενίστανται στη συνέχιση ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος και με την ειδοποίηση ένστασης που καταχώρησαν εγείρουν οκτώ λόγους για τους οποίους θεωρούν την αίτηση απορριπτέα. Όπως οι λόγοι αυτοί μπορούν να κατηγοριοποιηθούν είναι οι κάτωθι:
- Δεν υπάρχουν και δεν αποκαλύπτονται στην αίτηση και στις ένορκες δηλώσεις που τη συνοδεύουν τα απαραίτητα στοιχεία και προϋποθέσεις για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
- Οι δύο ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση γίνονται από πρόσωπο που δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και/ή ότι οι ισχυρισμοί της κας Ζερβού ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα είναι αναληθείς.
- Οι Καθ΄ ων η αίτηση είναι ιδιοκτήτες ακινήτου περιουσίας μεγάλης αξίας και έτσι δεν υπάρχει κίνδυνος αν δεν εκδοθεί το διάταγμα να μην μπορεί η Ενάγουσα να ικανοποιήσει την οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί προς όφελος της.
- Είναι άδικο να διατηρηθεί το διάταγμα το οποίο υποχρεώνει τις εναγόμενες να μην πωλήσουν δέκα διαμερίσματα για εξασφάλιση αξίωσης που μπορεί να εξασφαλιστεί με τη δέσμευση τριών ή τεσσάρων διαμερισμάτων. Για τούτο θα πρέπει τουλάχιστο η δέσμευση να μειωθεί σε απαγόρευση πώλησης των διαμερισμάτων Α201, Α203 και Α303, η αξία των οποίων υπερκαλύπτει την αξίωση της ενάγουσας.
- Οι αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο σημαντικά και ουσιώδη στοιχεία. Την ένσταση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Γεωργάκη, μετόχου και διευθυντή των εναγομένων. Αρνείται με την ένορκη του δήλωση ότι η κα Ζερβού ήταν οποτεδήποτε μέχρι 20.4.2011 διευθύντρια της ενάγουσας, αφού από 12.7.2007 ήταν και εξακολουθεί να είναι διευθύντρια η κα Άννα Κορελλίδου η οποία και είχε προβεί στις ένορκες δηλώσεις που υποστήριζαν αιτήσεις ή ενστάσεις που προηγήθηκαν της παρούσας αίτησης. Ακόμη όμως και αν η κα Ζερβού είχε διοριστεί ως διευθύντρια της ενάγουσας προτού προβεί στην ένορκη της δήλωση και αμέλησε να κάμει τη σχετική εγγραφή στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών, τότε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, η κα Ζερβού δεν γνωρίζει με την ιδιότητα του διευθυντή τα γεγονότα της ένορκης της δήλωσης. Οι εναγόμενες ήσαν για κάθε ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, συνιδιοκτήτριες από κοινού και εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 50% η κάθε μια του επίδικου ακινήτου. Ο ενόρκως δηλών προβαίνει περαιτέρω σε απόρριψη ή αποδοχή ορισμένων από τις παραγράφους της ενόρκου δηλώσεως της κας Ζερβού που συνόδευε την αίτηση ενώ από την επιπρόσθετη της ένορκη δήλωση αποδέχεται ότι προσπαθούσε να πωλήσει τα επίδικα διαμερίσματα μετά την 3.3.
- Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών προβαίνει στις πιο κάτω αναφορές (παρατίθεται το κείμενο αυτολεξεί): «6(Α) Ανεξάρτητα της πιο πάνω άρνησης μου συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους μου και αποδέχομαι σαν ορθό, πάντοτε όμως με τη ρητή επιφύλαξη των λόγων ένστασης που αναφέρονται στην ένσταση των Εναγόμενων και τους υπόλοιπους ισχυρισμούς μου, ότι για τους σκοπούς της εκδίκασης της συγκεκριμένης αίτησης και τις αρχές που ισχύουν για την έκδοση παρόμοιων διαταγμάτων, πιθανόν να υπάρχει υπόθεση για εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας της Ενάγουσας, αλλά δεν υπάρχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων. (Β) Γιαυτό το λόγο και επειδή όπως συμβουλεύομαι από το δικηγόρο μου και αποδέχομαι σαν ορθό, δεν θα εκδικαστεί στην Αίτηση η ουσία της αξίωσης και ανταξίωσης, αντί εκτενούς αναφοράς στις θέσεις των Εναγόμενων ως προς τα ποσά που πληρώθηκαν έναντι του τιμήματος αγοράς των διαμερισμάτων θα αποδεχθώ για τους σκοπούς της Αίτησης αυτής και μόνο και χωρίς επηρεασμό της Υπεράσπισης και Ανταξίωσης ότι τα ποσά που πληρώθηκαν για κάθε διαμέρισμα είναι αυτά που αναφέρονται στις παρ. 7, 9 και 11 της εν λόγω ένορκης δήλωσης, ήτοι δέχομαι ότι συνολικά πληρώθηκαν €945.710,
- (Γ) Δεν αποδέχομαι όμως τον ισχυρισμό ότι με τις πληρωμές αυτές η Ενάγουσα ανταποκρίθηκε στις εκ των συμβάσεων υποχρεώσεις της για πληρωμή του τιμήματος καθενός διαμερίσματος, και ισχυρίζομαι ότι οι δόσεις που συμβατικά στην παρ. 5 καθενός συμβολαίου ήταν πληρωτές 15/10/08 και 13/5/09, (ήτοι πριν από τον τερματισμό των συμβάσεων), και ανέρχονται σε €361.877,00 δεν πληρώθηκαν. Τελικά δεν πληρώθηκαν και τα υπόλοιπα ποσά των 10 συμβάσεων που ήταν πληρωτέα στις 15/10/09 και ήταν €1.952.769,00.» Ακολούθως ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε περιγραφή της ακινήτου περιουσίας των εναγομένων παραθέτοντας ταυτόχρονα την αξία αυτών όπως έχει εκτιμηθεί από εμπειρογνώμονες. Συγκεκριμένα: (α) ½ μερίδιο στο κτήμα με αριθμό εγγραφής 0/20535 Τεμάχιο 13 στον Ποταμό Γερμασόγειας με εκτιμημένη αξία στις 11.5.2011 σε €750.000 και συμπληρωμένου του κτιρίου που ανεγείρεται σ΄ αυτό σε €2.000.
- β) ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/25012 Τεμάχιο 679 στο Πισσούρι επί του οποίου ανεγείρονται δύο πολυκατοικίες με εκτιμημένη αξία στις 10.5.2011 σε €1.800.000 και εκτιμημένη αξία των κτισμάτων σε €10.813.
- (γ) ½ μερίδιο στο κτήμα με αρ. εγγραφής 0/18530 Τεμάχιο 146 στον Ποταμό Γερμασόγειας επί του οποίου επίσης ανεγείρεται κτιριακό συγκρότημα με εκτιμημένη αξία στις 11.5.2010 για €2.600.000 και συνολική αξία με τη συμπλήρωση του έργου σε €7.200.
- (δ) ακίνητο με αρ. 07/44 στον Άγιο Τύχωνα, ½ μερίδιο, εκτιμημένης αξίας στις 21.5.2010 σε €3.080.
- (ε) ακίνητο με αρ. 26/377 Τεμάχιο 376 στον Ποταμό Γερμασόγειας (το επίδικο) εκτιμημένης αξίας στις 21.5.2010 σε €1.700.000 και με συμπληρωμένο το έργο σε €8.300.
- Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ενόρκως δηλούντα όπως συνάγονται από τις εκτιμήσεις που έγιναν (και επισυνάπτονται), η συνολική αξία της ακινήτου περιουσίας των Εναγομένων για τα υπόλοιπα κτήματα των, (πλην του επίδικου) όπως αυτή είναι σήμερα ανέρχεται στο ποσό των €13.950.000,00 και με τελειωμένα τα έργα στα πέντε ακίνητα ανέρχεται σε €43.034.618,
- Σύμφωνα με τον ομνύοντα το επίδικο έργο είναι σήμερα συμπληρωμένο κατά τα 2/3 (γεγονός που δέχεται η ενάγουσα στο Τεκμήριο Λ στην ένορκη της δήλωση) και τονίζει ότι η καθυστέρηση αποπεράτωσης οφείλεται αποκλειστικά στην ανατροπή της προγραμματισμένης χρηματοδότησης του έργου λόγω της μη πληρωμής του τιμήματος και του τερματισμού των δέκα επιδίκων συμβολαίων από την ενάγουσα. Αφού αφαιρεθούν τα δέκα επίδικα διαμερίσματα έχουν πωληθεί μόνο 4 από τα 21 διαμερίσματα. Η αξία των επίδικων διαμερισμάτων ανέρχεται σύμφωνα με τον πίνακα της παραγράφου 13 της εν λόγω ένορκης δήλωσης σε ποσό €3.152.363,
- Αφού ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε διάφορους υπολογισμούς, αναφέρει πως ακόμα και με τους υπολογισμούς της ενάγουσας, τα διαμερίσματα Α201, Α203 και Α303 καλύπτουν ουσιαστικά τα ποσά που κατέβαλε η ενάγουσα που είναι και η μόνη αξίωση της που θεμελιώνεται με την ένορκη της δήλωση. Αναφερόμενος στις επιβαρύνσεις τις οποίες επικαλείται η Ενάγουσα στις ένορκες δηλώσεις της ως στοιχεία αρνητικά για τους Εναγομένους ο ενόρκως δηλών υποδεικνύει πως τα δέκα αγοραπωλητήρια έγγραφα τα οποία είχαν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο και επιβάρυναν τα δέκα επίδικα διαμερίσματα έχουν ήδη διαγραφεί με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 3.3.11 και κατά συνέπεια οι επιβαρύνσεις αυτές που φαίνονται στα Τεκμήρια Θ και Ι της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύουν την αίτηση δεν ισχύουν πλέον κάτι που η Ενάγουσα παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο. Συνεπώς επί του επιδίκου ακινήτου εκκρεμούν πλέον ως επιβαρύνσεις: Α) τα πωλητήρια έγγραφα των διαμερισμάτων Α103, Α302, Α104 και Β104 δηλαδή τέσσερα μόνο διαμερίσματα από τα εικοσιένα που ανεγείρονται. Β) Η υποθήκη Υ15007/07 προς όφελος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας για αρχικό ποσό €2.135.751,00 το οποίο έχει μειωθεί με οφειλόμενο σήμερα ποσό €1.087.511,99 (ως η σχετική δήλωση του ενυπόθηκου δανειστή Τεκμήριο 6). Γ) Η υποθήκη Υ7754/10 για €873.000 η οποία όμως αφορά δάνειο προς τον αγοραστή του διαμερίσματος Β104, τις δόσεις του οποίου καταβάλλει ο ίδιος. Οι υπόλοιπες υποθήκες που εμφαίνονται στα Τεκμήρια Θ και Ι αφορούν άλλα ακίνητα των Εναγομένων εκτός του επίδικου. Συνολικά όλες οι υποθήκες σε όλα τα ακίνητα των Εναγομένων (περιλαμβανομένων και των υποθηκών που πληρώνουν οι αγοραστές ανέρχεται στο ποσό των €5.131.534 ενώ η εκτιμένη αξία της περιουσίας των Εναγομένων ανέρχεται σε €13.850.000 η οποία υπερκαλύπτει τα εμπράγματα βάρη. Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών σχολιάζει την αξίωση της Ενάγουσας και τις διεκδικούμενες θεραπείες για να καταλήξει σε εκείνο στο οποίο στην αρχή της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει ότι οι Εναγόμενες ως κάτοχοι ακινήτου ιδιοκτησίας έχουν την ικανότητα να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας. Υπογραμμίζει δε ότι οι Εναγόμενες έχουν μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας στην ανταξίωση τους και αν παραμείνει σε ισχύ το εκδοθέν διάταγμα υπάρχει προφανής και άμεσος κίνδυνος οι Εναγόμενες να απωλέσουν ευκαιρίες μείωσης των ζημιών τους και θα υποστούν περαιτέρω δυσανάλογες ζημιές που ανεξάρτητα αν θα επιτύχουν ή όχι στην ανταξίωση τους η έκδοση και η διατήρηση των διαταγμάτων είναι άδικη. Η ενόρκως δηλούσα κα Ζερβού αντεξετάστηκε από το συνήγορο των Εναγομένων. Η αντεξέταση της περιστράφηκε γύρω από την ημερομηνία διορισμού της ως διευθύντρια της Ενάγουσας εταιρείας και τη γνώση της για τα γεγονότα τα οποία περιλαμβάνει στην ένορκη της δήλωση. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι διορίστηκε διευθύντρια στην Ενάγουσα εταιρεία από τις 7.4.11 αλλά δεν μπορούσε να γνωρίζει πότε κοινοποιήθηκε η αλλαγή αυτή στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών. Σε σχέση με τη γνώση της για τα γεγονότα τα οποία καλύπτουν περιόδους πριν το διορισμό της ως διευθύντριας ανέφερε ότι απέκτησε γνώση αυτών τόσο από τα έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή της όσο και από το γεγονός ότι με την διαχειρίστρια της Ενάγουσας εταιρείας κα Zakerova γνωρίστηκε στο γραφείο του συνηγόρου της Ενάγουσας εταιρείας όπου εκτελούσε χρέη μεταφράστριας για τη συγκεκριμένη υπόθεση και απέκτησε φιλική σχέση. Σε σχέση με την ύπαρξη κατεπείγοντος στην έκδοση του διατάγματος και τα όσα αναφέρει στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση εξήγησε πως η διαχειρίστρια έλαβε τηλεφωνικό μήνυμα από κάποια μεσίτρια η οποία την πληροφόρησε ότι υπήρχαν αγοραστές για τα επίδικα διαμερίσματα. Θεώρησαν ότι αν δεν λαμβάνονταν έγκαιρα μέτρα αυτά θα πωλούνταν. Τόνισε μετά από σχετική ερώτηση ότι διαφορετικό είναι να γίνονται γενικά διαπραγματεύσεις για πώληση διαμερισμάτων και διαφορετικά να σε ενημερώνει μεσίτρια και να σε πληροφορεί ότι τα διαμερίσματα πωλούνται και ότι υπάρχουν έτοιμοι αγοραστές. Οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους έχουν προβεί σε ανάλυση της νομολογίας και υπαγωγή των ζητημάτων και γεγονότων της υπόθεσης υπό το πρίσμα των αρχών που η νομολογία καθιέρωσε. Στις ιδιαίτερες θέσεις των συνηγόρων γίνεται μνεία κατωτέρω όπου χρειάζεται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Νομικό έρεισμα της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Επίκληση και χρήση του άρθρου 5 γίνεται μόνον όταν το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα αφορά χρέος ή αποζημιώσεις, αφού ζητείται βασικά η απαγόρευση πώλησης ή μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας του εναγόμενου, για σκοπούς εξασφάλισης του εκ δικαστικής απόφασης χρέους. Τίθενται με αυτό, δυο προϋποθέσεις: η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής και η παρεμπόδιση του ενάγοντα στην ικανοποίηση της απόφασης του σε περίπτωση με έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, όπως τονίστηκε στην αίτηση Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704, αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τους καθορίστηκαν με σαφήνεια και περιεκτικότητα στην Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557) και επαναλήφθηκαν σε σωρεία άλλων αποφάσεων, και είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατος να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να σταθμίσει το Δικαστήριο αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το επίδικο διάταγμα. Ένα άλλο στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη αν οι διάφοροι παράγοντες και τα συμφέροντα των διαδίκων ισοζυγίζονται, είναι η διατήρηση της κατάστασης που επικρατούσε πριν ο Εναγόμενος αρχίσει τη δραστηριότητα της οποίας επιδιώκεται η παρεμπόδιση (status quo ante). Το στοιχείο θεμελίωσης συζητήσιμης υπόθεσης, είναι το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις (άρθρα 5 και 32) (βλ. Τσιολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ.782, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ.
- Οι δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 εμπίπτουν με την πρώτη, του άρθρου 5 του Κεφ.
- Γι΄ αυτό εξετάζονται μαζί. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση της δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον Ενάγοντα να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όπως αναφέρθηκε στην Odysseos (ανωτέρω σελ. 569) η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Αξίζει να υπομνησθεί ότι στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσου διατάγματος, το Δικαστήριο δεν δικαιούται να διαγνώσει την ουσία της αγωγής, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 22(η)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60(δέστε Πούλλου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 275). Πρέπει, επίσης, να αποφύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 284). ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Κρίνεται σκόπιμο, ως πρώτο θέμα να εξεταστεί ο λόγος ένστασης που προβάλλει απόκρυψη γεγονότων εκ μέρους της αιτήτριας - ενάγουσας. Και τούτο, διότι απόφανση επιβεβαιωτική της ισχυριζόμενης απόκρυψης, οδηγεί την αίτηση, άνευ άλλου τινός, σε απόρριψη και το εκδοθέν διάταγμα σε ακύρωση. Είναι πράγματι καλά καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία, εάν διαπιστωθεί ότι εισήγηση για μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο ευσταθεί, τότε το Δικαστήριο, ή αργότερα το Εφετείο, πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Η αρχή της αποκάλυψης όλων των απαραίτητων για την κρίση της υπόθεσης στοιχείων πρέπει να προσφέρονται και αποκαλύπτονται στο Δικαστήριο όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται και εκδίδει διάταγμα κατόπιν μονομερούς αίτησης, χωρίς να ακούσει τον άλλο διάδικο. Και αυτό γιατί στο αρχικό στάδιο, όπου το Δικαστήριο κατά παρέκκλιση της αρχής «Audi alteram partem» ή επί το ελληνικότερον «μηδένα δικάσεις πριν αμφί μύθον ακούσεις», ακούει τον ένα μόνο των διαδίκων, επιβάλλεται η αποκάλυψη των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να επηρεάσουν την απόφαση. Όπως εύστοχα τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφαση του στην υπόθεση Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons Ltd v. Άλλων
(1988)1 (Β) Α.Α.Δ. 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο είχε εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της απόφασης, η οποία είχε δοθεί από τον Γ. Πική, Πρόεδρο, από τη σελίδα 1186 του τόμου Αποφάσεων: ".Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 157/90, 30.5.96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED ν. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. (ανωτέρω) σελ.4. «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας, για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 598). Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη (βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britania Arrow Holdings plc
(1988)3 All E.R. 188). Τα ισχυριζόμενα ως μη αποκαλυφθέντα στοιχεία και γεγονότα σύμφωνα με το συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση συνοψίζονται στα ακόλουθα: «α) Στην πρώτη ένορκη δήλωση της ημερ. 19.4.11 η κα Ζερβού δηλώνει στην παράγραφο 1 ότι γνωρίζει «προσωπικά τα γεγονότα και λεπτομέρειες της» εκτός όπου ρητά κατονομάζει έτεραν πηγήν γνώσεως, χωρίς όμως στη συνέχεια να κατονομάσει «άλλην έτεραν πηγήν γνώσεως» εκτός του εαυτού της και της ιδιότητας της ως διευθυντού. Μάλιστα στην παρ 2 προχωρά να πει ότι υπό την ιδιότητα της ως διευθυντού γνωρίζει ακόμα και τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης και από κει και πέρα πουθενά δεν αναφέρει ότι γνωρίζει όσα γνωρίζει λόγω του ότι «εκτελούσε χρέη μεταφράστριας της διαχειρίστριας των Εναγόντων ήδη πριν την καταχώρηση των Αγωγών». Αυτό όφειλε να το αποκαλύψει η κα Ζερβού στις πρώτες δυο ένορκες δηλώσεις της και δεν το έκανε. Η γνώση που έλαβε μεταφράζοντας τη διαχειρίστρια δεν είναι προσωπική γνώση αλλά εξ' ακοής γνώση. Μάλιστα είναι στην ουσία «μη γνώση», (άγνοια), αφού ο μεταφραστής δεν πολυενδιαφέρεται να μάθει αυτά που μεταφράζει και να τα θυμάται. Φυσικά το πρόβλημα δεν είναι ότι η κα Ζερβού δεν γνώριζε, (ή ότι γνώριζε εξ' ακοής), αλλά το ότι ορκίστηκε ότι είχε προσωπική γνώση ενώ δεν είχε. β) Η κα Ζερβού λέει στην παρ. 2(δ) της τρίτης ένορκης της δήλωσης ημερ. 14.6.11 ουσιαστικά πως δεν γνωρίζει το σύνολο της περιουσίας των Εναγομένων επειδή «οι Ενάγοντες δεν όφειλαν να γνωρίζουν αυτό». Όμως στην πρώτη ένορκη δήλωση της ορκίζεται στην παρ.22 ότι αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα «θα είναι αδύνατο και/ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον της αποφάσεως στάδιον» και στην παρ.26 ότι η «απόφασις θα παραμείνει ανεκτέλεστος και/ή άνευ αντικρίσματος συνυπάρχοντος ούτω πως του στοιχείου του άκρως επείγοντος». Συνεχίζοντας ο κ. Θεοφίλου υποδεικνύει ότι: «Η κα Ζερβού δεν λέει την αλήθεια ούτε στις παρ.2(γ) και 2(ε) της τρίτης ένορκης της δήλωσης ημερ. 14.6.11 αφού στην πρώτη της ένορκη δήλωση ημερ. 19.4.11 η ίδια παραθέτει τα τεκμ.(Θ) και (Ι) όπου φαίνονται τα ακίνητα των καθ΄ων η αίτηση με αρ. εγγραφής 0/18530, 0/26377 (στο τεκμ.(Θ) και 0/20535, 0/25012 στο τεκμ.(Ι) συν τα 2 τεμάχια του τεκμ. (Θ). Ο κ. Γεωργάκης στην ένορκη του δήλωση ημερ. 11.5.11 απλά προσέθεσε το ακίνητο του τεκμ.4 στην ένορκη του δήλωση με αριθμό εγγραφής 07-44. Ήξερε λοιπόν (ή μάλλον της γράψανε και είπε ότι ήξερε) όταν έκανε την πρώτη της ένορκη δήλωση, (και εν πάση περιπτώσει μπορούσε να γνωρίζει διαβάζοντας τα δικά της τεκμήρια (Θ) και (Ι)) ότι οι καθ' ων η αίτηση είχαν (εκτός από τα ακίνητα 0/18530 και 0/26377 που αφορούσε η αίτηση της) τουλάχιστο και τα ακίνητα 0/20535 και 0/25012 και δεν το ανάφερε ή υπέδειξε στο Δικαστήριο.» Προτού αποφασιστεί το θέμα τούτο θα πρέπει να υπομνησθεί η αρχή ότι η δέσμευση ακινήτου διατάσσεται όταν καταδειχθεί «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος» (βλ. Τσιολάκη, ανωτέρω). Για τούτο, σε αυτές τις περιπτώσεις, ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του (βλ. Γ. Φετοκάκης ν. Λ. Χριστοφή κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ.800). Απαιτείται όμως από την άλλη, η ανάγκη αποκάλυψης κάποιων στοιχείων που να καταδεικνύουν την πρόθεση αυτή και τον κίνδυνο αποξένωσης, τα οποία συναρτώνται με όλα τα στοιχεία της υπόθεσης όπως π.χ. τερματισμός συμφωνίας, απειλή για αποξένωση κλπ (βλ. Κ. Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 (B)A.A.Δ.1237). Επανερχόμενο το Δικαστήριο, στο θέμα της απόκρυψης των γεγονότων εκείνο που εμφανώς αναδεικνύεται μέσα από την ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση βάσει της οποίας εξεδόθη το επίδικο διάταγμα ήταν η προσπάθεια των αιτητών να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο μια οικονομικά άσχημη εικόνα της περιουσίας των Εναγομένων η οποία καλύπτεται από εμπράγματα βάρη. Τα Τεκμήρια Θ και Ι καταχωρήθηκαν με σκοπό να καταδείξουν τις επιβαρύνσεις επί της περιουσίας των Εναγομένων δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση σ' αυτές και υπογραμμίζοντας ότι οι επιβαρύνσεις είναι τέτοιας μορφής και ύψους που μειώνουν την αξία της περιουσίας των Εναγομένων και ενδεχομένως να αφήνουν την εκτέλεση απόφασης που τυχόν εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας μετέωρη και αδύνατη. Οι παράγραφοι 27, 28 και 29 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση βεβαιώνουν πως τα επίδικα κτήματα των οποίων ζητείτο η δέσμευση, ήταν βεβαρυμμένα με εμπράγματα βάρη και συνεπώς, η εκτέλεση της απόφασης καθίστατο αβέβαιη. Η αναφορά γινόταν για τα επίδικα κτήματα και η αδυναμία εκτέλεσης ήταν συναρτημένη με αυτή την περιουσία, αφήνοντας ξεκάθαρα να συναχθεί το συμπέρασμα πως ελλείπει οποιαδήποτε άλλη περιουσία υποκειμένη σε εκτέλεση. Η ύπαρξη και άλλων κτημάτων ήταν γνωστή στην κα Ζερβού, κατά παραδοχή της ίδιας κατά την αντεξέτασή της. Η ύπαρξη αυτής της περιουσίας έπρεπε να είχε αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο, το οποίο θα έκρινε, με βάση όλα τα ενώπιον του στοιχεία, περιλαμβανομένων και των επιβαρύνσεων βασιζόμενο σε μια ορθότερη και δικαιότερη βάση. Το γεγονός της επισύναψης των Τεκμ. Θ και Ι, τα οποία αποτελούν πιστοποιητικά έρευνας του Κτηματολογίου, δεν συνιστούν από μόνα τους αποκάλυψη των στοιχείων της περιουσίας των εναγομένων χωρίς ιδιαίτερη αναφορά σε αυτή και χωρίς ρητή επισήμανση προς το Δικαστήριο (Demstar (ανωτέρω)). Η θέση της κας Ζερβού στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ημερ. 14.6.2011 ότι τα κτήματα που ενδιαφέρουν ήσαν εκείνα των επιδίκων διαμερισμάτων, εκδοχή η οποία επαναλήφθηκε και κατά την αντεξέταση, θα ήταν ορθή και θα ελάμβανε ιδιαίτερη σημασία, εάν η ενάγουσα αξίωνε ειδική εκτέλεση των πωλητηρίων εγγράφων και διεκδικούσε την επ΄ ονόματί της μεταβίβαση των διαμερισμάτων, οπόταν το ενδιαφέρον θα περιστρέφετο γύρω από τα επίδικα. Όμως, με τον «αμετάκλητον» όπως τον χαρακτηρίζει τερματισμό, επιζητεί μόνο αποζημιώσεις και επομένως την αξίωση αυτή μπορεί να καλύψει οποιαδήποτε άλλη, πλην του κτήματος επί του οποίου ανεγείρετο το συγκρότημα, ακίνητη περιουσία των εναγομένων. Για τούτο το λόγο, η γνώση της ύπαρξης αυτής της περιουσίας και η γνωστοποίηση της στο Δικαστήριο, έχει σημασία. Συνεπώς, κατάληξη του Δικαστηρίου είναι πως η ενάγουσα δεν έχει αποκαλύψει ως όφειλε (ανεξάρτητα αν δεν είχε πρόθεση να αποκρύψει) όλα τα απαραίτητα και ουσιώδη στοιχεία προς το Δικαστήριο, και το εκδοθέν διάταγμα καθίσταται ακυρωτέον. Ενόψει αυτής της κατάληξης, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος. Η αίτηση απορρίπτεται. Το εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ΄ ων και εναντίον της ενάγουσας αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Παρεμπίπτον διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο